Αυγουστίνος Καντιώτης



Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΚΑΙ ΕΡΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΜΗΝΕΙΑ

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο Ε΄, εδάφια 14-19

++14 ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

 

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

 

«μες στε τ λας τς γς· ἐὰν δ τ λας μωρανθ, ν τίνι λισθήσεται; ες οδν σχύει τι ε μ βληθναι ξω κα καταπατεσθαι π τν νθρώπων(:εσείς οι μαθητές μου είστε το πνευματικό αλάτι των ανθρώπων της γης (επειδή με το παράδειγμα και την διδασκαλία σας έχετε την δυνατότητα να νοστιμεύετε τη ζωή των ανθρώπων και να προλαβαίνετε την ηθική σαπίλα)·

εάν όμως το αλάτι χάσει αυτήν την ιδιότητά του, με τι άλλο θα αλατιστεί, ώστε να αποκτήσει πάλι την ουσία και δύναμή του; Δεν έχει πλέον καμία αξία και σε τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά να πεταχτεί στον δρόμο και να καταπατείται από τους ανθρώπους. Εάν λοιπόν και εσείς χάσετε την ηθική σας δύναμη, δεν θα γίνετε μόνο άχρηστοι, αλλά και θα περιφρονηθείτε από τους ανθρώπους)»[Ματθ.5,13].

Παρατήρησε, αγαπητέ μου, μετά από πόσες εντολές στην επί του όρους ομιλία Του ο Κύριος καθόρισε την αμοιβή των ουρανίων αγαθών[Ματθ.5,12: «Χαίρετε κα γαλλισθε, τι μισθς μν πολς ν τος ορανος(:να χαίρεστε και να γεμίσετε από αγαλλίαση, διότι η ανταμοιβή σας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη και ανυπολόγιστη)»]. Και δεν το έκανε τυχαίως, αλλά για να δείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αντεπεξέλθει στον αγώνα αυτόν εκείνος που δεν είναι εφοδιασμένος με όλες εκείνες τις αρετές και δεν έχει υποστεί την απαιτούμενη δοκιμασία. Για τον λόγο αυτό μεταβαίνει προοδευτικά από την προηγούμενη στην επόμενη εντολή μέσω των μακαρισμών και μας υφαίνει σαν κέντημα μία χρυσή σειρά εντολών· διότι ο ταπεινός θα λυπηθεί και θα πενθήσει ολόψυχα και για τις δικές του αμαρτίες. Όποιος πενθεί, θα είναι και πράος και δίκαιος και ελεήμονας. Ο ελεήμονας και δίκαιος και πράος θα είναι και ταπεινός και καθαρός στην ψυχή του. Ο τελευταίος αυτός θα είναι και ειρηνοποιός. Και όποιος θα έχει κατορθώσει όλα αυτά, θα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και κινδύνους και δεν θα χάσει την ψυχραιμία του όταν κακολογείται και όταν υφίσταται αναρίθμητα δεινά.

Αφού λοιπόν τους έδωσε τις παραινέσεις που έπρεπε, πάλι τους ανακουφίζει και τους αναπαύει με τους εγκωμιασμούς που ακολουθούν. Επειδή οι εντολές ήσαν υψηλές και πολύ ανώτερες από αυτές της Παλαιάς Διαθήκης, για να μην ανησυχούν και να μη χάσουν το θάρρος τους οι μαθητές και να μη διερωτώνται: «Πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτά τα κατορθώματα;», άκουσε τι λέγει: «μες στε τ λας τς γς(:εσείς οι μαθητές μου είστε το αλάτι της γης [επειδή με το παράδειγμα και τη διδασκαλία σας έχετε την δυνατότητα να νοστιμεύετε την ζωή των ανθρώπων και να προλαμβάνετε την ηθική σαπίλα])». Έτσι κάνει γνωστό ότι δίνει αυτές τις εντολές κατ’ ανάγκη. «Διότι», λέγει, «η διδασκαλία σας θα αποβλέπει στη ζωή όχι των μεμονωμένων ατόμων, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας· επειδή δεν σας στέλνω, όπως απέστειλα τους προφήτες, σε δύο ή δέκα ή είκοσι πόλεις, ούτε σε ένα έθνος, αλλά στην ξηρά και τη θάλασσα και σε ολόκληρη την οικουμένη, η οποία μάλιστα δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση».

Από τη φράση «μες στε τ λας τς γς» προκύπτει πως εννοεί ότι έχασε τα λογικά του όλο το ανθρώπινο γένος και ότι έπαθε σήψη εξαιτίας των αμαρτιών του. Για τον λόγο αυτό επιζητεί να έχουν αυτοί αυτές τις αρετές, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες και ωφέλιμες για όσους προορίζονται να αναλάβουν τη νουθεσία των πολλών. Πραγματικά, ο πράος και συνετός και ελεήμονας και δίκαιος δεν περιορίζει την αρετή στον εαυτό του μόνο, αλλά ετοιμάζει τις καλές αυτές πηγές να τις διοχετεύσει και προς ωφέλεια άλλων ανθρώπων. Επίσης, ο καθαρός στην ψυχή και ο ειρηνοποιός και ο καταδιωκόμενος για τους αγώνες του υπέρ της αλήθειας ρυθμίζει τον βίο του σύμφωνα με το κοινό συμφέρον. «Μη νομίσετε λοιπόν, λέγει, ότι καλείστε σε συνηθισμένους αγώνες, ούτε ότι η διδασκαλία σας θα αναφέρεται σε μικροπράγματα».

«μες στε τ λας τς γς». Λοιπόν; Οι μαθητές θεράπευσαν τη νόσο και αποκατέστησαν ό,τι ήταν ήδη σάπιο; Ασφαλώς όχι· διότι δεν ήταν δυνατόν να παστώσουν με αλάτι και να επαναφέρουν στην αρχική τους κατάσταση όσα είχαν σαπίσει πλέον. Δεν έκαναν λοιπόν αυτό, αλλά αφού τα ανανέωσε πρώτα ο Χριστός και τους τα παρέδωσε και τα απήλλαξε από τη δυσωδία, τα αλάτιζαν και τα διατηρούσαν και τα συντηρούσαν στη νέα αυτή κατάσταση, στην οποία τα παρέλαβαν. Η απαλλαγή επομένως από τη σήψη της αμαρτίας είναι έργο του Χριστού· η αποφυγή όμως της επανόδου στην κατάσταση εκείνη ήταν έργο της φροντίδας και του επίπονου αγώνα των αποστόλων.

Βλέπεις πώς σιγά-σιγά τους υποδεικνύει ότι είναι ανώτεροι και από τους προφήτες; Διότι λέγει ότι είναι διδάσκαλοι όχι μόνο της Παλαιστίνης, αλλά ολόκληρης της οικουμένης. Και δεν είναι μόνο διδάσκαλοι, αλλά και φοβεροί διδάσκαλοι. Και είναι άξιο μεγάλου θαυμασμού αυτό, ότι δηλαδή έγιναν ιδιαίτερα αγαπητοί σε όλους, αν και δεν κολάκευαν κανέναν, ούτε είχαν ίχνος δουλοπρέπειας, αλλά τους καυτηρίαζαν τις ηθικές πληγές τους, όπως το αλάτι.

«Μην εκπλαγείτε λοιπόν», λέγει, «αν άφησα τους άλλους και συζητώ μαζί σας και σας οδηγώ σε τόσους κινδύνους· διότι πρέπει να αναλογιστείτε σε πόσες πόλεις και χωριά και έθνη πρόκειται να σας αποστείλω ως διδασκάλους και πνευματικούς καθοδηγητές. Για τον λόγο αυτό δεν μου είναι αρκετό να είστε εσείς μόνο ηθικοί και συνετοί, αλλά να κάνετε και άλλους όμοιους με εσάς. Αυτοί λοιπόν, που αναλαμβάνουν τέτοιο έργο, πρέπει να είναι συνετοί, αφού πρόκειται για ζητήματα από τα οποία εξαρτάται η σωτηρία των άλλων, και να έχουν τόσο περίσσευμα αρετής, ώστε να κάνουν ενάρετους και τους άλλους· διότι, αν δεν το κατορθώσετε, δεν θα είστε ικανοί ούτε τους εαυτούς σας να σώσετε». «Μη δυσανασχετείτε λοιπόν», λέγει, «για τη δυσκολία που παρουσιάζει η συμμόρφωση προς τις εντολές· διότι εάν απομακρυνθούν οι άλλοι από τον ηθικό δρόμο, είναι δυνατό να τους επαναφέρετε εσείς σε αυτόν· αν όμως απομακρυνθείτε εσείς, θα καταστρέψετε και άλλους εκτός από τους εαυτούς σας. Επομένως, όσο μεγαλύτερη είναι η αποστολή σας, τόσο έχετε ανάγκη μεγαλύτερης προσοχής».

Για τον λόγο αυτόν λέγει: «ἐὰν δ τ λας μωρανθ, ν τίνι λισθήσεται; ες οδν σχύει τι ε μ βληθναι ξω κα καταπατεσθαι π τν νθρώπων(:εάν όμως το αλάτι χάσει τη δύναμή του, με τι θα αλατιστεί, ώστε να αποκτήσει πάλι την ουσία και τη δύναμη που έχασε; Δεν έχει πια καμία αξία και δεν χρησιμεύει πλέον σε τίποτε, παρά να πεταχτεί έξω στους δρόμους και να καταπατείται από τους ανθρώπους. Εάν λοιπόν κι εσείς χάσετε την ηθική σας δύναμη, δεν θα γίνετε μόνο άχρηστοι, αλλά και θα περιφρονηθείτε από τους ανθρώπους)»[Ματθ.5,13].

Οι άλλοι λοιπόν είναι δυνατόν να συγχωρηθούν, έστω και αν αμαρτήσουν αναρίθμητες φορές. Αν όμως αμαρτήσει μία φορά ο διδάσκαλος, δεν θα έχει ούτε την παραμικρή δικαιολογία και θα τιμωρηθεί αυστηρότατα. Για να μη διστάσουν λοιπόν να αναλάβουν τον αγώνα να εξέλθουν στη δημόσια δράση, όταν ακούσουν ότι «θα είναι μακάριοι εάν τους ονειδίζουν οι άλλοι άνθρωποι και τους καταδιώξουν και τους πουν κάθε κακολογία και ψευδή κατηγορία εναντίον τους εξαιτίας της πίστης τους στον Χριστό», τους λέγει ότι «εάν δεν είστε έτοιμοι να αγωνιστείτε για αυτά, σας διάλεξα άδικα· διότι δεν πρέπει να σας φοβίζουν οι κακολογίες, αλλά η υποκριτική συμμόρφωσή σας προς τις απόψεις των άλλων· διότι τότε θα φύγετε από τον ηθικό δρόμο και θα καταπατηθείτε από τους ανθρώπους. Αν σας κακολογούν όμως επειδή επιμένετε να τους ελέγχετε, πρέπει τότε πολύ να χαίρεστε· διότι το αλάτι έχει αυτήν την ιδιότητα, να «δαγκώνει», να προξενεί πόνο και λύπη στους αδιάφορους και αποχαυνωμένους από την αμαρτία και τις κοσμικές μέριμνες και απολαύσεις. Η κακολογία επομένως είναι το αναγκαίο επακόλουθο, αλλά δεν σας βλάπτει. Αποτελεί αντίθετα απόδειξη της επιμονής και της σταθερότητάς σας. Αν όμως φοβηθείτε την κακολογία και μειώσετε τον ζήλο που πρέπει να έχετε, θα πάθετε πολύ χειρότερα και θα σας κακολογούν και θα σας περιφρονούν όλοι. Αυτό εννοώ όταν λέγω ότι ‘’θα καταπατηθείτε’’».

Μετά από αυτά τους διδάσκει με άλλο υψηλότερο παράδειγμα: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου(:Εσείς είστε το φως του κόσμου, διότι έχετε προορισμό με το φωτεινό σας παράδειγμα και με τα λόγια σας που μεταδίδουν το φως της αλήθειας να φωτίζετε τους ανθρώπους που βρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας και της πλάνης)»[Ματθ.5,14].Ομιλεί πάλι για τον κόσμο, όχι για ένα λαό ούτε για είκοσι πόλεις, αλλά για ολόκληρη την οικουμένη. Και εννοεί το πνευματικό φως, το νοητό, που είναι πολύ ανώτερο ακόμη και από τις ακτίνες του ήλιου, όπως και το πνευματικό αλάτι. Και προηγουμένως τους ονόμασε «αλάτι» και έπειτα «φως» τους ονομάζει, για να αντιληφθείς ποιο είναι το κέρδος των αυστηρών λόγων και της αξιοσέβαστης διδασκαλίας η ωφέλεια· διότι σε συγκρατεί καθώς θέτει σε ενέργεια τη συνείδησή σου και δεν αφήνει να καταπέσεις και σε καθιστά προνοητικό οδηγώντας σε προς την αρετή.

«Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οδ καίουσι λύχνον κα τιθέασιν ατν π τν μόδιον,λλ᾿ π τν λυχνίαν, κα λάμπει πσι τος ν τ οκί (:μια πόλη που βρίσκεται πάνω σε βουνό δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί· έτσι και η δική σας ζωή θα γίνεται αντιληπτή απ’ όλους. Ούτε οι άνθρωποι ανάβουν λυχνάρι για να το βάλουν κάτω απ’ τον κάδο με τον οποίο μετρούν τα σιτάρι, αλλά το τοποθετούν πάνω στον λυχνοστάτη κι έτσι φωτίζει με τη λάμψη του όλους όσους είναι μέσα στο σπίτι)»[Ματθ.5,14-15].

Προσπαθεί πάλι με αυτά τα λόγια να τους οδηγήσει σε ηθική τελείωση και τους διδάσκει να βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση, διότι θα παρακολουθούνται από όλους και θα έχουν ως θεατές ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Μην βλέπετε», λέγει, «ότι τώρα καθόμαστε εδώ και ότι βρισκόμαστε σε κάποια απόμερη γωνιά της γης· διότι θα γίνετε τόσο περίβλεπτοι, τόσο πολύ θα σας βλέπουν όλοι, όπως βλέπουν μία πόλη που είναι κτισμένη στην κορυφή, και όπως βλέπουν μέσα σε ένα σπίτι το λυχνάρι, που βρίσκεται επάνω στον λυχνοστάτη και σκορπίζει γύρω το φως».

Πού είναι τώρα εκείνοι που αμφιβάλλουν για τη δύναμη του Χριστού; Ας τα ακούσουν αυτά, ας θαυμάσουν την προφητική Του δύναμη και ας προσκυνήσουν την εξουσία Του. Αναλογίσου δηλαδή ποιες μεγάλες υποσχέσεις έδινε προς ανθρώπους που ήσαν άγνωστοι ακόμη και στην ιδιαίτερή τους πατρίδα. Τους υποσχόταν ότι θα τους γνωρίσει η ξηρά και η θάλασσα και ότι η φήμη τους θα φτάσει στα πέρατα της οικουμένης. Ή ορθότερα, όχι απλώς η φήμη, αλλά και η ευεργετική τους επίδραση· διότι πράγματι δεν τους έκανε παντού γνωστούς μόνο η φήμη, αλλά τα ίδια τα έργα τους, εφόσον διέτρεξαν όλη τη γη σαν να είχαν φτερά, σαν να ήταν ταχύτεροι από τις ακτίνες, και έσπειραν το φως της ευσεβείας.

Έχω μάλιστα την εντύπωση ότι στο σημείο αυτό τους προετοιμάζει για την ποιμαντορική δράση τους και για να έχουν παρρησία· η φράση λοιπόν «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» αποδεικνύει τη δύναμή Του· διότι, όπως δεν υπάρχει τρόπος να κρυφτεί η πόλη αυτή, έτσι είναι αδύνατο να αποσιωπηθεί και να μείνει απαρατήρητο το κήρυγμά Του. Επειδή δηλαδή μίλησε για διωγμούς και κακολογίες και παγίδες και πολέμους, τους ενθαρρύνει και, για να μη νομίσουν ότι αυτά θα μπορέσουν να τους λυγίσουν και να τους κάνουν να σιωπήσουν, τους λέγει ενθαρρύνοντάς τους ότι όχι μόνο δεν θα μείνει απαρατήρητο το κήρυγμά τους από τους ανθρώπους, αλλά και θα φωτίσει ολόκληρη την οικουμένη. Και για τον λόγο αυτό ακριβώς θα γίνουν ένδοξοι και επιφανείς.

Με αυτό λοιπόν φανερώνει τη δύναμή Του. Με το αμέσως επόμενο όμως τους ζητεί να επιδοθούν με ζήλο στο έργο τους και τους λέγει: «Οτω λαμψάτω τ φς μν μπροσθεν τν νθρώπων, πως δωσιν μν τ καλ ργα κα δοξάσωσι τν πατέρα μν τν ν τος ορανος(:έτσι σαν λυχνάρι που είναι σωστά τοποθετημένο ας λάμψει το φως της αρετής σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν για τα ενάρετα και άγια παιδιά Του τον Πατέρα σας, ο Οποίος είναι βέβαια παρών παντού, αλλά κυρίως φανερώνει την παρουσία Του στους ουρανούς)»[Ματθ.5,16]. «Εγώ δηλαδή άναψα», λέγει, «το φως· έργο δικό σας είναι να παραμείνει αναμμένο. Και όχι μόνο για τον εαυτό σας, αλλά και για εκείνους που θα θελήσουν να απολαύσουν αυτό το λαμπερό φως και να κατευθυνθούν προς την αλήθεια. Αν ζείτε λοιπόν ενάρετα και όπως ταιριάζει σε εκείνους που προορίζονται να διδάξουν όλη την οικουμένη, δεν θα μπορέσουν οι κακολογίες να μειώσουν τη λάμψη σας. Επιδιώξετε λοιπόν να είναι η ζωή σας άξια της ευλογίας του Θεού, ώστε να είναι συμπαραστάτης σας παντού, όπως θα την κηρύσσετε παντού».

Έπειτα, εκτός από τη σωτηρία των ανθρώπων, υπόσχεται και άλλη ωφέλεια, ικανή να τους ενισχύσει στους αγώνες τους και να τους καταστήσει πολύ πρόθυμους. «Αν είναι», λέγει, «ενάρετος ο βίος σας, δεν θα συμβάλλετε μόνο στον φρονηματισμό της οικουμένης, αλλά και στη δόξα του Θεού, όπως πάλι εάν ενεργείτε διαφορετικά και τους ανθρώπους θα οδηγήσετε στην αιώνια καταστροφή και θα τους κάνετε να βλασφημούν το πανάγιο όνομα του Θεού». «Πώς θα δοξαστεί, όμως», θα μπορούσε να απορήσει κάποιος, «ο Θεός με τη δική μας συμβολή, αφού θα μας κακολογούν οι άνθρωποι;». Δεν θα σας κακολογούν όλοι. Και εκείνοι ακόμη που θα σας κακολογούν από φθόνο, θα σας θαυμάζουν και θα σας σέβονται κρυφά μέσα στη συνείδησή τους, όπως ακριβώς κατηγορούν ενδόμυχα οι κόλακες εκείνους που ζουν ανήθικα.

Λοιπόν; Μας συμβουλεύεις να ζούμε προς αυτοπροβολή και με σκοπό την απόκτηση δόξας; «Όχι! Δεν εννοώ αυτό. Για τούτο δεν σας είπα να φροντίζετε να κάνετε γνωστά και να προβάλλετε τα κατορθώματά σας, ούτε πάλι σας είπα να τα επιδεικνύετε, αλλά «οτω λαμψάτω τ φς μν(:έτσι ας λάμψει το φως σας)». Τούτο σημαίνει: «να είναι πολλή η αρετή σας και άφθονη η φλόγα σας και άπειρο το φως σας»· διότι όταν είναι τόσο πολλή η αρετή, είναι αδύνατον να μην την προσέξουν, ακόμη και αν προσπαθεί να την κρύψει ο ενάρετος. Η ζωή σας είναι αδιάβλητη και μην τους δίνετε καμία αφορμή να σας κακολογούν. Και τότε δεν θα μπορέσει κανείς να κηλιδώσει τη ζωή σας, έστω και αν σας κακολογούν χιλιάδες.

Και πολύ ωραία είπε: «τ φς»· διότι, όσο και αν επιθυμεί ο άνθρωπος να μείνει απαρατήρητος, όσο και αν προσπαθεί με κάθε τρόπο να παραμένει στην αφάνεια, δεν υπάρχει τίποτε που να του δίνει τόση δόξα, όση η άσκηση της αρετής· διότι είναι φωτεινότερος από την ίδια την ακτίνα, σαν να ακτινοβολεί ο ίδιος, και εκπέμπει τη λάμψη του όχι μόνο πάνω στη γη, αλλά και πάνω από τον ουρανό. Από την άποψη αυτή τους ενθαρρύνει περισσότερο. «Και αν πονάτε και στενοχωριέστε», λέγει, «επειδή σας κακολογούν, να είστε βέβαιοι ότι θα είναι πολλοί εκείνοι που θα λατρέψουν τον Θεό με τη βοήθειά σας. Η αμοιβή σας επομένως προέρχεται από δύο πηγές, και επειδή δοξάζεται ο Θεός με τη δική σας συμβολή και επειδή σας κακολογούν εξαιτίας της διδασκαλίας σας περί του Θεού».

Για να μην επιδιώκουμε λοιπόν να κακολογούμαστε όταν μάθουμε ότι θα αμειφτούμε γι’ αυτό, δεν αναφέρει αυτό μόνο, αλλά προσθέτει και δύο προσδιορισμούς· «όταν η κατηγορία είναι ψευδής» και «όταν γίνεται εξαιτίας της πίστεώς μας προς τον Θεό». Και κάνει γνωστό συγχρόνως ότι δεν ωφελεί η κακολογία μόνο, αλλά ωφελούν πολύ και οι έπαινοι, διότι η δόξα μεταβαίνει προς τον Θεό. Και έτσι τους δημιουργεί καλές ελπίδες. «Διότι», λέγει, «δεν έχουν τόση δύναμη οι συκοφαντίες των κακών ανθρώπων, ώστε να τυφλώσουν τους άλλους και να τους κάνουν να μη δουν το δικό σας φως. Τότε μόνο λοιπόν θα σας καταπατήσουν, όταν απομακρυνθείτε από τον ηθικό δρόμο, όχι όταν ενεργείτε ηθικά και σας συκοφαντούν. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση μάλιστα θα σας θαυμάζουν πολλοί και όχι μόνο εσάς, αλλά, με τη δική σας συμβολή, και τον Πατέρα σας. Και δεν είπε τον Θεό, αλλά τον Πατέρα, διότι ήθελε να ρίξει από τώρα τα σπέρματα της υιοθεσίας την οποία επρόκειτο να λάβουν».

Έπειτα, για να δείξει την ομοτιμία Του με τον Πατέρα, ενώ είπε παραπάνω: «μη στενοχωριέστε όταν σας κακολογούν, διότι σας είναι αρκετό ότι σας κακολογούν εξαιτίας μου», εδώ αναφέρει τον Πατέρα και κάνει γνωστό ότι η ισοτιμία ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις «οτω λαμψάτω τ φς μν μπροσθεν τν νθρώπων, πως δωσιν μν τ καλ ργα κα δοξάσωσι τν πατέρα μν τν ν τος ορανος (:έτσι σαν λυχνάρι που είναι σωστά τοποθετημένο ας λάμψει το φως της αρετής σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν για τα ενάρετα και άγια παιδιά Του τον Πατέρα σας, ο Οποίος είναι βέβαια παρών παντού, αλλά κυρίως φανερώνει την παρουσία Του στους ουρανούς)»[Ματθ.5,16].

Αφού λοιπόν γνωρίσαμε το κέρδος που θα αποκομίσουμε από την προθυμία αυτήν και τον ζήλο μας για την άσκηση των αρετών και τη διάδοση του θείου λόγου, καθώς και τον κίνδυνο που περικλείει η τυχόν ραθυμία μας (διότι πολύ χειρότερο από τη δική μας απώλεια είναι το να βλασφημείται ο Κύριός μας εξαιτίας μας), ας μη γινόμαστε αφορμή σκανδαλισμού και αιτία πτώσεως ούτε για τους Ιουδαίους, ούτε για τους ειδωλολάτρες ούτε ακόμη για όσους πιστεύουν στον αληθινό Θεό· αντίθετα ας παρέχουμε τη ζωή μας πιο λαμπρή και από τον ήλιο, και αν κάποιος θέλει να μας κατηγορεί, να μη λυπόμαστε όταν άδικα μας κατηγορούν, αλλά όταν δίκαια μας κατηγορούν· διότι εάν ζούμε μέσα στην πονηρία, και αν ακόμη δεν μας κατηγορεί κανένας, θα είμαστε πιο άθλιοι από όλους, ενώ εάν φροντίζουμε για την αρετή, και αν ακόμη η οικουμένη ολόκληρη μας κατηγορεί, τότε θα είμαστε οι πιο αξιοζήλευτοι από όλους και θα προσελκύσουμε όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν τη σωτηρία· διότι δεν θα προσέξουν την κατηγορία των πονηρών, αλλά την αρετή της δικής μας ζωής. Πράγματι, η απόδειξη που γεννιέται από τα ενάρετα έργα μας είναι πιο ηχηρή από τη φωνή κάθε σάλπιγγας και από το ίδιο το φως είναι πιο λαμπερός ο καθαρός ηθικός βίος, έστω και αν είναι αναρίθμητοι οι συκοφάντες.

Συνεπώς, εάν έχουμε όλες τις ανωτέρω αρετές, τότε θα είμαστε και πράοι και ταπεινοί και ελεήμονες και καθαροί και ειρηνοποιοί και δεν θα ανταποδίδουμε τις ύβρεις, όταν υβριζόμαστε, αλλά και θα χαιρόμαστε, διότι θα προσελκύσουμε εκείνους που μας βλέπουν περισσότερο από όσο τους προσελκύουν τα θαύματα, και ακόμη, όλοι θα διατεθούν ευνοϊκά προς εμάς, είτε είναι άγριοι σαν θηρία ή σαν δαίμονες ή σαν οτιδήποτε άλλο. Εάν όμως υπάρχουν κα μερικοί που θα μας κατηγορούν, να μη φοβηθείς καθόλου και να μη θορυβηθείς, και να μη λάβεις υπόψη σου ότι σε υβρίζουν δημόσια, αλλά ερεύνησε το βάθος της ψυχής τους και θα διαπιστώσεις ότι σε επιδοκιμάζουν και αισθάνονται θαυμασμό και πολύ σε επαινούν.

Κοίταξε, λοιπόν, με ποιο τρόπο επαινεί ο Ναβουχοδονόσορας τους τρεις παίδες που έβαλε μέσα στο καμίνι, μολονότι ήταν εχθρός και διώκτης τους. Όταν είδε ότι κράτησαν γενναία στάση, τους επαινεί και τους στεφανώνει, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για το γεγονός ότι παράκουσαν αυτόν και υπάκουσαν τον νόμο του Θεού [βλ. Δαν. 3,1-23]. Πραγματικά, ο διάβολος, όταν αντιληφθεί ότι δεν κατορθώνει τίποτε, τότε πλέον απομακρύνεται, επειδή φοβάται μήπως γίνει αίτιος μεγαλύτερων στεφάνων για εμάς. Όταν όμως απομακρυνθεί εκείνος, και αν ακόμη κάποιος είναι μιαρός και διεφθαρμένος, θα αναγνωρίσει την αρετή, αφού διαλυθεί το σκοτάδι εκείνο. Μα και όταν ακόμη οι άνθρωποι κυριευτούν από παραλογισμό και εξαπατηθούν, θα σε επαινέσει και θα σε θαυμάσει περισσότερο ο Θεός, και αυτό είναι που έχει μεγάλη αξία.

Επομένως να μη λυπάσαι, ούτε να χάνεις το θάρρος σου· διότι και οι απόστολοι για άλλους μεν ήσαν μυρωδιά θανάτου, για άλλους όμως ήσαν άρωμα ζωής[βλ. Β΄Κορ. 2,14-16: «Τ δ Θε χάρις τ πάντοτε θριαμβεύοντι μς ν τ Χριστ κα τν σμν τς γνώσεως ατο φανεροντι δι᾿ μν ν παντ τόπ· τι Χριστο εωδία σμν τ Θε ν τος σζομένοις κα ν τος πολλυμένοις, ος μν σμ θανάτου ες θάνατον, ος δ σμ ζως ες ζωήν. κα πρς τατα τίς κανός;(:οφείλουμε λοιπόν ευχαριστία στον Θεό, ο οποίος νικώντας και θριαμβεύοντας περιφέρει και εμάς πάντοτε στον θρίαμβό Του, ως διακόνους της νίκης Του που συντελείται για τον Χριστό και το ευαγγέλιό Του. Ο Θεός κατά την θριαμβευτική αυτή πορεία του Ευαγγελίου Του φανερώνει μέσα από εμάς την ευωδία της γνώσης Του σε κάθε τόπο· διότι πραγματικά εμείς οι απόστολοι και κήρυκες του Ευαγγελίου είμαστε ευωδία Χριστού, ευχάριστη στον Θεό. Ευωδία γι’ αυτούς που σώζονται όπως και γι’ αυτούς που καταδικάζονται σε αιώνια απώλεια. Και σε άλλους βέβαια είμαστε οσμή θανατηφόρα, που οδηγεί στο θάνατο, ενώ σε άλλους οσμή ζωηφόρο που οδηγεί στη ζωή. Και ποιος είναι ικανός να επιτελέσει τα φοβερά αυτά έργα και αποτελέσματα; Όντως κανείς άλλος παρά μόνο ο Θεός)»].

Πραγματικά, εάν εσύ δεν δίνεις καμία αφορμή προς κατηγορία, έχεις απαλλαγεί από όλες τις κατηγορίες και μάλλον είσαι πιο μακάριος. Να ακτινοβολείς, λοιπόν, με τη ζωή σου και να μη δίνεις καμία σημασία στους κατηγόρους· διότι δεν είναι δυνατό, οπωσδήποτε δεν είναι δυνατόν, να μην έχει πολλούς εχθρούς όποιος φροντίζει για την αρετή. Όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτε για τον ενάρετο, διότι διαμέσου όλων αυτών θα δοξασθεί πολύ περισσότερο.

Αφού λοιπόν σκεφτούμε αυτά, ας φροντίζουμε για ένα πράγμα μόνο, δηλαδή να ρυθμίζουμε με ακρίβεια τη ζωή μας με γνώμονα την ηθική, διότι έτσι θα κατευθύνουμε προς την ηθική ζωή όσους κάθονται στο σκοτάδι· διότι η ηθική μας συμπεριφορά έχει τόση δύναμη, ώστε να μην περιορίζεται εδώ η λάμψη της, αλλά και να οδηγεί επιπλέον στη λύτρωση όσους την ακολουθούν. Πραγματικά, όταν θα μας δουν να περιφρονούμε όλα τα εγκόσμια και προετοιμαζόμαστε για τη μέλλουσα ζωή, θα επηρεαστούν από τα έργα μας περισσότερο παρά από τα λόγια μας. Διότι ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να βλέπει εκείνον που καλοπερνούσε και ήταν πλούσιος μέχρι χθες και προχθές, να περιφρονεί όλα αυτά και να αποκτά πτερά και να είναι έτοιμος να αγωνιστεί προς κάθε ταλαιπωρία και πείνα και ανέχεια και κινδύνους και θάνατο και σφαγή και προς όλα όσα θεωρούνται φοβερά και να μη βεβαιωθεί εξαιτίας αυτών για τα μέλλοντα αγαθά; Αν ασχολούμαστε όμως υπέρμετρα με τα παρόντα και βυθιζόμαστε βαθύτερα μέσα σε αυτά, πώς είναι δυνατόν να πιστέψουν ότι φροντίζουμε για την άλλη ζωή;

Τι θα απολογηθούμε λοιπόν, όταν δεν υπερισχύει σε εμάς τόσο ο φόβος του Θεού, όσο υπερίσχυσε στους Έλληνες φιλοσόφους η ανθρώπινη δόξα; Διότι μερικοί[εδώ εννοεί ασφαλώς τον Σωκράτη(469-399 π.Χ.) και μερικούς άλλους, όπως π.χ. τον παλαιότερο Πυθαγόρα(570-496 π.Χ.), τον κυνικό Αντισθένη(445-365 π. Χ.) κ.λπ.] από αυτούς και για τα χρήματα αδιαφόρησαν και τον θάνατο καταφρόνησαν, για να εντυπωσιάσουν τους ανθρώπους. Για τούτο οι ελπίδες τους δεν καρποφόρησαν. Ποια δικαιολογία λοιπόν θα μας σώσει αν, παρά το ότι μας περιμένουν τόσο μεγάλες αμοιβές και έχουμε ενώπιόν μας τη θαυμάσια διδασκαλία του Χριστού, δεν κατορθώσουμε να πράξουμε ούτε όσα εκείνοι οι φιλόσοφοι, αλλά επιπλέον καταστρέφουμε και τους εαυτούς μας και τους άλλους; Και δεν βλάπτει τόσο ο ειδωλολάτρης όταν αμαρτάνει, όσο βλάπτει ο Χριστιανός. Και είναι τούτο πολύ λογικό, διότι η δική τους δόξα στερείται ηθικού μεγαλείου και η πίστη τους είναι διεφθαρμένη, ενώ τη δική μας τη σέβονται με τη χάρη του Θεού και την αναγνωρίζουν ακόμη και οι εχθροί της πίστεως. Για τον λόγο αυτόν, όταν θέλουν να μας δείξουν μεγάλη περιφρόνηση και να μας προσβάλουν περισσότερο, προσθέτουν και τον χαρακτηρισμό «ο Χριστιανός». Τον χαρακτηρισμό αυτόν δεν θα τον έλεγαν, αν δεν έδιναν μεγάλη σημασία στην πίστη μας.

Άκουσες πόσες και πόσο σπουδαίες εντολές έδωσε ο Χριστός. Πότε λοιπόν θα κατορθώσεις να εκτελέσεις μία από αυτές τις εντολές; Όταν αδιαφορείς για τα πάντα και τρέχεις για να εισπράττεις τόκους, να χορηγήσεις δάνεια, να κάνεις διαπραγματεύσεις, να αγοράσεις κοπάδια, να εφοδιαστείς με ασημικά, να προμηθευτείς χωράφια και σπίτια και χιλιάδες έπιπλα; Και μακάρι να έφθανε έως εδώ το κακό. Πότε θα βρεις όμως τον καιρό να εκτελέσεις μία από αυτές τις εντολές, όταν μάλιστα συνοδεύει και η αδικία τις εφάμαρτες αυτές ενέργειές σου, αφού σφετερίζεσαι ξένα χωράφια, παίρνεις δια της βίας σπίτια, ταλαιπωρείς τους πτωχούς και αυξάνεις την πείνα τους;

Αλλά κάποτε- κάποτε δίνεις και ελεημοσύνη στους πτωχούς. Μου είναι γνωστό. Αλλά και η ενέργειά σου αυτή σου προξενεί μεγάλη βλάβη· διότι τη χαρακτηρίζει ο εγωισμός ή η ματαιοδοξία, με αποτέλεσμα να μην ωφελείσαι ούτε από τις καλές πράξεις σου. Και δεν υπάρχει τίποτα λυπηρότερο από το να ναυαγείς ακόμη και μέσα στο λιμάνι.

«Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, μη ζητείς να σου ανταποδώσω το καλό που μου έκανες», λέγει ο πτωχός, «για να σου το ανταποδώσει ο Θεός»· διότι λέγει ο Κύριος: «κα ἐὰν γαθοποιτε τος γαθοποιοντας μς, ποία μν χάρις στί; κα γρ ο μαρτωλο τ ατ ποιοσι. κα ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ν λπίζετε πολαβεν, ποία μν χάρις στί; κα γρ μαρτωλο μαρτωλος δανείζουσιν να πολάβωσι τ σα.πλν γαπτε τος χθρος μν κα γαθοποιετε κα δανείζετε μηδν πελπίζοντες, κα σται μισθς μν πολύς, κα σεσθε υο ψίστου, τι ατς χρηστός στιν π τος χαρίστους κα πονηρούς(:και αν κάνετε το καλό σε εκείνους που σας ευεργετούν, ποια εύνοια και χάρη και ανταμοιβή σάς ανήκει από τον Θεό; Καμία· διότι και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Κι αν δανείζετε σε εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε πίσω αυτά που δανείσατε, ποια χάρη και ανταπόδοση από τον Θεό σας ανήκει; Καμία· διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε άλλους αμαρτωλούς για να πάρουν πίσω ολόκληρο το ποσό που δάνεισαν ή και σε ώρα ανάγκης να πάρουν και αυτοί ίσα οφέλη και δάνεια από εκείνους στους οποίους δάνεισαν. Εσείς όμως να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους ευεργετείτε και να τους δανείζετε χωρίς να ελπίζετε σε καμία ανταπόδοση απ’ αυτούς. Και θα είναι πολύς ο μισθός σας και μεγάλη η ανταμοιβή σας από τον Θεό. Και θα είστε στη βασιλεία των ουρανών κατά χάριν παιδιά του υψίστου Θεού, με τον Οποίο θα μοιάζετε πνευματικώς· διότι και Αυτός είναι ευεργετικός και ωφέλιμος στους ανθρώπους που δείχνουν αχαριστία στις τόσες ευεργεσίες Του και που δεν έχουν καλή διάθεση και προαίρεση αλλά είναι πονηροί)»[Λουκ.6,33-36].

«Υπάρχει Εκείνος που θα σε πληρώσει. Γιατί λοιπόν Τον λησμονείς και απαιτείς να σε πληρώσω εγώ ο πτωχός και το ταλαίπωρος άνθρωπος;» Μήπως αγανακτεί ο Οφειλέτης σου όταν Του ζητάς; Μήπως δεν έχει; Μήπως αρνείται να σε πληρώσει; Δεν βλέπεις τους απείρους θησαυρούς Του; Δεν βλέπεις την άπειρη γενναιοδωρία Του; Κέρδισε λοιπόν την αγάπη Του και ζήτησέ Του· διότι είναι χαρά Του να Του ζητείς με αυτόν τον τρόπο. Αν δει όμως ότι ζητείς από άλλον αυτά που σου οφείλει Εκείνος, σε θεωρεί υβριστή Του. Και όχι μόνο δεν σε πληρώνει, αλλά δικαίως διατυπώνει και κατηγορία εναντίον σου. «Γιατί», λέγει, «με θεώρησες αγνώμονα; Πώς σχημάτισες τη γνώμη ότι είμαι πτωχός και με περιφρονείς και τρέχεις να ζητείς από άλλους; Σε άλλον δάνεισες και από άλλον ζητείς να πληρωθείς;».

Άνθρωπος βέβαια εισέπραξε, αλλά ο Θεός έδωσε την εντολή να του τα δώσεις. Και Αυτός θέλει να είναι μοναδικός χρεώστης και εγγυητής και για τον λόγο αυτόν σου παρέχει άπειρες ευκαιρίες να Του ζητείς. «Μην αφήνεις λοιπόν τόση προθυμία και τόσο πλούτο από τον Θεό και ζητείς να σε πληρώσω εγώ που δεν έχω τίποτε», λέγει ο φτωχός χρεώστης. «Γιατί επιδεικνύεσαι σε εμένα όταν ελεείς τους πτωχούς; Μήπως σου είπα εγώ να δώσεις; Μήπως σου έδωσα εγώ την εντολή, ώστε να ζητείς να σε πληρώσω εγώ;». Ο Κύριος είπε: «Δανείζει Θε λεν πτωχόν(:όποιος ελεεί τον πτωχό δανείζει τον Θεό)»[Παροιμ.19,17]. Στον Θεό δεν έδωσες τα δανεικά; Σε Αυτόν θα απευθυνθείς. Όμως δεν θα σου επιστρέψει τα πάντα τώρα. Και αυτό το κάνει προς το συμφέρον σου, διότι είναι τέτοιος οφειλέτης: ρυθμίζει και εκτελεί τα πάντα όχι όπως οι άλλοι, οι οποίοι φροντίζουν μόνο να επιστρέψουν τα χρέη τους, ενώ Εκείνος φροντίζει και να είναι εξασφαλισμένα τα επιστρεφόμενα. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς άλλα επιστρέφει κατά την παρούσα ζωή, ενώ άλλα τα επιστρέφει στην άλλη ζωή.

Αφού λοιπόν γνωρίζουμε αυτά, ας ελεούμε πλουσιοπάροχα και ας αποδείξουμε και με χρήματα και με πράγματα τη φιλανθρωπία μας. Και αν δούμε να βασανίζουν και να δέρνουν κάποιον στην αγορά και έχουμε τη δυνατότητα να πληρώσουμε, ας το κάμουμε. Και αν είναι δυνατόν να φέρουμε τη συμφιλίωση με τα λόγια, ας μη διστάσουμε· διότι υπάρχει αμοιβή και για τα λόγια μας και περισσότερο για τους αναστεναγμούς μας. Αυτήν την αμοιβή ζητεί ο μακάριος Ιώβ: «γ δ π παντ δυνάτ κλαυσα, στέναξα δν νδρα ν νάγκαις(:εγώ ο οποίος άσπλαχνα σήμερα έχω εγκαταλειφτεί από όλους, όταν έβλεπα βασανιζόμενο κάποιον αδύνατο άνθρωπο, έκλαιγα και στέναζα για την δυστυχία του)»[Ιώβ,30,25].

Αφού λοιπόν υπάρχει αμοιβή για τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς μας, σκέψου πόσο αυξάνεται η αμοιβή, όταν προστεθούν και τα λόγια και οι φροντίδες και άλλα πολλά. Είναι γνωστό ότι και εμείς δεν είχαμε αγαθές σχέσεις με τον Θεό και ότι μας συμφιλίωσε ο Μονογενής Υιός, αφού μεσολάβησε αυτοπροσώπως και δέχτηκε να Του προκαλέσουν πληγές για τη σωτηρία μας και ανέχτηκε να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας. Ας φροντίσουμε λοιπόν και εμείς να απαλλάσσουμε από τα κακά όσους συναντούμε και ας μην κάνουμε ό, τι κάνουμε τώρα που, όταν δούμε κάποιους να μαλώνουν μεταξύ τους και να συμπλέκονται, στεκόμαστε και διασκεδάζουμε με την κακή συμπεριφορά τους και σχηματίζουμε γύρω τους διαβολικό θέατρο. Υπάρχει τίποτε περισσότερο απάνθρωπο από αυτό; Βλέπεις ανθρώπους που υβρίζονται, μαλώνουν, σχίζουν τα ρούχα τους, χτυπιούνται στα πρόσωπα, και έχεις τη δύναμη να στέκεσαι ήσυχος εκεί κοντά; Μήπως είναι αρκούδες αυτοί που μαλώνουν; Μήπως είναι θηρία; Μήπως είναι φίδια; Άνθρωποι είναι και αυτοί, αδελφοί σου είναι, μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας. Μην τους βλέπεις αμέτοχος, αλλά συμφιλίωσέ τους. Μη διασκεδάζεις με τον καβγά τους, αλλά συνέτισέ τους. Μην παρακινείς τους άλλους σε κακή συμπεριφορά, αλλά απομάκρυνε και διάλυσε τους συγκεντρωμένους από περιέργεια και διάθεση περίγελου· διότι την ιδιότητα να χαίρονται για τα λυπηρά αυτά γεγονότα την έχουν οι αδιάντροποι και οι άνθρωποι που είναι υπόδουλοι στα προσωπικά τους πάθη, και τα καθάρματα και οι άλογοι όνοι. Κάθεσαι και βλέπεις άνθρωπο που ασχημονεί και δεν νομίζεις ότι ασχημονείς ο ίδιος; Και δεν επεμβαίνεις και δεν διαλύεις τη διαβολική συγκέντρωση και δεν φροντίζεις να σταματήσει η κακή συμπεριφορά των ανθρώπων;

«Για να χτυπήσουν κι εμένα; Εσύ μου δίνεις αυτή τη συμβουλή;», θα ρωτούσε κάποιος. Πρώτα-πρώτα δεν θα σου συμβεί αυτό· αλλά και αν σου συμβεί, θα δοκιμάσει τη δύναμη της πίστεώς σου ο Θεός, διότι κακοπάθησες προς χάριν του Θεού. Αλλά αν διστάζεις επειδή φοβάσαι μήπως χτυπηθείς κι εσύ, σκέψου ότι ο Κύριός σου δεν δίστασε να υποστεί τη σταύρωση προς χάριν σου. Εκείνοι εξάλλου, αυτός που αδικεί και αυτός που αδικείται, είναι μεθυσμένοι και έχουν πάθει σύγχυση, διότι τους κυβερνά και τους κατευθύνει η οργή, και έχουν ανάγκη κάποιου συνετού να τους βοηθήσει. Ο ένας, για να πάψει να βασανίζεται, ο άλλος για να πάψει να βασανίζει.

Προχώρησε λοιπόν εσύ που έχεις τα λογικά σου και πρόσφερε τη βοήθειά σου στον μεθυσμένο· διότι το μεθύσι, που οφείλεται στην οργή, είναι χειρότερο από το μεθύσι που οφείλεται στην οινοποσία. Δεν βλέπεις τους ναύτες, οι οποίοι ανοίγουν τα πανιά και τρέχουν πολύ βιαστικοί όταν δουν ότι άλλοι ναυάγησαν, για να σώσουν από την καταστροφή τους συναδέλφους τους; Και αφού δείχνουν αυτοί τόση διάθεση να σώσουν τους συναδέλφους τους, πόσο είναι ορθότερο να κάνουμε το ίδιο για τους συνανθρώπους μας; Αφού μάλιστα έχουμε και εδώ ναυάγιο και χειρότερο από το πρώτο· διότι πραγματικά ο άνθρωπος είτε εξύβρισε και δεν παρέλειψε καμία ύβρη, επειδή κάποιοι τον ενόχλησαν· είτε επιόρκησε, επειδή έγινε δούλος της οργής του, οπότε και πάλι υπέπεσε σε μεγάλη αμαρτία· ή χτυπά κάποιον και προσπαθεί να τον σκοτώσει, έχουμε πάλι ακριβώς το ίδιο ναυάγιο.

Πρέπει λοιπόν να τρέξεις και να σταματήσεις το κακό, να κατεβείς μέσα στο τρικυμισμένο πέλαγος και να σώσεις αυτούς που πνίγονται. Και αφού διαλύσεις όσους συγκέντρωσε ο διάβολος και καλέσεις ιδιαιτέρως τον καθένα, συμβούλευσέ τους να σβήσουν τη φωτιά και να εξαφανίσουν τα κύματα. Και μη φοβηθείς αν ανάψει περισσότερο η φωτιά και γίνει φοβερότερο το καμίνι· διότι, αν κάνεις αρχή, είναι πολλοί εκείνοι που θα συνεργαστούν μαζί σου και θα σε βοηθήσουν, και προπάντων ο Θεός της ειρήνης. Αν καταστείλεις πρώτος τη φωτιά, θα σε ακολουθήσουν και πολλοί άλλοι και θα αμειφθείς εσύ για τα έργα εκείνων. Άκουσε ποια συμβουλή έδωσε ο Χριστός στους Ιουδαίους που κυλιόντουσαν μέσα στην αμαρτία: «ἐὰν δ δς τ ποζύγιον το χθρο σου πεπτωκς π τν γόμον ατο, ο παρελεύσ ατό, λλ συναρες ατ μετ᾿ ατο(:εάν δεις το υποζύγιο του εχθρού σου να έχει πέσει υπό το βάρος του φορτίου του, δεν θα το προσπεράσεις με αδιαφορία, αλλά μαζί με αυτόν θα το σηκώσεις[Εξ.23,5]. Και βέβαια είναι πολύ πιο ασήμαντο να σηκώσεις επάνω το ζώο του εχθρού σου που έπεσε από το πολύ φορτίο, από να χωρίσεις και να συμφιλιώσεις ανθρώπους που φιλονικούν μεταξύ τους. Αφού έχεις καθήκον λοιπόν να βοηθήσεις το υποζύγιο των εχθρών σου, έχεις πολύ μεγαλύτερο να σηκώνεις τις ψυχές των φίλων σου, αφού μάλιστα η πτώση είναι τρομερότερη· διότι οι ψυχές δεν πέφτουν μέσα στη λάσπη, αλλά στην αιώνια κόλαση, επειδή δεν αντέχουν το φορτίο της οργής. Εσύ όμως προσπερνάς εντελώς αδιάφορος και ασυγκίνητος, αν και βλέπεις ότι τον έχει σκεπάσει το φορτίο και ότι στέκεται επάνω του ο διάβολος και του ανάπτει τη φωτιά. Αυτή η αδιαφορία ενέχει κινδύνους ακόμη και όταν πρόκειται για ένα υποζύγιο.

Ο Σαμαρείτης όταν είδε ένα τραυματία που του ήταν εντελώς άγνωστος και δεν είχαν καμία σχέση, σταμάτησε και τον ανέβασε στο ζώο του και τον μετέφερε σε ξενοδοχείο και μίσθωσε γιατρό και του έδωσε χρήματα και του υποσχέθηκε και άλλα[βλ. Λουκά 10,33 κ.ε.: «Σαμαρείτης δέ τις δεύων λθε κατ᾿ ατόν, κα δν ατν σπλαγχνίσθη (:ένας Σαμαρείτης όμως που περνούσε από τον δρόμο εκείνο, ήλθε στο μέρος όπου ήταν ξαπλωμένος, και όταν τον είδε τον σπλαχνίστηκε και τον πόνεσε)»]. Εσύ, αντιθέτως, αν και δεν βλέπεις άνθρωπο που έπεσε σε ενέδρα ληστών, αλλά σε ενέδρα μιας ομάδας διαβόλων, και τον πολιορκεί η οργή του, όχι σε έρημο τόπο, αλλά στο μέσο της αγοράς, εσύ που δεν πρόκειται να ξοδέψεις χρήματα, ούτε να νοικιάσεις ζώο, ούτε να συνοδεύσεις σε μακρινό δρόμο, αλλά να απευθύνεις λίγες συμβουλές, διστάζεις και αλλάζεις δρόμο και προσπερνάς απάνθρωπα και χωρίς οίκτο. Πώς περιμένεις λοιπόν και εσύ, όταν επικαλεστείς τον Θεό, να σε ευσπλαχνιστεί ποτέ;

Θα απευθυνθώ τώρα και προς εσάς, οι οποίοι συμπεριφέρεστε κακώς και μάλιστα ενώπιον πολλών ανθρώπων, προς εκείνους που προσβάλλουν και αδικούν. Απάντησέ μου. Χτυπάς και κλωτσάς και δαγκώνεις; Έγινες αγριόχοιρος και όνος άγριος; Και δεν ντρέπεσαι ούτε κοκκινίζεις που γίνεσαι θηρίο και προδίδεις την ανθρώπινη φύση σου; Μπορεί να είσαι πτωχός, αλλά είσαι ελεύθερος άνθρωπος. Μπορεί να είσαι ένας απλός τεχνίτης, αλλά είσαι Χριστιανός. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, διότι είσαι πτωχός, πρέπει να είσαι ήσυχος. Οι φιλονικίες είναι χαρακτηριστικό των πλουσίων, όχι των πτωχών· των πλουσίων, που έχουν μεγάλη ανάγκη των φιλονικιών. Εσύ που δεν έχεις τις απολαύσεις του πλούτου, περιφέρεσαι και συγκεντρώνεις για τον εαυτό σου τα κακά του πλούτου, τα μίση και τις φιλονικίες και τις μάχες. Και αγωνίζεσαι να πνίξεις τον αδελφό σου και να τον απαγχονίσεις και να τον εξευτελίσεις ενώπιον όλων. Και δεν συναισθάνεσαι ότι συμπεριφέρεσαι πολύ κακώς, διότι μιμείσαι τα κακά ένστικτα των θηρίων και γίνεσαι πολύ χειρότερος από αυτά· διότι τα θηρία έχουν κοινά τα πάντα και βόσκουν μαζί και περιφέρονται μαζί.

Εμείς, αντιθέτως, δεν έχουμε τίποτε από κοινού, αλλά είναι τα πάντα άνω-κάτω. Εμείς αντιπαθούμε, φιλονικούμε, υβρίζουμε, μισούμε και προσβάλλουμε. Και δεν ντρεπόμαστε ούτε τον ουρανό, στον οποίο μας κάλεσε όλους μαζί ο Θεός, ούτε τη γη την οποία πρόσφερε κοινή σε όλους, ούτε την ανθρώπινη φύση μας, αλλά όλα τα πήραν μαζί τους και έφυγαν η οργή και η φιλαργυρία μας. Δεν είδες πόσα κακά έπαθε και πώς ρίχτηκε στην αιώνια κόλαση εκείνος που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα και αφού του τα χάρισε ο δανειστής του, εκείνος βασάνισε σκληρά ένα συνάνθρωπό του, επειδή του χρωστούσε εκατό δηνάρια: «ξελθν δ δολος κενος ερεν να τν συνδούλων ατο, ς φειλεν ατ κατν δηνάρια, κα κρατήσας ατν πνιγε λέγων· πόδος μοι ε τι φείλεις (:όταν όμως βγήκε έξω ο δούλος εκείνος, βρήκε έναν από τους συνδούλους του που του χρώσταγε εκατό δηνάρια, δηλαδή ένα μικρό ποσό και αφού τον σταμάτησε, τον πίεζε σκληρά λέγοντας: “Εξόφλησέ μου ό,τι μου χρωστάς”)»[Ματθ.18,28 κ.ε.]; Δεν σε φοβίζει το παράδειγμα; Δεν φοβάσαι μήπως πάθεις και εσύ τα ίδια; Διότι και τα δικά μας χρέη προς τον Κύριο είναι πολλά και μεγάλα. Εκείνος όμως δεν μας ενοχλεί και αναμένει με υπομονή και ούτε μας πιέζει, όπως πιέζουμε εμείς τους συνανθρώπους μας, ούτε μας ταλαιπωρεί ούτε μας βασανίζει. Αν και θα είχαμε εξοντωθεί από καιρό, αν αποφάσιζε να ζητήσει να Του επιστρέψουμε έστω κι ένα μικρό μέρος από τα χρέη μας.

Ας έχουμε, λοιπόν, αυτά υπόψη μας, αγαπητοί, ας γίνουμε ταπεινόφρονες και ας δείχνουμε μεγάλη επιείκεια προς τους οφειλέτες μας· διότι αν αντιμετωπίζουμε με σύνεση τα πράγματα, αυτοί γίνονται αιτία να μας συγχωρηθούν πολλά και κερδίζουμε πολλά με την προσφορά λίγων. Γιατί λοιπόν τον πιέζεις να σου τα επιστρέψει, ενώ έπρεπε να του τα χαρίσεις ακόμη και αν εκείνος ήθελε να σου τα επιστρέψει, για να σου χαρίσει ο Θεός τα πάντα; Τώρα όμως κάνεις το παν και εκβιάζεις και φιλονικείς, για να μη σου χαριστεί τίποτε από τα χρέη σου. Και έχεις την εντύπωση ότι ενοχλείς τον πλησίον σου, αλλά η αλήθεια είναι ότι χτυπάς με το ξίφος τον εαυτό σου και πολλαπλασιάζεις την αιώνια τιμωρία σου. Αν δείξεις όμως λίγη σύνεση εδώ, εξαφανίζεις σχεδόν τις ευθύνες σου· διότι ο Θεός θέλει να δείξουμε αυτήν τη φιλότιμη συμπεριφορά, για να Του δώσουμε τη χαρά να μας ανταποδώσει περισσότερα. Άφησε λοιπόν ελεύθερους όλους, όσοι σου οφείλουν χρήματα ή αμαρτήματα και ζήτησε από τον Θεό να αμείψει τη μεγαλοψυχία σου αυτήν· διότι έως ότου σου οφείλουν εκείνοι, δεν σου οφείλει ο Θεός. Μόλις όμως τους τα χαρίσεις, θα μπορέσεις να απευθυνθείς προς τον Θεό και να ζητήσεις με πολύ σεβασμό να σε αμείψει για την τόση ευσέβειά σου.

Αν περνούσε π.χ. ένας άνθρωπος και σε έβλεπε να έχεις στην εξουσία σου τον οφειλέτη σου και σε παρακαλούσε να τον αφήσεις και να ζητείς από αυτόν ό,τι οφείλει ο άλλος, δεν θα δεχόταν ποτέ να φανεί αχάριστος, αφού ανέλαβε εκείνος την ευθύνη για όλα. Πώς είναι δυνατόν να μη μας καταβάλει ο Θεός πολύ περισσότερα, χιλιάδες περισσότερα, όταν, πιστοί στην εντολή Του, αφήσουμε να φύγουν και χαρίσουμε όλες τις οφειλές σε εκείνους που μας χρωστούν, χωρίς να τους ζητήσουμε καμία, μικρή ή μεγάλη, ευθύνη; Ας μη λογαριάζουμε λοιπόν την πρόσκαιρη ευχαρίστηση που θα αισθανθούμε από τις απαιτήσεις μας προς τους χρεώστες μας, αλλά τη ζημία, την οποία θα υποστούμε εκ της διαγωγής μας αυτής στη μέλλουσα ζωή, αφού η ζημία μας θα αναφέρεται στα αιώνια αγαθά.

Ας ανεβούμε λοιπόν σε υψηλά ηθικά επίπεδα και ας χαρίσουμε στους οφειλέτες μας τα χρήματα και ας συγχωρήσουμε τα πλημελήμματά τους απέναντι σε μας, για να εφοδιάσουμε τους εαυτούς μας με καλή απολογία ενώπιον του Θεού. Και αφού επιτύχουμε με την επιείκειά μας προς τους συνανθρώπους μας ό,τι δεν κατορθώσαμε να επιτύχουμε με τις άλλες αρετές μας, ας απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

ΟΜΙΛΙΑ ΙΣΤ΄ από το Υπόμνημα του Ιερού Χρυσοστόμου

στο «Κατά Ματθαίον» ευαγγέλιο

«Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον τος προφήτας(:μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών· δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια)»[ Ματθ.5,17].

Ποιος εξέφρασε αυτήν την υποψία ή ποιος διατύπωσε αντίστοιχη κατηγορία εναντίον του Ιησού, ώστε να δώσει την απάντηση αυτήν; Διότι όσα προηγουμένως είχαν ειπωθεί δεν δημιουργούσαν βέβαια αυτήν την υποψία· διότι οι εντολές να είμαστε πράοι και επιεικείς και ελεήμονες και καθαροί από κάθε αμαρτία και να αγωνιζόμαστε για τη δικαιοσύνη, δεν περιείχαν καμία τέτοια ένδειξη, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Γιατί λοιπόν είπε αυτά; Όχι τυχαία, ούτε χωρίς λόγο, αλλά επειδή επρόκειτο να καθιερώσει σπουδαιότερες από τις παλαιές εντολές με τα εξής λόγια: «κούσατε τι ἐῤῥέθη τος ρχαίοις, ο φονεύσεις· ς δ᾿ ν φονεύσ, νοχος σται τ κρίσει. γ δ λέγω μν τι πς ργιζόμενος τ δελφ ατο εκ νοχος σται τ κρίσει· ς δ᾿ ν επ τ δελφ ατο ακά, νοχος σται τ συνεδρί· ς δ᾿ ν επ μωρέ, νοχος σται ες τν γέενναν το πυρός(:έχετε ακούσει από την ανάγνωση του Νόμου στις συναγωγές ότι είπε ο Θεός στους προγόνους μας: ‘’Δεν θα σκοτώσεις’’. Επίσης έχετε ακούσει ότι εκείνος που θα σκοτώσει θα είναι ένοχος σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παραπεμφθεί σε δίκη στο τοπικό επταμελές δικαστήριο που ονομάζεται «κρίση». Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς σοβαρό πνευματικό λόγο, διαπράττει έγκλημα ανάλογο με εκείνο το οποίο δικαζόταν άλλοτε από το τοπικό επταμελές δικαστήριο, την «κρίση». Και εκείνος που θα πει περιφρονητικά στον αδελφό του «ανόητε», είναι ένοχος βαρύτερου εγκλήματος, σαν εκείνα που δικάζουν από το ανώτατο δικαστήριο των Ιουδαίων, το Συνέδριο. Και εκείνος που με μίσος και κακία θα πει στον αδελφό του «ηλίθιε», θα είναι ένοχος εγκλήματος που πρέπει να τιμωρηθεί με τη γέεννα του πυρός που βρίσκεται στον Άδη)»[Ματθ.5,21-22].

Επρόκειτο ακόμη να ανοίξει τον δρόμο προς μία θεία και ουράνια ζωή. Για να μην καταπλήξει ο πρωτάκουστος λόγος Του τις ψυχές των ακροατών Του και τους κάνει να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τα λεγόμενα, προβαίνει σε αυτήν την προειδοποίηση· διότι, αν και δεν εφάρμοζαν τον μωσαϊκό νόμο, είχαν μεγάλη ευθιξία γι’ αυτόν και, αν και τον παρέβαιναν καθημερινά με τις πράξεις τους, ήθελαν να παραμένει απολύτως αμετάβλητο το γράμμα του και να μην προσθέσει κανείς τίποτε σε αυτό. Ορθότερο είναι όμως ότι δεν είχαν αντίρρηση να προσθέτουν οι αρχηγοί της συναγωγής, όχι όμως προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο. Έτσι π.χ. μείωναν με τις προσθήκες τους τον σεβασμό προς τους γονείς. Και πολλές άλλες από τις διατάξεις του καταργούσαν με τις ακατάλληλες αυτές προσθήκες. Επειδή λοιπόν ο Χριστός δεν ανήκε σε κανένα ιερατικό γένος, και όσα επρόκειτο να διδάξει, αποτελούσαν προσθήκη, η οποία βεβαίως δεν ελάττωνε, αλλά αύξανε την αρετή, επειδή γνώριζε εκ των προτέρων ότι επρόκειτο να τους ενοχλήσουν και τα δύο αυτά, προσπαθεί, προτού να κάνει τις θαυμαστές προσθήκες Του, να εξαφανίσει ό,τι επρόκειτο να δημιουργήσει στην ψυχή τους υποψίες.

Αλλά τι ήταν εκείνο που δημιουργούσε υποψίες και αντιδράσεις; Νόμιζαν ότι με τη διδασκαλία Του αυτήν ενεργούσε για την κατάργηση του μωσαϊκού νόμου. Αυτήν την υποψία λοιπόν επιθυμεί να θεραπεύσει. Και δεν το κάνει μόνο εδώ, αλλά και αλλού. Επειδή π.χ. Τον θεωρούσαν ότι είναι ασεβής για τον λόγο ότι δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου, ήθελε να σβήσει αυτήν την υποψία τους και φροντίζει να παρουσιάσει δικαιολογίες, άλλοτε σύμφωνες με τη θεία φύση Του, όπως π.χ. όταν λέγει: « πατήρ μου ως ρτι ργάζεται, κγ ργάζομαι (:ο Θεός Πατέρας μου εργάζεται έως τώρα συνεχώς και χωρίς διακοπή ˙ διότι όχι μόνο δημιούργησε αλλά και κυβερνά τον κόσμο και προνοεί γι’ αυτόν. Κι εγώ λοιπόν, ο Υιός του εργάζομαι συνεχώς όπως ο Πατέρας μου, χωρίς να διακόπτω το σωτήριο έργο μου τις ημέρες του Σαββάτου)»[Ιω.5,17]· άλλοτε με μεγάλη συγκατάβαση, όταν π.χ. όταν φέρει ως παράδειγμα πρόβατο που χάθηκε το Σάββατο και αποδεικνύει ότι παραβαίνεται ο νόμος, για να σωθεί εκείνο, και υπενθυμίζει την περιτομή, που οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα [Η περιτομή γινόταν την ογδόη ημέρα από τη γέννηση ,έστω και αν συνέπιπτε να είναι Σάββατο][βλ.Ιω.7,22: «Μωϋσς δέδωκεν μν τν περιτομήν, οχ τι κ το Μωϋσέως στίν, λλ᾿ κ τν πατέρων, κα ν σαββάτ περιτέμνετε νθρωπον(:ο Μωυσής σας έδωσε την περιτομή. Για την ακρίβεια, δεν έχει καθιερωθεί από τον Μωυσή η περιτομή, αλλά από την παράδοση των παλαιοτέρων προγόνων σας. Και εάν τύχει η ογδόη ημέρα από την γέννηση του βρέφους να είναι Σάββατο, και τότε κάνετε περιτομή στον άνθρωπο)»].

Για να αντικρούσει λοιπόν την ψευδή γνώμη ότι είναι ασεβής, χρησιμοποιεί πολλές φορές απλά λόγια[π.χ. βλ. Ματθ.12,11-12: «Τίς σται ξ μν νθρωπος ς ξει πρόβατον ν, κα ἐὰν μπέσ τοτο τος σάββασιν ες βόθυνον, οχ κρατήσει ατ κα γερε; πόσ ον διαφέρει νθρωπος προβάτου; στε ξεστι τος σάββασι καλς ποιεν(:ποιος άνθρωπος από σας, που θα έχει ένα πρόβατο, εάν πέσει το πρόβατο κατά την ημέρα του Σαββάτου σε λάκκο, δεν θα το πιάσει και δεν θα το βγάλει από εκεί; Πόσο, λοιπόν, διαφέρει ο άνθρωπος από το πρόβατο; Ασυγκρίτως περισσότερο. Ώστε εάν επιτρέπεται να κάνουμε καλό στα ζώα κατά την ημέρα του Σαββάτου, πόσο μάλλον στον άνθρωπο;)»].

Για τον λόγο αυτό Αυτός που ανέστησε χιλιάδες νεκρούς με μία λέξη μόνο, πρόσθεσε και προσευχή όταν κάλεσε τον Λάζαρο να σηκωθεί από τον τάφο του[Ιω.11,41: «ραν ον τν λίθον ο ν τεθνηκς κείμενος. δ ησος ρε τος φθαλμος νω κα επε· πάτερ, εχαριστ σοι τι κουσάς μου(:σήκωσαν, λοιπόν, τον λίθο από την είσοδο του σπηλαίου, όπου είχε τεθεί ο πεθαμένος Λάζαρος. Ο δε Ιησούς σήκωσε τα μάτια του επάνω και είπε: “Πάτερ μου, Σε ευχαριστώ, διότι με άκουσες και θα γίνει και τούτο το θαύμα)»]. Έπειτα, για να μη θεωρηθεί κατώτερος από τον Πατέρα, φρόντισε να εξουδετερώσει την υποψία και πρόσθεσε ότι: «γ δ δειν τι πάντοτέ μου κούεις· λλ δι τν χλον τν περιεσττα επον, να πιστεύσωσιν τι σύ με πέστειλας(:Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς, αλλά είπα μεγαλόφωνα το “ευχαριστώ”, για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Έτσι λοιπόν, αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουστώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα)»[Ιω.11,42].

Ωστόσο δεν ενεργεί πάντα σαν να είναι αυτεξούσιος, για να θεραπεύσει την ασθένειά τους. Ούτε ενεργεί πάντα κατόπιν προσευχής, για να μη δώσει αφορμή στους μεταγενέστερους να υποψιασθούν ότι στερούνταν δυνάμεως και εξουσίας, αλλά χρησιμοποιεί πότε τον ένα και πότε τον άλλο τρόπο. Και δεν το κάνει ούτε αυτό κατά τύχη, αλλά με τη σύνεση που Του ταιριάζει· διότι απευθύνεται προς τον ουρανό όταν κάνει κάτι μικρό, ενώ για τα μεγαλύτερα ενεργεί με απόλυτη εξουσία. Όταν π.χ. συγχωρεί αμαρτίες και αποκαλύπτει μυστικά και ανοίγει τον παράδεισο και διώχνει τα δαιμόνια και θεραπεύει λεπρούς και χαλιναγωγεί τον θάνατο και επαναφέρει στη ζωή χιλιάδες νεκρούς, ενεργεί με μία απλή προσταγή σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Όταν όμως πολλαπλασίαζε τους ολίγους άρτους, πράγμα πολύ κατώτερο από τα προηγούμενα, τότε απευθυνόταν στον ουρανό και έκανε κατανοητό ότι ενεργεί έτσι όχι από αδυναμία. Διότι πώς είναι δυνατόν να χρειάζεται να προσευχηθεί για τα μικρά, αφού μπορούσε να κάνει τα μεγαλύτερα με απόλυτη εξουσία; Αλλά, όπως είπα, αυτό το κάνει, για να χαλιναγωγήσει την αναισχυντία τους.

Πρέπει λοιπόν να σκέπτεσαι τα ίδια και για τα λόγια Του, όταν Τον ακούς να διδάσκει με απλά λόγια· διότι είναι πολλά τα αίτια των λόγων και των πράξεών Του, όπως π.χ. να μη θεωρείται ότι δεν είναι ίδιος με τον Θεό, να διδάσκει και να θεραπεύει τους πάντες, να διδάσκει την ταπεινοφροσύνη, να έχει ανθρώπινο σώμα, να μην μπορούν οι Ιουδαίοι να διδαχθούν τα πάντα συγχρόνως, να τους διδάσκει να μην περιαυτολογούν ποτέ. Για τον λόγο αυτόν είπε πολλές φορές ο Ίδιος πολλά ταπεινά για τον εαυτό Του και άφησε να λέγουν άλλοι τα μεγάλα.

Αυτός π.χ. απευθυνόμενος προς τους Ιουδαίους έλεγε: «μν μν λέγω μν, πρν βραμ γενέσθαι γώ εμι(:Αληθινά σας λέω, προτού ακόμη να έλθει στην ύπαρξη ο Αβραάμ, εγώ υπάρχω παντοτινά πριν από τους αιώνες)»[Ιω.8,58]. Ο μαθητής Του όμως ο Ιωάννης δεν λέγει έτσι, αλλά: « ν ρχ ν Λόγος, κα Λόγος ν πρς τν Θεόν, κα Θες ν Λόγος(:Στην αρχή της δημιουργίας υπήρχε ο Υιός του Θεού, που γεννήθηκε αχρόνως από τον Πατέρα ως άπειρος και ζωντανός Λόγος από απειροτέλειο και πάνσοφο Νου. Και ο Λόγος, ως δεύτερο πρόσωπο της Θεότητος, ήταν αχώριστος από τον Θεό Πατέρα και πάντοτε ενωμένος μαζί Του. Και ήταν Θεός τέλειος ο Λόγος)»[Ιω.1,1].

Επίσης ο Ίδιος ο Κύριος, από ταπεινοφροσύνη, δεν είπε πουθενά σαφώς ότι Αυτός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα τα ορατά και τα αόρατα. Ο μαθητής όμως το λέγει και μία και δυο και πολλές φορές, με πολλή σαφήνεια, χωρίς κανένα δισταγμό. Γράφει: «Πάντα δι᾿ ατο γένετο, κα χωρς ατο γένετο οδ ν γέγονεν(:όλα τα δημιουργήματα δημιουργήθηκαν δι’ Αυτού, σε συνεργασία με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα˙ και χωρίς Αυτόν δεν έγινε το παραμικρό απ’ όλα όσα έχουν γίνει)»[Ιω.1,3]. Και παρακάτω: «ν τ κόσμ ν, κα κόσμος δι᾿ ατο γένετο, κα κόσμος ατν οκ γνω(:Ήταν από την αρχή στον κόσμο, προνοούσε και κυβερνούσε τον κόσμο. Και όλα τα ορατά και αόρατα κτίσματα απ’ τα οποία αποτελείται ο επίγειος κι ο ουράνιος κόσμος, διαμέσου Αυτού έγιναν. Κι όμως, όταν Αυτός σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος, ο διεφθαρμένος κόσμος των ανθρώπων που ήταν προσκολλημένος στα γήινα δεν Τον αναγνώρισε ως δημιουργό του)»[Ιω.1,10].

Γιατί σου κάνει εντύπωση ότι άλλοι είπαν γι’ Αυτόν περισσότερα από όσα είπε ο Ίδιος, αφού είναι γνωστό ότι ενώ έδειχνε συχνά τη δύναμή Του με τα έργα Του, δεν την παρουσίαζε καθαρά με τα λόγια Του; Με τη θεραπεία του τυφλού π.χ. έδειξε σαφώς ότι Αυτός έπλασε τον άνθρωπο. Όταν όμως ομιλούσε για τη δημιουργία του ανθρώπου γενικώς, δεν είπε «Εγώ τον έπλασα», αλλά: «οκ νέγνωτε τι ποιήσας π᾿ ρχς ρσεν κα θλυ ποίησεν ατος κα επεν νεκεν τούτου καταλείψει νθρωπος τν πατέρα ατο κα τν μητέρα κα κολληθήσεται τ γυναικ ατο, κα σονται ο δύο ες σάρκα μίαν;(: δεν διαβάσατε στο βιβλίο της Γενέσεως ότι ο Θεός, που δημιούργησε τα πάντα, έκανε εξαρχής το πρώτο ανδρόγυνο από έναν άνδρα και μία γυναίκα; Εάν ο Δημιουργός νομοθετούσε τότε και το διαζύγιο, δεν θα δημιουργούσε μόνο μία αλλά περισσότερες γυναίκες για τον έναν άνδρα)»[Ματθ.19,4]· καθώς επίσης και: «κα ποίησεν Θες τν νθρωπον, κατ᾿ εκόνα Θεο ποίησεν ατόν, ρσεν κα θλυ ποίησεν ατούς(:και πράγματι ο απειροτέλειος Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, τον οποίο προίκισε με δικά Του χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ώστε να είναι με αυτά εικόνα του Θεού. Δημιούργησε απ’ αρχής άνδρα και γυναίκα)»[ Γέν.1,27].

Απέδειξε επίσης με τα θαύματα του πολλαπλασιασμού των ιχθύων, της μεταβολής του νερού σε κρασί, του πολλαπλασιασμού των άρτων, της γαλήνευσης της θάλασσας, της διακοπής της λάμψης των ακτίνων του ηλίου, που τις ανάγκασε, όταν βρισκόταν επάνω στο σταυρό, να μη φωτίζουν τη γη, και πολλών άλλων, ότι δημιούργησε τον κόσμο και όλα τα εγκόσμια. Με λόγια όμως δεν το είπε πουθενά καθαρά, αλλά οι μαθητές το λέγουν πολλές φορές, και ο Ιωάννης και ο Παύλος και ο Πέτρος.

Αφού λοιπόν εκείνοι, που Τον άκουγαν ημέρα και νύκτα να ομιλεί και Τον έβλεπαν να κάνει θαύματα, και τους έλυσε ειδικότερα πολλές απορίες και τους έδωσε τόση δύναμη, ώστε και νεκρούς να επαναφέρουν στη ζωή, και τους κατήχησε τόσο, ώστε να εγκαταλείψουν τα πάντα γι΄ Αυτόν, δεν είχαν τη δύναμη προτού να φωτιστούν από το Άγιο Πνεύμα, παρά την τόση αρετή και πίστη τους, να κατανοήσουν τα πάντα, πώς θα πειθόταν ο ιουδαϊκός λαός, ο οποίος δεν είχε την απαιτούμενη νοημοσύνη και δεν είχε τόση αρετή και παρευρισκόταν σποραδικά και κατά τύχη κατά τις ομιλίες και τα θαύματά Του, ότι Αυτός δεν είναι άλλος από τον Θεό του παντός, αν δεν κατέβαλλε με κάθε τρόπο τόση προσπάθεια για να Τον κατανοήσουν; Για τον λόγο αυτόν ακριβώς και, όταν δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου, δεν διετύπωσε αμέσως αυτήν την εντολή, αλλά παρουσιάζει πολλές και ποικίλες δικαιολογίες. Και αφού χρησιμοποιεί τόσο μετρημένα λόγια προκειμένου να κάνει να τονίσει μία εντολή, για να μην ερεθίσει τους ακροατές Του ήταν επόμενο να ενεργήσει με περισσότερη λεπτότητα και προσοχή όταν πρόσθετε ολόκληρη άλλη νομοθεσία σε όλο τον μωσαϊκό νόμο, για να μην αντιδράσουν οι ακροατές Του.

Είναι φανερό ότι γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν διδάσκει παντού με σαφήνεια για τη θεϊκή φύση Του· διότι, αφού τους ενοχλούσε τόσο πολύ κάθε προσθήκη στον μωσαϊκό νόμο, θα τους ενοχλούσε πολύ περισσότερο να παρουσιάσει τη θεϊκή φύση Του. Για τον λόγο αυτόν λέγει πολλά κατώτερα από την αξία Του. Και στο σημείο αυτό, που πρόκειται να συμπληρώσει τον νόμο, λαμβάνει πολλά προφυλακτικά μέτρα. Για τον λόγο αυτόν δεν είπε μία φορά «Δεν καταργώ τον νόμο», αλλά το επανέλαβε και για δεύτερη φορά. Αφού δηλαδή είπε «Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον τος προφήτας(:Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών, πρόσθεσε: «οκ λθον καταλσαι, λλ πληρσαι(:δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια)»[Ματθ.5,17].

Αυτό δεν εξουδετερώνει μόνο την αναίδεια των Ιουδαίων, αλλά κλειδώνει και τα στόματα των αιρετικών εκείνων που λέγουν ότι της Παλαιάς Διαθήκης συντάκτης είναι ο διάβολος· διότι, αφού ήλθε στον κόσμο ο Χριστός για να εξαφανίσει την εξουσία του διαβόλου, πώς όχι μόνο δεν την καταργεί ο Χριστός, αλλά και τη συμπληρώνει; Για τον λόγο αυτόν δεν είπε απλώς: «Δεν την καταλύω», αν και αυτό ήταν αρκετό, αλλά είπε: «Τη συμπληρώνω». Αυτό αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν την καταπολεμούσε, αλλά και ότι τη δεχόταν.

«Αλλά πώς δεν την κατήργησε;», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. «Με ποιον τρόπο συμπλήρωσε τον νόμο και τους προφήτες;». Τους προφήτες, διότι επιβεβαίωσε εμπράκτως όλα όσα είπαν γι΄Αυτόν. Για τον λόγο αυτόν έλεγε σε κάθε περίπτωση ο ευαγγελιστής την πρόταση: «Τοτο δ λον γέγονεν να πληρωθ τ ηθν π το Κυρίου δι το προφήτου λέγοντος(:και όλο αυτό το θαυμαστό και μοναδικό γεγονός έγινε, για να πραγματοποιηθεί και επαληθεύσει αυτό, που είχε λεχθεί από τον Κύριο δια του προφήτου)».

Και πρόσθετε για παράδειγμα, ο ευαγγελιστής, αυτό το συμπλήρωμα για την επαλήθευση των προφητειών και όταν ο Κύριος γεννήθηκε[βλ. Ματθ.1,22-23: «Τοτο δ λον γέγονεν να πληρωθ τ ηθν π το Κυρίου δι το προφήτου λέγοντος: ‘’ δο παρθένος ν γαστρ ξει κα τέξεται υόν, κα καλέσουσι τ νομα ατο μμανουήλ, στι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ μν Θεός’’(:με όλο αυτό το θαύμα της υπερφυσικής συλλήψεως της Παρθένου, πραγματοποιήθηκε πλήρως και επαληθεύθηκε εκείνο που είπε ο Κύριος μέσω του προφήτη Ησαΐα, ο οποίος πριν από πολλούς αιώνες είπε: ‘’Να, η παρθένος που δεν γνώρισε άνδρα, θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό, και όσοι θα πιστεύουν σε Αυτόν θα Τον ονομάσουν Εμμανουήλ, όνομα εβραϊκό που σημαίνει “ο Θεός είναι μαζί μας”)».

Aντίστοιχα έγινε πάλι λόγος για επαλήθευση προφητείας και όταν έψαλλαν τα παιδιά τον θαυμαστό εκείνον ύμνο προς Αυτόν[Ματθ.21,9: «σανν τ υἱῷ Δαυΐδ· ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου· σανν ν τος ψίστοις (:Και τα πλήθη του λαού, όσα προπορεύονταν και όσα ακολουθούσαν, με δυνατές φωνές κραύγαζαν: “Δόξα στον απόγονο του Δαβίδ, που περιμέναμε έως τώρα. Δοξασμένος να είναι Αυτός που έρχεται σταλμένος από τον Κύριο. Δόξα στον Θεό ας κράζουν και οι άγγελοι που βρίσκονται στα υψηλότερα μέρη του ουρανού”)» — Ματθ.21,16: «κα επον ατ· κούεις τί οτοι λέγουσιν; δ ησος λέγει ατος· ναί· οδέποτε νέγνωτε τι κ στόματος νηπίων κα θηλαζόντων κατηρτίσω ανον;(: και Του είπαν: “Ακούς τι λένε αυτοί;” Κι ο Ιησούς τους λέει: “Ναι. Δεν διαβάσατε ποτέ εκείνο που λέει ότι από το στόμα νηπίων και μικρών παιδιών που θηλάζουν ακόμα έφτιαξες, Θεέ, τέλειο ύμνο; Γιατί λοιπόν αγανακτείτε, σαν να ανέχομαι κάτι που δεν το προφήτευσε το Πνεύμα του Θεού;”)»].

Πρόσθεσε επίσης την πρόταση αυτή για την εκπλήρωση της αντίστοιχης προφητείας ο ευαγγελιστής Ματθαίος και όταν ο Κύριος κάθισε επάνω στο γαϊδουράκι[βλ.Ματθ.21,5: «Τοτο δ λον γέγονεν να πληρωθ τ ηθν δι το προφήτου λέγοντος· επατε τ θυγατρ Σιών, δο βασιλεύς σου ρχεταί σοι πραΰς κα πιβεβηκς π νον κα πλον υἱὸν ποζυγίου(:και αυτό όλο έγινε για να πραγματοποιηθεί εκείνο που προφήτευσε ο προφήτης Ζαχαρίας λέγοντας: “Πείτε στη θυγατέρα Σιών, δηλαδή την Ιερουσαλήμ: ιδού ο βασιλιάς σου, ο Μεσσίας, έρχεται σε σένα πράος και καθισμένος πάνω σε γαϊδούρι και σε πουλάρι, γέννημα ζώου που μπήκε σε ζυγό”και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Αυτά όλα θα έμεναν απραγματοποίητα, αν ο Κύριος δεν λάμβανε ανθρώπινη μορφή.

Τον μωσαϊκό νόμο εξάλλου τον τελειοποίησε όχι μόνο με ένα τρόπο, αλλά και με δεύτερο και με τρίτο. Ο πρώτος είναι ότι δεν παρέβη καμία διάταξή του. Άκουσε τι λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή, για να δεις ότι τον εφάρμοζε πάντοτε: «φες ρτι· οτω γρ πρέπον στν μν πληρσαι πσαν δικαιοσύνην(:άφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολία στο να βαπτιστώ· διότι με αυτόν τον τρόπο, με τον οποίο ταπεινώνομαι, πρέπει να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού, ο οποίος σου ανέθεσε ως καθήκον να βαπτίζεις)» [Ματθ.3,15].

Και στους Ιουδαίους έλεγε: «Τίς ξ μν λέγχει με περ μαρτίας; ε δ λήθειαν λέγω, διατί μες ο πιστεύετέ μοι;(:ποιος από σας, εξετάζοντας και ελέγχοντας τη ζωή μου, μπορεί να αποδείξει ότι έχω κάνει έστω και την παραμικρή αμαρτία; Κανείς. Συνεπώς ούτε ως ψεύτη μπορείτε να με κατηγορήσετε. Αλλά εάν λέω πάντοτε την αλήθεια, γιατί εσείς δεν με πιστεύετε;)»[Ιω.8,46].Και στους μαθητές επίσης: «Οκέτι πολλ λαλήσω μεθ᾿ μν· ρχεται γρ το κόσμου ρχων, κα ν μο οκ χει οδέν(:δεν θα πω πλέον πολλά μαζί σας. Δεν μένει άλλωστε καιρός για να σας πω περισσότερα· διότι έρχεται ο σατανάς, που εξουσιάζει τον κόσμο που βρίσκεται μακριά από τον Θεό˙ και έρχεται για να πραγματοποιήσει την τελευταία και βιαιότερη επίθεσή του εναντίον μου. Αλλά δεν θα βρει σε μένα τίποτε το δικό του, το οποίο θα του δίνει κάποια εξουσία ή κάποιο δικαίωμα επάνω μου)»[Ιω.14,30].

Και ο προφήτης έλεγε παλαιότερα ότι ο Εμμανουήλ δεν επρόκειτο να κάνει καμία αμαρτία: «Κα δώσω τος πονηρος ντ τς ταφς ατο κα τος πλουσίους ντ το θανάτου ατο· τι νομίαν οκ ποίησεν, οδ ερέθη δόλος ν τ στόματι ατο(:εγώ όμως, σε εκδίκηση του αδίκου θανάτου και της ταφής Του, θα τιμωρήσω και θα παραδώσω σε θάνατο τους κακούς ανθρώπους και για τον θάνατο Αυτού θα παραδώσω τους πονηρούς πλουσίους και άρχοντας· διότι ο Παις μου Αυτός δεν διέπραξε καμία παρανομία, ούτε βρέθηκε ποτέ δόλος και ψεύδος στο στόμα Του)»[Ησ. 53,9].

Αυτός λοιπόν είναι ο ένας τρόπος συμπληρώσεως του μωσαϊκού νόμου. Άλλος τρόπος είναι το ότι τον συμπλήρωσε και μέσω εμάς των ίδιων. Το σπουδαίο δηλαδή είναι ότι όχι μόνο ο Ίδιος τον εφάρμοσε, αλλά ζήτησε να κάνουμε και εμείς το ίδιο. Τούτο διδάσκει και ο Παύλος με τα εξής λόγια: «Τέλος γρ νόμου Χριστς ες δικαιοσύνην παντ τ πιστεύοντι(:διότι ο Χριστός έδωσε τέλος στην αποστολή και στην ισχύ του νόμου· και έτσι τώρα αποκτά την δικαιοσύνη και την σωτηρία του καθένας που πιστεύει στο Χριστό, και όχι όποιος εξαρτά την δικαίωσή του από τον μωσαϊκό νόμο, όπως την εξαρτούν οι Ισραηλίτες που απίστησαν)»[Ρωμ.10,4].

Και για την αμαρτία λέγει: «να τ δικαίωμα το νόμου πληρωθ ν μν τος μ κατ σάρκα περιπατοσιν, λλ κατ πνεμα(:συνεπώς όλα όσα δικαίως απαιτούσε από εμάς ο νόμος, τα εφαρμόσαμε πλήρως, και πολιτευόμαστε τώρα όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας, αλλά σύμφωνα με τις απαγορεύσεις των ανώτερων πνευματικών μας δυνάμεων, όπως τις φωτίζει και τις ενισχύει το Άγιο Πνεύμα)»[Ρωμ.8,4].Και αλλού: «Νόμον ον καταργομεν δι τς πίστεως; Μ γένοιτο, λλ νόμον στμεν(:μήπως όμως με την πίστη καταργούμε το κύρος και την ισχύ του νόμου; Μην συμβεί να υποθέσει κανείς κάτι τέτοιο. Όχι μόνο δεν καταργούμε τον νόμο, αλλά αντίθετα στηρίζουμε το κύρος του νόμου, αφού ο νόμος προλέγει τις υποσχέσεις που πραγματοποίησε ο Χριστός και αφού για να μας συγχωρεθούν οι παραβάσεις του νόμου σταυρώθηκε ο Χριστός)»[Ρωμ.3,31].Επειδή δηλαδή ο νόμος είχε σκοπό να κάνει δίκαιο τον άνθρωπο, αλλά δεν εφαρμοζόταν, ήλθε ο Κύριος, μας δίδαξε ότι η αρετή έχει θεμέλιο την πίστη και έδωσε ισχύ στις εντολές του νόμου. Και κατόρθωσε δια της πίστεως ό,τι δεν κατόρθωσε ο νόμος με τις εντολές του. Για τον λόγο αυτόν λέγει: «Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον(:μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμο του Μωυσή)».

Αν εξετάσει κανείς με προσοχή, θα βρει και τρίτο τρόπο, με τον οποίο έγινε αυτό. Ποιος είναι αυτός; Η νομοθεσία, την οποία επρόκειτο να καθιερώσει στο μέλλον· διότι η διδασκαλία Του δεν καταργούσε τα προηγούμενα, αλλά τα επεξέτεινε και τα συμπλήρωνε. Για παράδειγμα, η εντολή να μην οργιζόμαστε δεν καταργεί την εντολή να μη φονεύουμε, αλλά τη συμπληρώνει και την τελειοποιεί. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις άλλες. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, επειδή έριχνε τότε απλώς τον σπόρο των νέων εντολών χωρίς να δημιουργείται καχυποψία, φροντίζει να προλάβει την παρεξήγηση, διότι επρόκειτο να Τον υποψιάζονται αργότερα, ένεκα της συγκρίσεως των νέων προς τις παλαιές εντολές, ότι θέλει να καταργήσει τις δεύτερες.

Έριξε λοιπόν από τώρα έμμεσα τον σπόρο με τη διδασκαλία Του αυτή. Διότι η εντολή: «Μακάριοι ο πτωχο τ πνεύματι (:μακάριοι και τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι που συναισθάνονται ταπεινά την πνευματική τους φτώχεια και την εξάρτηση ολόκληρου του εαυτού τους από τον Θεό, διότι είναι δική τους η βασιλεία των ουρανών)»[Ματθ.5,3] ισοδυναμεί με την εντολή: «Να μην οργίζεστε». Και η εντολή: «Μακάριοι ο καθαροί τ καρδί(:Μακάριοι είναι εκείνοι που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε μολυσμό αμαρτίας)» ισοδυναμεί με την εντολή: «Να μη στρέψεις το βλέμμα σου προς γυναίκα με πόθο σαρκικό». Και η εντολή να μη συγκεντρώνουμε θησαυρούς επί της γης ισοδυναμεί με το «μακάριοι ο λεήμονες(:Μακάριοι είναι οι ευσπλαχνικοί και επιεικείς, που συμπονούν τους συνανθρώπους τους στη δυστυχία τους, διότι αυτοί θα ελεηθούν από τον Θεό την ημέρα της κρίσεως)»[Ματθ.5,7].

Αντιστοίχως, οι εντολές να πενθούμε, να καταδιωκόμαστε, να υβριζόμαστε, ισοδυναμούν με την εντολή να περνούμε από τη στενή πύλη· και η εντολή να πεινούμε και να διψούμε τη δικαιοσύνη δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που λέγει στη συνέχεια: «Πάντα ον σα ν θέλητε να ποισιν μν ο νθρωποι, οτω κα μες ποιτε ατος· οτος γάρ στιν νόμος κα ο προφται(:και για να συγκεφαλαιώσω λοιπόν όλα όσα προηγουμένως σας είπα, σας προσθέτω: Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, τα ίδια να κάνετε και εσείς σε αυτούς· διότι αυτός είναι ουσιαστικά και συνοπτικά ο νόμος και οι προφήτες, το να αγαπάτε δηλαδή τον διπλανό σας σαν τον εαυτό σας)»[Ματθ.7,12].

Kaι όταν μακάρισε τον ειρηνοποιό, είπε πάλι το ίδιο σχεδόν με τις εντολές που έδωσε να αφήσουμε το δώρο μας κοντά στο θυσιαστήριο και να τρέξουμε να συμφιλιωθούμε με εκείνον που αδικήσαμε κα να είμαστε επιεικείς προς τους αντιπάλους μας. Αλλά εκεί καθόρισε την αμοιβή εκείνων που εκτελούν τις εντολές, εδώ όμως την τιμωρία εκείνων που τις παραβαίνουν. Για τον λόγο αυτόν έλεγε εκεί ότι, όσοι διακρίνονται για την αυτοκυριαρχία τους, θα λάβουν ως κληρονομία τη γη της επαγγελίας, εδώ όμως ότι, όποιος υβρίσει τον αδελφό του, θα τιμωρηθεί με την αιώνια κόλαση. Έλεγε ακόμη εκεί ότι οι αναμάρτητοι θα δουν τον Θεό. Εδώ πάλι λέγει ότι είναι τέλειος μοιχός, όποιος απλώς κοιτάξει με πονηρία μια γυναίκα. Και ενώ εκεί χαρακτήρισε τους ειρηνοποιούς ‘’παιδιά του Θεού’’, εδώ αντιθέτως φοβερίζει με τα εξής λόγια: «Μήποτέ σε παραδ ντίδικος τ κριτ».

Το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που πενθούν για τις αμαρτίες τους και καταδιώκονται για την αρετή τους, που τους μακαρίζει πρώτα και έπειτα προσπαθεί να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα και τους απειλεί με αφανισμό αν δεν ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο· διότι λέγει ότι όσοι βαδίζουν στην ευρεία λεωφόρο, καταστρέφονται μέσα σε αυτήν. Και η εντολή «Οδες δύναται δυσ κυρίοις δουλεύειν· γρ τν να μισήσει κα τν τερον γαπήσει, νς νθέξεται κα το τέρου καταφρονήσει. ο δύνασθε Θε δουλεύειν κα μαμων(:Μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στο Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)»[Ματθ.6,24], νομίζω ότι ισοδυναμεί με την εντολή «μακάριοι ο λεήμονες(:μακάριοι είναι οι ευσπλαχνικοί και επιεικείς, που συμπονούν τους συνανθρώπους τους στη δυστυχία τους, διότι αυτοί θα ελεηθούν από τον Θεό την ημέρα της κρίσεως)»[Ματθ.5,7] και «ο πεινντες κα διψντες τν δικαιοσύνην(:Μακάριοι είναι εκείνοι που με σφοδρό εσωτερικό πόθο σαν πεινασμένοι και διψασμένοι επιθυμούν τη δικαιοσύνη και την τελειότητα, διότι αυτοί θα χορτάσουν, καθώς θα ικανοποιηθούν πλήρως οι πόθοι τους[Ματθ. 5,6].

Επειδή, ωστόσο, πρόκειται να μιλήσει καθαρότερα, όπως είπα και παραπάνω, και όχι μόνο καθαρότερα, αλλά να προσθέσει και άλλα ακόμη (διότι π.χ. δεν ζητεί απλώς να είμαστε ελεήμονες, αλλά αξιώνει να προσφέρουμε ακόμη και τα ενδύματά μας, ούτε να είμαστε απλώς ήρεμοι, αλλά να στρέφουμε και το άλλο μάγουλο σε όποιον θέλει να μας κτυπήσει), φροντίζει να απαλείψει εκ των προτέρων τη γνώμη ότι καταπολεμεί τον μωσαϊκό νόμο. Για τον λόγο αυτόν, όπως είπα και παραπάνω, δεν το λέγει μία φορά, αλλά και δεύτερη. Αφού είπε δηλαδή: «Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον(:Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών)», πρόσθεσε: «λλ πληρσαι(:δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια)»[Ματθ.5,17].

«μν γρ λέγω μν, ως ν παρέλθ ορανς κα γ, ἰῶτα ν μία κεραία ο μ παρέλθ π το νόμου ως ν πάντα γένηται(:διότι αληθινά σας λέω και με κάθε επισημότητα σας διαβεβαιώνω ότι όσο παραμένει και δεν καταστρέφεται ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ή ένα κόμμα, ούτε δηλαδή η πιο μικρή από τις εντολές δεν θα παραπέσει από τον Νόμο και δεν θα χάσει το κύρος της, μέχρι να επαληθευτούν και να εκπληρωθούν όλα όσα διατάζει ο Νόμος˙ και θα εκπληρωθούν με τα γεγονότα της ζωής μου όσα λέχθηκαν προφητικώς, αλλά και με τη ζωή των γνήσιων μαθητών μου, οι οποίοι θα τηρούν αυτά με ακρίβεια)»[Ματθ.5,18].

Εκείνο που εννοεί είναι το εξής: «Είναι αδύνατον να μείνουν ανεκτέλεστα αυτά, αλλά θα εφαρμοστούν και οι μικρότερες λεπτομέρειες του νόμου». Τούτο ακριβώς εφάρμοσε ο Ίδιος, αφού μάλιστα τον συμπλήρωσε με κάθε λεπτομέρεια. Εδώ μάλιστα μας γνωστοποιεί εμμέσως και ότι θα αλλάξει μορφή ο κόσμος όλος. Και δεν το αναφέρει αυτό άνευ λόγου, αλλά για να παρακινήσει τον ακροατή και να του αποδείξει ότι ορθώς εισηγείται νέο τρόπο ζωής, αφού βεβαίως πρόκειται να μεταβληθεί προς το καλύτερο όλη η κτίση και να προσκληθεί το ανθρώπινο γένος σε άλλη πατρίδα και να προετοιμαστεί για ηθικότερη ζωή.

«ς ἐὰν ον λύσ μίαν τν ντολν τούτων τν λαχίστων κα διδάξ οτω τος νθρώπους, λάχιστος κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν(:αφού λοιπόν οι εντολές έχουν κύρος και ισχύ ακατάλυτη, οποιοσδήποτε παραβεί μία κι από εκείνες ακόμη τις εντολές μου που φαίνονται πολύ μικρές και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, να τις θεωρούν δηλαδή μικρές κι ασήμαντες, θα κηρυχθεί ελάχιστος και τελευταίος στη βασιλεία των ουρανών[Ματθ.5,19].

Αφού δηλαδή, απάλλαξε τον εαυτό Του από την υποψία ως προς τον μωσαϊκό νόμο και αποστόμωσε εκείνους που ήθελαν να έχουν διαφορετική γνώμη, τότε πλέον εκφοβίζει και καθορίζει μεγάλη απειλή για την τήρηση της μελλοντικής νομοθεσίας. Ότι βέβαια δεν το είπε αυτό για τους νόμους της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά υπέρ εκείνων, τους οποίους ο Ίδιος σκόπευε να νομοθετήσει, άκουσε τα ακόλουθα: «λέγω γρ μν τι ἐὰν μ περισσεύσ δικαιοσύνη μν πλεον τν γραμματέων κα Φαρισαίων, ο μ εσέλθητε ες τν βασιλείαν τν ορανν(:διότι σας λέω ότι εάν η αρετή σας δεν υπερτερήσει και δεν ξεπεράσει κατά πολύ την εξωτερική αρετή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών)»[Ματθ.5,20]. Εάν όμως διετύπωνε τις απειλές για τους παλαιούς νόμους, τότε γιατί έλεγε «εάν δεν περισσεύσει»; Διότι εκείνοι οι οποίοι έκαναν τα ίδια με τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, δεν ήταν δυνατόν να είναι ανώτεροι αυτών, όσον αφορά την αρετή. Αλλά ποιο ήταν το περισσό; Το να μην οργίζονται, το να μην κοιτάζουν γυναίκα με ακόλαστο βλέμμα.

Για ποιο λόγο, όμως, ονόμασε αυτές τις εντολές «ελάχιστες», μολονότι είναι τόσο σπουδαίες και υψηλές; Επειδή επρόκειτο να εισαγάγει τη νομοθεσία ο Ίδιος. Όπως ακριβώς, δηλαδή, ταπείνωσε τον εαυτό Του και σε πολλές περιπτώσεις μίλησε με μετριοφροσύνη για το άτομό Του, κατά τον ίδιο τρόπο ομιλεί και για τη νομοθεσία Του, διδάσκοντάς μας και με αυτό να είμαστε πάντοτε μετριόφρονες. Εξάλλου, επειδή υπήρχε και κάποια υποψία ότι καινοτομεί, χρησιμοποιεί χαμηλό ύφος στον λόγο Του.

Όταν όμως ακούσεις ότι κάποιος θα ονομαστεί «ελάχιστος» στη βασιλεία των ουρανών να μη σκέπτεσαι τίποτε άλλο, παρά γέενα και κόλαση· διότι «Βασιλεία» συνηθίζει να ονομάζει όχι μόνο την απόλαυση των αγαθών, αλλά και τον καιρό της αναστάσεως και τη φοβερή εκείνη παρουσία Του· επειδή πώς θα ήταν λογικό, εκείνος μεν, που είπε τον αδελφό του μωρό και παραβίασε την εντολή, να καταδικαστεί στη γέενα

[Ματθ.5,22: «γ δ λέγω μν τι πς ργιζόμενος τ δελφ ατο εκ νοχος σται τ κρίσει· ς δ᾿ ν επ τ δελφ ατο ακά, νοχος σται τ συνεδρί· ς δ᾿ ν επ μωρέ, νοχος σται ες τν γέενναν το πυρός(:εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που οργίζεται αδίκως και χωρίς σοβαρό πνευματικό λόγο εναντίον του αδελφού του, έχει την ίδια ενοχή, όπως εκείνος που δικάζεται για φόνο στο επταμελές συνέδριο. Εκείνος επίσης που θα υβρίσει τον αδελφό του και θα του πει με περιφρόνηση “ανόητε, τιποτένιε”, είναι ένοχος εγκλήματος βαρύτερου, από εκείνα που δικάζει το μεγάλο συνέδριο, το ανώτατο δηλαδή δικαστήριο των Εβραίων. Και εκείνος που θα πει με μίσος στον αδελφό του “άμυαλε, τρελέ”, είναι βαρύτατα ένοχος και άξιος να τιμωρηθεί με την στον Άδη γέενα του πυρός)»], ενώ εκείνος που παραβίασε όλες τις εντολές και παρέσυρε και άλλους στην παρανομία αυτή, να βρίσκεται στη Βασιλεία;

Δεν εννοεί αυτό, λοιπόν, αλλά ότι κατά τον καιρό εκείνο της κρίσεως θα είναι ελάχιστος, δηλαδή παραπεταμένος, τελευταίος. Και ο τελευταίος οπωσδήποτε, τότε θα ριφθεί στη γέενα· διότι επειδή ήταν Θεός γνώριζε εκ των προτέρων τη ραθυμία των πολλών και ότι μερικοί θα νόμιζαν ότι οι λόγοι Του ήταν υπερβολικοί και συλλογιζόμενοι τους νόμους θα έλεγαν: «Εάν λοιπόν αποκαλέσει κάποιος τον συνάνθρωπό του ‘’ανόητο’’, τιμωρείται; Εάν πάλι κανείς κοιτάξει μόνο μία γυναίκα, γίνεται μοιχός;». Για τον λόγο αυτόν λοιπόν, καταργώντας εκ των προτέρων την αδιαφορία αυτήν, διετύπωσε μεγάλη απειλή και για τους δύο, δηλαδή, και για τους παραβάτες των εντολών Του και για όσους παρασύρουν και άλλους στην παράβαση αυτήν. Συνεπώς, αφού γνωρίζουμε την απειλή, ούτε οι ίδιοι να παραβαίνουμε τις εντολές του Κυρίου, ούτε να παρωθούμε προς την αδιαφορία εκείνους, που επιθυμούν να τις εφαρμόζουν.

«ς δ᾿ ν ποιήσ κα διδάξ, οτος μέγας κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν(:εκείνος όμως που θα εφαρμόσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές και θα διδάξει και τους άλλους να τις τηρούν, αυτός θα ανακηρυχτεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών. Και αυτές λοιπόν τις εντολές που οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι παραμερίζουν με τις ανθρώπινες παραδόσεις τους, πρέπει να τις προσέχετε και να τις εφαρμόζετε[Ματθ.5,19].

Δεν είναι επομένως αρκετό να είμαστε χρήσιμοι στους εαυτούς μας μόνο, αλλά πρέπει να ωφελούμε και τους άλλους· διότι ο μισθός εκείνου που αρκείται στην προσωπική του αρετή, δεν είναι ίσος προς τον μισθό εκείνου που εκτός της δικής του αρετής καθιστά και άλλον ενάρετο. Όπως ακριβώς, δηλαδή, η διδασκαλία, που δεν ακολουθείται από την εφαρμογή των όσων λέγονται, καταδικάζει τον διδάσκαλο[βλ. Ρωμ.2,21: « ον διδάσκων τερον σεαυτν ο διδάσκεις;(:εσύ λοιπόν που διδάσκεις τον άλλο, δεν διδάσκεις καλύτερα τον εαυτό σου; Εσύ που κηρύττεις στους άλλους να μην κλέβουν, κλέβεις;)»], έτσι και η εφαρμογή των εντολών, χωρίς την καθοδήγηση και άλλων προς την αρετή, ελαττώνει την αμοιβή. Πρέπει λοιπόν και στα δύο να είναι κανείς τέλειος και αφού κατά πρώτον εκπληρώσει ο ίδιος τις εντολές, τότε να προχωρήσει στη φροντίδα των άλλων· διότι για τον λόγο αυτό και ο Ιησούς έθεσε την εφαρμογή των εντολών από εμάς τους ίδιους πρώτα πριν από τη διδασκαλία τους στους άλλους από εμάς, για να δείξει ότι έτσι προπάντων θα μπορέσει να φέρει σε πέρας το διδακτικό έργο και κατ΄ουδένα τρόπο διαφορετικά.

Διότι θα ακούσει: «Πάντως ρετέ μοι τν παραβολν ταύτην· ατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· σα κούσαμεν γενόμενα ν τ Καπερναούμ, ποίησον κα δε ν τ πατρίδι σου(:οπωσδήποτε θα μου πείτε την παροιμία αυτή: Γιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου. Υπόσχεσαι να μας θεραπεύσεις από τις αθλιότητές μας. Θεράπευσε την ασημότητά σου και στήριξε τη θέση και το κύρος σου πρώτα στην πατρίδα σου. Κάνε κι εδώ όσα θαύματα ακούσαμε ότι έκανες στην Καπερναούμ)» [Λουκ. 4,23]. Πραγματικά, όποιος δεν μπορέσει να διδάξει τον εαυτό του και επιχειρεί να διορθώσει τους άλλους, αυτός θα έχει πολλούς που θα τον διακωμωδήσουν. Μάλλον, όμως, ούτε να διδάξει θα κατορθώσει ο άνθρωπος, επειδή θα του αντιστρατεύονται τα έργα του. Εάν όμως είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος και από τις δύο απόψεις[δηλαδή και εφαρμόζει τις εντολές και τις διδάσκει και σε άλλους], «οτος μέγας κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν».

«Λέγω γρ μν τι ἐὰν μ περισσεύσ δικαιοσύνη μν πλεον τν γραμματέων κα Φαρισαίων, ο μ εσέλθητε ες τν βασιλείαν τν ορανν(:διότι σας λέω ότι εάν η αρετή σας δεν υπερτερήσει και δεν ξεπεράσει κατά πολύ την εξωτερική αρετή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών)» [Ματθ.5,20],στην προκειμένη περίπτωση «δικαιοσύνη» ονομάζει την αρετή εν γένει, όπως έλεγε και όταν έκανε λόγο για τον Ιώβ: «νθρωπος τις ν ν χώρ τ Ασίτιδι, νομα ώβ, κα ν νθρωπος κενος ληθινός, μεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, πεχόμενος π παντς πονηρο πράγματος(:στην Αυσίτιδα χώρα ζούσε ένας άνθρωπος ο οποίος ονομαζόταν Ιώβ. Ήταν ευθύς και έντιμος, άμεμπτος, δίκαιος απέναντι όλων, ευσεβής προς τον Θεό, απέφευγε κάθε πονηρό πράγμα, κάθε αμαρτωλή πράξη)»[Ιώβ, 1,1].

Σύμφωνα με αυτήν τη σημασία της λέξεως, ονόμασε και ο Παύλος «δίκαιο» εκείνον, για τον οποίο έλεγε ότι δεν ισχύει ο νόμος: «Εδς τοτο, τι δικαίῳ νμος ο κεται, νμοις δ κα νυποτκτοις, σεβσι κα μαρτωλος, νοσοις κα βεβλοις, πατρολαις κα μητρολαις, νδροφνοις(:ας γνωρίζει λοιπόν αυτό όποιος χρησιμοποιεί τον μωσαϊκό νόμο, ότι δηλαδή ο νόμος δεν ορίστηκε ούτε είναι αναγκαίος για τον δίκαιο· διότι αυτός έχει οδηγό του τον έμφυτο ηθικό νόμο, που φυσικά είναι γραμμένος στην καρδιά του. Ο νόμος ορίστηκε για τους άνομους και τους ανυπότακτους, για τους ασεβείς και αμαρτωλούς, για εκείνους που δεν έχουν ιερό και όσιο και βεβηλώνουν τα πάντα, για όσους κακοποιούν και σκοτώνουν τον πατέρα τους και τη μητέρα τους, για τους φονιάδες)»[Α΄Τιμ.1,9], λέγει. Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις θα συναντήσει κανείς τη λέξη «δικαιοσύνη» να χρησιμοποιείται προς δήλωση της καθόλου αρετής.

Εσύ όμως πρόσεξε την πρόοδο της χάριτος, όταν τους νεοφώτιστους μαθητές Του, θέλει να είναι ανώτεροι από τους διδασκάλους της Παλαιάς Διαθήκης· διότι εδ

Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
ΤΗΣ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

Κατά Ματθαίον, κεφάλαιο Ε΄, εδάφια 14-19

14 ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· 15 οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. 16 οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
17 Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι. 18 ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. 19 ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

Ερμηνευτική απόδοση από τον μακαριστό Παν. Τρεμπέλα

14 Εσείς είστε το φως του κόσμου, διότι έχετε προορισμό με το φωτεινό σας παράδειγμα και με τα λόγια σας που μεταδίδουν το φως της αλήθειας να φωτίζετε τους ανθρώπους που βρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας και της πλάνης. Μια πόλη που βρίσκεται πάνω σε βουνό δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί. Έτσι και η δική σας ζωή θα γίνεται αντιληπτή απ’ όλους. 15 Ούτε οι άνθρωποι ανάβουν λυχνάρι για να το βάλουν κάτω απ’ τον κάδο με τον οποίο μετρούν τα σιτάρι. Αλλά το τοποθετούν πάνω στον λυχνοστάτη κι έτσι φωτίζει με τη λάμψη του όλους όσους είναι μέσα στο σπίτι. 16 Έτσι σαν λυχνάρι που είναι σωστά τοποθετημένο ας λάμψει το φως της αρετής σας μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν για τα ενάρετα και άγια παιδιά Του τον Πατέρα σας, ο Οποίος είναι βέβαια παρών παντού, αλλά κυρίως φανερώνει την παρουσία Του στους ουρανούς.
17 Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών. Δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια. 18 Διότι αληθινά σας λέω και με κάθε επισημότητα σας διαβεβαιώνω ότι όσο παραμένει και δεν καταστρέφεται ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ή ένα κόμμα, ούτε δηλαδή η πιο μικρή από τις εντολές δεν θα παραπέσει από τον Νόμο και δεν θα χάσει το κύρος της, μέχρι να επαληθευτούν και να εκπληρωθούν όλα όσα διατάζει ο Νόμος˙ και θα εκπληρωθούν με τα γεγονότα της ζωής μου όσα λέχθηκαν προφητικώς, αλλά και με τη ζωή των γνήσιων μαθητών μου, οι οποίοι θα τηρούν όλες τις εντολές του Νόμου με ακρίβεια. 19 Αφού λοιπόν οι εντολές έχουν κύρος και ισχύ ακατάλυτη, οποιοσδήποτε παραβεί μία κι από εκείνες ακόμη τις εντολές μου που φαίνονται πολύ μικρές και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, να τις θεωρούν δηλαδή μικρές κι ασήμαντες, θα κηρυχτεί ελάχιστος και τελευταίος στη βασιλεία των ουρανών. Εκείνος όμως που θα εφαρμόσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές και θα διδάξει και τους άλλους να τις τηρούν, αυτός θα ανακηρυχτεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ[:Ματθ. 5,14-19]
ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ Δ΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ[:Ματθ. 5,14-19]

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

«μες στε τ λας τς γς· ἐὰν δ τ λας μωρανθ, ν τίνι λισθήσεται; ες οδν σχύει τι ε μ βληθναι ξω κα καταπατεσθαι π τν νθρώπων(:εσείς οι μαθητές μου είστε το πνευματικό αλάτι των ανθρώπων της γης (επειδή με το παράδειγμα και την διδασκαλία σας έχετε την δυνατότητα να νοστιμεύετε τη ζωή των ανθρώπων και να προλαβαίνετε την ηθική σαπίλα)· εάν όμως το αλάτι χάσει αυτήν την ιδιότητά του, με τι άλλο θα αλατιστεί, ώστε να αποκτήσει πάλι την ουσία και δύναμή του; Δεν έχει πλέον καμία αξία και σε τίποτε άλλο δεν χρειάζεται, παρά να πεταχτεί στον δρόμο και να καταπατείται από τους ανθρώπους. Εάν λοιπόν και εσείς χάσετε την ηθική σας δύναμη, δεν θα γίνετε μόνο άχρηστοι, αλλά και θα περιφρονηθείτε από τους ανθρώπους)»[Ματθ.5,13].

Παρατήρησε, αγαπητέ μου, μετά από πόσες εντολές στην επί του όρους ομιλία Του ο Κύριος καθόρισε την αμοιβή των ουρανίων αγαθών[Ματθ.5,12: «Χαίρετε κα γαλλισθε, τι μισθς μν πολς ν τος ορανος(:να χαίρεστε και να γεμίσετε από αγαλλίαση, διότι η ανταμοιβή σας στους ουρανούς θα είναι μεγάλη και ανυπολόγιστη)»]. Και δεν το έκανε τυχαίως, αλλά για να δείξει ότι δεν είναι δυνατόν να αντεπεξέλθει στον αγώνα αυτόν εκείνος που δεν είναι εφοδιασμένος με όλες εκείνες τις αρετές και δεν έχει υποστεί την απαιτούμενη δοκιμασία. Για τον λόγο αυτό μεταβαίνει προοδευτικά από την προηγούμενη στην επόμενη εντολή μέσω των μακαρισμών και μας υφαίνει σαν κέντημα μία χρυσή σειρά εντολών· διότι ο ταπεινός θα λυπηθεί και θα πενθήσει ολόψυχα και για τις δικές του αμαρτίες. Όποιος πενθεί, θα είναι και πράος και δίκαιος και ελεήμονας. Ο ελεήμονας και δίκαιος και πράος θα είναι και ταπεινός και καθαρός στην ψυχή του. Ο τελευταίος αυτός θα είναι και ειρηνοποιός. Και όποιος θα έχει κατορθώσει όλα αυτά, θα είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και κινδύνους και δεν θα χάσει την ψυχραιμία του όταν κακολογείται και όταν υφίσταται αναρίθμητα δεινά.

Αφού λοιπόν τους έδωσε τις παραινέσεις που έπρεπε, πάλι τους ανακουφίζει και τους αναπαύει με τους εγκωμιασμούς που ακολουθούν. Επειδή οι εντολές ήσαν υψηλές και πολύ ανώτερες από αυτές της Παλαιάς Διαθήκης, για να μην ανησυχούν και να μη χάσουν το θάρρος τους οι μαθητές και να μη διερωτώνται: «Πώς θα μπορέσουμε να κάνουμε αυτά τα κατορθώματα;», άκουσε τι λέγει: «μες στε τ λας τς γς(:εσείς οι μαθητές μου είστε το αλάτι της γης [επειδή με το παράδειγμα και τη διδασκαλία σας έχετε την δυνατότητα να νοστιμεύετε την ζωή των ανθρώπων και να προλαμβάνετε την ηθική σαπίλα])». Έτσι κάνει γνωστό ότι δίνει αυτές τις εντολές κατ’ ανάγκη. «Διότι», λέγει, «η διδασκαλία σας θα αποβλέπει στη ζωή όχι των μεμονωμένων ατόμων, αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας· επειδή δεν σας στέλνω, όπως απέστειλα τους προφήτες, σε δύο ή δέκα ή είκοσι πόλεις, ούτε σε ένα έθνος, αλλά στην ξηρά και τη θάλασσα και σε ολόκληρη την οικουμένη, η οποία μάλιστα δεν βρίσκεται σε καλή κατάσταση».

Από τη φράση «μες στε τ λας τς γς» προκύπτει πως εννοεί ότι έχασε τα λογικά του όλο το ανθρώπινο γένος και ότι έπαθε σήψη εξαιτίας των αμαρτιών του. Για τον λόγο αυτό επιζητεί να έχουν αυτοί αυτές τις αρετές, οι οποίες είναι απολύτως απαραίτητες και ωφέλιμες για όσους προορίζονται να αναλάβουν τη νουθεσία των πολλών. Πραγματικά, ο πράος και συνετός και ελεήμονας και δίκαιος δεν περιορίζει την αρετή στον εαυτό του μόνο, αλλά ετοιμάζει τις καλές αυτές πηγές να τις διοχετεύσει και προς ωφέλεια άλλων ανθρώπων. Επίσης, ο καθαρός στην ψυχή και ο ειρηνοποιός και ο καταδιωκόμενος για τους αγώνες του υπέρ της αλήθειας ρυθμίζει τον βίο του σύμφωνα με το κοινό συμφέρον. «Μη νομίσετε λοιπόν, λέγει, ότι καλείστε σε συνηθισμένους αγώνες, ούτε ότι η διδασκαλία σας θα αναφέρεται σε μικροπράγματα».

«μες στε τ λας τς γς». Λοιπόν; Οι μαθητές θεράπευσαν τη νόσο και αποκατέστησαν ό,τι ήταν ήδη σάπιο; Ασφαλώς όχι· διότι δεν ήταν δυνατόν να παστώσουν με αλάτι και να επαναφέρουν στην αρχική τους κατάσταση όσα είχαν σαπίσει πλέον. Δεν έκαναν λοιπόν αυτό, αλλά αφού τα ανανέωσε πρώτα ο Χριστός και τους τα παρέδωσε και τα απήλλαξε από τη δυσωδία, τα αλάτιζαν και τα διατηρούσαν και τα συντηρούσαν στη νέα αυτή κατάσταση, στην οποία τα παρέλαβαν. Η απαλλαγή επομένως από τη σήψη της αμαρτίας είναι έργο του Χριστού· η αποφυγή όμως της επανόδου στην κατάσταση εκείνη ήταν έργο της φροντίδας και του επίπονου αγώνα των αποστόλων.

Βλέπεις πώς σιγά-σιγά τους υποδεικνύει ότι είναι ανώτεροι και από τους προφήτες; Διότι λέγει ότι είναι διδάσκαλοι όχι μόνο της Παλαιστίνης, αλλά ολόκληρης της οικουμένης. Και δεν είναι μόνο διδάσκαλοι, αλλά και φοβεροί διδάσκαλοι. Και είναι άξιο μεγάλου θαυμασμού αυτό, ότι δηλαδή έγιναν ιδιαίτερα αγαπητοί σε όλους, αν και δεν κολάκευαν κανέναν, ούτε είχαν ίχνος δουλοπρέπειας, αλλά τους καυτηρίαζαν τις ηθικές πληγές τους, όπως το αλάτι.

«Μην εκπλαγείτε λοιπόν», λέγει, «αν άφησα τους άλλους και συζητώ μαζί σας και σας οδηγώ σε τόσους κινδύνους· διότι πρέπει να αναλογιστείτε σε πόσες πόλεις και χωριά και έθνη πρόκειται να σας αποστείλω ως διδασκάλους και πνευματικούς καθοδηγητές. Για τον λόγο αυτό δεν μου είναι αρκετό να είστε εσείς μόνο ηθικοί και συνετοί, αλλά να κάνετε και άλλους όμοιους με εσάς. Αυτοί λοιπόν, που αναλαμβάνουν τέτοιο έργο, πρέπει να είναι συνετοί, αφού πρόκειται για ζητήματα από τα οποία εξαρτάται η σωτηρία των άλλων, και να έχουν τόσο περίσσευμα αρετής, ώστε να κάνουν ενάρετους και τους άλλους· διότι, αν δεν το κατορθώσετε, δεν θα είστε ικανοί ούτε τους εαυτούς σας να σώσετε». «Μη δυσανασχετείτε λοιπόν», λέγει, «για τη δυσκολία που παρουσιάζει η συμμόρφωση προς τις εντολές· διότι εάν απομακρυνθούν οι άλλοι από τον ηθικό δρόμο, είναι δυνατό να τους επαναφέρετε εσείς σε αυτόν· αν όμως απομακρυνθείτε εσείς, θα καταστρέψετε και άλλους εκτός από τους εαυτούς σας. Επομένως, όσο μεγαλύτερη είναι η αποστολή σας, τόσο έχετε ανάγκη μεγαλύτερης προσοχής».

Για τον λόγο αυτόν λέγει: «ἐὰν δ τ λας μωρανθ, ν τίνι λισθήσεται; ες οδν σχύει τι ε μ βληθναι ξω κα καταπατεσθαι π τν νθρώπων(:εάν όμως το αλάτι χάσει τη δύναμή του, με τι θα αλατιστεί, ώστε να αποκτήσει πάλι την ουσία και τη δύναμη που έχασε; Δεν έχει πια καμία αξία και δεν χρησιμεύει πλέον σε τίποτε, παρά να πεταχτεί έξω στους δρόμους και να καταπατείται από τους ανθρώπους. Εάν λοιπόν κι εσείς χάσετε την ηθική σας δύναμη, δεν θα γίνετε μόνο άχρηστοι, αλλά και θα περιφρονηθείτε από τους ανθρώπους)»[Ματθ.5,13].

Οι άλλοι λοιπόν είναι δυνατόν να συγχωρηθούν, έστω και αν αμαρτήσουν αναρίθμητες φορές. Αν όμως αμαρτήσει μία φορά ο διδάσκαλος, δεν θα έχει ούτε την παραμικρή δικαιολογία και θα τιμωρηθεί αυστηρότατα. Για να μη διστάσουν λοιπόν να αναλάβουν τον αγώνα να εξέλθουν στη δημόσια δράση, όταν ακούσουν ότι «θα είναι μακάριοι εάν τους ονειδίζουν οι άλλοι άνθρωποι και τους καταδιώξουν και τους πουν κάθε κακολογία και ψευδή κατηγορία εναντίον τους εξαιτίας της πίστης τους στον Χριστό», τους λέγει ότι «εάν δεν είστε έτοιμοι να αγωνιστείτε για αυτά, σας διάλεξα άδικα· διότι δεν πρέπει να σας φοβίζουν οι κακολογίες, αλλά η υποκριτική συμμόρφωσή σας προς τις απόψεις των άλλων· διότι τότε θα φύγετε από τον ηθικό δρόμο και θα καταπατηθείτε από τους ανθρώπους. Αν σας κακολογούν όμως επειδή επιμένετε να τους ελέγχετε, πρέπει τότε πολύ να χαίρεστε· διότι το αλάτι έχει αυτήν την ιδιότητα, να «δαγκώνει», να προξενεί πόνο και λύπη στους αδιάφορους και αποχαυνωμένους από την αμαρτία και τις κοσμικές μέριμνες και απολαύσεις. Η κακολογία επομένως είναι το αναγκαίο επακόλουθο, αλλά δεν σας βλάπτει. Αποτελεί αντίθετα απόδειξη της επιμονής και της σταθερότητάς σας. Αν όμως φοβηθείτε την κακολογία και μειώσετε τον ζήλο που πρέπει να έχετε, θα πάθετε πολύ χειρότερα και θα σας κακολογούν και θα σας περιφρονούν όλοι. Αυτό εννοώ όταν λέγω ότι ‘’θα καταπατηθείτε’’».

Μετά από αυτά τους διδάσκει με άλλο υψηλότερο παράδειγμα: «Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου(:Εσείς είστε το φως του κόσμου, διότι έχετε προορισμό με το φωτεινό σας παράδειγμα και με τα λόγια σας που μεταδίδουν το φως της αλήθειας να φωτίζετε τους ανθρώπους που βρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας και της πλάνης)»[Ματθ.5,14].Ομιλεί πάλι για τον κόσμο, όχι για ένα λαό ούτε για είκοσι πόλεις, αλλά για ολόκληρη την οικουμένη. Και εννοεί το πνευματικό φως, το νοητό, που είναι πολύ ανώτερο ακόμη και από τις ακτίνες του ήλιου, όπως και το πνευματικό αλάτι. Και προηγουμένως τους ονόμασε «αλάτι» και έπειτα «φως» τους ονομάζει, για να αντιληφθείς ποιο είναι το κέρδος των αυστηρών λόγων και της αξιοσέβαστης διδασκαλίας η ωφέλεια· διότι σε συγκρατεί καθώς θέτει σε ενέργεια τη συνείδησή σου και δεν αφήνει να καταπέσεις και σε καθιστά προνοητικό οδηγώντας σε προς την αρετή.

«Οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οδ καίουσι λύχνον κα τιθέασιν ατν π τν μόδιον,λλ᾿ π τν λυχνίαν, κα λάμπει πσι τος ν τ οκί (:μια πόλη που βρίσκεται πάνω σε βουνό δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί· έτσι και η δική σας ζωή θα γίνεται αντιληπτή απ’ όλους. Ούτε οι άνθρωποι ανάβουν λυχνάρι για να το βάλουν κάτω απ’ τον κάδο με τον οποίο μετρούν τα σιτάρι, αλλά το τοποθετούν πάνω στον λυχνοστάτη κι έτσι φωτίζει με τη λάμψη του όλους όσους είναι μέσα στο σπίτι)»[Ματθ.5,14-15].

Προσπαθεί πάλι με αυτά τα λόγια να τους οδηγήσει σε ηθική τελείωση και τους διδάσκει να βρίσκονται σε διαρκή επαγρύπνηση, διότι θα παρακολουθούνται από όλους και θα έχουν ως θεατές ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Μην βλέπετε», λέγει, «ότι τώρα καθόμαστε εδώ και ότι βρισκόμαστε σε κάποια απόμερη γωνιά της γης· διότι θα γίνετε τόσο περίβλεπτοι, τόσο πολύ θα σας βλέπουν όλοι, όπως βλέπουν μία πόλη που είναι κτισμένη στην κορυφή, και όπως βλέπουν μέσα σε ένα σπίτι το λυχνάρι, που βρίσκεται επάνω στον λυχνοστάτη και σκορπίζει γύρω το φως».

Πού είναι τώρα εκείνοι που αμφιβάλλουν για τη δύναμη του Χριστού; Ας τα ακούσουν αυτά, ας θαυμάσουν την προφητική Του δύναμη και ας προσκυνήσουν την εξουσία Του. Αναλογίσου δηλαδή ποιες μεγάλες υποσχέσεις έδινε προς ανθρώπους που ήσαν άγνωστοι ακόμη και στην ιδιαίτερή τους πατρίδα. Τους υποσχόταν ότι θα τους γνωρίσει η ξηρά και η θάλασσα και ότι η φήμη τους θα φτάσει στα πέρατα της οικουμένης. Ή ορθότερα, όχι απλώς η φήμη, αλλά και η ευεργετική τους επίδραση· διότι πράγματι δεν τους έκανε παντού γνωστούς μόνο η φήμη, αλλά τα ίδια τα έργα τους, εφόσον διέτρεξαν όλη τη γη σαν να είχαν φτερά, σαν να ήταν ταχύτεροι από τις ακτίνες, και έσπειραν το φως της ευσεβείας.

Έχω μάλιστα την εντύπωση ότι στο σημείο αυτό τους προετοιμάζει για την ποιμαντορική δράση τους και για να έχουν παρρησία· η φράση λοιπόν «οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη» αποδεικνύει τη δύναμή Του· διότι, όπως δεν υπάρχει τρόπος να κρυφτεί η πόλη αυτή, έτσι είναι αδύνατο να αποσιωπηθεί και να μείνει απαρατήρητο το κήρυγμά Του. Επειδή δηλαδή μίλησε για διωγμούς και κακολογίες και παγίδες και πολέμους, τους ενθαρρύνει και, για να μη νομίσουν ότι αυτά θα μπορέσουν να τους λυγίσουν και να τους κάνουν να σιωπήσουν, τους λέγει ενθαρρύνοντάς τους ότι όχι μόνο δεν θα μείνει απαρατήρητο το κήρυγμά τους από τους ανθρώπους, αλλά και θα φωτίσει ολόκληρη την οικουμένη. Και για τον λόγο αυτό ακριβώς θα γίνουν ένδοξοι και επιφανείς.

Με αυτό λοιπόν φανερώνει τη δύναμή Του. Με το αμέσως επόμενο όμως τους ζητεί να επιδοθούν με ζήλο στο έργο τους και τους λέγει: «Οτω λαμψάτω τ φς μν μπροσθεν τν νθρώπων, πως δωσιν μν τ καλ ργα κα δοξάσωσι τν πατέρα μν τν ν τος ορανος(:έτσι σαν λυχνάρι που είναι σωστά τοποθετημένο ας λάμψει το φως της αρετής σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν για τα ενάρετα και άγια παιδιά Του τον Πατέρα σας, ο Οποίος είναι βέβαια παρών παντού, αλλά κυρίως φανερώνει την παρουσία Του στους ουρανούς)»[Ματθ.5,16]. «Εγώ δηλαδή άναψα», λέγει, «το φως· έργο δικό σας είναι να παραμείνει αναμμένο. Και όχι μόνο για τον εαυτό σας, αλλά και για εκείνους που θα θελήσουν να απολαύσουν αυτό το λαμπερό φως και να κατευθυνθούν προς την αλήθεια. Αν ζείτε λοιπόν ενάρετα και όπως ταιριάζει σε εκείνους που προορίζονται να διδάξουν όλη την οικουμένη, δεν θα μπορέσουν οι κακολογίες να μειώσουν τη λάμψη σας. Επιδιώξετε λοιπόν να είναι η ζωή σας άξια της ευλογίας του Θεού, ώστε να είναι συμπαραστάτης σας παντού, όπως θα την κηρύσσετε παντού».

Έπειτα, εκτός από τη σωτηρία των ανθρώπων, υπόσχεται και άλλη ωφέλεια, ικανή να τους ενισχύσει στους αγώνες τους και να τους καταστήσει πολύ πρόθυμους. «Αν είναι», λέγει, «ενάρετος ο βίος σας, δεν θα συμβάλλετε μόνο στον φρονηματισμό της οικουμένης, αλλά και στη δόξα του Θεού, όπως πάλι εάν ενεργείτε διαφορετικά και τους ανθρώπους θα οδηγήσετε στην αιώνια καταστροφή και θα τους κάνετε να βλασφημούν το πανάγιο όνομα του Θεού». «Πώς θα δοξαστεί, όμως», θα μπορούσε να απορήσει κάποιος, «ο Θεός με τη δική μας συμβολή, αφού θα μας κακολογούν οι άνθρωποι;». Δεν θα σας κακολογούν όλοι. Και εκείνοι ακόμη που θα σας κακολογούν από φθόνο, θα σας θαυμάζουν και θα σας σέβονται κρυφά μέσα στη συνείδησή τους, όπως ακριβώς κατηγορούν ενδόμυχα οι κόλακες εκείνους που ζουν ανήθικα.

Λοιπόν; Μας συμβουλεύεις να ζούμε προς αυτοπροβολή και με σκοπό την απόκτηση δόξας; «Όχι! Δεν εννοώ αυτό. Για τούτο δεν σας είπα να φροντίζετε να κάνετε γνωστά και να προβάλλετε τα κατορθώματά σας, ούτε πάλι σας είπα να τα επιδεικνύετε, αλλά «οτω λαμψάτω τ φς μν(:έτσι ας λάμψει το φως σας)». Τούτο σημαίνει: «να είναι πολλή η αρετή σας και άφθονη η φλόγα σας και άπειρο το φως σας»· διότι όταν είναι τόσο πολλή η αρετή, είναι αδύνατον να μην την προσέξουν, ακόμη και αν προσπαθεί να την κρύψει ο ενάρετος. Η ζωή σας είναι αδιάβλητη και μην τους δίνετε καμία αφορμή να σας κακολογούν. Και τότε δεν θα μπορέσει κανείς να κηλιδώσει τη ζωή σας, έστω και αν σας κακολογούν χιλιάδες.

Και πολύ ωραία είπε: «τ φς»· διότι, όσο και αν επιθυμεί ο άνθρωπος να μείνει απαρατήρητος, όσο και αν προσπαθεί με κάθε τρόπο να παραμένει στην αφάνεια, δεν υπάρχει τίποτε που να του δίνει τόση δόξα, όση η άσκηση της αρετής· διότι είναι φωτεινότερος από την ίδια την ακτίνα, σαν να ακτινοβολεί ο ίδιος, και εκπέμπει τη λάμψη του όχι μόνο πάνω στη γη, αλλά και πάνω από τον ουρανό. Από την άποψη αυτή τους ενθαρρύνει περισσότερο. «Και αν πονάτε και στενοχωριέστε», λέγει, «επειδή σας κακολογούν, να είστε βέβαιοι ότι θα είναι πολλοί εκείνοι που θα λατρέψουν τον Θεό με τη βοήθειά σας. Η αμοιβή σας επομένως προέρχεται από δύο πηγές, και επειδή δοξάζεται ο Θεός με τη δική σας συμβολή και επειδή σας κακολογούν εξαιτίας της διδασκαλίας σας περί του Θεού».

Για να μην επιδιώκουμε λοιπόν να κακολογούμαστε όταν μάθουμε ότι θα αμειφτούμε γι’ αυτό, δεν αναφέρει αυτό μόνο, αλλά προσθέτει και δύο προσδιορισμούς· «όταν η κατηγορία είναι ψευδής» και «όταν γίνεται εξαιτίας της πίστεώς μας προς τον Θεό». Και κάνει γνωστό συγχρόνως ότι δεν ωφελεί η κακολογία μόνο, αλλά ωφελούν πολύ και οι έπαινοι, διότι η δόξα μεταβαίνει προς τον Θεό. Και έτσι τους δημιουργεί καλές ελπίδες. «Διότι», λέγει, «δεν έχουν τόση δύναμη οι συκοφαντίες των κακών ανθρώπων, ώστε να τυφλώσουν τους άλλους και να τους κάνουν να μη δουν το δικό σας φως. Τότε μόνο λοιπόν θα σας καταπατήσουν, όταν απομακρυνθείτε από τον ηθικό δρόμο, όχι όταν ενεργείτε ηθικά και σας συκοφαντούν. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση μάλιστα θα σας θαυμάζουν πολλοί και όχι μόνο εσάς, αλλά, με τη δική σας συμβολή, και τον Πατέρα σας. Και δεν είπε τον Θεό, αλλά τον Πατέρα, διότι ήθελε να ρίξει από τώρα τα σπέρματα της υιοθεσίας την οποία επρόκειτο να λάβουν».

Έπειτα, για να δείξει την ομοτιμία Του με τον Πατέρα, ενώ είπε παραπάνω: «μη στενοχωριέστε όταν σας κακολογούν, διότι σας είναι αρκετό ότι σας κακολογούν εξαιτίας μου», εδώ αναφέρει τον Πατέρα και κάνει γνωστό ότι η ισοτιμία ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις «οτω λαμψάτω τ φς μν μπροσθεν τν νθρώπων, πως δωσιν μν τ καλ ργα κα δοξάσωσι τν πατέρα μν τν ν τος ορανος (:έτσι σαν λυχνάρι που είναι σωστά τοποθετημένο ας λάμψει το φως της αρετής σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν για τα ενάρετα και άγια παιδιά Του τον Πατέρα σας, ο Οποίος είναι βέβαια παρών παντού, αλλά κυρίως φανερώνει την παρουσία Του στους ουρανούς)»[Ματθ.5,16].

Αφού λοιπόν γνωρίσαμε το κέρδος που θα αποκομίσουμε από την προθυμία αυτήν και τον ζήλο μας για την άσκηση των αρετών και τη διάδοση του θείου λόγου, καθώς και τον κίνδυνο που περικλείει η τυχόν ραθυμία μας (διότι πολύ χειρότερο από τη δική μας απώλεια είναι το να βλασφημείται ο Κύριός μας εξαιτίας μας), ας μη γινόμαστε αφορμή σκανδαλισμού και αιτία πτώσεως ούτε για τους Ιουδαίους, ούτε για τους ειδωλολάτρες ούτε ακόμη για όσους πιστεύουν στον αληθινό Θεό· αντίθετα ας παρέχουμε τη ζωή μας πιο λαμπρή και από τον ήλιο, και αν κάποιος θέλει να μας κατηγορεί, να μη λυπόμαστε όταν άδικα μας κατηγορούν, αλλά όταν δίκαια μας κατηγορούν· διότι εάν ζούμε μέσα στην πονηρία, και αν ακόμη δεν μας κατηγορεί κανένας, θα είμαστε πιο άθλιοι από όλους, ενώ εάν φροντίζουμε για την αρετή, και αν ακόμη η οικουμένη ολόκληρη μας κατηγορεί, τότε θα είμαστε οι πιο αξιοζήλευτοι από όλους και θα προσελκύσουμε όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν τη σωτηρία· διότι δεν θα προσέξουν την κατηγορία των πονηρών, αλλά την αρετή της δικής μας ζωής. Πράγματι, η απόδειξη που γεννιέται από τα ενάρετα έργα μας είναι πιο ηχηρή από τη φωνή κάθε σάλπιγγας και από το ίδιο το φως είναι πιο λαμπερός ο καθαρός ηθικός βίος, έστω και αν είναι αναρίθμητοι οι συκοφάντες.

Συνεπώς, εάν έχουμε όλες τις ανωτέρω αρετές, τότε θα είμαστε και πράοι και ταπεινοί και ελεήμονες και καθαροί και ειρηνοποιοί και δεν θα ανταποδίδουμε τις ύβρεις, όταν υβριζόμαστε, αλλά και θα χαιρόμαστε, διότι θα προσελκύσουμε εκείνους που μας βλέπουν περισσότερο από όσο τους προσελκύουν τα θαύματα, και ακόμη, όλοι θα διατεθούν ευνοϊκά προς εμάς, είτε είναι άγριοι σαν θηρία ή σαν δαίμονες ή σαν οτιδήποτε άλλο. Εάν όμως υπάρχουν κα μερικοί που θα μας κατηγορούν, να μη φοβηθείς καθόλου και να μη θορυβηθείς, και να μη λάβεις υπόψη σου ότι σε υβρίζουν δημόσια, αλλά ερεύνησε το βάθος της ψυχής τους και θα διαπιστώσεις ότι σε επιδοκιμάζουν και αισθάνονται θαυμασμό και πολύ σε επαινούν.

Κοίταξε, λοιπόν, με ποιο τρόπο επαινεί ο Ναβουχοδονόσορας τους τρεις παίδες που έβαλε μέσα στο καμίνι, μολονότι ήταν εχθρός και διώκτης τους. Όταν είδε ότι κράτησαν γενναία στάση, τους επαινεί και τους στεφανώνει, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά για το γεγονός ότι παράκουσαν αυτόν και υπάκουσαν τον νόμο του Θεού [βλ. Δαν. 3,1-23]. Πραγματικά, ο διάβολος, όταν αντιληφθεί ότι δεν κατορθώνει τίποτε, τότε πλέον απομακρύνεται, επειδή φοβάται μήπως γίνει αίτιος μεγαλύτερων στεφάνων για εμάς. Όταν όμως απομακρυνθεί εκείνος, και αν ακόμη κάποιος είναι μιαρός και διεφθαρμένος, θα αναγνωρίσει την αρετή, αφού διαλυθεί το σκοτάδι εκείνο. Μα και όταν ακόμη οι άνθρωποι κυριευτούν από παραλογισμό και εξαπατηθούν, θα σε επαινέσει και θα σε θαυμάσει περισσότερο ο Θεός, και αυτό είναι που έχει μεγάλη αξία.

Επομένως να μη λυπάσαι, ούτε να χάνεις το θάρρος σου· διότι και οι απόστολοι για άλλους μεν ήσαν μυρωδιά θανάτου, για άλλους όμως ήσαν άρωμα ζωής[βλ. Β΄Κορ. 2,14-16: «Τ δ Θε χάρις τ πάντοτε θριαμβεύοντι μς ν τ Χριστ κα τν σμν τς γνώσεως ατο φανεροντι δι᾿ μν ν παντ τόπ· τι Χριστο εωδία σμν τ Θε ν τος σζομένοις κα ν τος πολλυμένοις, ος μν σμ θανάτου ες θάνατον, ος δ σμ ζως ες ζωήν. κα πρς τατα τίς κανός;(:οφείλουμε λοιπόν ευχαριστία στον Θεό, ο οποίος νικώντας και θριαμβεύοντας περιφέρει και εμάς πάντοτε στον θρίαμβό Του, ως διακόνους της νίκης Του που συντελείται για τον Χριστό και το ευαγγέλιό Του. Ο Θεός κατά την θριαμβευτική αυτή πορεία του Ευαγγελίου Του φανερώνει μέσα από εμάς την ευωδία της γνώσης Του σε κάθε τόπο· διότι πραγματικά εμείς οι απόστολοι και κήρυκες του Ευαγγελίου είμαστε ευωδία Χριστού, ευχάριστη στον Θεό. Ευωδία γι’ αυτούς που σώζονται όπως και γι’ αυτούς που καταδικάζονται σε αιώνια απώλεια. Και σε άλλους βέβαια είμαστε οσμή θανατηφόρα, που οδηγεί στο θάνατο, ενώ σε άλλους οσμή ζωηφόρο που οδηγεί στη ζωή. Και ποιος είναι ικανός να επιτελέσει τα φοβερά αυτά έργα και αποτελέσματα; Όντως κανείς άλλος παρά μόνο ο Θεός)»].

Πραγματικά, εάν εσύ δεν δίνεις καμία αφορμή προς κατηγορία, έχεις απαλλαγεί από όλες τις κατηγορίες και μάλλον είσαι πιο μακάριος. Να ακτινοβολείς, λοιπόν, με τη ζωή σου και να μη δίνεις καμία σημασία στους κατηγόρους· διότι δεν είναι δυνατό, οπωσδήποτε δεν είναι δυνατόν, να μην έχει πολλούς εχθρούς όποιος φροντίζει για την αρετή. Όμως αυτό δεν σημαίνει τίποτε για τον ενάρετο, διότι διαμέσου όλων αυτών θα δοξασθεί πολύ περισσότερο.

Αφού λοιπόν σκεφτούμε αυτά, ας φροντίζουμε για ένα πράγμα μόνο, δηλαδή να ρυθμίζουμε με ακρίβεια τη ζωή μας με γνώμονα την ηθική, διότι έτσι θα κατευθύνουμε προς την ηθική ζωή όσους κάθονται στο σκοτάδι· διότι η ηθική μας συμπεριφορά έχει τόση δύναμη, ώστε να μην περιορίζεται εδώ η λάμψη της, αλλά και να οδηγεί επιπλέον στη λύτρωση όσους την ακολουθούν. Πραγματικά, όταν θα μας δουν να περιφρονούμε όλα τα εγκόσμια και προετοιμαζόμαστε για τη μέλλουσα ζωή, θα επηρεαστούν από τα έργα μας περισσότερο παρά από τα λόγια μας. Διότι ποιος είναι τόσο ανόητος, ώστε να βλέπει εκείνον που καλοπερνούσε και ήταν πλούσιος μέχρι χθες και προχθές, να περιφρονεί όλα αυτά και να αποκτά πτερά και να είναι έτοιμος να αγωνιστεί προς κάθε ταλαιπωρία και πείνα και ανέχεια και κινδύνους και θάνατο και σφαγή και προς όλα όσα θεωρούνται φοβερά και να μη βεβαιωθεί εξαιτίας αυτών για τα μέλλοντα αγαθά; Αν ασχολούμαστε όμως υπέρμετρα με τα παρόντα και βυθιζόμαστε βαθύτερα μέσα σε αυτά, πώς είναι δυνατόν να πιστέψουν ότι φροντίζουμε για την άλλη ζωή;

Τι θα απολογηθούμε λοιπόν, όταν δεν υπερισχύει σε εμάς τόσο ο φόβος του Θεού, όσο υπερίσχυσε στους Έλληνες φιλοσόφους η ανθρώπινη δόξα; Διότι μερικοί[εδώ εννοεί ασφαλώς τον Σωκράτη(469-399 π.Χ.) και μερικούς άλλους, όπως π.χ. τον παλαιότερο Πυθαγόρα(570-496 π.Χ.), τον κυνικό Αντισθένη(445-365 π. Χ.) κ.λπ.] από αυτούς και για τα χρήματα αδιαφόρησαν και τον θάνατο καταφρόνησαν, για να εντυπωσιάσουν τους ανθρώπους. Για τούτο οι ελπίδες τους δεν καρποφόρησαν. Ποια δικαιολογία λοιπόν θα μας σώσει αν, παρά το ότι μας περιμένουν τόσο μεγάλες αμοιβές και έχουμε ενώπιόν μας τη θαυμάσια διδασκαλία του Χριστού, δεν κατορθώσουμε να πράξουμε ούτε όσα εκείνοι οι φιλόσοφοι, αλλά επιπλέον καταστρέφουμε και τους εαυτούς μας και τους άλλους; Και δεν βλάπτει τόσο ο ειδωλολάτρης όταν αμαρτάνει, όσο βλάπτει ο Χριστιανός. Και είναι τούτο πολύ λογικό, διότι η δική τους δόξα στερείται ηθικού μεγαλείου και η πίστη τους είναι διεφθαρμένη, ενώ τη δική μας τη σέβονται με τη χάρη του Θεού και την αναγνωρίζουν ακόμη και οι εχθροί της πίστεως. Για τον λόγο αυτόν, όταν θέλουν να μας δείξουν μεγάλη περιφρόνηση και να μας προσβάλουν περισσότερο, προσθέτουν και τον χαρακτηρισμό «ο Χριστιανός». Τον χαρακτηρισμό αυτόν δεν θα τον έλεγαν, αν δεν έδιναν μεγάλη σημασία στην πίστη μας.

Άκουσες πόσες και πόσο σπουδαίες εντολές έδωσε ο Χριστός. Πότε λοιπόν θα κατορθώσεις να εκτελέσεις μία από αυτές τις εντολές; Όταν αδιαφορείς για τα πάντα και τρέχεις για να εισπράττεις τόκους, να χορηγήσεις δάνεια, να κάνεις διαπραγματεύσεις, να αγοράσεις κοπάδια, να εφοδιαστείς με ασημικά, να προμηθευτείς χωράφια και σπίτια και χιλιάδες έπιπλα; Και μακάρι να έφθανε έως εδώ το κακό. Πότε θα βρεις όμως τον καιρό να εκτελέσεις μία από αυτές τις εντολές, όταν μάλιστα συνοδεύει και η αδικία τις εφάμαρτες αυτές ενέργειές σου, αφού σφετερίζεσαι ξένα χωράφια, παίρνεις δια της βίας σπίτια, ταλαιπωρείς τους πτωχούς και αυξάνεις την πείνα τους;

Αλλά κάποτε- κάποτε δίνεις και ελεημοσύνη στους πτωχούς. Μου είναι γνωστό. Αλλά και η ενέργειά σου αυτή σου προξενεί μεγάλη βλάβη· διότι τη χαρακτηρίζει ο εγωισμός ή η ματαιοδοξία, με αποτέλεσμα να μην ωφελείσαι ούτε από τις καλές πράξεις σου. Και δεν υπάρχει τίποτα λυπηρότερο από το να ναυαγείς ακόμη και μέσα στο λιμάνι.

«Για να μη συμβεί λοιπόν αυτό, μη ζητείς να σου ανταποδώσω το καλό που μου έκανες», λέγει ο πτωχός, «για να σου το ανταποδώσει ο Θεός»· διότι λέγει ο Κύριος: «κα ἐὰν γαθοποιτε τος γαθοποιοντας μς, ποία μν χάρις στί; κα γρ ο μαρτωλο τ ατ ποιοσι. κα ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ν λπίζετε πολαβεν, ποία μν χάρις στί; κα γρ μαρτωλο μαρτωλος δανείζουσιν να πολάβωσι τ σα.πλν γαπτε τος χθρος μν κα γαθοποιετε κα δανείζετε μηδν πελπίζοντες, κα σται μισθς μν πολύς, κα σεσθε υο ψίστου, τι ατς χρηστός στιν π τος χαρίστους κα πονηρούς(:και αν κάνετε το καλό σε εκείνους που σας ευεργετούν, ποια εύνοια και χάρη και ανταμοιβή σάς ανήκει από τον Θεό; Καμία· διότι και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Κι αν δανείζετε σε εκείνους από τους οποίους ελπίζετε να πάρετε πίσω αυτά που δανείσατε, ποια χάρη και ανταπόδοση από τον Θεό σας ανήκει; Καμία· διότι και οι αμαρτωλοί δανείζουν σε άλλους αμαρτωλούς για να πάρουν πίσω ολόκληρο το ποσό που δάνεισαν ή και σε ώρα ανάγκης να πάρουν και αυτοί ίσα οφέλη και δάνεια από εκείνους στους οποίους δάνεισαν. Εσείς όμως να αγαπάτε τους εχθρούς σας και να τους ευεργετείτε και να τους δανείζετε χωρίς να ελπίζετε σε καμία ανταπόδοση απ’ αυτούς. Και θα είναι πολύς ο μισθός σας και μεγάλη η ανταμοιβή σας από τον Θεό. Και θα είστε στη βασιλεία των ουρανών κατά χάριν παιδιά του υψίστου Θεού, με τον Οποίο θα μοιάζετε πνευματικώς· διότι και Αυτός είναι ευεργετικός και ωφέλιμος στους ανθρώπους που δείχνουν αχαριστία στις τόσες ευεργεσίες Του και που δεν έχουν καλή διάθεση και προαίρεση αλλά είναι πονηροί)»[Λουκ.6,33-36].

«Υπάρχει Εκείνος που θα σε πληρώσει. Γιατί λοιπόν Τον λησμονείς και απαιτείς να σε πληρώσω εγώ ο πτωχός και το ταλαίπωρος άνθρωπος;» Μήπως αγανακτεί ο Οφειλέτης σου όταν Του ζητάς; Μήπως δεν έχει; Μήπως αρνείται να σε πληρώσει; Δεν βλέπεις τους απείρους θησαυρούς Του; Δεν βλέπεις την άπειρη γενναιοδωρία Του; Κέρδισε λοιπόν την αγάπη Του και ζήτησέ Του· διότι είναι χαρά Του να Του ζητείς με αυτόν τον τρόπο. Αν δει όμως ότι ζητείς από άλλον αυτά που σου οφείλει Εκείνος, σε θεωρεί υβριστή Του. Και όχι μόνο δεν σε πληρώνει, αλλά δικαίως διατυπώνει και κατηγορία εναντίον σου. «Γιατί», λέγει, «με θεώρησες αγνώμονα; Πώς σχημάτισες τη γνώμη ότι είμαι πτωχός και με περιφρονείς και τρέχεις να ζητείς από άλλους; Σε άλλον δάνεισες και από άλλον ζητείς να πληρωθείς;».

Άνθρωπος βέβαια εισέπραξε, αλλά ο Θεός έδωσε την εντολή να του τα δώσεις. Και Αυτός θέλει να είναι μοναδικός χρεώστης και εγγυητής και για τον λόγο αυτόν σου παρέχει άπειρες ευκαιρίες να Του ζητείς. «Μην αφήνεις λοιπόν τόση προθυμία και τόσο πλούτο από τον Θεό και ζητείς να σε πληρώσω εγώ που δεν έχω τίποτε», λέγει ο φτωχός χρεώστης. «Γιατί επιδεικνύεσαι σε εμένα όταν ελεείς τους πτωχούς; Μήπως σου είπα εγώ να δώσεις; Μήπως σου έδωσα εγώ την εντολή, ώστε να ζητείς να σε πληρώσω εγώ;». Ο Κύριος είπε: «Δανείζει Θε λεν πτωχόν(:όποιος ελεεί τον πτωχό δανείζει τον Θεό)»[Παροιμ.19,17]. Στον Θεό δεν έδωσες τα δανεικά; Σε Αυτόν θα απευθυνθείς. Όμως δεν θα σου επιστρέψει τα πάντα τώρα. Και αυτό το κάνει προς το συμφέρον σου, διότι είναι τέτοιος οφειλέτης: ρυθμίζει και εκτελεί τα πάντα όχι όπως οι άλλοι, οι οποίοι φροντίζουν μόνο να επιστρέψουν τα χρέη τους, ενώ Εκείνος φροντίζει και να είναι εξασφαλισμένα τα επιστρεφόμενα. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς άλλα επιστρέφει κατά την παρούσα ζωή, ενώ άλλα τα επιστρέφει στην άλλη ζωή.

Αφού λοιπόν γνωρίζουμε αυτά, ας ελεούμε πλουσιοπάροχα και ας αποδείξουμε και με χρήματα και με πράγματα τη φιλανθρωπία μας. Και αν δούμε να βασανίζουν και να δέρνουν κάποιον στην αγορά και έχουμε τη δυνατότητα να πληρώσουμε, ας το κάμουμε. Και αν είναι δυνατόν να φέρουμε τη συμφιλίωση με τα λόγια, ας μη διστάσουμε· διότι υπάρχει αμοιβή και για τα λόγια μας και περισσότερο για τους αναστεναγμούς μας. Αυτήν την αμοιβή ζητεί ο μακάριος Ιώβ: «γ δ π παντ δυνάτ κλαυσα, στέναξα δν νδρα ν νάγκαις(:εγώ ο οποίος άσπλαχνα σήμερα έχω εγκαταλειφτεί από όλους, όταν έβλεπα βασανιζόμενο κάποιον αδύνατο άνθρωπο, έκλαιγα και στέναζα για την δυστυχία του)»[Ιώβ,30,25].

Αφού λοιπόν υπάρχει αμοιβή για τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς μας, σκέψου πόσο αυξάνεται η αμοιβή, όταν προστεθούν και τα λόγια και οι φροντίδες και άλλα πολλά. Είναι γνωστό ότι και εμείς δεν είχαμε αγαθές σχέσεις με τον Θεό και ότι μας συμφιλίωσε ο Μονογενής Υιός, αφού μεσολάβησε αυτοπροσώπως και δέχτηκε να Του προκαλέσουν πληγές για τη σωτηρία μας και ανέχτηκε να σταυρωθεί για τη σωτηρία μας. Ας φροντίσουμε λοιπόν και εμείς να απαλλάσσουμε από τα κακά όσους συναντούμε και ας μην κάνουμε ό, τι κάνουμε τώρα που, όταν δούμε κάποιους να μαλώνουν μεταξύ τους και να συμπλέκονται, στεκόμαστε και διασκεδάζουμε με την κακή συμπεριφορά τους και σχηματίζουμε γύρω τους διαβολικό θέατρο. Υπάρχει τίποτε περισσότερο απάνθρωπο από αυτό; Βλέπεις ανθρώπους που υβρίζονται, μαλώνουν, σχίζουν τα ρούχα τους, χτυπιούνται στα πρόσωπα, και έχεις τη δύναμη να στέκεσαι ήσυχος εκεί κοντά; Μήπως είναι αρκούδες αυτοί που μαλώνουν; Μήπως είναι θηρία; Μήπως είναι φίδια; Άνθρωποι είναι και αυτοί, αδελφοί σου είναι, μέλη της ανθρώπινης κοινωνίας. Μην τους βλέπεις αμέτοχος, αλλά συμφιλίωσέ τους. Μη διασκεδάζεις με τον καβγά τους, αλλά συνέτισέ τους. Μην παρακινείς τους άλλους σε κακή συμπεριφορά, αλλά απομάκρυνε και διάλυσε τους συγκεντρωμένους από περιέργεια και διάθεση περίγελου· διότι την ιδιότητα να χαίρονται για τα λυπηρά αυτά γεγονότα την έχουν οι αδιάντροποι και οι άνθρωποι που είναι υπόδουλοι στα προσωπικά τους πάθη, και τα καθάρματα και οι άλογοι όνοι. Κάθεσαι και βλέπεις άνθρωπο που ασχημονεί και δεν νομίζεις ότι ασχημονείς ο ίδιος; Και δεν επεμβαίνεις και δεν διαλύεις τη διαβολική συγκέντρωση και δεν φροντίζεις να σταματήσει η κακή συμπεριφορά των ανθρώπων;

«Για να χτυπήσουν κι εμένα; Εσύ μου δίνεις αυτή τη συμβουλή;», θα ρωτούσε κάποιος. Πρώτα-πρώτα δεν θα σου συμβεί αυτό· αλλά και αν σου συμβεί, θα δοκιμάσει τη δύναμη της πίστεώς σου ο Θεός, διότι κακοπάθησες προς χάριν του Θεού. Αλλά αν διστάζεις επειδή φοβάσαι μήπως χτυπηθείς κι εσύ, σκέψου ότι ο Κύριός σου δεν δίστασε να υποστεί τη σταύρωση προς χάριν σου. Εκείνοι εξάλλου, αυτός που αδικεί και αυτός που αδικείται, είναι μεθυσμένοι και έχουν πάθει σύγχυση, διότι τους κυβερνά και τους κατευθύνει η οργή, και έχουν ανάγκη κάποιου συνετού να τους βοηθήσει. Ο ένας, για να πάψει να βασανίζεται, ο άλλος για να πάψει να βασανίζει.

Προχώρησε λοιπόν εσύ που έχεις τα λογικά σου και πρόσφερε τη βοήθειά σου στον μεθυσμένο· διότι το μεθύσι, που οφείλεται στην οργή, είναι χειρότερο από το μεθύσι που οφείλεται στην οινοποσία. Δεν βλέπεις τους ναύτες, οι οποίοι ανοίγουν τα πανιά και τρέχουν πολύ βιαστικοί όταν δουν ότι άλλοι ναυάγησαν, για να σώσουν από την καταστροφή τους συναδέλφους τους; Και αφού δείχνουν αυτοί τόση διάθεση να σώσουν τους συναδέλφους τους, πόσο είναι ορθότερο να κάνουμε το ίδιο για τους συνανθρώπους μας; Αφού μάλιστα έχουμε και εδώ ναυάγιο και χειρότερο από το πρώτο· διότι πραγματικά ο άνθρωπος είτε εξύβρισε και δεν παρέλειψε καμία ύβρη, επειδή κάποιοι τον ενόχλησαν· είτε επιόρκησε, επειδή έγινε δούλος της οργής του, οπότε και πάλι υπέπεσε σε μεγάλη αμαρτία· ή χτυπά κάποιον και προσπαθεί να τον σκοτώσει, έχουμε πάλι ακριβώς το ίδιο ναυάγιο.

Πρέπει λοιπόν να τρέξεις και να σταματήσεις το κακό, να κατεβείς μέσα στο τρικυμισμένο πέλαγος και να σώσεις αυτούς που πνίγονται. Και αφού διαλύσεις όσους συγκέντρωσε ο διάβολος και καλέσεις ιδιαιτέρως τον καθένα, συμβούλευσέ τους να σβήσουν τη φωτιά και να εξαφανίσουν τα κύματα. Και μη φοβηθείς αν ανάψει περισσότερο η φωτιά και γίνει φοβερότερο το καμίνι· διότι, αν κάνεις αρχή, είναι πολλοί εκείνοι που θα συνεργαστούν μαζί σου και θα σε βοηθήσουν, και προπάντων ο Θεός της ειρήνης. Αν καταστείλεις πρώτος τη φωτιά, θα σε ακολουθήσουν και πολλοί άλλοι και θα αμειφθείς εσύ για τα έργα εκείνων. Άκουσε ποια συμβουλή έδωσε ο Χριστός στους Ιουδαίους που κυλιόντουσαν μέσα στην αμαρτία: «ἐὰν δ δς τ ποζύγιον το χθρο σου πεπτωκς π τν γόμον ατο, ο παρελεύσ ατό, λλ συναρες ατ μετ᾿ ατο(:εάν δεις το υποζύγιο του εχθρού σου να έχει πέσει υπό το βάρος του φορτίου του, δεν θα το προσπεράσεις με αδιαφορία, αλλά μαζί με αυτόν θα το σηκώσεις[Εξ.23,5]. Και βέβαια είναι πολύ πιο ασήμαντο να σηκώσεις επάνω το ζώο του εχθρού σου που έπεσε από το πολύ φορτίο, από να χωρίσεις και να συμφιλιώσεις ανθρώπους που φιλονικούν μεταξύ τους. Αφού έχεις καθήκον λοιπόν να βοηθήσεις το υποζύγιο των εχθρών σου, έχεις πολύ μεγαλύτερο να σηκώνεις τις ψυχές των φίλων σου, αφού μάλιστα η πτώση είναι τρομερότερη· διότι οι ψυχές δεν πέφτουν μέσα στη λάσπη, αλλά στην αιώνια κόλαση, επειδή δεν αντέχουν το φορτίο της οργής. Εσύ όμως προσπερνάς εντελώς αδιάφορος και ασυγκίνητος, αν και βλέπεις ότι τον έχει σκεπάσει το φορτίο και ότι στέκεται επάνω του ο διάβολος και του ανάπτει τη φωτιά. Αυτή η αδιαφορία ενέχει κινδύνους ακόμη και όταν πρόκειται για ένα υποζύγιο.

Ο Σαμαρείτης όταν είδε ένα τραυματία που του ήταν εντελώς άγνωστος και δεν είχαν καμία σχέση, σταμάτησε και τον ανέβασε στο ζώο του και τον μετέφερε σε ξενοδοχείο και μίσθωσε γιατρό και του έδωσε χρήματα και του υποσχέθηκε και άλλα[βλ. Λουκά 10,33 κ.ε.: «Σαμαρείτης δέ τις δεύων λθε κατ᾿ ατόν, κα δν ατν σπλαγχνίσθη (:ένας Σαμαρείτης όμως που περνούσε από τον δρόμο εκείνο, ήλθε στο μέρος όπου ήταν ξαπλωμένος, και όταν τον είδε τον σπλαχνίστηκε και τον πόνεσε)»]. Εσύ, αντιθέτως, αν και δεν βλέπεις άνθρωπο που έπεσε σε ενέδρα ληστών, αλλά σε ενέδρα μιας ομάδας διαβόλων, και τον πολιορκεί η οργή του, όχι σε έρημο τόπο, αλλά στο μέσο της αγοράς, εσύ που δεν πρόκειται να ξοδέψεις χρήματα, ούτε να νοικιάσεις ζώο, ούτε να συνοδεύσεις σε μακρινό δρόμο, αλλά να απευθύνεις λίγες συμβουλές, διστάζεις και αλλάζεις δρόμο και προσπερνάς απάνθρωπα και χωρίς οίκτο. Πώς περιμένεις λοιπόν και εσύ, όταν επικαλεστείς τον Θεό, να σε ευσπλαχνιστεί ποτέ;

Θα απευθυνθώ τώρα και προς εσάς, οι οποίοι συμπεριφέρεστε κακώς και μάλιστα ενώπιον πολλών ανθρώπων, προς εκείνους που προσβάλλουν και αδικούν. Απάντησέ μου. Χτυπάς και κλωτσάς και δαγκώνεις; Έγινες αγριόχοιρος και όνος άγριος; Και δεν ντρέπεσαι ούτε κοκκινίζεις που γίνεσαι θηρίο και προδίδεις την ανθρώπινη φύση σου; Μπορεί να είσαι πτωχός, αλλά είσαι ελεύθερος άνθρωπος. Μπορεί να είσαι ένας απλός τεχνίτης, αλλά είσαι Χριστιανός. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, διότι είσαι πτωχός, πρέπει να είσαι ήσυχος. Οι φιλονικίες είναι χαρακτηριστικό των πλουσίων, όχι των πτωχών· των πλουσίων, που έχουν μεγάλη ανάγκη των φιλονικιών. Εσύ που δεν έχεις τις απολαύσεις του πλούτου, περιφέρεσαι και συγκεντρώνεις για τον εαυτό σου τα κακά του πλούτου, τα μίση και τις φιλονικίες και τις μάχες. Και αγωνίζεσαι να πνίξεις τον αδελφό σου και να τον απαγχονίσεις και να τον εξευτελίσεις ενώπιον όλων. Και δεν συναισθάνεσαι ότι συμπεριφέρεσαι πολύ κακώς, διότι μιμείσαι τα κακά ένστικτα των θηρίων και γίνεσαι πολύ χειρότερος από αυτά· διότι τα θηρία έχουν κοινά τα πάντα και βόσκουν μαζί και περιφέρονται μαζί.

Εμείς, αντιθέτως, δεν έχουμε τίποτε από κοινού, αλλά είναι τα πάντα άνω-κάτω. Εμείς αντιπαθούμε, φιλονικούμε, υβρίζουμε, μισούμε και προσβάλλουμε. Και δεν ντρεπόμαστε ούτε τον ουρανό, στον οποίο μας κάλεσε όλους μαζί ο Θεός, ούτε τη γη την οποία πρόσφερε κοινή σε όλους, ούτε την ανθρώπινη φύση μας, αλλά όλα τα πήραν μαζί τους και έφυγαν η οργή και η φιλαργυρία μας. Δεν είδες πόσα κακά έπαθε και πώς ρίχτηκε στην αιώνια κόλαση εκείνος που χρωστούσε δέκα χιλιάδες τάλαντα και αφού του τα χάρισε ο δανειστής του, εκείνος βασάνισε σκληρά ένα συνάνθρωπό του, επειδή του χρωστούσε εκατό δηνάρια: «ξελθν δ δολος κενος ερεν να τν συνδούλων ατο, ς φειλεν ατ κατν δηνάρια, κα κρατήσας ατν πνιγε λέγων· πόδος μοι ε τι φείλεις (:όταν όμως βγήκε έξω ο δούλος εκείνος, βρήκε έναν από τους συνδούλους του που του χρώσταγε εκατό δηνάρια, δηλαδή ένα μικρό ποσό και αφού τον σταμάτησε, τον πίεζε σκληρά λέγοντας: “Εξόφλησέ μου ό,τι μου χρωστάς”)»[Ματθ.18,28 κ.ε.]; Δεν σε φοβίζει το παράδειγμα; Δεν φοβάσαι μήπως πάθεις και εσύ τα ίδια; Διότι και τα δικά μας χρέη προς τον Κύριο είναι πολλά και μεγάλα. Εκείνος όμως δεν μας ενοχλεί και αναμένει με υπομονή και ούτε μας πιέζει, όπως πιέζουμε εμείς τους συνανθρώπους μας, ούτε μας ταλαιπωρεί ούτε μας βασανίζει. Αν και θα είχαμε εξοντωθεί από καιρό, αν αποφάσιζε να ζητήσει να Του επιστρέψουμε έστω κι ένα μικρό μέρος από τα χρέη μας.

Ας έχουμε, λοιπόν, αυτά υπόψη μας, αγαπητοί, ας γίνουμε ταπεινόφρονες και ας δείχνουμε μεγάλη επιείκεια προς τους οφειλέτες μας· διότι αν αντιμετωπίζουμε με σύνεση τα πράγματα, αυτοί γίνονται αιτία να μας συγχωρηθούν πολλά και κερδίζουμε πολλά με την προσφορά λίγων. Γιατί λοιπόν τον πιέζεις να σου τα επιστρέψει, ενώ έπρεπε να του τα χαρίσεις ακόμη και αν εκείνος ήθελε να σου τα επιστρέψει, για να σου χαρίσει ο Θεός τα πάντα; Τώρα όμως κάνεις το παν και εκβιάζεις και φιλονικείς, για να μη σου χαριστεί τίποτε από τα χρέη σου. Και έχεις την εντύπωση ότι ενοχλείς τον πλησίον σου, αλλά η αλήθεια είναι ότι χτυπάς με το ξίφος τον εαυτό σου και πολλαπλασιάζεις την αιώνια τιμωρία σου. Αν δείξεις όμως λίγη σύνεση εδώ, εξαφανίζεις σχεδόν τις ευθύνες σου· διότι ο Θεός θέλει να δείξουμε αυτήν τη φιλότιμη συμπεριφορά, για να Του δώσουμε τη χαρά να μας ανταποδώσει περισσότερα. Άφησε λοιπόν ελεύθερους όλους, όσοι σου οφείλουν χρήματα ή αμαρτήματα και ζήτησε από τον Θεό να αμείψει τη μεγαλοψυχία σου αυτήν· διότι έως ότου σου οφείλουν εκείνοι, δεν σου οφείλει ο Θεός. Μόλις όμως τους τα χαρίσεις, θα μπορέσεις να απευθυνθείς προς τον Θεό και να ζητήσεις με πολύ σεβασμό να σε αμείψει για την τόση ευσέβειά σου.

Αν περνούσε π.χ. ένας άνθρωπος και σε έβλεπε να έχεις στην εξουσία σου τον οφειλέτη σου και σε παρακαλούσε να τον αφήσεις και να ζητείς από αυτόν ό,τι οφείλει ο άλλος, δεν θα δεχόταν ποτέ να φανεί αχάριστος, αφού ανέλαβε εκείνος την ευθύνη για όλα. Πώς είναι δυνατόν να μη μας καταβάλει ο Θεός πολύ περισσότερα, χιλιάδες περισσότερα, όταν, πιστοί στην εντολή Του, αφήσουμε να φύγουν και χαρίσουμε όλες τις οφειλές σε εκείνους που μας χρωστούν, χωρίς να τους ζητήσουμε καμία, μικρή ή μεγάλη, ευθύνη; Ας μη λογαριάζουμε λοιπόν την πρόσκαιρη ευχαρίστηση που θα αισθανθούμε από τις απαιτήσεις μας προς τους χρεώστες μας, αλλά τη ζημία, την οποία θα υποστούμε εκ της διαγωγής μας αυτής στη μέλλουσα ζωή, αφού η ζημία μας θα αναφέρεται στα αιώνια αγαθά.

Ας ανεβούμε λοιπόν σε υψηλά ηθικά επίπεδα και ας χαρίσουμε στους οφειλέτες μας τα χρήματα και ας συγχωρήσουμε τα πλημελήμματά τους απέναντι σε μας, για να εφοδιάσουμε τους εαυτούς μας με καλή απολογία ενώπιον του Θεού. Και αφού επιτύχουμε με την επιείκειά μας προς τους συνανθρώπους μας ό,τι δεν κατορθώσαμε να επιτύχουμε με τις άλλες αρετές μας, ας απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….

ΟΜΙΛΙΑ ΙΣΤ΄ από το Υπόμνημα του Ιερού Χρυσοστόμου

στο «Κατά Ματθαίον» ευαγγέλιο

«Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον τος προφήτας(:μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών· δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια)»[ Ματθ.5,17].

Ποιος εξέφρασε αυτήν την υποψία ή ποιος διατύπωσε αντίστοιχη κατηγορία εναντίον του Ιησού, ώστε να δώσει την απάντηση αυτήν; Διότι όσα προηγουμένως είχαν ειπωθεί δεν δημιουργούσαν βέβαια αυτήν την υποψία· διότι οι εντολές να είμαστε πράοι και επιεικείς και ελεήμονες και καθαροί από κάθε αμαρτία και να αγωνιζόμαστε για τη δικαιοσύνη, δεν περιείχαν καμία τέτοια ένδειξη, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Γιατί λοιπόν είπε αυτά; Όχι τυχαία, ούτε χωρίς λόγο, αλλά επειδή επρόκειτο να καθιερώσει σπουδαιότερες από τις παλαιές εντολές με τα εξής λόγια: «κούσατε τι ἐῤῥέθη τος ρχαίοις, ο φονεύσεις· ς δ᾿ ν φονεύσ, νοχος σται τ κρίσει. γ δ λέγω μν τι πς ργιζόμενος τ δελφ ατο εκ νοχος σται τ κρίσει· ς δ᾿ ν επ τ δελφ ατο ακά, νοχος σται τ συνεδρί· ς δ᾿ ν επ μωρέ, νοχος σται ες τν γέενναν το πυρός(:έχετε ακούσει από την ανάγνωση του Νόμου στις συναγωγές ότι είπε ο Θεός στους προγόνους μας: ‘’Δεν θα σκοτώσεις’’. Επίσης έχετε ακούσει ότι εκείνος που θα σκοτώσει θα είναι ένοχος σε τέτοιο βαθμό, ώστε να παραπεμφθεί σε δίκη στο τοπικό επταμελές δικαστήριο που ονομάζεται «κρίση». Εγώ όμως σας λέω ότι καθένας που οργίζεται εναντίον του αδελφού του χωρίς σοβαρό πνευματικό λόγο, διαπράττει έγκλημα ανάλογο με εκείνο το οποίο δικαζόταν άλλοτε από το τοπικό επταμελές δικαστήριο, την «κρίση». Και εκείνος που θα πει περιφρονητικά στον αδελφό του «ανόητε», είναι ένοχος βαρύτερου εγκλήματος, σαν εκείνα που δικάζουν από το ανώτατο δικαστήριο των Ιουδαίων, το Συνέδριο. Και εκείνος που με μίσος και κακία θα πει στον αδελφό του «ηλίθιε», θα είναι ένοχος εγκλήματος που πρέπει να τιμωρηθεί με τη γέεννα του πυρός που βρίσκεται στον Άδη)»[Ματθ.5,21-22].

Επρόκειτο ακόμη να ανοίξει τον δρόμο προς μία θεία και ουράνια ζωή. Για να μην καταπλήξει ο πρωτάκουστος λόγος Του τις ψυχές των ακροατών Του και τους κάνει να αντιμετωπίζουν με καχυποψία τα λεγόμενα, προβαίνει σε αυτήν την προειδοποίηση· διότι, αν και δεν εφάρμοζαν τον μωσαϊκό νόμο, είχαν μεγάλη ευθιξία γι’ αυτόν και, αν και τον παρέβαιναν καθημερινά με τις πράξεις τους, ήθελαν να παραμένει απολύτως αμετάβλητο το γράμμα του και να μην προσθέσει κανείς τίποτε σε αυτό. Ορθότερο είναι όμως ότι δεν είχαν αντίρρηση να προσθέτουν οι αρχηγοί της συναγωγής, όχι όμως προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο. Έτσι π.χ. μείωναν με τις προσθήκες τους τον σεβασμό προς τους γονείς. Και πολλές άλλες από τις διατάξεις του καταργούσαν με τις ακατάλληλες αυτές προσθήκες. Επειδή λοιπόν ο Χριστός δεν ανήκε σε κανένα ιερατικό γένος, και όσα επρόκειτο να διδάξει, αποτελούσαν προσθήκη, η οποία βεβαίως δεν ελάττωνε, αλλά αύξανε την αρετή, επειδή γνώριζε εκ των προτέρων ότι επρόκειτο να τους ενοχλήσουν και τα δύο αυτά, προσπαθεί, προτού να κάνει τις θαυμαστές προσθήκες Του, να εξαφανίσει ό,τι επρόκειτο να δημιουργήσει στην ψυχή τους υποψίες.

Αλλά τι ήταν εκείνο που δημιουργούσε υποψίες και αντιδράσεις; Νόμιζαν ότι με τη διδασκαλία Του αυτήν ενεργούσε για την κατάργηση του μωσαϊκού νόμου. Αυτήν την υποψία λοιπόν επιθυμεί να θεραπεύσει. Και δεν το κάνει μόνο εδώ, αλλά και αλλού. Επειδή π.χ. Τον θεωρούσαν ότι είναι ασεβής για τον λόγο ότι δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου, ήθελε να σβήσει αυτήν την υποψία τους και φροντίζει να παρουσιάσει δικαιολογίες, άλλοτε σύμφωνες με τη θεία φύση Του, όπως π.χ. όταν λέγει: « πατήρ μου ως ρτι ργάζεται, κγ ργάζομαι (:ο Θεός Πατέρας μου εργάζεται έως τώρα συνεχώς και χωρίς διακοπή ˙ διότι όχι μόνο δημιούργησε αλλά και κυβερνά τον κόσμο και προνοεί γι’ αυτόν. Κι εγώ λοιπόν, ο Υιός του εργάζομαι συνεχώς όπως ο Πατέρας μου, χωρίς να διακόπτω το σωτήριο έργο μου τις ημέρες του Σαββάτου)»[Ιω.5,17]· άλλοτε με μεγάλη συγκατάβαση, όταν π.χ. όταν φέρει ως παράδειγμα πρόβατο που χάθηκε το Σάββατο και αποδεικνύει ότι παραβαίνεται ο νόμος, για να σωθεί εκείνο, και υπενθυμίζει την περιτομή, που οδηγεί στο ίδιο συμπέρασμα [Η περιτομή γινόταν την ογδόη ημέρα από τη γέννηση ,έστω και αν συνέπιπτε να είναι Σάββατο][βλ.Ιω.7,22: «Μωϋσς δέδωκεν μν τν περιτομήν, οχ τι κ το Μωϋσέως στίν, λλ᾿ κ τν πατέρων, κα ν σαββάτ περιτέμνετε νθρωπον(:ο Μωυσής σας έδωσε την περιτομή. Για την ακρίβεια, δεν έχει καθιερωθεί από τον Μωυσή η περιτομή, αλλά από την παράδοση των παλαιοτέρων προγόνων σας. Και εάν τύχει η ογδόη ημέρα από την γέννηση του βρέφους να είναι Σάββατο, και τότε κάνετε περιτομή στον άνθρωπο)»].

Για να αντικρούσει λοιπόν την ψευδή γνώμη ότι είναι ασεβής, χρησιμοποιεί πολλές φορές απλά λόγια[π.χ. βλ. Ματθ.12,11-12: «Τίς σται ξ μν νθρωπος ς ξει πρόβατον ν, κα ἐὰν μπέσ τοτο τος σάββασιν ες βόθυνον, οχ κρατήσει ατ κα γερε; πόσ ον διαφέρει νθρωπος προβάτου; στε ξεστι τος σάββασι καλς ποιεν(:ποιος άνθρωπος από σας, που θα έχει ένα πρόβατο, εάν πέσει το πρόβατο κατά την ημέρα του Σαββάτου σε λάκκο, δεν θα το πιάσει και δεν θα το βγάλει από εκεί; Πόσο, λοιπόν, διαφέρει ο άνθρωπος από το πρόβατο; Ασυγκρίτως περισσότερο. Ώστε εάν επιτρέπεται να κάνουμε καλό στα ζώα κατά την ημέρα του Σαββάτου, πόσο μάλλον στον άνθρωπο;)»].

Για τον λόγο αυτό Αυτός που ανέστησε χιλιάδες νεκρούς με μία λέξη μόνο, πρόσθεσε και προσευχή όταν κάλεσε τον Λάζαρο να σηκωθεί από τον τάφο του[Ιω.11,41: «ραν ον τν λίθον ο ν τεθνηκς κείμενος. δ ησος ρε τος φθαλμος νω κα επε· πάτερ, εχαριστ σοι τι κουσάς μου(:σήκωσαν, λοιπόν, τον λίθο από την είσοδο του σπηλαίου, όπου είχε τεθεί ο πεθαμένος Λάζαρος. Ο δε Ιησούς σήκωσε τα μάτια του επάνω και είπε: “Πάτερ μου, Σε ευχαριστώ, διότι με άκουσες και θα γίνει και τούτο το θαύμα)»]. Έπειτα, για να μη θεωρηθεί κατώτερος από τον Πατέρα, φρόντισε να εξουδετερώσει την υποψία και πρόσθεσε ότι: «γ δ δειν τι πάντοτέ μου κούεις· λλ δι τν χλον τν περιεσττα επον, να πιστεύσωσιν τι σύ με πέστειλας(:Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς, αλλά είπα μεγαλόφωνα το “ευχαριστώ”, για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Έτσι λοιπόν, αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουστώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα)»[Ιω.11,42].

Ωστόσο δεν ενεργεί πάντα σαν να είναι αυτεξούσιος, για να θεραπεύσει την ασθένειά τους. Ούτε ενεργεί πάντα κατόπιν προσευχής, για να μη δώσει αφορμή στους μεταγενέστερους να υποψιασθούν ότι στερούνταν δυνάμεως και εξουσίας, αλλά χρησιμοποιεί πότε τον ένα και πότε τον άλλο τρόπο. Και δεν το κάνει ούτε αυτό κατά τύχη, αλλά με τη σύνεση που Του ταιριάζει· διότι απευθύνεται προς τον ουρανό όταν κάνει κάτι μικρό, ενώ για τα μεγαλύτερα ενεργεί με απόλυτη εξουσία. Όταν π.χ. συγχωρεί αμαρτίες και αποκαλύπτει μυστικά και ανοίγει τον παράδεισο και διώχνει τα δαιμόνια και θεραπεύει λεπρούς και χαλιναγωγεί τον θάνατο και επαναφέρει στη ζωή χιλιάδες νεκρούς, ενεργεί με μία απλή προσταγή σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Όταν όμως πολλαπλασίαζε τους ολίγους άρτους, πράγμα πολύ κατώτερο από τα προηγούμενα, τότε απευθυνόταν στον ουρανό και έκανε κατανοητό ότι ενεργεί έτσι όχι από αδυναμία. Διότι πώς είναι δυνατόν να χρειάζεται να προσευχηθεί για τα μικρά, αφού μπορούσε να κάνει τα μεγαλύτερα με απόλυτη εξουσία; Αλλά, όπως είπα, αυτό το κάνει, για να χαλιναγωγήσει την αναισχυντία τους.

Πρέπει λοιπόν να σκέπτεσαι τα ίδια και για τα λόγια Του, όταν Τον ακούς να διδάσκει με απλά λόγια· διότι είναι πολλά τα αίτια των λόγων και των πράξεών Του, όπως π.χ. να μη θεωρείται ότι δεν είναι ίδιος με τον Θεό, να διδάσκει και να θεραπεύει τους πάντες, να διδάσκει την ταπεινοφροσύνη, να έχει ανθρώπινο σώμα, να μην μπορούν οι Ιουδαίοι να διδαχθούν τα πάντα συγχρόνως, να τους διδάσκει να μην περιαυτολογούν ποτέ. Για τον λόγο αυτόν είπε πολλές φορές ο Ίδιος πολλά ταπεινά για τον εαυτό Του και άφησε να λέγουν άλλοι τα μεγάλα.

Αυτός π.χ. απευθυνόμενος προς τους Ιουδαίους έλεγε: «μν μν λέγω μν, πρν βραμ γενέσθαι γώ εμι(:Αληθινά σας λέω, προτού ακόμη να έλθει στην ύπαρξη ο Αβραάμ, εγώ υπάρχω παντοτινά πριν από τους αιώνες)»[Ιω.8,58]. Ο μαθητής Του όμως ο Ιωάννης δεν λέγει έτσι, αλλά: « ν ρχ ν Λόγος, κα Λόγος ν πρς τν Θεόν, κα Θες ν Λόγος(:Στην αρχή της δημιουργίας υπήρχε ο Υιός του Θεού, που γεννήθηκε αχρόνως από τον Πατέρα ως άπειρος και ζωντανός Λόγος από απειροτέλειο και πάνσοφο Νου. Και ο Λόγος, ως δεύτερο πρόσωπο της Θεότητος, ήταν αχώριστος από τον Θεό Πατέρα και πάντοτε ενωμένος μαζί Του. Και ήταν Θεός τέλειος ο Λόγος)»[Ιω.1,1].

Επίσης ο Ίδιος ο Κύριος, από ταπεινοφροσύνη, δεν είπε πουθενά σαφώς ότι Αυτός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη και τη θάλασσα και όλα τα ορατά και τα αόρατα. Ο μαθητής όμως το λέγει και μία και δυο και πολλές φορές, με πολλή σαφήνεια, χωρίς κανένα δισταγμό. Γράφει: «Πάντα δι᾿ ατο γένετο, κα χωρς ατο γένετο οδ ν γέγονεν(:όλα τα δημιουργήματα δημιουργήθηκαν δι’ Αυτού, σε συνεργασία με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα˙ και χωρίς Αυτόν δεν έγινε το παραμικρό απ’ όλα όσα έχουν γίνει)»[Ιω.1,3]. Και παρακάτω: «ν τ κόσμ ν, κα κόσμος δι᾿ ατο γένετο, κα κόσμος ατν οκ γνω(:Ήταν από την αρχή στον κόσμο, προνοούσε και κυβερνούσε τον κόσμο. Και όλα τα ορατά και αόρατα κτίσματα απ’ τα οποία αποτελείται ο επίγειος κι ο ουράνιος κόσμος, διαμέσου Αυτού έγιναν. Κι όμως, όταν Αυτός σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος, ο διεφθαρμένος κόσμος των ανθρώπων που ήταν προσκολλημένος στα γήινα δεν Τον αναγνώρισε ως δημιουργό του)»[Ιω.1,10].

Γιατί σου κάνει εντύπωση ότι άλλοι είπαν γι’ Αυτόν περισσότερα από όσα είπε ο Ίδιος, αφού είναι γνωστό ότι ενώ έδειχνε συχνά τη δύναμή Του με τα έργα Του, δεν την παρουσίαζε καθαρά με τα λόγια Του; Με τη θεραπεία του τυφλού π.χ. έδειξε σαφώς ότι Αυτός έπλασε τον άνθρωπο. Όταν όμως ομιλούσε για τη δημιουργία του ανθρώπου γενικώς, δεν είπε «Εγώ τον έπλασα», αλλά: «οκ νέγνωτε τι ποιήσας π᾿ ρχς ρσεν κα θλυ ποίησεν ατος κα επεν νεκεν τούτου καταλείψει νθρωπος τν πατέρα ατο κα τν μητέρα κα κολληθήσεται τ γυναικ ατο, κα σονται ο δύο ες σάρκα μίαν;(: δεν διαβάσατε στο βιβλίο της Γενέσεως ότι ο Θεός, που δημιούργησε τα πάντα, έκανε εξαρχής το πρώτο ανδρόγυνο από έναν άνδρα και μία γυναίκα; Εάν ο Δημιουργός νομοθετούσε τότε και το διαζύγιο, δεν θα δημιουργούσε μόνο μία αλλά περισσότερες γυναίκες για τον έναν άνδρα)»[Ματθ.19,4]· καθώς επίσης και: «κα ποίησεν Θες τν νθρωπον, κατ᾿ εκόνα Θεο ποίησεν ατόν, ρσεν κα θλυ ποίησεν ατούς(:και πράγματι ο απειροτέλειος Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο, τον οποίο προίκισε με δικά Του χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ώστε να είναι με αυτά εικόνα του Θεού. Δημιούργησε απ’ αρχής άνδρα και γυναίκα)»[ Γέν.1,27].

Απέδειξε επίσης με τα θαύματα του πολλαπλασιασμού των ιχθύων, της μεταβολής του νερού σε κρασί, του πολλαπλασιασμού των άρτων, της γαλήνευσης της θάλασσας, της διακοπής της λάμψης των ακτίνων του ηλίου, που τις ανάγκασε, όταν βρισκόταν επάνω στο σταυρό, να μη φωτίζουν τη γη, και πολλών άλλων, ότι δημιούργησε τον κόσμο και όλα τα εγκόσμια. Με λόγια όμως δεν το είπε πουθενά καθαρά, αλλά οι μαθητές το λέγουν πολλές φορές, και ο Ιωάννης και ο Παύλος και ο Πέτρος.

Αφού λοιπόν εκείνοι, που Τον άκουγαν ημέρα και νύκτα να ομιλεί και Τον έβλεπαν να κάνει θαύματα, και τους έλυσε ειδικότερα πολλές απορίες και τους έδωσε τόση δύναμη, ώστε και νεκρούς να επαναφέρουν στη ζωή, και τους κατήχησε τόσο, ώστε να εγκαταλείψουν τα πάντα γι΄ Αυτόν, δεν είχαν τη δύναμη προτού να φωτιστούν από το Άγιο Πνεύμα, παρά την τόση αρετή και πίστη τους, να κατανοήσουν τα πάντα, πώς θα πειθόταν ο ιουδαϊκός λαός, ο οποίος δεν είχε την απαιτούμενη νοημοσύνη και δεν είχε τόση αρετή και παρευρισκόταν σποραδικά και κατά τύχη κατά τις ομιλίες και τα θαύματά Του, ότι Αυτός δεν είναι άλλος από τον Θεό του παντός, αν δεν κατέβαλλε με κάθε τρόπο τόση προσπάθεια για να Τον κατανοήσουν; Για τον λόγο αυτόν ακριβώς και, όταν δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου, δεν διετύπωσε αμέσως αυτήν την εντολή, αλλά παρουσιάζει πολλές και ποικίλες δικαιολογίες. Και αφού χρησιμοποιεί τόσο μετρημένα λόγια προκειμένου να κάνει να τονίσει μία εντολή, για να μην ερεθίσει τους ακροατές Του ήταν επόμενο να ενεργήσει με περισσότερη λεπτότητα και προσοχή όταν πρόσθετε ολόκληρη άλλη νομοθεσία σε όλο τον μωσαϊκό νόμο, για να μην αντιδράσουν οι ακροατές Του.

Είναι φανερό ότι γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν διδάσκει παντού με σαφήνεια για τη θεϊκή φύση Του· διότι, αφού τους ενοχλούσε τόσο πολύ κάθε προσθήκη στον μωσαϊκό νόμο, θα τους ενοχλούσε πολύ περισσότερο να παρουσιάσει τη θεϊκή φύση Του. Για τον λόγο αυτόν λέγει πολλά κατώτερα από την αξία Του. Και στο σημείο αυτό, που πρόκειται να συμπληρώσει τον νόμο, λαμβάνει πολλά προφυλακτικά μέτρα. Για τον λόγο αυτόν δεν είπε μία φορά «Δεν καταργώ τον νόμο», αλλά το επανέλαβε και για δεύτερη φορά. Αφού δηλαδή είπε «Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον τος προφήτας(:Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών, πρόσθεσε: «οκ λθον καταλσαι, λλ πληρσαι(:δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια)»[Ματθ.5,17].

Αυτό δεν εξουδετερώνει μόνο την αναίδεια των Ιουδαίων, αλλά κλειδώνει και τα στόματα των αιρετικών εκείνων που λέγουν ότι της Παλαιάς Διαθήκης συντάκτης είναι ο διάβολος· διότι, αφού ήλθε στον κόσμο ο Χριστός για να εξαφανίσει την εξουσία του διαβόλου, πώς όχι μόνο δεν την καταργεί ο Χριστός, αλλά και τη συμπληρώνει; Για τον λόγο αυτόν δεν είπε απλώς: «Δεν την καταλύω», αν και αυτό ήταν αρκετό, αλλά είπε: «Τη συμπληρώνω». Αυτό αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν την καταπολεμούσε, αλλά και ότι τη δεχόταν.

«Αλλά πώς δεν την κατήργησε;», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς. «Με ποιον τρόπο συμπλήρωσε τον νόμο και τους προφήτες;». Τους προφήτες, διότι επιβεβαίωσε εμπράκτως όλα όσα είπαν γι΄Αυτόν. Για τον λόγο αυτόν έλεγε σε κάθε περίπτωση ο ευαγγελιστής την πρόταση: «Τοτο δ λον γέγονεν να πληρωθ τ ηθν π το Κυρίου δι το προφήτου λέγοντος(:και όλο αυτό το θαυμαστό και μοναδικό γεγονός έγινε, για να πραγματοποιηθεί και επαληθεύσει αυτό, που είχε λεχθεί από τον Κύριο δια του προφήτου)».

Και πρόσθετε για παράδειγμα, ο ευαγγελιστής, αυτό το συμπλήρωμα για την επαλήθευση των προφητειών και όταν ο Κύριος γεννήθηκε[βλ. Ματθ.1,22-23: «Τοτο δ λον γέγονεν να πληρωθ τ ηθν π το Κυρίου δι το προφήτου λέγοντος: ‘’ δο παρθένος ν γαστρ ξει κα τέξεται υόν, κα καλέσουσι τ νομα ατο μμανουήλ, στι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ μν Θεός’’(:με όλο αυτό το θαύμα της υπερφυσικής συλλήψεως της Παρθένου, πραγματοποιήθηκε πλήρως και επαληθεύθηκε εκείνο που είπε ο Κύριος μέσω του προφήτη Ησαΐα, ο οποίος πριν από πολλούς αιώνες είπε: ‘’Να, η παρθένος που δεν γνώρισε άνδρα, θα συλλάβει και θα γεννήσει υιό, και όσοι θα πιστεύουν σε Αυτόν θα Τον ονομάσουν Εμμανουήλ, όνομα εβραϊκό που σημαίνει “ο Θεός είναι μαζί μας”)».

Aντίστοιχα έγινε πάλι λόγος για επαλήθευση προφητείας και όταν έψαλλαν τα παιδιά τον θαυμαστό εκείνον ύμνο προς Αυτόν[Ματθ.21,9: «σανν τ υἱῷ Δαυΐδ· ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου· σανν ν τος ψίστοις (:Και τα πλήθη του λαού, όσα προπορεύονταν και όσα ακολουθούσαν, με δυνατές φωνές κραύγαζαν: “Δόξα στον απόγονο του Δαβίδ, που περιμέναμε έως τώρα. Δοξασμένος να είναι Αυτός που έρχεται σταλμένος από τον Κύριο. Δόξα στον Θεό ας κράζουν και οι άγγελοι που βρίσκονται στα υψηλότερα μέρη του ουρανού”)» — Ματθ.21,16: «κα επον ατ· κούεις τί οτοι λέγουσιν; δ ησος λέγει ατος· ναί· οδέποτε νέγνωτε τι κ στόματος νηπίων κα θηλαζόντων κατηρτίσω ανον;(: και Του είπαν: “Ακούς τι λένε αυτοί;” Κι ο Ιησούς τους λέει: “Ναι. Δεν διαβάσατε ποτέ εκείνο που λέει ότι από το στόμα νηπίων και μικρών παιδιών που θηλάζουν ακόμα έφτιαξες, Θεέ, τέλειο ύμνο; Γιατί λοιπόν αγανακτείτε, σαν να ανέχομαι κάτι που δεν το προφήτευσε το Πνεύμα του Θεού;”)»].

Πρόσθεσε επίσης την πρόταση αυτή για την εκπλήρωση της αντίστοιχης προφητείας ο ευαγγελιστής Ματθαίος και όταν ο Κύριος κάθισε επάνω στο γαϊδουράκι[βλ.Ματθ.21,5: «Τοτο δ λον γέγονεν να πληρωθ τ ηθν δι το προφήτου λέγοντος· επατε τ θυγατρ Σιών, δο βασιλεύς σου ρχεταί σοι πραΰς κα πιβεβηκς π νον κα πλον υἱὸν ποζυγίου(:και αυτό όλο έγινε για να πραγματοποιηθεί εκείνο που προφήτευσε ο προφήτης Ζαχαρίας λέγοντας: “Πείτε στη θυγατέρα Σιών, δηλαδή την Ιερουσαλήμ: ιδού ο βασιλιάς σου, ο Μεσσίας, έρχεται σε σένα πράος και καθισμένος πάνω σε γαϊδούρι και σε πουλάρι, γέννημα ζώου που μπήκε σε ζυγό”και σε πολλές άλλες περιπτώσεις. Αυτά όλα θα έμεναν απραγματοποίητα, αν ο Κύριος δεν λάμβανε ανθρώπινη μορφή.

Τον μωσαϊκό νόμο εξάλλου τον τελειοποίησε όχι μόνο με ένα τρόπο, αλλά και με δεύτερο και με τρίτο. Ο πρώτος είναι ότι δεν παρέβη καμία διάταξή του. Άκουσε τι λέγει στον Ιωάννη τον Βαπτιστή, για να δεις ότι τον εφάρμοζε πάντοτε: «φες ρτι· οτω γρ πρέπον στν μν πληρσαι πσαν δικαιοσύνην(:άφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολία στο να βαπτιστώ· διότι με αυτόν τον τρόπο, με τον οποίο ταπεινώνομαι, πρέπει να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού, ο οποίος σου ανέθεσε ως καθήκον να βαπτίζεις)» [Ματθ.3,15].

Και στους Ιουδαίους έλεγε: «Τίς ξ μν λέγχει με περ μαρτίας; ε δ λήθειαν λέγω, διατί μες ο πιστεύετέ μοι;(:ποιος από σας, εξετάζοντας και ελέγχοντας τη ζωή μου, μπορεί να αποδείξει ότι έχω κάνει έστω και την παραμικρή αμαρτία; Κανείς. Συνεπώς ούτε ως ψεύτη μπορείτε να με κατηγορήσετε. Αλλά εάν λέω πάντοτε την αλήθεια, γιατί εσείς δεν με πιστεύετε;)»[Ιω.8,46].Και στους μαθητές επίσης: «Οκέτι πολλ λαλήσω μεθ᾿ μν· ρχεται γρ το κόσμου ρχων, κα ν μο οκ χει οδέν(:δεν θα πω πλέον πολλά μαζί σας. Δεν μένει άλλωστε καιρός για να σας πω περισσότερα· διότι έρχεται ο σατανάς, που εξουσιάζει τον κόσμο που βρίσκεται μακριά από τον Θεό˙ και έρχεται για να πραγματοποιήσει την τελευταία και βιαιότερη επίθεσή του εναντίον μου. Αλλά δεν θα βρει σε μένα τίποτε το δικό του, το οποίο θα του δίνει κάποια εξουσία ή κάποιο δικαίωμα επάνω μου)»[Ιω.14,30].

Και ο προφήτης έλεγε παλαιότερα ότι ο Εμμανουήλ δεν επρόκειτο να κάνει καμία αμαρτία: «Κα δώσω τος πονηρος ντ τς ταφς ατο κα τος πλουσίους ντ το θανάτου ατο· τι νομίαν οκ ποίησεν, οδ ερέθη δόλος ν τ στόματι ατο(:εγώ όμως, σε εκδίκηση του αδίκου θανάτου και της ταφής Του, θα τιμωρήσω και θα παραδώσω σε θάνατο τους κακούς ανθρώπους και για τον θάνατο Αυτού θα παραδώσω τους πονηρούς πλουσίους και άρχοντας· διότι ο Παις μου Αυτός δεν διέπραξε καμία παρανομία, ούτε βρέθηκε ποτέ δόλος και ψεύδος στο στόμα Του)»[Ησ. 53,9].

Αυτός λοιπόν είναι ο ένας τρόπος συμπληρώσεως του μωσαϊκού νόμου. Άλλος τρόπος είναι το ότι τον συμπλήρωσε και μέσω εμάς των ίδιων. Το σπουδαίο δηλαδή είναι ότι όχι μόνο ο Ίδιος τον εφάρμοσε, αλλά ζήτησε να κάνουμε και εμείς το ίδιο. Τούτο διδάσκει και ο Παύλος με τα εξής λόγια: «Τέλος γρ νόμου Χριστς ες δικαιοσύνην παντ τ πιστεύοντι(:διότι ο Χριστός έδωσε τέλος στην αποστολή και στην ισχύ του νόμου· και έτσι τώρα αποκτά την δικαιοσύνη και την σωτηρία του καθένας που πιστεύει στο Χριστό, και όχι όποιος εξαρτά την δικαίωσή του από τον μωσαϊκό νόμο, όπως την εξαρτούν οι Ισραηλίτες που απίστησαν)»[Ρωμ.10,4].

Και για την αμαρτία λέγει: «να τ δικαίωμα το νόμου πληρωθ ν μν τος μ κατ σάρκα περιπατοσιν, λλ κατ πνεμα(:συνεπώς όλα όσα δικαίως απαιτούσε από εμάς ο νόμος, τα εφαρμόσαμε πλήρως, και πολιτευόμαστε τώρα όχι σύμφωνα με τις επιθυμίες της σάρκας, αλλά σύμφωνα με τις απαγορεύσεις των ανώτερων πνευματικών μας δυνάμεων, όπως τις φωτίζει και τις ενισχύει το Άγιο Πνεύμα)»[Ρωμ.8,4].Και αλλού: «Νόμον ον καταργομεν δι τς πίστεως; Μ γένοιτο, λλ νόμον στμεν(:μήπως όμως με την πίστη καταργούμε το κύρος και την ισχύ του νόμου; Μην συμβεί να υποθέσει κανείς κάτι τέτοιο. Όχι μόνο δεν καταργούμε τον νόμο, αλλά αντίθετα στηρίζουμε το κύρος του νόμου, αφού ο νόμος προλέγει τις υποσχέσεις που πραγματοποίησε ο Χριστός και αφού για να μας συγχωρεθούν οι παραβάσεις του νόμου σταυρώθηκε ο Χριστός)»[Ρωμ.3,31].Επειδή δηλαδή ο νόμος είχε σκοπό να κάνει δίκαιο τον άνθρωπο, αλλά δεν εφαρμοζόταν, ήλθε ο Κύριος, μας δίδαξε ότι η αρετή έχει θεμέλιο την πίστη και έδωσε ισχύ στις εντολές του νόμου. Και κατόρθωσε δια της πίστεως ό,τι δεν κατόρθωσε ο νόμος με τις εντολές του. Για τον λόγο αυτόν λέγει: «Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον(:μη νομίσετε ότι ήλθα να καταλύσω τον νόμο του Μωυσή)».

Αν εξετάσει κανείς με προσοχή, θα βρει και τρίτο τρόπο, με τον οποίο έγινε αυτό. Ποιος είναι αυτός; Η νομοθεσία, την οποία επρόκειτο να καθιερώσει στο μέλλον· διότι η διδασκαλία Του δεν καταργούσε τα προηγούμενα, αλλά τα επεξέτεινε και τα συμπλήρωνε. Για παράδειγμα, η εντολή να μην οργιζόμαστε δεν καταργεί την εντολή να μη φονεύουμε, αλλά τη συμπληρώνει και την τελειοποιεί. Το ίδιο συμβαίνει και με όλες τις άλλες. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, επειδή έριχνε τότε απλώς τον σπόρο των νέων εντολών χωρίς να δημιουργείται καχυποψία, φροντίζει να προλάβει την παρεξήγηση, διότι επρόκειτο να Τον υποψιάζονται αργότερα, ένεκα της συγκρίσεως των νέων προς τις παλαιές εντολές, ότι θέλει να καταργήσει τις δεύτερες.

Έριξε λοιπόν από τώρα έμμεσα τον σπόρο με τη διδασκαλία Του αυτή. Διότι η εντολή: «Μακάριοι ο πτωχο τ πνεύματι (:μακάριοι και τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι που συναισθάνονται ταπεινά την πνευματική τους φτώχεια και την εξάρτηση ολόκληρου του εαυτού τους από τον Θεό, διότι είναι δική τους η βασιλεία των ουρανών)»[Ματθ.5,3] ισοδυναμεί με την εντολή: «Να μην οργίζεστε». Και η εντολή: «Μακάριοι ο καθαροί τ καρδί(:Μακάριοι είναι εκείνοι που έχουν την καρδιά τους καθαρή από κάθε μολυσμό αμαρτίας)» ισοδυναμεί με την εντολή: «Να μη στρέψεις το βλέμμα σου προς γυναίκα με πόθο σαρκικό». Και η εντολή να μη συγκεντρώνουμε θησαυρούς επί της γης ισοδυναμεί με το «μακάριοι ο λεήμονες(:Μακάριοι είναι οι ευσπλαχνικοί και επιεικείς, που συμπονούν τους συνανθρώπους τους στη δυστυχία τους, διότι αυτοί θα ελεηθούν από τον Θεό την ημέρα της κρίσεως)»[Ματθ.5,7].

Αντιστοίχως, οι εντολές να πενθούμε, να καταδιωκόμαστε, να υβριζόμαστε, ισοδυναμούν με την εντολή να περνούμε από τη στενή πύλη· και η εντολή να πεινούμε και να διψούμε τη δικαιοσύνη δεν σημαίνει τίποτε άλλο, παρά εκείνο που λέγει στη συνέχεια: «Πάντα ον σα ν θέλητε να ποισιν μν ο νθρωποι, οτω κα μες ποιτε ατος· οτος γάρ στιν νόμος κα ο προφται(:και για να συγκεφαλαιώσω λοιπόν όλα όσα προηγουμένως σας είπα, σας προσθέτω: Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άνθρωποι, τα ίδια να κάνετε και εσείς σε αυτούς· διότι αυτός είναι ουσιαστικά και συνοπτικά ο νόμος και οι προφήτες, το να αγαπάτε δηλαδή τον διπλανό σας σαν τον εαυτό σας)»[Ματθ.7,12].

Kaι όταν μακάρισε τον ειρηνοποιό, είπε πάλι το ίδιο σχεδόν με τις εντολές που έδωσε να αφήσουμε το δώρο μας κοντά στο θυσιαστήριο και να τρέξουμε να συμφιλιωθούμε με εκείνον που αδικήσαμε κα να είμαστε επιεικείς προς τους αντιπάλους μας. Αλλά εκεί καθόρισε την αμοιβή εκείνων που εκτελούν τις εντολές, εδώ όμως την τιμωρία εκείνων που τις παραβαίνουν. Για τον λόγο αυτόν έλεγε εκεί ότι, όσοι διακρίνονται για την αυτοκυριαρχία τους, θα λάβουν ως κληρονομία τη γη της επαγγελίας, εδώ όμως ότι, όποιος υβρίσει τον αδελφό του, θα τιμωρηθεί με την αιώνια κόλαση. Έλεγε ακόμη εκεί ότι οι αναμάρτητοι θα δουν τον Θεό. Εδώ πάλι λέγει ότι είναι τέλειος μοιχός, όποιος απλώς κοιτάξει με πονηρία μια γυναίκα. Και ενώ εκεί χαρακτήρισε τους ειρηνοποιούς ‘’παιδιά του Θεού’’, εδώ αντιθέτως φοβερίζει με τα εξής λόγια: «Μήποτέ σε παραδ ντίδικος τ κριτ».

Το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που πενθούν για τις αμαρτίες τους και καταδιώκονται για την αρετή τους, που τους μακαρίζει πρώτα και έπειτα προσπαθεί να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα και τους απειλεί με αφανισμό αν δεν ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο· διότι λέγει ότι όσοι βαδίζουν στην ευρεία λεωφόρο, καταστρέφονται μέσα σε αυτήν. Και η εντολή «Οδες δύναται δυσ κυρίοις δουλεύειν· γρ τν να μισήσει κα τν τερον γαπήσει, νς νθέξεται κα το τέρου καταφρονήσει. ο δύνασθε Θε δουλεύειν κα μαμων(:Μην απατάτε τον εαυτό σας με την ιδέα ότι είναι δυνατόν να θησαυρίζει κανείς και στη γη και ταυτόχρονα να είναι προσκολλημένος και στο Θεό. Κανείς δεν μπορεί να είναι συγχρόνως δούλος σε δύο κυρίους· διότι ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε συγχρόνως δούλοι και του Θεού και του μαμωνά, δηλαδή του πλούτου. Ή θα μισήσετε τον πλούτο για να αγαπήσετε τον Θεό, ή θα προσκολληθείτε στον πλούτο και θα περιφρονήσετε τότε τον Θεό)»[Ματθ.6,24], νομίζω ότι ισοδυναμεί με την εντολή «μακάριοι ο λεήμονες(:μακάριοι είναι οι ευσπλαχνικοί και επιεικείς, που συμπονούν τους συνανθρώπους τους στη δυστυχία τους, διότι αυτοί θα ελεηθούν από τον Θεό την ημέρα της κρίσεως)»[Ματθ.5,7] και «ο πεινντες κα διψντες τν δικαιοσύνην(:Μακάριοι είναι εκείνοι που με σφοδρό εσωτερικό πόθο σαν πεινασμένοι και διψασμένοι επιθυμούν τη δικαιοσύνη και την τελειότητα, διότι αυτοί θα χορτάσουν, καθώς θα ικανοποιηθούν πλήρως οι πόθοι τους[Ματθ. 5,6].

Επειδή, ωστόσο, πρόκειται να μιλήσει καθαρότερα, όπως είπα και παραπάνω, και όχι μόνο καθαρότερα, αλλά να προσθέσει και άλλα ακόμη (διότι π.χ. δεν ζητεί απλώς να είμαστε ελεήμονες, αλλά αξιώνει να προσφέρουμε ακόμη και τα ενδύματά μας, ούτε να είμαστε απλώς ήρεμοι, αλλά να στρέφουμε και το άλλο μάγουλο σε όποιον θέλει να μας κτυπήσει), φροντίζει να απαλείψει εκ των προτέρων τη γνώμη ότι καταπολεμεί τον μωσαϊκό νόμο. Για τον λόγο αυτόν, όπως είπα και παραπάνω, δεν το λέγει μία φορά, αλλά και δεύτερη. Αφού είπε δηλαδή: «Μ νομίσητε τι λθον καταλσαι τν νόμον(:Μη νομίσετε ότι ήλθα να καταργήσω και να ακυρώσω τον ηθικό νόμο του Μωυσή ή την ηθική διδασκαλία των προφητών)», πρόσθεσε: «λλ πληρσαι(:δεν ήλθα να τα καταργήσω αυτά, αλλά να τα συμπληρώσω και να σας τα παραδώσω τέλεια)»[Ματθ.5,17].

«μν γρ λέγω μν, ως ν παρέλθ ορανς κα γ, ἰῶτα ν μία κεραία ο μ παρέλθ π το νόμου ως ν πάντα γένηται(:διότι αληθινά σας λέω και με κάθε επισημότητα σας διαβεβαιώνω ότι όσο παραμένει και δεν καταστρέφεται ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ή ένα κόμμα, ούτε δηλαδή η πιο μικρή από τις εντολές δεν θα παραπέσει από τον Νόμο και δεν θα χάσει το κύρος της, μέχρι να επαληθευτούν και να εκπληρωθούν όλα όσα διατάζει ο Νόμος˙ και θα εκπληρωθούν με τα γεγονότα της ζωής μου όσα λέχθηκαν προφητικώς, αλλά και με τη ζωή των γνήσιων μαθητών μου, οι οποίοι θα τηρούν αυτά με ακρίβεια)»[Ματθ.5,18].

Εκείνο που εννοεί είναι το εξής: «Είναι αδύνατον να μείνουν ανεκτέλεστα αυτά, αλλά θα εφαρμοστούν και οι μικρότερες λεπτομέρειες του νόμου». Τούτο ακριβώς εφάρμοσε ο Ίδιος, αφού μάλιστα τον συμπλήρωσε με κάθε λεπτομέρεια. Εδώ μάλιστα μας γνωστοποιεί εμμέσως και ότι θα αλλάξει μορφή ο κόσμος όλος. Και δεν το αναφέρει αυτό άνευ λόγου, αλλά για να παρακινήσει τον ακροατή και να του αποδείξει ότι ορθώς εισηγείται νέο τρόπο ζωής, αφού βεβαίως πρόκειται να μεταβληθεί προς το καλύτερο όλη η κτίση και να προσκληθεί το ανθρώπινο γένος σε άλλη πατρίδα και να προετοιμαστεί για ηθικότερη ζωή.

«ς ἐὰν ον λύσ μίαν τν ντολν τούτων τν λαχίστων κα διδάξ οτω τος νθρώπους, λάχιστος κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν(:αφού λοιπόν οι εντολές έχουν κύρος και ισχύ ακατάλυτη, οποιοσδήποτε παραβεί μία κι από εκείνες ακόμη τις εντολές μου που φαίνονται πολύ μικρές και διδάξει έτσι τους ανθρώπους, να τις θεωρούν δηλαδή μικρές κι ασήμαντες, θα κηρυχθεί ελάχιστος και τελευταίος στη βασιλεία των ουρανών[Ματθ.5,19].

Αφού δηλαδή, απάλλαξε τον εαυτό Του από την υποψία ως προς τον μωσαϊκό νόμο και αποστόμωσε εκείνους που ήθελαν να έχουν διαφορετική γνώμη, τότε πλέον εκφοβίζει και καθορίζει μεγάλη απειλή για την τήρηση της μελλοντικής νομοθεσίας. Ότι βέβαια δεν το είπε αυτό για τους νόμους της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά υπέρ εκείνων, τους οποίους ο Ίδιος σκόπευε να νομοθετήσει, άκουσε τα ακόλουθα: «λέγω γρ μν τι ἐὰν μ περισσεύσ δικαιοσύνη μν πλεον τν γραμματέων κα Φαρισαίων, ο μ εσέλθητε ες τν βασιλείαν τν ορανν(:διότι σας λέω ότι εάν η αρετή σας δεν υπερτερήσει και δεν ξεπεράσει κατά πολύ την εξωτερική αρετή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών)»[Ματθ.5,20]. Εάν όμως διετύπωνε τις απειλές για τους παλαιούς νόμους, τότε γιατί έλεγε «εάν δεν περισσεύσει»; Διότι εκείνοι οι οποίοι έκαναν τα ίδια με τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, δεν ήταν δυνατόν να είναι ανώτεροι αυτών, όσον αφορά την αρετή. Αλλά ποιο ήταν το περισσό; Το να μην οργίζονται, το να μην κοιτάζουν γυναίκα με ακόλαστο βλέμμα.

Για ποιο λόγο, όμως, ονόμασε αυτές τις εντολές «ελάχιστες», μολονότι είναι τόσο σπουδαίες και υψηλές; Επειδή επρόκειτο να εισαγάγει τη νομοθεσία ο Ίδιος. Όπως ακριβώς, δηλαδή, ταπείνωσε τον εαυτό Του και σε πολλές περιπτώσεις μίλησε με μετριοφροσύνη για το άτομό Του, κατά τον ίδιο τρόπο ομιλεί και για τη νομοθεσία Του, διδάσκοντάς μας και με αυτό να είμαστε πάντοτε μετριόφρονες. Εξάλλου, επειδή υπήρχε και κάποια υποψία ότι καινοτομεί, χρησιμοποιεί χαμηλό ύφος στον λόγο Του.

Όταν όμως ακούσεις ότι κάποιος θα ονομαστεί «ελάχιστος» στη βασιλεία των ουρανών να μη σκέπτεσαι τίποτε άλλο, παρά γέενα και κόλαση· διότι «Βασιλεία» συνηθίζει να ονομάζει όχι μόνο την απόλαυση των αγαθών, αλλά και τον καιρό της αναστάσεως και τη φοβερή εκείνη παρουσία Του· επειδή πώς θα ήταν λογικό, εκείνος μεν, που είπε τον αδελφό του μωρό και παραβίασε την εντολή, να καταδικαστεί στη γέενα

[Ματθ.5,22: «γ δ λέγω μν τι πς ργιζόμενος τ δελφ ατο εκ νοχος σται τ κρίσει· ς δ᾿ ν επ τ δελφ ατο ακά, νοχος σται τ συνεδρί· ς δ᾿ ν επ μωρέ, νοχος σται ες τν γέενναν το πυρός(:εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας που οργίζεται αδίκως και χωρίς σοβαρό πνευματικό λόγο εναντίον του αδελφού του, έχει την ίδια ενοχή, όπως εκείνος που δικάζεται για φόνο στο επταμελές συνέδριο. Εκείνος επίσης που θα υβρίσει τον αδελφό του και θα του πει με περιφρόνηση “ανόητε, τιποτένιε”, είναι ένοχος εγκλήματος βαρύτερου, από εκείνα που δικάζει το μεγάλο συνέδριο, το ανώτατο δηλαδή δικαστήριο των Εβραίων. Και εκείνος που θα πει με μίσος στον αδελφό του “άμυαλε, τρελέ”, είναι βαρύτατα ένοχος και άξιος να τιμωρηθεί με την στον Άδη γέενα του πυρός)»], ενώ εκείνος που παραβίασε όλες τις εντολές και παρέσυρε και άλλους στην παρανομία αυτή, να βρίσκεται στη Βασιλεία;

Δεν εννοεί αυτό, λοιπόν, αλλά ότι κατά τον καιρό εκείνο της κρίσεως θα είναι ελάχιστος, δηλαδή παραπεταμένος, τελευταίος. Και ο τελευταίος οπωσδήποτε, τότε θα ριφθεί στη γέενα· διότι επειδή ήταν Θεός γνώριζε εκ των προτέρων τη ραθυμία των πολλών και ότι μερικοί θα νόμιζαν ότι οι λόγοι Του ήταν υπερβολικοί και συλλογιζόμενοι τους νόμους θα έλεγαν: «Εάν λοιπόν αποκαλέσει κάποιος τον συνάνθρωπό του ‘’ανόητο’’, τιμωρείται; Εάν πάλι κανείς κοιτάξει μόνο μία γυναίκα, γίνεται μοιχός;». Για τον λόγο αυτόν λοιπόν, καταργώντας εκ των προτέρων την αδιαφορία αυτήν, διετύπωσε μεγάλη απειλή και για τους δύο, δηλαδή, και για τους παραβάτες των εντολών Του και για όσους παρασύρουν και άλλους στην παράβαση αυτήν. Συνεπώς, αφού γνωρίζουμε την απειλή, ούτε οι ίδιοι να παραβαίνουμε τις εντολές του Κυρίου, ούτε να παρωθούμε προς την αδιαφορία εκείνους, που επιθυμούν να τις εφαρμόζουν.

«ς δ᾿ ν ποιήσ κα διδάξ, οτος μέγας κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν(:εκείνος όμως που θα εφαρμόσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές και θα διδάξει και τους άλλους να τις τηρούν, αυτός θα ανακηρυχτεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών. Και αυτές λοιπόν τις εντολές που οι γραμματείς και οι Φαρισαίοι παραμερίζουν με τις ανθρώπινες παραδόσεις τους, πρέπει να τις προσέχετε και να τις εφαρμόζετε[Ματθ.5,19].

Δεν είναι επομένως αρκετό να είμαστε χρήσιμοι στους εαυτούς μας μόνο, αλλά πρέπει να ωφελούμε και τους άλλους· διότι ο μισθός εκείνου που αρκείται στην προσωπική του αρετή, δεν είναι ίσος προς τον μισθό εκείνου που εκτός της δικής του αρετής καθιστά και άλλον ενάρετο. Όπως ακριβώς, δηλαδή, η διδασκαλία, που δεν ακολουθείται από την εφαρμογή των όσων λέγονται, καταδικάζει τον διδάσκαλο[βλ. Ρωμ.2,21: « ον διδάσκων τερον σεαυτν ο διδάσκεις;(:εσύ λοιπόν που διδάσκεις τον άλλο, δεν διδάσκεις καλύτερα τον εαυτό σου; Εσύ που κηρύττεις στους άλλους να μην κλέβουν, κλέβεις;)»], έτσι και η εφαρμογή των εντολών, χωρίς την καθοδήγηση και άλλων προς την αρετή, ελαττώνει την αμοιβή. Πρέπει λοιπόν και στα δύο να είναι κανείς τέλειος και αφού κατά πρώτον εκπληρώσει ο ίδιος τις εντολές, τότε να προχωρήσει στη φροντίδα των άλλων· διότι για τον λόγο αυτό και ο Ιησούς έθεσε την εφαρμογή των εντολών από εμάς τους ίδιους πρώτα πριν από τη διδασκαλία τους στους άλλους από εμάς, για να δείξει ότι έτσι προπάντων θα μπορέσει να φέρει σε πέρας το διδακτικό έργο και κατ΄ουδένα τρόπο διαφορετικά.

Διότι θα ακούσει: «Πάντως ρετέ μοι τν παραβολν ταύτην· ατρέ, θεράπευσον σεαυτόν· σα κούσαμεν γενόμενα ν τ Καπερναούμ, ποίησον κα δε ν τ πατρίδι σου(:οπωσδήποτε θα μου πείτε την παροιμία αυτή: Γιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου. Υπόσχεσαι να μας θεραπεύσεις από τις αθλιότητές μας. Θεράπευσε την ασημότητά σου και στήριξε τη θέση και το κύρος σου πρώτα στην πατρίδα σου. Κάνε κι εδώ όσα θαύματα ακούσαμε ότι έκανες στην Καπερναούμ)» [Λουκ. 4,23]. Πραγματικά, όποιος δεν μπορέσει να διδάξει τον εαυτό του και επιχειρεί να διορθώσει τους άλλους, αυτός θα έχει πολλούς που θα τον διακωμωδήσουν. Μάλλον, όμως, ούτε να διδάξει θα κατορθώσει ο άνθρωπος, επειδή θα του αντιστρατεύονται τα έργα του. Εάν όμως είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος και από τις δύο απόψεις[δηλαδή και εφαρμόζει τις εντολές και τις διδάσκει και σε άλλους], «οτος μέγας κληθήσεται ν τ βασιλεί τν ορανν».

«Λέγω γρ μν τι ἐὰν μ περισσεύσ δικαιοσύνη μν πλεον τν γραμματέων κα Φαρισαίων, ο μ εσέλθητε ες τν βασιλείαν τν ορανν(:διότι σας λέω ότι εάν η αρετή σας δεν υπερτερήσει και δεν ξεπεράσει κατά πολύ την εξωτερική αρετή των γραμματέων και Φαρισαίων, δεν θα εισέλθετε στη βασιλεία των ουρανών)» [Ματθ.5,20],στην προκειμένη περίπτωση «δικαιοσύνη» ονομάζει την αρετή εν γένει, όπως έλεγε και όταν έκανε λόγο για τον Ιώβ: «νθρωπος τις ν ν χώρ τ Ασίτιδι, νομα ώβ, κα ν νθρωπος κενος ληθινός, μεμπτος, δίκαιος, θεοσεβής, πεχόμενος π παντς πονηρο πράγματος(:στην Αυσίτιδα χώρα ζούσε ένας άνθρωπος ο οποίος ονομαζόταν Ιώβ. Ήταν ευθύς και έντιμος, άμεμπτος, δίκαιος απέναντι όλων, ευσεβής προς τον Θεό, απέφευγε κάθε πονηρό πράγμα, κάθε αμαρτωλή πράξη)»[Ιώβ, 1,1].

Σύμφωνα με αυτήν τη σημασία της λέξεως, ονόμασε και ο Παύλος «δίκαιο» εκείνον, για τον οποίο έλεγε ότι δεν ισχύει ο νόμος: «Εδς τοτο, τι δικαίῳ νμος ο κεται, νμοις δ κα νυποτκτοις, σεβσι κα μαρτωλος, νοσοις κα βεβλοις, πατρολαις κα μητρολαις, νδροφνοις(:ας γνωρίζει λοιπόν αυτό όποιος χρησιμοποιεί τον μωσαϊκό νόμο, ότι δηλαδή ο νόμος δεν ορίστηκε ούτε είναι αναγκαίος για τον δίκαιο· διότι αυτός έχει οδηγό του τον έμφυτο ηθικό νόμο, που φυσικά είναι γραμμένος στην καρδιά του. Ο νόμος ορίστηκε για τους άνομους και τους ανυπότακτους, για τους ασεβείς και αμαρτωλούς, για εκείνους που δεν έχουν ιερό και όσιο και βεβηλώνουν τα πάντα, για όσους κακοποιούν και σκοτώνουν τον πατέρα τους και τη μητέρα τους, για τους φονιάδες)»[Α΄Τιμ.1,9], λέγει. Και σε πολλές άλλες περιπτώσεις θα συναντήσει κανείς τη λέξη «δικαιοσύνη» να χρησιμοποιείται προς δήλωση της καθόλου αρετής.

Εσύ όμως πρόσεξε την πρόοδο της χάριτος, όταν τους νεοφώτιστους μαθητές Του, θέλει να είναι ανώτεροι από τους διδασκάλους της Παλαιάς Διαθήκης· διότι εδώ τους Γραμματείς και Φαρισαίους δεν ανέφερε απλώς ως παρανόμους, αλλά με την έννοια των εναρέτων, καθόσον, εάν δεν ήσαν ενάρετοι, δεν θα έλεγε ότι έχουν δικαιοσύνη, ούτε θα συνέκρινε την ανύπαρκτη δικαιοσύνη προς την υπάρχουσα.

Πρόσεξε ακόμη εδώ με ποιο τρόπο συνιστά την Παλαιά Διαθήκη, αφού συγκρίνει αυτήν προς την Καινή, πράγμα το οποίο αποδεικνύει ότι αυτή είναι ομόφυλος και συγγενής προς εκείνη, διότι και το ανώτερο και το κατώτερο είναι του ίδιου γένους. Δεν διαβάλλει, λοιπόν, την Παλαιά Διαθήκη, αλλά επιθυμεί να επιταθεί αυτή. Εάν όμως ήταν πονηρή, δεν θα ζητούσε το ανώτερο από αυτήν, ούτε θα τη διόρθωνε, αλλά θα την απέρριπτε τελείως. «Και γιατί, αφού είναι τέτοια», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος, «δεν έχει τη δύναμη να εισάγει τους ανθρώπους που την εφαρμόζουν στη Βασιλεία των ουρανών;». Τώρα δεν εισάγει ασφαλώς όλους εκείνους που έζησαν σύμφωνα με αυτήν.

Πραγματικά, λέγει ότι «λέγω δ μν τι πολλο π νατολν κα δυσμν ξουσι κα νακλιθήσονται μετ βραμ κα σακ κα ακβ ν τ βασιλεί τν ορανν(: σας διαβεβαιώνω λοιπόν ότι πολλοί σαν τον εκατόνταρχο θα έλθουν από ανατολή και δύση, απ’ όλα τα μέρη του κόσμου, και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο ευφρόσυνο δείπνο της βασιλείας των ουρανών)»[Ματθ.8,11]. Και ο φτωχός Λάζαρος, που απολαμβάνει τα μεγάλα έπαθλα, φαίνεται να διατρέφεται στους κόλπους του Αβραάμ «κα π πσι τούτοις μεταξ μν κα μν χάσμα μέγα στήρικται, πως ο θέλοντες διαβναι νθεν πρς μς μ δύνωνται, μηδ ο κεθεν πρς μς διαπερσιν (:και εκτός απ’ όλα αυτά υπάρχει ανάμεσα σε μας και σε σας μεγάλο χάσμα, ώστε πολλοί που θέλουν να διαβούν από εδώ σε σας να μην μπορούν, αλλά ούτε κι όσοι είναι από εκεί να μπορούν να περάσουν απέναντι σε μας)»[βλ. Λουκά 16,26]. Και όλοι εκείνοι οι οποίοι διακρίθηκαν υπερβολικά στην Παλαιά Διαθήκη έλαμψαν όλοι τους με την εφαρμογή της. Όμως και ο Χριστός εάν η Παλαιά Διαθήκη ήταν κακή και ξένη προς Αυτόν, δεν θα την εφάρμοζε στο σύνολό της, όταν ήλθε. Εάν όμως το έκανε αυτό μόνο για να προσελκύσει τους Ιουδαίους και όχι για να δείξει ότι η Παλαιά Διαθήκη είναι συγγενής και σύμφωνη προς την Καινή, τότε για ποιον λόγο δεν τηρούσε και τους νόμους και τις συνήθειες των ειδωλολατρών, για να προσελκύσει και τους ειδωλολάτρες;

Συνεπώς, είναι φανερό από πάσης απόψεως ότι όχι επειδή είναι πονηρά η Παλαιά Διαθήκη δεν εισάγει στη βασιλεία των ουρανών όσους την τηρούν, αλλά επειδή είναι καιρός για υψηλότερες εντολές. Το γεγονός επίσης ότι είναι πιο ατελής από την Καινή, δεν αποδεικνύει ούτε αυτό ότι είναι πονηρή, επειδή σύμφωνα με τη σκέψη αυτήν, θα πάθει το ίδιο ακριβώς και η Καινή· διότι πραγματικά η γνώση την οποία προσφέρει αυτή,όταν συγκριθεί προς τη μελλοντική, αποδεικνύεται μερική και ατελής και θα καταργηθεί, όταν έλθει εκείνη[βλ. Α΄Κορ. 13,10: «ταν δ λθ τ τέλειον, τότε τ κ μέρους καταργηθήσεται(:όταν όμως στην άλλη ζωή έλθει το τέλειο και μας δοθεί η τέλεια γνώση, τότε το μερικό και ατελές θα καταργηθεί)»], πράγμα το οποίο έπαθε ακριβώς και η Παλαιά από την Καινή Διαθήκη. Αλλά όμως εξαιτίας αυτού δεν κατηγορούμε αυτήν, μολονότι και αυτή παραθεωρείται, όταν επιτύχουμε τη βασιλεία· «διότι τότε το μερικό θα καταργηθεί», λέγει. Αλλά υποστηρίζουμε ότι είναι μεγάλη.

Αφού λοιπόν τα έπαθλα είναι μεγαλύτερα και πλουσιότερη η δύναμη, την οποία δίνει ο Πατήρ, κατά φυσική ακολουθία απαιτεί και μεγαλύτερους αγώνες. Πραγματικά δεν υπόσχεται πλέον γη ρέουσα γάλα και μέλι, ούτε γήρας ζωηρό, ούτε πολλά τέκνα, ούτε σίτο και οίνο, και κοπάδια και αγέλες, αλλά προσφέρει τον ουρανό και τα αγαθά του ουρανού, την υιοθεσία, την αδελφότητα προς τον Μονογενή Υιό, τη συμμετοχή στην κληρονομία και το δικαίωμα να συνδοξαστούμε και να συμβασιλεύσουμε και τα αναρίθμητα εκείνα βραβεία.

Σχετικά επίσης με το ότι λάβαμε μεγαλύτερη βοήθεια εκ μέρους του Θεού, άκουσε τον Παύλο τι λέγει: «Οδν ρα νν κατάκριμα τος ν Χριστ ησο μ κατ σάρκα περιπατοσιν, λλ κατ πνεμα. γρ νόμος το πνεύματος τς ζως ν Χριστ</