Αυγουστίνος Καντιώτης



Ξερριζωσε το αγκαθι του μiσους. Αδελφε μου, προσεξε! αν εχης μισος στην καρδια σου, εισαι μακρια απ᾽ το Θεο.

date Αυγ 21st, 2020 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΖ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2315

Κυριακὴ ΙΑ΄ Ματθαίου (Ματθ. 18,23-35)
23 Αὐγούστου 2020
Του Μητροπολιτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Ξερριζωσε το αγκαθι του μiσους!

«Οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα;» (Ματθ. 18,33)

Μητρ. Φλ. π. Αυγουστ. στην Κλαδοραχη μικρὩραία, ἀγαπητοί μου, ἡ παραβολὴ τοῦ ση­μερινοῦ εὐαγγελίου (βλ. Ματθ. 18,23-35). Δὲν τὴν εἶπε ἄνθρωπος, τὴν εἶπε ὁ Χριστός μας.
Ὑπῆρχε, λέει, ἕνας καλὸς βασιλιᾶς ποὺ εἶ­χε πλού­τη μεγάλα. Δὲν τὰ κράτησε ὅμως μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅπως κάνουν συνήθως οἱ πλού­σιοι· μοίρασε ἀπὸ αὐτὰ καὶ στοὺς δούλους του. Ἕνα πρᾶγμα μόνο τοὺς ζήτησε· νὰ ἐργασθοῦν μ᾽ αὐτά, νὰ τὰ πολλαπλασιάσουν γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό τους καὶ τῶν ἄλλων.
Μετὰ ἀπὸ καιρὸ ἦρθε ἡ ὥρα ὁ βασιλιᾶς νὰ λογαριαστῇ μαζί τους, νὰ δῇ πῶς χρησι­μοποίησαν τὰ ἀγαθά του. Τοῦ ἔφεραν λοιπὸν καὶ ἕ­να δοῦλο ποὺ εἶχε πάρει «μύρια τάλαντα» (ἔ.ἀ. 18,24), πολὺ μεγάλο ποσό, δὲν ἐργάστηκε ὅμως ὅπως ἔπρεπε καὶ τώρα δὲν εἶχε νὰ ἐπιστρέ­ψῃ τὸ ποσό. Σοῦ ἔχω δώσει τόσα, τοῦ λέει ὁ βασιλιᾶς· τί ἔκανες μ᾽ αὐτά; Μὰ ὁ δοῦλος δὲν εἶ­χε πεντάρα· πῶς νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ μεγάλο αὐ­τὸ χρέος; Ἐπειδὴ ὅμως ὁ βασιλιᾶς ἔπρεπε ὁ­πωσδήποτε νὰ εἰσπράξῃ τὰ χρήματά του, διατάζει νὰ πουληθῇ ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιά του κι ὅ,τι ἄλλο εἶχε γιὰ νὰ σβήσῃ τὸ χρέος.
Περί­εργη φαίνεται σήμερα αὐτὴ ἡ διαταγή· ἀλλὰ τὸν καιρὸ τῆς δουλείας, προτοῦ νὰ ᾽ρθῇ ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, εἶχε ὁ δανειστὴς δικαίω­μα νὰ βγάλῃ σὲ πλειστηριασμό, «στὸ σφυρί», ὄχι μό­νο τὰ κτήματα ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ ὀφειλέτου· θεωροῦνταν κι αὐτὰ μέρος τῆς ἰ­διοκτησίας του, ὅπως π.χ. τὰ ζῷα του.
Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ διαταγὴ ὁ δοῦλος συγ­κλονίσθηκε. Νὰ τὰ χάσῃ ὅλα; ἦταν φοβερό. Πέ­φτει στὰ γόνατα, προσκυνάει τὸ βασιλιᾶ καὶ μὲ πόνο καὶ δάκρυα λέει· Πολυχρονεμένε μας, σὲ παρακαλῶ δός μου μιὰ μικρὴ προθεσμία, καὶ ὑπόσχομαι ὅτι θὰ σοῦ ἐπιστρέψω ὅλο τὸ χρέος. Ὁ βασιλιᾶς βλέποντας τὴν ἐλεεινὴ κα­τάστασί του τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν ἀφήνει ἐ­λεύθερο χαρίζοντάς του τὸ χρέος.

Τί ἀνέλπιστο δῶρο ἦταν αὐτὸ ποὺ πῆρε! Ἀ­κοῦστε ὅμως τί κάνει ἐν συνεχείᾳ ὁ δοῦλος αὐτὸς καὶ κρίνετε μόνοι σας τὴ διαγωγή του! Μόλις βγῆκε ἀπ᾽ τὸ ἀνάκτορο τοῦ βασι­λιᾶ νά καὶ συναντᾷ ἕνα συνάδελφό του, ἕναν ἄλλο δοῦλο. Ἐκεῖνος χρωστοῦσε σ᾽ αὐτὸν «ἑκατὸν δηνά­ρια» (ἔ.ἀ. 18,28), ἕνα μικρὸ δηλαδὴ ποσό. Τὸν πιάνει ὅμως ἀπ᾽ τὸ λαιμὸ καὶ φωνάζει·
–Δός μου ὅ,τι ὀφείλεις.
Ἐκεῖνος πέφτει στὰ πόδια τοῦ πρώτου δού­λου καὶ τὸν παρακαλεῖ μὲ τὰ ἴδια λόγια ποὺ εἶ­χε πεῖ αὐτὸς προηγουμένως στὸ βασιλιᾶ·
–Δός μου μιὰ προθεσμία καὶ θὰ σὲ ξοφλήσω.
Μὰ ὁ πρῶτος δοῦλος δὲν ὑποχωρεῖ. Ζητάει ἀμέσως τὰ χρήματα. Κ᾽ ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν εἶχε, ὁ σκληρὸς δοῦλος τὸν καταγγέλλει καὶ τὸν ῥίχνει στὴ φυλακή! Ποιός τὸ περίμενε;
Ὅταν εἶδαν οἱ συνάδελφοί τους, οἱ ἄλλοι δοῦλοι, τὰ γεγονό­τα αὐτά, τρέχουν καὶ τὸ ἀ­ναφέρουν στὸν ἀφέντη τους·
–Βασιλιᾶ, λένε, ἐκεῖνος ποὺ τοῦ χάρισες τὰ «μύρια τάλαντα», ἔρριξε στὴ φυλακὴ τὸν συνάδελφό του γιὰ «ἑκατὸν δηνά­ρια».
Ὁ βασιλιᾶς τὸν καλεῖ καὶ τοῦ λέει αὐστηρά·
–Πονηρὲ δοῦλε, ὅλο τὸ μέγα ἐκεῖνο χρέ­ος ἐγὼ τὸ χάρισα σ᾽ ἐσένα ἐπειδὴ μὲ παρακάλεσες· δὲν ἔπρεπε κ᾽ ἐσὺ νὰ σπλαχνιστῇς τὸν σύνδουλό σου ὅπως ἐγὼ σπαχνίστηκα ἐσένα;
Ἐξωργισμένος ὁ κύριός του ἀναιρεῖ τὴν ἀρ­χικὴ ἀπόφασι καὶ τὸν καταδικάζει νὰ τὸν βασα­νίζουν ὥσπου νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ χρέος του.
Καὶ ὁ Κύριος, ἀφοῦ εἶπε τὴν παραβολή, ἐξ­άγει τέλος τὸ δίδαγμα. Ἔτσι, λέει, θὰ κάνῃ καὶ σ᾽ ἐ­σᾶς ὁ οὐράνιος Πατέρας μου, ἐὰν δὲν συγ­χωρήσετε ὁ καθένας στὸν ἀδελφό του ἀπ᾽ τὴν καρδιά σας τὰ σφάλματά τους.

* * *

Παραβολὴ εἶνε αὐτή, ἀδελφοί μου. Ἀλλά, ὅ­­πως καταλαβαίνετε, στὴν παραβολὴ ὁ Χριστὸς ἄλλα λέει καὶ ἄλλα ἐννοεῖ. Ποιός λοι­πὸν εἶνε ὁ βασιλιᾶς, ποιά τὰ πλούτη ποὺ δι­αθέτει, ποιοί εἶνε οἱ δοῦλοι, ποιό τὸ μεγάλο χρέος τοῦ ἑ­νός, καὶ ποιό τὸ μικρὸ χρέος τοῦ ἄλλου;
Βασιλιᾶς ἀγαθὸς δὲν εἶνε ἄλλος παρὰ ὁ Θεός. Αὐτὸς εἶνε ἐκεῖνος ποὺ ἔχει καὶ διαθέτει θησαυροὺς ἄπειρους, τοὺς ὁποίους ἀπὸ ἀγάπη καὶ καλωσύνη ἐμ­πιστεύεται σ᾽ ἐμᾶς.
Πλούτη του εἶνε τὰ ὑ­λικὰ καὶ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ δανείζει στοὺς δικούς του· ἡ γῆ ποὺ καλλιεργοῦμε, τὰ δέντρα ποὺ μᾶς τρέφουν, τὰ ζῷα ποὺ μᾶς ὑ­πηρετοῦν, τὰ κτήρια ποὺ κατοικοῦμε, τὰ πλούτη ποὺ ἔρχονται στὰ χέρια μας, οἱ ἄνθρωποι ποὺ μᾶς περιστοιχίζουν καὶ μᾶς βοηθοῦν. Καὶ τί δὲν μᾶς ἔχει δώσει ὁ Κύριος. Μᾶς ἔ­δωσε ὑ­γεία καὶ ποικίλα χα­ρίσματα, μυαλὸ γιὰ νὰ σκεπτώμαστε τὸ ἀ­γα­θό, γλῶσσα γιὰ νὰ τὸν δοξο­λογοῦμε καὶ νὰ μιλᾶ­με θεάρεστα, χέρια γιὰ νὰ εὐεργετοῦμε, πόδια γιὰ νὰ βηματίζουμε κατὰ τὸ θέλημά του, καρδιὰ πρὸ παντὸς γιὰ ν᾽ ἀ­γαποῦμε Αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους (γονεῖς, ἀδέρφια, φίλους, συγγενεῖς, τὸν κόσμο ὅλο, καὶ τοὺς ἐχθροὺς ἀκόμα). Τόσο μεγάλος εἶνε ὁ βασιλιᾶς μας καὶ τόσο μεγάλα τὰ πλούτη ποὺ μᾶς παραχωρεῖ.
Ποιοί εἶνε οἱ δοῦλοι; Εἶνε ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Ὅπως δημιούργησε τὰ ζῷα γιὰ νὰ ὑπηρετοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἔτσι ἔ­­κα­νε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ λατρεύῃ Αὐτόν, τὸν Θεό. Μᾶς ὀνομάζει δούλους ἡ παραβολή, για­τὶ κάθε ἄνθρωπος (ἀκόμη κι ὁ ἄρχοντας ποὺ ἐξουσιάζει ἕνα λαὸ ὁλόκληρο, καὶ ὁ στρατη­γὸς ποὺ διατάζει ἕνα στράτευμα, καὶ ὁ ἐργοστασιάρχης ποὺ ἔχει χιλιάδες ἐργάτες), ὅλοι ἀνεξαιρέτως μπροστὰ στὸ Θεὸ εἶνε δοῦλοι. Τόσο μεγάλος εἶνε ὁ Θεός, καὶ τόσο μικρὸς ὁ ἄνθρωπος. Ὅ,τι εἶνε ἕνα σκουλήκι μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο, τὸ ἴδιο κι ἀκόμη κατώτερο εἶ­νε ὁ ἄνθρωπος μπροστὰ στὸ Θεό.
Ποιό εἶνε τὸ μεγάλο χρέος, τὰ «μύρια τάλαν­τα» τοῦ πρώτου δούλου; Τὸν Θεὸ πρέπει νὰ τὸν λατρεύουμε, νὰ προσπαθοῦμε νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε. Ἐμεῖς ὅμως, ἀντὶ νὰ λατρεύουμε τὸ Θεό, λατρεύουμε τὸν διάβολο· δὲν ὑπηρετοῦμε τὸν Κύριο, ἀλλὰ δουλεύουμε στὴ σάρκα. Ἀντὶ νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, λὲς καὶ βάλαμε σκοπὸ νὰ τὸν λυποῦμε. Καὶ ὅ,τι κάνουμε, κάθε ἁμαρτία, τὴν σημειώνουν οἱ ἄγ­γε­λοι στὰ βιβλία τοῦ οὐρανοῦ καταλεπτῶς.
Οἱ ἁμαρτίες μας δὲν εἶνε μία, δύο καὶ τρεῖς· εἶ­νε πολλές, ἀναρίθμητες, σὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης, τὰ φύλλα τῶν δέν­τρων, τὶς τρίχες τῆς κεφαλῆς, τὶς στα­γόνες τοῦ ὠκεανοῦ. Τόσο ἀμέτρητα εἶνε καὶ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα. Γιατὶ ἁμαρτάνουμε μὲ τὴ γλῶσσα (ψέματα, κατακρίσεις, ὅρκοι, βλασφημίες, αἰσχρολογίες, κοτσομπολιά…)· ἁμαρτάνουμε μὲ τὰ μάτια, ποὺ ἀντὶ νὰ βλέπουν τὰ κάλλη τ᾽ οὐρανοῦ, γίνονται παράθυρα ἀπ᾽ ὅπου μπαίνει μέσα μας ὁ ψυχικὸς θάνατος (βλ. Ἰερ. 9,21)· ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ χέρι, ποὺ μ᾽ αὐτὸ κλέβουμε, χτυπᾶμε, ψευδορκοῦμε, φονεύουμε…· ἁμαρτάνουμε μὲ τὰ πόδια, ποὺ μ᾽ αὐ­τὰ τρέχουμε σὲ κέντρα τοῦ διαβόλου καὶ ὄ­χι στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ· ἁμαρτάνουμε μὲ τὸ νοῦ καὶ τὴν καρ­διά, τὸ μυστικὸ ἐργαστήριο ὅπου κατασκευάζουμε κάθε πονηρία. Ἂν καθή­σῃ ὁ καθένας μας καὶ μετρήσῃ ἁμαρτήματα, θὰ βρῇ ὅτι εἶνε ὀφειλέτης τόσο μεγάλου χρέους ὅσο ὁ πρῶτος δοῦλος. Νά τὰ «μύρια τάλαντα».
Καὶ ὁ Θεὸς τί κάνει; Ἀντὶ νὰ μᾶς δικάσῃ αὐ­στηρὰ καὶ νὰ μᾶς κλείσῃ στὴ φυλακὴ τῆς αἰωνίου κολάσεως, μᾶς σπλαχνίζεται, μακροθυμεῖ, περιμένει τὴ μετάνοια καὶ ἐπιστροφή μας. Κι ὅταν δῇ ὅτι ἐμεῖς μετανοοῦμε εἰλικρινὰ καὶ ζητοῦμε τὸ ἔλεός του, τότε συγχωρεῖ ὅλες τὶς ὀ­φει­λές μας – πόσο ἀγαθὸς εἶνε! παίρνει ἕ­να σφουγγάρι καὶ σβήνει ὅλα τὰ ἁμαρτήματα, ἔστω καὶ ἂν αὐτὰ εἶνε ἀναρίθμητα.
Καὶ ποιό εἶνε τὸ μικρὸ χρέος τοῦ ἄλλου δούλου; Εἶνε τὰ πταίσματα τοῦ πλησίον πρὸς ἐμᾶς· αὐτὰ εἰκονίζουν τὰ «ἑκατὸν δηνάρια»· καὶ βέβαια εἶνε πολὺ λιγώτερα ἀπὸ τὶς δικές μας ὀφειλές. Τί ὅρο μᾶς θέτει ὁ Θεός· ὅταν τοῦ ζητοῦμε νὰ μᾶς συγχωρήσῃ (τὰ «μύρια τά­λαν­τα»), νὰ συγχωροῦμε κ᾽ ἐμεῖς στοὺς ἄλ­λους (τὰ «ἑκατὸν δηνάρια»). Αὐτὸ δὲν εἶ­νε συμφέρον μας; δὲν εἶνε λογικό; δὲν εἶνε φυσικό; Μᾶς χαρίζει ἑκατομμύρια, δὲν θὰ χαρί­σουμε ἐμεῖς λίγες δραχμές; Μᾶς δίνει ἕ­ναν ὠκεανὸ ἀγάπης, δὲν θὰ δώσουμε ἐμεῖς λί­γες σταγόνες; Ἐὰν δὲν τὸ κάνουμε, δὲν εἴ­μαστε Χριστιανοί· δὲν μᾶς ἀναγνωρίζει ὁ Κύριος ὡς παιδιά του, μᾶς ἀποκηρύττει, μᾶς κάνει ἀπόπαιδα.

* * *

Ἀδελφέ μου, πρόσεξε! Ἂν ἔχῃς μῖσος στὴν καρδιά σου, εἶσαι μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό. Μπορεῖ νὰ ἐκκλησιάζεσαι, νὰ προσεύχεσαι, ν᾽ ἀνάβῃς λαμπάδες, νὰ κάνῃς λειτουργίες, νὰ μελετᾷς θρησκευτικὰ βιβλία κ.τλ.. Ἐφ᾽ ὅσον στὴν καρδιὰ ἔχεις τὸ φοβερὸ ἀγκάθι, τὸ μῖσος καὶ τὴν ἐκδίκησι, ὅλα πᾶνε χαμένα.
Ξερρίζωσέ το, γιὰ νὰ βρῇς τὴν ἀνάπαυσι τῆς καρδιᾶς σου, νὰ σὲ ἀγαπήσουν οἱ ἄνθρωποι, νὰ σὲ προστατεύουν οἱ ἄγγελοι· ξερρίζω­σέ το πρὸ παντὸς γιὰ νὰ βρῇς ἔλεος ἀ­πὸ τὸ Θεὸ τὴν ἡ­μέρα τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία θά ᾽νε φοβερὴ γιὰ τοὺς σκληρόκαρδους, ἀλλὰ χαρμόσυνη γιὰ ᾽κείνους ποὺ ἀγαποῦν καὶ συγχωροῦν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπὸ τὸ χειρόγραφο ὁμιλίας, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἄγνωστο ἱ. ναὸ τῆς ἱ. μητροπόλεως Αἰτωλίας & Ἀκαρνανίας καὶ πιθανῶς τὴν 28-8-1938. Ἀνάγνωσις, μεταφορὰ σὲ ἁπλῆ γλῶσσα καὶ στοιχειοθεσία 26-6-2020.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.