Αυγουστίνος Καντιώτης



Μεγαλη Πεμπτη βραδυ: Η αρνησι – «Ουκ οιδα τον ανθρωπον» (Ματθ. 26,72)

date Απρ 21st, 2022 | filed Filed under: ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΘ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2465

Μεγάλη Πέμπτη 3ο εὐαγγ. (Ματθ. 26,57-75)
21 Ἀπριλίου 2022 βράδυ
Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιωτου

Ἡ αρνησι

«Ουκ οιδα τον ανθρωπον» (Ματθ. 26,72)

Ο ΝΥΜΦΙΟΣ ΕΚ.ιστ.
Ἦταν ἆραγε εὔκολη ἡ σύλληψι; Μήπως ὁ Ἰησοῦς μὲ κάποιο θαῦμα τοὺς τ᾽ ἀνατρέψῃ ὅλα, καὶ μετὰ ὁ λαὸς μαθαίνοντας τί ἔγινε βάλῃ φωτιὰ καὶ τοὺς κάψῃ;… Ἀλλὰ νά, ἀκοῦνε τώρα θόρυβο, βλέπουν φῶτα κ᾽ ἕνας ὑπηρέτης φέρνει τὴν εἴδησι· Ὁ Ἰησοῦς συνελήφθη καὶ τὸν φέρνουν! Ἀνάβονται φῶτα στὰ δύο ἀρχιερατικὰ μέγαρα, ποὺ εἶνε στὸ ἴδιο τετράγωνο κ᾽ ἔχουν κοινὴ αὐλή. Νιώθουν μιὰ ἄγρια χαρὰ καὶ οἱ δυό τους λὲς κ᾽ εἶνε τίγρεις. Πλησιάζει τώρα ἡ σπεῖρα μὲ τὸν ὄχλο, ἀντηχοῦν κραυγές.

Ἡ σιδερόπορτα ἀνοίγει, μπαίνουν οἱ στρατιῶτες, φέρνουν δεμένο τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν παραδίδουν πρῶτα στὸν Ἄννα. Μπαίνει μαζὶ κι ὁ Ἰωάννης, ποὺ ἦταν γνωστὸς στὸν ἀρχιερέα. Ὁ Πέτρος ἔμεινε ἔξω. Καὶ μακάρι ἐκεῖ νά ᾽μενε, γιατὶ δὲν θὰ ἔπεφτε στὸ βαρὺ ἁμάρτημα. Ἀλλά, τολμηρὸς ὅπως ἦταν, ἤθελε νὰ παρακολουθήσῃ τὴ δίκη. Μὲ τὴ μεσολάβησι τοῦ Ἰωάννου μπαίνει κι αὐτός. Μπαίνει ὅμως σὲ στάδιο ἀγῶνος, ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ ἔβγαινε νικημένος οἰκτρά.
Ἦταν νύχτα, τὸ κρύο ἔτσουζε, καὶ στὴν αὐλὴ οἱ ὑπηρέτες εἶχαν ἀνάψει φωτιὰ νὰ ζεσταθοῦν. Ὅλοι ἦταν εὐχαριστημένοι γιὰ τὴν ἐπιτυχία τους, ἕνας μόνο φαινόταν λυπημένος· ὁ Πέτρος. Δὲν ἀπομακρυνόταν τοὐλάχιστον σὲ μιὰ γωνιὰ νὰ μὴ φαίνεται; Εἶχε πλησιάσει στὴ φωτιά, στὴ λάμψι της ἡ θλῖψι του ἦταν φανερὴ καὶ προκάλεσε τὴν περιέργεια. Μιὰ ὑπηρέτρια πλησιάζει καὶ τοῦ λέει· –Κ᾽ ἐσὺ ἤσουν μὲ τὸν Ἰησοῦ τὸν Γαλιλαῖο. Φοβερὴ στιγμή. Τί θὰ κάνῃ τώρα ὁ Πέτρος; θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι εἶνε δικός του ἀδιαφορώντας γιὰ τὶς συνέπειες; Αὐτὸ θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ αὐτὸν ποὺ πρὸ ὀλίγου εἶχε διαβεβαιώσει «Εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ δὲ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι» (Ματθ. 26,33). Καὶ ὅμως δὲν ὡμολόγησε τὸν Ἰησοῦ· τὸν ἀρνήθηκε. «Οὐκ οἶδα τί λέγεις;» (ἔ.ἀ. 26,70), δὲν ξέρω τί μοῦ λές, τῆς ἀπάντησε. Κ᾽ ἔτσι ἄρχισε ὁ κατήφορος. Μόλις ἄνοιξε τὸ στόμα ἡ προφορά του τὸν πρόδωσε ὅτι εἶνε Γαλιλαῖος· καὶ τὸν περικύκλωσαν. «Ἀληθῶς καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ ἡ λαλιά σου δῆλόν σε ποιεῖ» (ἔ.ἀ. 26,73). Τέλος κάποιος ὑπηρέτης συγγενὴς τοῦ Μάλχου, πλησίασε τὸν Πέτρο, τὸν κοίταξε καλὰ καὶ τοῦ εἶπε· «Οὐκ ἐγώ σε εἶδον ἐν τῷ κήπῳ μετ᾽ αὐτοῦ;» (Ἰω. 18,26). Καὶ πάλι ὁ Πέτρος ἀρνήθηκε. Καὶ μόνο αὐτό; Ἀρνήθηκε μὲ ὅρκο κι ἀναθεματισμούς, καταρώμενος τὸν ἑαυτό του (βλ. Ματ. 26,74).

* * *

Πόσο διαφορετικὴ στάσι θὰ περίμενε κανεὶς ἀπὸ τὸν θερμὸ Πέτρο! Θά ᾽πρεπε νὰ τοὺς πῇ θαρρετά· Ναί, εἶμαι μαθητής του – τιμὴ καὶ καύχημά μου· κ᾽ εἶνε ἀθῷος, ἀναμάρτητος· εἶνε ὁ Κύριος καὶ Θεός μου… Ἀντὶ λιοντάρι ὅμως βλέπει κανεὶς τώρα ἕνα λαγό, ἀντὶ μαθητοῦ ἕναν ἀρνητή. Ὁ Πέτρος ἔπεσε πολὺ χαμηλά· πρῶτον ἀρνήθηκε, δεύτερον ἀρνήθηκε μπροστὰ σὲ μιὰ ὑπηρέτρια, τρίτον ἀρνήθηκε τρεῖς φορές, τέταρτον ἀρνήθηκε μέσα σὲ λίγη ὥρα, πέμπτον ἀρνήθηκε μὲ ὅρκο, ἕκτον ἀρνήθηκε μὲ ἀναθεματισμοὺς καταρώμενος τὸν ἑαυτό του, ἕβδομον δὲν τὸ συναισθάνθηκε ἀμέσως ἀλλὰ χρειάστηκε γι᾽ αὐτὸ τὸ λάλημα τοῦ πετεινοῦ καὶ τὸ βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ὄγδοον δὲν ἔκλαψε μπροστὰ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἀρνήθηκε, γιὰ νὰ μὴ φανερωθῇ ποιός εἶνε, ἀλλὰ βγῆκε ἔξω. Ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τὸν κυρίευαν.
«Ὤ τῶν πραγμάτων!», τί γεγονότα εἶν᾽ αὐτά, λέει κάποια ὁμιλία ποὺ ἀποδίδεται στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο (Migne 59,617). Αὐτός, ποὺ ὅταν συνέλαβαν τὸν Ἰησοῦ ἀγανάκτησε τόσο ὥστε νὰ κόψῃ τὸ αὐτὶ τοῦ Μάλχου, τώρα, ποὺ ὁ Χριστὸς βρίσκεται σὲ πολὺ πιὸ δύσκολη θέσι κ᾽ εἶνε ἀνάγκη κάποιος νὰ τὸν ὑπερασπισθῇ, πῶς ὁ Πέτρος σιωπᾷ; Ἂς ποῦμε κ᾽ ἐμεῖς «Ὤ τῶν πραγμάτων!», τί παράδοξα πράγματα!
Γιατί ἔπεσε ὁ Πέτρος; Μία λύσι ὑπάρχει· τὸ θλιβερὸ γεγονὸς ἦταν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ.
Ὑπερηφανεύτηκε, νόμισε πὼς εἶνε δυνατός, ἔμεινε χωρὶς τὴν ἐνίσχυσι τῆς προσευχῆς ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης (βλ. Πνευμ. γυμν., ἔκδ. Σχοινᾶ, Βόλος 1961, σ. 234). Γι᾽ αὐτὸ ἀφέθηκε μόνος του, γιὰ νὰ γνωρίσῃ τὸν ἑαυτό του ποὺ τὸν ἀγνοοῦσε. Μὲ τὴν πτῶσι ἔμαθε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μόνος του εἶνε μηδέν. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος ἔλεγε· Ὅ,τι καλὸ βλέπετε σ᾽ ἐμένα, εἶνε τοῦ Θεοῦ· ὅ,τι κακό, εἶνε δικό μου. Ὁ Πέτρος, ὅταν στηρίχθηκε μόνο στὶς δυνάμεις του, ἔπεσε οἰκτρά· ὁ ἴδιος ὅμως ἔπειτα, ὅταν τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐνδύθηκε «δύναμιν ἐξ ὕψους» (Λουκ. 24,49· βλ. Πράξ. 1,8), ἀνέβηκε σὲ τέτοιο ὕψος, ὥστε βλέποντας κανεὶς τὴν τεράστια μεταβολὴ σ᾽ αὐτὸν καὶ στοὺς ἄλλους μαθητὰς νὰ λέῃ μαζὶ μὲ τὸν ψαλμῳδό· «Αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου» (Ψαλμ. 76,11).
Ἄλλος λόγος γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς παραχώρησε νὰ πέσῃ ὁ Πέτρος εἶνε, γιὰ νὰ μένῃ σὲ ταπεινοφροσύνη – λένε ὅτι στὸ ἑξῆς ὅσες φορὲς ἄκουγε λάλημα πετεινοῦ δάκρυζε. Παρὰ λίγο θὰ κολαζόταν, θὰ ἔχανε τὴν αἰωνιότητα· ἀλλὰ ὁ Κύριος «ἐδεήθη περὶ αὐτοῦ» καὶ ἔτσι δὲν ἔχασε τὴν πίστι του (Λουκ. 22,32). Πῶς νὰ μὴν εὐγνωμονῇ τὸν Κύριο γιὰ τὴ σωτηρία του;
Καὶ πῶς μετὰ νὰ μὴν εἶνε συμπαθὴς στοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ παρασυρόμενοι ἀπὸ βίαια πάθη ἔπεφταν σὲ ἁμαρτήματα σοβαρά; Ἕνας «δίκαιος» φαρισαῖος θὰ τοὺς καταδίκαζε καὶ θὰ τοὺς βύθιζε σὲ ἀπόγνωσι· ὁ Πέτρος τοὺς ἔδειχνε κατανόησι καὶ συμπάθεια. Πόσες φορὲς στὴν ἀποστολική του ζωὴ δὲν θὰ παρηγόρησε ἁμαρτωλοὺς λέγοντας· Μὴν ἀπελπίζεσαι, παιδί μου, κ᾽ ἐγὼ ἁμάρτησα πολὺ στὸν Κύριο, κι ὅσες φορὲς τὸ θυμᾶμαι συγκλονίζομαι· ἀλλὰ ἐκεῖνος μὲ συχώρεσε. Κ᾽ ἐσὺ λοιπόν, ἀφοῦ μετανοεῖς καὶ θνηνεῖς γιὰ τὸ ἁμάρτημά σου, ὁ Κύριος θὰ σὲ συχωρέσῃ· εὐχαρίστησε καὶ δόξασε τὸ Θεό.
Εἶχε ἀγαθὴ προαίρεσι ὁ Πέτρος. Ἀγαποῦσε κατὰ βάθος τὸ Χριστὸ καὶ γι᾽ αὐτὸ σώθηκε· κι ἀπὸ τὴν πτῶσι του ἐκείνη βγῆκε μὲ ἀνεκτίμητα πνευματικὰ κέρδη, ὅπως εἶνε τὰ τρία αὐτά· ἡ αὐτογνωσία, ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ τὸ εὐσυμπάθητον. Ὤ μυστήρια τοῦ Θεοῦ! Πῶς ἡ θεία χάρις γιὰ τὶς ἐκλεκτὲς ψυχὲς, κι ἀπὸ ἁμαρτήματα στὰ ὁποῖα ἀθέλητα πέφτουν, ξέρει νὰ βγάζῃ πνευματικὰ κέρδη, ὅπως ἀπὸ τὴν κοπριὰ βγαίνουν ἄνθη εὐωδιαστά! Πράγματι «τοῖς ἀγαπῶσι τὸν Θεὸν πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν» (῾Ρωμ. 8,28). Ἀκοῦτε; «Πάντα»· κι αὐτὰ δηλαδὴ τὰ ἁμαρτήματα, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Αὐγουστῖνος. Μόνο πρὸς Θεοῦ, συναμαρτωλὲ ἀδελφέ, μὴ τὸ παρεξηγήσῃς αὐτὸ καὶ πῇς· Ἀφοῦ εἶνε ἔτσι, ἂς ἁμαρτήσω λοιπόν. Ὄχι. Ἡ ἁμαρτία τοῦ Πέτρου δὲν ἦταν ἐσκεμμένη, προμελετημένη· ἦταν ἕνας φοβερὸς ἀνεμοστρόβιλος ποὺ τὸν παρέσυρε. Μελέτησε, σὲ παρακαλῶ, τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου στὸ ῾Ρωμ. 3,5-8.
* * *
Ἂς βγάλουμε κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, διδάγματα ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ Πέτρου.
Ἀπὸ ποιό ὕψος σὲ ποιό βάθος ἔπεσε ὁ ἀπόστολος! Κάποιος κρίνοντας ἐπιπόλαια μπορεῖ νὰ τὸν κατακρίνῃ νομίζοντας ὅτι, ἂν ὁ ἴδιος ἦταν στὴ θέσι του, δὲν θὰ ἀρνιόταν τὸν Κύριο. Εἶνε, βλέπετε, εὔκολο νὰ κάνουμε τὸν ἥρωα μὲ τὰ λόγια. Ζοῦμε σὲ καιρὸ εἰρήνης καὶ δὲν μᾶς ἀπειλεῖ κίνδυνος θανάτου γιὰ τὴν ὁμολογία τῆς πίστεως. Καὶ ὅμως σὲ πόσες περιπτώσεις δὲν προτιμοῦμε τὴ φωνὴ τῆς φιλαυτίας καὶ πνίγουμε τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως ποὺ εἶνε φωνὴ Θεοῦ! Ἐκεῖνος ποὺ στὸ δικαστήριο –γιὰ λίγα λεφτὰ ἢ ἀπὸ φόβο κάποιου ἰσχυροῦ ἢ γιὰ κάποια φιλία ἢ συγγένεια– ψευδορκεῖ, ἐφ᾽ ὅσον ἀρνεῖται τὴν ἀλήθεια, δὲν νομίζετε ὅτι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἐπαναλαμβάνει τὸ «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον» (Ματθ. 26,74); Ἂν δοῦμε τὴ ζωή μας ὑπὸ τὸ πρῖσμα αὐτό, πόσες «μικροαρνήσεις» Χριστοῦ δὲν θὰ διακρίνουμε! καὶ θ᾽ ἀναστενάξουμε γιὰ τὴ δειλία καὶ τὴ φιλαυτία μας, ποὺ μᾶς κάνουν ἀρνητὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας. Κι αὐτὰ σὲ καιρὸ εἰρήνης καὶ δημοκρατίας. Ἀλλ᾽ ἐὰν αὔριο φυσήξῃ ἀνεμοστρόβιλος καὶ ἐπιβληθῇ ἀντίχριστη τυραννίδα καὶ διωγμὸς τῆς πίστεως, τότε θὰ δοῦμε πόσοι θά ᾽νε ἕτοιμοι νὰ θυσιάσουν τὴν καλοπέρασι τοῦ σαρκίου χάριν τοῦ Κυρίου. Πόσοι δὲν θὰ ἐγκαταλείψουν τὶς ἱερὲς συνάξεις καὶ θὰ ὁρκίζωνται πὼς δὲν ἔχουν καμμιά σχέσι μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή! Αὐτὰ δὲν συνέβησαν στοὺς διωγμοὺς τῶν πρώτων αἰώνων; κι ἀποκλείεται νὰ ἐπαναληφθοῦν ἐντονώτερα;
Καὶ οἱ κήρυκες τοῦ εὐαγγελίου θὰ δοκιμάσουν τὸ πικρὸ ποτήρι τῆς ἀρνήσεως. Ὡς ἱεροκήρυκας εἶχα κ᾽ ἐγὼ κάποτε σὲ ἐπαρχία στὸ κατηχητικὸ ἕνα καλὸ μαθητή. Ὅταν μεγάλωσε ζητώντας ἐργασία τὸν ρώτησε κάποιος ἰσχυρὸς ἂν ἔχῃ σχέσι μ᾽ ἐμένα, κι αὐτὸς ἀπήντησε «Δὲν τὸν ξέρω καθόλου». Ἐλεγχόμενος ὅμως κατόπιν ἦρθε καὶ μοῦ εἶπε· –Πάτερ, σὲ ἀρνήθηκα. –Μὴ στενοχωριέσαι, παιδί μου, τοῦ εἶπα· τὸ Χριστὸ νὰ μὴν ἀρνηθῇς. Θ᾽ ἀκούσῃ λοιπὸν κι ὁ ἐργάτης τοῦ εὐαγγελίου τὸ «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον», ἀλλ᾽ ἂς μὴν ἀποκαρδιωθῇ. Στὴ ζωή του ἐπαναλαμβάνει σὲ ἀπειροελάχιστη μικρογραφία τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἔχῃ τέτοιες θλίψεις. Ἂς παίρνῃ δύναμι ἀπὸ τὸ Χριστό. Ἐκεῖνον ἀρνήθηκαν καὶ ἀρνοῦνται τόσοι· τί τὸ παράδοξο λοιπὸν ν᾽ ἀρνηθοῦν καὶ αὐτόν, τὸ σκουλήκι τῆς γῆς;

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Περιληπτικὴ μεταφορὰ μὲ μεταγλώττισι στὴν ὁμιλουμένη σήμερα κεφαλαίου τοῦ βιβλίου «Ἀκολούθει μοι», Ἀθῆναι (1965) 19893, σσ. 287-298. 24-2-2022.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.