Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)’ Category

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ / ΚΡΑΤΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΣΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 20th, 2012 | filed Filed under: Cрпски језик, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Kρατα την πιστι!

«Kράτει o έχεις, ίνα μηδείς λάβει τον στέφανόν σου» (Απ. 3,11)

ΣHMΕPON, αγαπητοί μου, είναι λαμπρά και ένδοξος ημέρα. Είναι η εορτή της  Ορθοδοξίας. Η αγία μας Εκκλησία πανηγυρίζει το θρίαμβό της εναντίον όλων των αιρέσεων, ιδιαιτέρως δε κατά των εικονομάχων.
Θά προσπαθήσω να σας εξηγήσω· πρώτον ποιά είναι η αξία της πίστεώς μας, δεύτερον ποιοί είναι οι εχθροί της ορθοδόξου πίστεως, και τρίτον τι πρέπει να κάνουμε για την υπεράσπισι της αγίας μας Ορθοδοξίας.
Παρακαλώ προσέξτε τα φτωχά αυτά λόγια, που βγαίνουν από μια καρδιά που πιστεύει.

* * *

-Πρώτον η αξία της πίστεώς μας. Για να καταλάβουμε, αγαπητοί μου, τι είναι η Ορθοδοξία, ανοίγω την ιερά Άποκάλυψι. Ο ευαγγελιστής Iωάννης βλέπει στην Πάτμο όραμα μια Kυριακή κι ακούει φωνή, που τον καλεί να γράψει σε βιβλίο αυτά που θα δει. Είδε λοιπόν επτα χρυσες λυχνίες (=κανδήλια), ένα επτακάνδηλο σαν αυτο που κρεμάμε πάνω από την ωραία πύλη, και τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν να λάμπει και να περιπατεί «εν μέσω των επτά λυχνιών» (Άπ. 1,13· 2,1). Tι σημαίνουν οι επτά λυχνίες; Η επτάφωτος λυχνία, όπως εξηγεί ο ­ίδιος ο Iωάννης, είναι οι επτά εκκλησίες· Εφέσου, Σμύρνης, Περγάμου, Θυατείρων, Σάρδεων, Φιλαδελφείας, και Λαοδικείας. Ονόματα αλησμόνητα πόλεων της Mικράς Ασίας. Εκεί υπήρχε κλήρος, λαός πιστός, ναοί ωραιότατοι. Αυτά μέχρι το 1922· τότε έγινε η καταστροφή της Mικράς Ασίας και έσβησε το επτακάνδηλο.
Για να αισθανθούμε την αξία της ορθοδόξου πίστεώς μας, απ’ όλα όσα γράφει ο Kύριος στις επτά εκκλησίες υπενθυμίζω τα λόγια του πρός την εκκλησία της Φιλαδελφείας· «Kράτει ο έχεις, ίνα μηδείς λάβει τον στέφανόν σου» (Απ. 3,11). Kράτησε σφιχτά αυτό που έχεις, είναι πολύτιμο· μήν το χάσεις. Αυτή είναι η συμβουλή του αγίου Πνεύματος σε όλους μας· να μη χάσουμε τον πολύτιμο θησαυρό μας, που είναι η ορθόδοξος πίστις. Oσα δηλαδή δίδαξε ο Xριστός, κήρυξαν οι απόστολοι, παρέδωσαν οι διδάσκαλοι, και διατύπωσαν οι πατέρες στίς τοπικές και οικουμενικές Συνόδους. Αυτός είναι ο ατίμητος θησαυρός μας.
Ο Kοσμάς ο Αιτωλός έλεγε το εξής. Kάποιος έμπορος σε όλη του τη ζωή είχε τη μανία ν’ αγοράζει πολύτιμα πετράδια. Στο τέλος μάζεψε πολλά, διαφόρων χρωμάτων και μεγεθών, και τα είχε μέσα σ’ έναν τορβά. Tου πέρασε όμως η υποψία· Άραγε τα πετράδια μου είναι αληθινά, Ή μήπως είναι ψεύτικα;… Πήγε σε κάποιον ειδικό και τον παρακάλεσε να του πει τι αξία έχουν. Ο σαράφης τα εξέτασε ένα προς ένα και του λέει· Kρίμα στον κόπο σου· όλα είναι κάλπικα, ψεύτικα· σε γελάσανε. Ένα μόνο έχει μεγάλη αξία, τούτο το μικρό. Αυτό αξίζει παραπάνω απ’ όλα, είναι το διαμάντι… Επιστρέφοντας ήθελε στο δρόμο να δοκιμάσει. Συναντά ένα τυφλό· αγγίζει το διαμάντι στο μάτι του, και ο τυφλός βλέπει. Ευρίσκει έναν κωφάλαλο· αγγίζει το διαμάντι, άρχισε να μιλά. Βλέπει ένα κουτσό· τον αγγίζει, σηκώθηκε. Ευρίσκει ένα γέρο· τον αγγίζει, και γίνεται νέος. Tέλος συναντά κ’ ένα νεκρό· μόλις τον άγγιξε, ο νεκρός αναστήθηκε. «Kύριε, ελέησον! Αλήθεια αυτό το διαμάντι έχει την αξία!».
Έτσι μιλούσε ο άγιος Kοσμάς. Ποιος είναι ο έμπορος, ποιά είναι τα ψεύτικα πετράδια, και ποιό είναι το διαμάντι; Είστε έξυπνοι και καταλαβαίνετε. Έμποροι εί­μεθα όλοι· «αγοράζουμε» και μαζεύουμε διάφορα πράγματα, μα αυτά είναι πετράδια ψεύτικα. Η ζωή μας είναι μια συλλογή πετραδιών. Απ’ όλα αυτά που ξεγελούν τον κόσμο, ένα είναι γνήσιο· η αλήθεια του Xριστού, η Ορθοδοξία. Αυτό είναι το διαμάντι που αξίζει, τ’ άλλα είναι γιά το ρέμα. Oπως λοιπόν το διαμάντι το φυλάς, έτσι πρέπει να φυλάξεις και την ορθόδοξο πίστι.
– Nά τη φυλάξεις, διότι η Ορθοδοξία απειλείται. Ποιοί είναι οι εχθροί της ορθοδόξου πίστεως σήμερα· ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι.
1. Πρώτοι εχθροί είναι οι χιλιασταί, οι ψευδομάρτυρες του Iεχωβά. Αυτοί σύν τοις άλλοις είναι και εικονομάχοι. Εικόνα δεν προσκυνούν, σταυρό δεν κάνουν. Kουβέντιασα με χιλιαστή· έχουν φανατισμό. Είναι όμως και τα δολλάρια τα άτιμα, που σκορπάνε οι Αμερικάνοι από τη σφηγκοφωλιά του Mπρούκλιν. Δελεάζουν αφελείς και με τις επιδρομές τους μας κλέβουν την ορθόδοξο πίστι. Φτάνει ένας χιλιαστης να μαγαρίσει ολόκληρη περιφέρεια· είναι σαν ψωριασμένο πρόβατο σε κοπάδι.
2. Άλλοι εχθροί της Ορθοδοξίας μας είναι οι μασόνοι. Αυτοί είναι μορφωμένοι, επιστήμονες, κατέχουν αξιώματα. Επηρεάζουν την κοινωνική, ηθική και θρησκευτική ζωή του τόπου. Έχουμε τους περισσοτέρους μασόνους στα Βαλκάνια. Oι μασόνοι δεν πιστεύουν στην αγία Tριάδα, δεν προσκυνούν τον τίμιο σταυρό. Σύμβολα έχουν το τρίγωνο και την πεντάλφα. Yπογράφουν προσθέτοντας τρείς τελείες. Kάποτε είδα τέτοια υπογραφή· κατάλαβα…
3. Tρίτος εχθρός είναι οι λεγόμενοι αντβεντισταί ή σαββατισταί. Αυτοί καταργούν την Kυριακή· δεν την τιμούν. Ημέρα αργίας έχουν το Σάββατο (σαν τους Εβραίους) γι’ αυτό λέγονται και σαββατισταί.
4. Επικίνδυνοι είναι οι πεντηκοστιανοί. Αυτοί παίρνουν γομμολάστιχα και σβήνουν όλες τις γιορτές. Kρατούν την Πεντηκοστή, και νομίζουν ότι τιμούν το άγιο Πνεύμα.
5. Πέρα από το πλήθος τις αιρέσεις του χριστιανισμού, δεν πρέπει να παραλείψουμε έναν άλλο εχθρό· είναι οι μωαμεθανοί ή οθωμανοί ή μουσουλμάνοι, το Iσλάμ. Είναι οι Tούρκοι, οι Άραβες, οι Αιγύπτιοι και άλλοι λαοί της Ασίας και της Αφρικής. Oι οθωμανοί πιστεύουν στο Kοράνιο. Είναι 500 – 600 εκατομμύρια. Nα το ξέρετε, στα χρόνια μας ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι αυτός. Σπουδάζουν τη θεολογία του Kορανίου και μετά σκορπούν σ’ όλο τον κόσμο για να χτίσουν τζαμιά. Εγώ θά πεθάνω, αλλά θυμηθείτε το λόγο μου· θα ρθουν και στην πατρίδα μας να χτίσουν στην Αθήνα τζαμί, όπως στο Λονδίνο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο και αλλού. Αυτοί έχουν ζήλο, εμείς αδιαφορούμε. Tο παιδάκι σας βέβαια θέλετε να γίνει μηχανικός γιατρός δικηγόρος αξιωματικός, όχι όμως κληρικός. Mανάδες που μ’ ακούτε· αν αγαπάτε Ελλάδα και Ορθοδοξία, δώστε ένα παιδί σας στο Θεό! Kαταλάβατε; Δε’ σας είπα ακόμη τίποτα.
6. Ο χειρότερος εχθρός της Ορθοδοξίας δεν είναι ούτε ο χιλιαστής, ούτε ο μασόνος, ούτε ο ισλαμιστής. Ποιός είναι; Άχ, ―μου ρχεται να κλάψω― εί­μεθα εμείς οι ορθόδοξοι Xριστιανοί! Ενώ έχουμε θρησκεία διαμάντι, ούτε την εκτιμούμε ούτε τη ζούμε με συνέπεια. Έπρεπε να εί­μεθα το αλάτι, το φως, το παράδειγμα· να βλέπουν οι άλλοι και να ελκύωνται στην Εκκλησία. Άλλοτε οι Xριστιανοί έλαμπαν, και οι άθεοι εγίνοντο πιστοί· τώρα και οι πιστοί κλονίζονται από τα κακά παραδείγματα και χάνουν την πίστι τους. Kαι την ευθύνη τη φέρουμε εμείς. Iδίως οι κληρικοί.
-Kαι ερχόμεθα στο τρίτο σημείο· τι πρέπει να κάνουμε για την υπεράσπισι της αγίας μας Ορθοδοξίας; Απαντώ πάλι μ’ ένα παράδειγμα.
Ο άγιος Kοσμάς είχε μαθητή ένα τσοπάνο της Πίνδου που έγινε μοναχός. Λεγόταν Δημήτριος. Αυτος είχε πάντα στον κόρφο του μια μικρή εικόνα της Παναγίας, πήγαινε από χωριό σε χωριό και δίδασκε το ευαγγέλιο. Oι Tούρκοι τον ωδήγησαν μπροστά στον κατή. Προσπάθησαν να του αποσπάσουν αυτο που κρατούσε στο στήθος, μα τα χέρια του είχαν κολλήσει στο εικόνισμα και δεν ξεκολλούσαν. Tέλος τι του έκαναν; Ένα μαρτύριο σπάνιο· το περιγράφει ένας Γάλλος που βρέθηκε εκεί, ο Πουκεβίλ. Tον καταδίκασαν να πεθάνει χτιστός! Tόν έχτισαν ως το λαιμό, μόνο το κεφάλι του άφησαν απ’ έξω. Έζησε δέκα μέρες· ξεψύχησε επικαλούμενος το όνομα του Kυρίου.
Αυτή ήταν η φυλή μας, αυτή είναι η Ορθοδοξία. Kαι μη νομίζετε ότι στις ημέρες μας το ιερό πυρ έσβησε. Η κανδήλα τρεμοσβήνει, αλλά καίει. Hρθε ένας Xριστιανός και έκλαιγε. ―Tι σου συνέβη; ―Πέθανε η μάνα μου. ―Πόσων ετών; ―87. Είμαι από τη Γάγγρα. Ήμουν ενός έτους παιδί όταν χτύπησε η καμπάνα νεκρικά και μας έδωσαν διορία γιά να φύγουμε. Mε πήρε η μάνα στην αγκαλιά, μ’ έφερε στην Ελλάδα. M’ έμαθε να μαι Xριστιανός και Έλληνας. Kαι πριν πεθάνει είπε· «Παιδί μου, φεύγω. Kαλή αντάμωσι. Kράτησε την πίστι!». Tα ί­δια λόγια που έγραψε ο Iωάννης ο ευαγγελιστής.

* * *

Αυτό το επτακάνδηλο, αδέρφια μου, την αθάνατη Ορθοδοξία, να την κρατήσουμε, εις πείσμα των δαιμόνων, των χιλιαστών, των μασόνων, και όλων των αθέων. Ω πατρίδα μου, κράτησε την πίστι σου· «κράτει ο έχεις, ίνα μηδείς λάβει τον στέφανόν σου»· αμήν.

† επίσκοπος Αυγουστίνος

(Στον ιερό ναό της Αγίας Tριάδος Πτολεμαΐδος 3-3-1974 εσπέρας)

_______

ΣΕΡΒΙΚΑ

___

Недеља Православља

ДРЖИ  ВЕРУ СВОЈУ

«Држи шта имаш, да нико не узме венац твој» (Отк. 3,11)
Данас је, драги моји, светао и славан дан. Данас је празник Православља. Наша света Црква слави  победу над свим јересима, посебно над иконоборцима. Данас ћемо говорити која је вредност наше вере, који су непријатељи православне вере и шта треба да урадимо да бисмо одбранили наше свето Православље. Молим вас да послушате ове скромне речи, које долазе из једног срца које верује.

 

***

Која је вредност наше вере? Да бисмо разумели драги моји, шта је Православље, отварам књигу Откривења Јовановог. Јеванђелиста Јован виде и чу на отоку Патмосу једне недеље глас, који га позиваше да запише у књигу све што ће видети. Видео је седам златних свећњака, један седмосвећњак као они изнад Царских двери, и Господа нашег Исуса Христа како сија и хода «усред седам свећњака» (Откр. 1,13-2,1). Шта симболише ти седам свећњака? Седам свећњака као што објашњава сам Јован, су седам Цркава Мале Азије:  Ефеска,Смиранска, Пергамска, Тиатирска, Сардска, Филаделфијска и Лаодикијска. То су имена незаборавних градова у Малој Азији. Тамо је некада било свештенства, верног народа и лепих храмова. Све то је било тамо до велике катастрофе 1922 године, тада се угасило седмокандило (седам кандила- седам цркава) Мале Азије.Да бисмо спознали  вредност наше православне вере, од свега што пише Господ за седам Цркви, подсећам на Његове речи упућене Филаделфијској цркви:  «Долазим ускоро. Држи шта имаш, да нико не узме венац твој». То је савет Светог духа свима нама, да не изгубимо наше највеће благо, које је православна вера. Све оно што је поучавао Христос, што су проповедали апостоли, предавали вероучитељи и што су одлучили Свети очеви на помесним (регионалним) и Васељенским саборима. То је наше непроцењиво благо.

Свети Козма Етолски је говорио следеће: Неки трговац је за свога живота имао велику ревност за прикупљање  драгог камења. На крају је сакупио много драгог камења, разних боја и облика, чувао их је у једној торби. Једног дана је посумњао да ли је све то камење заиста право, да није лажно…. Отишао је код неког стручњака и замолио га да му каже коју вредност има то камење. Драгуљар је проверио један по један камен и рекао му: «Штета за твој труд, све је лажно камење, неко те је преварио. Само један камен има велику вредност, овај мали. Он вреди више од свих дијаманата..». Враћајући се кући од драгуљара, желео је на путу до куће да се увери. Сусрео је једног слепог човека, дијамантом је дотакао његове очи, и слепи човек је прогледао. Сусрео је једног глувонемог човека, додирнувши га дијамантом, човек је почео да говори и чује. Види једног хромог човека, додирне га каменом и човек устаје. Проналази једног старца и, додирнувши га каменом, старац се подмлади. На крају је срео једног покојника, чим га је додирнуо каменом, покојник је васкрсао. «Господи помилуј! Заиста овај дијамант има велику вредност!».
Тако је говорио свети Козма. Ко је трговац,  шта је лажно камење и ко је дијамант? Ви сте паметни и разумећете. Трговци смо сви ми, јер «купујемо» и сакупљамо разне ствари, али све то је лажно камење. Наш живот је једна збирка камења. Од свега што људе заварава, једно је само право, истина Христова, Православље. То је дијамант који вреди, све остало је за потпалу. Као што дијамант чуваш, тако треба да чуваш и православну веру.
Треба да га чуваш, јер је Православље у опасности. Који су  данас непријатељи наше православне вере? Колико их има?
1. Први непријатељ Православља су хилиасте(хришћанска пентекостна црква) и Јеховини  лажни сведоци. Они су иконоборци. Они се не поклањају иконама, и не  оцењују се крсним знаком. Разговарао сам са једним хилиастом, јако су фанатични. Иза свега су прљави долари које шире Американци из змијског гнезда у Бруклину. Нападају нечасно и тако нам краду православну веру. Довољан је само један хилиаста да зарази целу епархију, као једна вашљива овца у тору.
2. Други непријатељ Православља су масони. Они су образовани, научници и имају велике друштвене функције. Они утичу на друштвени, морални и религиозни живот у друштву. Имамо највише масона на  целом Балкану. Масони не верују у Свету Tројицу, не поклањају се Часном крсту. Њихови симболи су троугао и пентаграм. Потписују се додајући три тачкице. Једном сам видео такав потпис и све ми је било јасно.
3. Трећи непријатељ Православља су такозвани суботари. Они укидају недељу, не поштују је. Дан одмора им је субота (као и код Јевреја).
4. Опасни су и пентикосталци. Они узимају гумицу и бришу све празнике. Они држе Педесетницу, мисле да тако поштују Свети Дух.
5. Осим мноштва хришћанских јереси не бисмо требали да изоставимо и једног другог непријатеља Православља, а то су мухамеданци, отомани или муслимани,  тј.Ислам. То су Турци, Арапи, Египћани и други народи Азије и Африке. Отомани верују у Куран. Има их око 500-600 милиона. Знајте – у наше време они су највећа опасност. Они студирају теологију из Курана, а затим се шире по целом свету и граде джамије. Ја ћу умрети, али сетите се ових мојих речи, доћи ће и у нашу домовину и саградиће у Атини джамију, као што су у Лондону, у Паризу, у Берлину и другде.
Они су ревносни,а ми смо равнодушни према својој вери. Када  ваша деца одрасту, желите да постану механичари, лекари, адвокати, официри али не и свештеници. Мајке које ме слушате, ако волите Грчку и Православље, дајте вашу децу Богу! Да ли сте ме разумели? Нисам вам рекао још ништа.
6. Најгори непријатељ Православља нису ни хилиасте, ни масони, ни исламисти.Ко је најгори непријатељ Православља? Ах, дође ми да плачем, то смо ми православни хришћани! Наша  вера је вреднија од  дијаманта,а  нити је ценимо, нити живимо савесно. Треба да будемо со, светло и пример свету, да нас други виде и дођу  у Цркву. Некада су хришћани били светила, која су видели многи неверници и зато су постајали верници, а данас се верници смањују због лошег примера, многи губе своју веру. Одговорност носимо сви ми, а посебно свештенство.
Долазимо и до трећег питања. Шта бисмо требали учинити да одбранимо наше свето Православље? Одговарам опет са једним примером. Свети Козма је имао за ученика једног пастира са Пинда који је постао монах. Звао се Димитрије. Он је увек на својим грудима имао једну малу икону Богородице, путовао је из села у село и поучавао народ Јеванђељу. Турци су га ухватили и покушали су му отети оно што је држао на својим грудима, али његове руке као да су се залепиле за иконицу. Шта су на крају учинили са њим? Једно веома ретко мучење, које нам описује Француз Пукевил, који се тамо нашао у то време. Осудили су Димитрија на смрт зазиђивањем! Зазидали су га до врата, само му се глава видела. Живео је тако десет дана, издахнуо је дозивајући име Господње.
То је био наш род, то је било Православље. Немојте мислити да се у наше дане Света ватра угасила. Кандило подрхтава али још гори. Дошао је један хришћанин и плаче. «Шта се догодило?» «Умрла је моја мајка.» «Колико је имала година?» «Имала је 87 година. Долазим из Гагра. Био сам мало дете од годину дана када су зазвонила звона  и када су нам дали време за одлазак. Узела ме мајка у наручје и донела ме у Грчку из Мале Азије. Научила ме је да будем хришћанин и Грк. Пре него што се упокојила, рекла ми је: ‘Дете моје, одлазим. Срећан нам сусрет у вечности. Држи своју веру!’.» Исте оне речи које је написао Јеванђелиста Јован.

* * *

Ово седмокандило, браћо моја, бесмртно Православље да држимо, у инат демонима, пентикосталцима, масонима и свим осталим неверницима. О, постојбино моја, држи своју веру: «Држи шта имаш, да нико не узме венац твој» (Отк. 3,11). Амин.
 (У храму Свете Тројице, Птолемаида,  3-3-1974 вечерње)

ΑΓΑΠΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 19th, 2012 | filed Filed under: ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), ΠΑΤΡΙΩΤΙΚΑ

ΑΓΑΠΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Ευσεβές εκκλησίασμα,
Τη στιγμή που βρίσκομαι εδώ στον ιστορικό τούτο ναός της Αγίας Τριάδας, που έκτισε η ευσέβεια των προγόνων μας, είμαι πολύ συγκινημένος. Οι ευσεβείς πρόγονοί μας κατοικούσαν σε καλύβες, αλλά έκτιζαν παλάτια στο Θεό. Είμαι, λοιπόν, βαθύτατα συγκινημένος και για το λόγο αυτό δεν μπορώ να σας μιλήσω.
Τι να είπω και τι να λαλήσω και ποιες αναμνήσεις θα υπενθυμίσω στο αγαπητό ακροατήριο, βλέποντας τα προσφιλή σας πρόσωπα; Φτάνει ότι σας βλέπω και φτάνει ότι με βλέπετε. Αλλά, αφού με αξίωσε ο Θεός να έρθω πάλι εδώ στο ναό της Αγίας Τριάδας, θα επιτρέψετε σ΄εμένα, το γέροντα επίσκοπο, να πω μερικές λέξεις.
Αφορμή θα μας δώσει το Ευαγγέλιο. Το ακούσατε; Ομιλεί για ένα πράγμα, που είναι ανύπαρκτο στον κόσμο σήμερα και επειδή είναι ανύπαρκτο, υπάρχει κίνδυνος από στιγμή σε στιγμή να εκραγεί ο Γ΄ Παγκόσμιος πόλεμος, η καταστροφή του σύμπαντος κόσμου. Ομιλεί το Ευαγγέλιο για την αγάπη.
Λέξη γλυκιά, πράγμα γλυκύτερο και ουράνιο. Η αγάπη, που δίδαξε και εφάρμοσε ο Χριστός και οι Άγιοι όλων των αιώνων, είναι ένα ουράνιο δένδρο, το οποίο φύτευσε η Αγία Τριάδα. Και όπως το δένδρο έχει μια ρίζα και πολλά κλαδιά, έτσι και η αγάπη είναι πολύκλαδος.
Έχουμε πολλά είδη αγάπης. Η αγάπη του Χριστού δεν περιορίζεται σ΄ ένα μικρό και στενό κύκλο ανθρώπων, αλλά επεκτείνεται και αγκαλιάζει ολόκληρο τον κόσμο, ακόμα και τους εχθρούς μας. Το λέει ο Χριστός μας, «Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν».
Περί αγάπης, λοιπόν, θα ομιλήσω. Αλλά, επειδή η αγάπη είναι θέμα απέραντο, γι’ αυτό θα αρκεστώ σ’ ένα είδος αγάπης, το οποίο την ώρα αυτή με συγκλονίζει Και το είδος αυτό της αγάπης είναι η αγάπη προς την πατρίδα. Μικρό και ασήμαντο είναι; Ποιος φύτευσε την αγάπη προς την πατρίδα στην καρδιά όλων των ανθρώπων, μικρών και μεγάλων, πλουσίων και φτωχών, μορφωμένων και αγραμμάτων, σοφών και ασόφων;
Η αγάπη προς την πατρίδα είναι ουράνιο πράγμα.  Ένα παράδειγμα θα σας φέρω. Αν πάτε στο Βόρειο Πόλο, εκεί όπου η θερμοκρασία είναι 20 και 30 βαθμούς υπό το μηδέν, θα δείτε εκεί ανθρώπους να κατοικούν, που έχουν πατρίδα το Βόρειο Πόλο. Δε ζουν σε σπίτια με όλα τα κομφόρ, όπως έχουμε εμείς, αλλά κατοικούν σε καλύβες, που είναι φτιαγμένες από πάγο και φορούν δέρματα αρκούδας και είναι ευγενέστατοι.
Μέσα στις καλύβες, κατοικούν άγγελοι και στα παλάτια κατοικούν δαίμονες. Οι Εσκιμώοι έχουν πατρίδα το Βόρειο Πόλο, που έχει αφάνταστο κρύο. Πάρε, λοιπόν, έναν Εσκιμώο και πήγαινέ τον στη Νέα Υόρκη. Δε θα του αρέσει. Θα λαχταρά την ώρα πότε θα φύγει, για να πάει στην πατρίδα του. Θα λέει «Αχ, πατρίδα μου! Πού είσαι; Και ας είσαι και ο Βόρειος Πόλος».
Αν πάτε στην αφρικανική έρημο, εκεί που υπάρχουν οι Βεδουίνοι, όπου ο ήλιος λιώνει και καίει την άμμο, θα δείτε τους Βεδουίνους να ζουν ευτυχισμένοι μέσα στην απέραντη εκείνη ερημιά. Και αν πάρεις ένα Βεδουίνο και τον φέρεις στο Παρίσι, θα αναστενάζει και θα λέει «Αχ, ερημιά μου! Αχ, Σαχάρα μου! Πότε θα ΄ρθω κοντά σου!».
Έτσι είναι σ’ όλο τον κόσμο ριζωμένη από το Θεό η αγάπη για την πατρίδα. Και αυτό έλεγε ένας δικός μας ήρωας της αρχαίας εποχής, ο Οδυσσέας, που πέρασε πολλά μέρη, θαυμάσια και σπουδαία, αλλά πουθενά δεν ευχαριστιόταν και έλεγε «Ας με αξιώσει ο Θεός να πάω στο νησί μου, να δω τον καπνό να βγαίνει από το τζάκι μου και ας πεθάνω!».
Είναι, λοιπόν, παγκόσμιο φαινόμενο η αγάπη προς την πατρίδα, την οποία φύτευσε ο Θεός στις καρδιές των ανθρώπων. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, ο άνθρωπος κατοικεί σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Τα περισσότερα ζώα δεν μπορούν να εγκλιματιστούν. Έφεραν ένα λιοντάρι στη Φλώρινα και ψόφησε. Τα ζώα δεν εγκλιματίζονται, ο άνθρωπος όμως εγκλιματίζεται. Και άλλοτε μεν κατοικεί στο Βόρειο Πόλο, άλλοτε στη Σαχάρα, άλλοτε στα νησιά των Αντιλών, πέρα στην Αυστραλία. Έτσι το όρισε ο Θεός. Ο άνθρωπος προσαρμόζεται σε όλα τα μήκη της γης και σ’ όλα τα πλάτη. Γι΄ αυτό σήμερα η γη είναι κατάσπαρτη από ανθρώπους.
Γιατί σας τα λέω αυτά; Γιατί, δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια ακούγεται ένα σύνθημα. «Κάτω οι πατρίδες!». Όχι, δεν πέφτουν οι πατρίδες, γιατί ο Θεός τις φύτευσε στις καρδιές των ανθρώπων. Και οι Εσκιμώοι και οι Βεδουίνοι και κάθε λαός θα αγαπά την πατρίδα του. Και αν αυτοί αγαπούν την πατρίδα τους, γιατί εμείς να μην την αγαπούμε; Οι Ρώσοι παρελαύνουν στην πλατεία της Μόσχας προς τιμήν τους και λένε τα μικρά παιδιά «Ρωσία, γλυκιά μας μανούλα!».
Γιατί εμείς να μην αγαπούμε τον τόπο μας; Γιατί εμείς να μην αγαπούμε την Ελλάδα μας, που είναι η ομορφότερη χώρα του κόσμου; Και δεν το λέμε αυτό με ένα πνεύμα ρατσισμού και υπερηφάνειας και εγωισμού. Εάν εμείς σιωπήσουμε, «οἱ λίθοι κεκράξονται» ότι δεν υπάρχει πιο ωραία πατρίδα από την Ελλάδα μας. Η Ελλάδα είναι η πιο ωραία πατρίδα του κόσμου, γιατί γέννησε τους πιο μεγάλους φιλοσόφους, τους πιο μεγάλους διδασκάλους και ποιητές. Και γιατί δημιούργησε έναν αθάνατο πολιτισμό. Σε εποχή που άλλοι έτρωγαν βαλανίδια στα δάση, εμείς κτίζαμε Ακροπόλεις και Παρθενώνες.
Η Ελλάδα είναι η ομορφότερη πατρίδα του κόσμου, γιατί έχει φυσικά και υπερφυσικά κάλλη. Επάνω στη Φλώρινα, που πέφτει χιόνι και προχωρώντας λίγο πιο βόρεια συναντάς μια λίμνη χαριτωμένη. Όταν τη βλέπω, δακρύζω. Νομίζω ότι βλέπω τη λίμνη Γενησαρέτ. Κοντά στη λίμνη είναι ένα δάσος απέραντο με οξιές, με πλατάνια και πουλιά που κελαηδούν. Ονομάζονται οι «Άλπεις των Βαλκανίων». Και όπως οι Άλπεις της Ελβετίας προκαλούν θαυμασμό, έτσι και τα μέρη αυτά είναι ωραιότατα.
Αλλά, αν με ρωτήσετε να σας πω ποιο είναι το ωραιότερο μέρος της πατρίδας μας, θα σας απαντήσω – όχι γιατί είμαι Κυκλαδίτης- ότι το ωραιότερο μέρος της πατρίδας μας είναι τα νησιά μας. Τρεις χιλιάδες νησάκια μικρά και μεγάλα. Καμιά άλλη χώρα δεν έχει τόσα ευλογημένα νησάκια.
Και ένα από τα ωραιότερα νησάκια είναι η ιδιαιτέρα πατρίδα μας, η Πάρος. Ω, η Πάρος! Ποιος ποιητής θα ψάλλει τον ύμνο της; Ποιος ρήτορας θα εγκωμιάσει το μεγαλείο της; Ποιος ζωγράφος θα ζωγραφίσει τα ωραία τοπία της; Ω, η Πάρος! Με τ’ ακρογιάλια της, με τα βουνά της τα χαμηλά, τα χαριτωμένα. Με τις μικρές πεδιάδες της. Με τα μνημεία της τα αρχαία, των οποίων το μεγαλύτερο μνημείο είναι η Εκατονταπυλιανή της Πάρου. Αφιερωμένο στην Παναγία μας, που κατά την παράδοση έκτισε η αγία Ελένη, η μητέρα του μεγάλου Κωνσταντίνου.
Ω, η Πάρος, με τα μοναστήρια της τα ευλογημένα, που είναι σαν άστρα μέσα στο νησί. Η Πάρος με τα 400 εξωκκλήσια της, με τις 500 αγροκατοικίες της. Όταν τις βλέπω, κλαίω. Λένε για μετάνοιες, που κάνουν οι μοναχοί στα μοναστήρια και κάνουν οι μοναχοί μετάνοιες. Αλλά δεν είναι τίποτα αυτές οι μετάνοιες μπροστά σ’ εκείνες, που έκαναν οι πρόγονοί μας κτίζοντας αυτούς τους μαντρότοιχους. Κάθε πέτρα και μετάνοια. Και έγινε η Πάρος ένας ωραίος τόπος.
Ω, η Πάρος, με τους Αγίους της ! Με την αγία Θεοκτίστη, με τον άγιο Αρσένιο το νεότερο, με τον αλησμόνητο πατέρα της Πάρου, τον πατέρα Φιλόθεο. Όλα αυτά αλλά και με τα ωραία κάλλη της τα φυσικά, τα ηθικά και τα πνευματικά και τα ιστορικά, έγινε η Πάρος μας μαγνήτης, που τραβά χιλιάδες κόσμο στο ευλογημένο της νησί.
Τελείωσα. Αλλά αν τελειώσω εδώ, μπορεί κάποιος να με παρατηρήσει, ιδίως ο παπα-Νικόλας, ο οποίος ζει σε έναν υπερφυσικό και αιώνιο κόσμο. Είναι εδώ η Πάρος. Μόνο η Πάρος; Πέρα από την ιδιαίτερη πατρίδα μας, δεν υπάρχει τίποτε άλλο; Όχι, αγαπητοί μου, μην το πείτε αυτό. Πέρα από την Πάρο, πέρα από τα νησιά μας, πέρα από την Ήπειρο, πέρα από την Ελλάδα μας, πέρα από τη γη μας, που είναι ένας κόκκος άμμου, μια σταγόνα στον ωκεανό. Πέρα από τις σφαίρες και από τους γαλαξίες, που κινούνται στο άπειρο, πέρα απ’ αυτό τον κόσμο, υπάρχει μια άλλη πατρίδα. Αυτή εδώ είναι προσωρινή.
Υπάρχει μια άλλη αιώνια πατρίδα. Και η αιώνια μας πατρίδα είναι εκεί που βρίσκονται οι ψυχές των γονέων μας, των προπάππων μας, των χιλιάδων ανθρώπων, οι οποίοι δεν πέθαναν, αλλά ζουν σ’ έναν ωραιότερο κόσμο. Ποιος το είπε; Ο άνθρωπος δεν είναι ουρακοτάγκος, δεν είναι μαϊμού, δεν κατάγεται από τα ζώα. Έχει μια θεϊκή προέλευση. Πέρα από τη γη αυτή, υπάρχει η αιώνια μας πατρίδα.
Μα θα μου πείτε «Θέλω αποδείξεις, για να πιστέψω ότι υπάρχει άλλη ζωή, ότι υπάρχει άλλος κόσμος». Δε σου αρκεί, λοιπόν, το «Πιστεύω» της Εκκλησίας μας, το «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν καὶ ζωὴν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος». Θέλετε αποδείξεις; Μα θα καθίσουμε μέχρι τα μεσάνυχτα, για να σας τις αραδιάσω. Αν κανείς μπορεί να μετρήσει τις ακτίνες του ήλιου, μπορεί να μετρήσει και τις αποδείξεις που έχει η αγία μας πίστη. Είναι αμέτρητες, ατελεύτητες.
Ένα μόνο σας λέω. Υπάρχει κανείς που να αμφιβάλλει ότι υπάρχει Πάρος; Θα πρέπει να είναι τρελός, θα πρέπει να είναι ανισόρροπος, θα πρέπει να έχει σαλευθεί η διάνοιά του, για ν’ αμφιβάλλει. Όσο είσαι βέβαιος ότι υπάρχει Πάρος, άλλο τόσο βέβαιος να είσαι ότι υπάρχει ένας άλλος κόσμος, απέραντος, ωραιότερος, υπεροχότερος, πάγκαλος, τον οποίο μας τον απεκάλυψε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός.
Ωραία είναι η Πάρος; Χίλιες φορές, εκατομμύρια φορές ωραίοτερη είναι η Βασιλεία των Ουρανών. Ένας δικός μας Κυκλαδίτης έψαλλε το μεγαλείο της πατρίδας και έλεγε «Βλέπουμε μακριά με το βλέμμα της πίστεως την αιώνια Πατρίδα, αγγέλων λευχημόνων κατοικία».
Και κάτι άλλο θέλω να σας πω. Εδώ η πατρίδα μας είναι προσωρινή. Πόσα χρόνια θα ζήσουμε; Σ’ ένα μέρος, σ’ ένα χάνι, σ’ ένα στάβλο της Πελοποννήσου που πέρασα, άκουσα ξαφνικά «Παππούλη, κορακοζώητος». Απόρησα και είπα μέσα μου «Πού ξέρουν αυτοί οι τσομπαναραίοι τι θα πει κορακοζώητος;». Η πιο ωραία ευχή στα μέρη της Λοκρίδος, στα μέρη του Παρνασσού. Ρώτησα και έμαθα ότι ο κόρακας ζει 200 χρόνια. Τι να το κάνεις να ζεις 200 χρόνια και να φωνάζεις «κρα». Προτιμότερο αηδόνι που ζει λίγα χρόνια, ένα –δυο χρόνια, και κελαηδά μέσα στο δάσος. «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή» μέσα στον κόσμο της αμαρτίας.
Ήταν εποχή – δεν το λέω εγώ, το βεβαιώνει και η επιστήμη με διάφορες γεωγολογικές έρευνες που έκανε – ήταν εποχή που δεν υπήρχε Πάρος. Αλλά, ξαφνικά, μέσα από τη θάλασσα, όπως μέσα από την κοιλιά της μάνας βγαίνει το παιδί και γίνεται χαρά μεγάλη, ότι γεννήθηκε άνθρωπος εις τον κόσμο, έτσι και από την κοιλιά αυτή βγήκε το παιδί αυτό, που λέγεται Πάρος.
Όπως, λοιπόν, επιστημονικώς είναι αποδεδειγμένο ότι η Πάρος βγήκε από την κοιλιά της θάλασσας, έτσι θα ΄ρθει εποχή, αδελφοί μου, που με το πρόσταγμα του Θεού θα πάει η Πάρος ένα, δύο, τρία, χίλια μέτρα κάτω από τη θάλασσα. Πού τα σπίτια σας, πού τα χωράφια σας, πού τα μεγαλεία σας, πού τα κομφόρ σας, που οι φιλονικίες σας; Κι αεροπλάνο εάν πετάει πάνω από την Πάρο, δε θα τη βρίσκει. Και ότι θα γίνει στην Πάρο, θα γίνει στον κόσμο όλο.
Προσωρινός είναι ο κόσμος αυτός. Το είπε ο Παύλος, το πιστεύω, ότι «Οὐκ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν». Δεν έχω να σας πω περισσότερα. Ένα σας λέω. Στον αιώνα αυτό της απιστίας και διαφθοράς, να κλείσετε τα αφτιά σας στις σειρήνες της απιστίας. Να ακούτε μόνο τη φωνή των αγίων μας προγόνων, που κατοικούσαν σε καλύβες, αλλά ήταν άγγελοι. Τώρα σε σπίτια μεγάλα, με όλα τα κομφόρ, με τηλεοράσεις, με ραδιόφωνα, με ψυγεία και πλυντήρια κατοικούν δαίμονες. Ποτέ άλλοτε δεν παρουσίασε ο τεχνικός πολιτισμός τόσες εκπλήξεις, αλλά μέσα στα σπίτια δεν κατοικούν ωραίοι άνθρωποι, όπως παλιά κατοικούσαν.
Να μείνετε πιστοί και αφοσιωμένοι στη φωνή των προγόνων μας. Προσκολλημένοι στο βράχο αυτόν που λέγεται Πάρος. Και ακόμη περισσότερο προσκολλημένοι στον αιώνιο βράχο, το Χριστό μας. Πιστεύετε και αγαπάτε. Και για να αγαπάτε, πρέπει να πιστεύετε ότι η ζωή αυτή είναι προσωρινή και μετά από λίγο θα αναχωρήσουμε με το εξπρές στους αιώνιους κόσμους, όπου είναι οι γενεές των γενεών.
Να πιστεύετε ακράδαντα, στα τρομερά χρόνια της απιστίας που ζούμε. Όσο πιστεύεις ότι υπάρχει ήλιος, όσο πιστεύεις ότι υπάρχουν άστρα, όσο πιστεύεις ότι υπάρχει η νήσος Πάρος και η Παροικία. Διότι σας λέγω και το τονίζω ότι κάτω από τ’ άστρα δεν υπάρχει άλλο πιο ωραίο και πιο μεγάλο και πιο αληθινό από τον Ιησου Χριστό το Ναζωραίο.
Τα άλλα είναι μικρά κι ασήμαντα, τιποτένια. Σκύβαλα μπροστά στον πολύτιμο αδάμαντα, που είναι ο Χριστός. Πιστεύετε. Και αν μέσα στο σπίτι σου δεν πιστεύει ο άνδρας σου και τα παιδιά σου, που πήγαν σε πανεπιστήμια και σε σχολεία και έμαθαν πέντε γράμματα και έμεινες μόνη μέσα στο σπίτι, πίστευε στο Θεό.
Και αν στο χωριό μας, που δεν το πιστεύω, έρθει καταραμένη μέρα και όλοι αρνηθούν το Χριστό και μείνεις ένας μέσα στις Λεύκες, μην αρνηθείς το Χριστό. Και αν έρθει μέρα, που δεν το πιστεύω, όλη η Ελλάδα μας γονατίσει στο διάβολο και γίνει χώρα δαιμονική, ένας να μείνεις στην Ελλάδα μας, να πιστεύεις στο Χριστό.
Και αν όλος ο πλανήτης μας γονατίσει στον εωσφόρο και έρθει η εποχή του αντιχρίστου και μείνεις ένας μέσα στον πλανήτη, να λες «Σε πιστεύω, Χριστέ. Πιστεύω σαν τη μάνα μου, πιστεύω σαν παιδάκι, πίνω τ’ αθάνατο νερό και αφήνω το φαρμάκι».

(Ομιλια Μητροπολίτου Φλωρινης Αυγουστίνου Καντιώτου στις Λεύκες Πάρου 29 -3-1985

Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ – ЗНАМЕЊА ВРЕМЕНА

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 19th, 2012 | filed Filed under: Cрпски језик, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

«Kαι ερημώσει πάσαν την γην ανομία»
(Σ. Σολ. 5,23)

OMOIAZOMEN, αγαπητοί μου, με έναν άνθρωπο που πιάνει στα χέρια του ένα όμορφο βιβλίο, κ’ επειδή δεν ξέρει γράμματα, το ξεφυλλίζει το ξεφυλλίζει, αλλά δεν γνωρίζει τι λέει μέσα.
Eίδα κάποτε σ’ ένα βουνό έναν άνθρωπο, που είχε στα χέρια του ένα βιβλίο και το κοιτούσε.
―Mπαρμπα-Γιώργο, του λέω, τι λέει το βιβλίο;
―Που να ξέρω, παιδάκι μου; μου απαντά· κάτι βλέπω μέσα, αλλά δεν καταλαβαίνω τίποτα.
Aκριβώς το ίδιο συμβαίνει και μ’ εμάς. H Eκκλησία μας, οι ακολουθίες, ο όρθρος, ο εσπερινός, η θεία λειτουργία, είναι ένα βιβλίο, το ωραιότερο βιβλίο που υπάρχει στον κόσμο.  Aλλά πάμε στην εκκλησία και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από αυτά που ακούμε. Tι συμβαίνει; Ποιά να είναι η αιτία; Mήπως είναι η γλώσσα; E, κατά τι, συντελεί και η γλώσσα. Δεν είναι όμως η γλώσσα. Γνώρισα στη ζωή μου τσοπαναραίους και γεωργούς και αγραμμάτους ανθρώπους, που ξέρανε απ’ έξω τον εξάψαλμο· γνώρισα και δικηγόρους και γιατρούς και μεγάλους επιστήμονας και καθηγητάς πανεπιστημίου, που ούτε το «Πάτερ ημών» δεν γνωρίζανε.
Aρα λοιπόν δεν είναι τόσο η δυσκολία της γλώσσης· είναι η έλλειψις αγάπης στο Θεό. Δεν έχομε αισθανθεί το μεγαλείον αυτό της ποιήσεως, το μεγαλείον των ακολουθιών μας· και οι σκέψεις μας και τα αισθήματά μας είναι ξένα προς τα μεγαλεία της αγίας Γραφής και των ιερών ακολουθιών.
Γι’ αυτό απόψε θα θελήσω κ’ εγώ, από τα χίλια χρυσά λόγια τα οποία ακούσατε εις τα αναγνώσματα του εσπερινού, συντόμως να δούμε ένα χρυσούν λόγον, ανεκτίμητον λόγον, που είπε ένας από τους μεγαλυτέρους σοφούς ―όχι απλώς σοφούς, αλλά θεοπνεύστους― συγγραφείς της αγίας Γραφής, ο περίφημος Σολομών.
O Σολομών λέγει μια προφητεία, η οποία πραγματοποιείται επι των ημερών μας. Λέγει κάτι που γίνεται σήμερα. Tι λέει;
«Oλη η γη θα ερημώσει» και δεν θα υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο (βλ. Σ. Σολ. 5,23).
Kαι ποιά η αιτία της ερημώσεως;
Aπαντά ο προφήτης· Eκείνο που θα ερημώσει ολόκληρον την γην είναι η ανομία.

(ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ “ΤΙ ΘΑ ΜΑΣ ΣΩΣΗ” σελ. 12)

_________

ΣΕΡΒΙΚΑ

__________

ЗНАМЕЊА ВРЕМЕНА

«Безакоње ће опустошити сву земљу» (Прем. Сол. 5,23)
Драги моји, ми наликујемо  човеку који држи у својим рукама једну лепу књигу,  а не зна слова, само је листа и листа, али не зна шта је написано  у тој књизи. Давно сам срео на једном брду човека, који је у својим рукама држао и листао једну књигу.
― Чика Јорго(Георгије), упитам га: шта пише у књизи?
― Откуд ја знам, дете моје; одговара ми, видим да нешто пише али не разумем ништа.
Заправо тако се исто дешава и нама. Све свете службе наше  Цркве: јутрење, вечерње и Света Литургија су као најлепша књига на свету. Сви ми идемо  у цркву али не разумемо шта тамо чујемо. Шта се то дешава са нама? Шта је узрок? Да није можда језик? Јесте,(црквенословенски) језик много придоноси неразумевању црквених служби. Није само до језика. Упознао сам у мом животу много чобана, земљорадника и неписмених  људи, који су знали напамет Шестопсалмије и Библију, а многи адвокати, лекари, велики професори и ректори факултета, које сам упознао, нису знали «Оче наш».
Наш језик није толико тежак, него ми имамо мањак љубави према Богу. Ми не осећамо ту поетску духовну величанственост и лепоту наших светих служби, а нашим мислима и осећањима су стране и лепоте Светог писма и светих служби.
 Од хиљаду златних речи које сте вечерас чули из читања вечерње службе, поновићу једну златну и непроцењиву реч, коју је рекао један од највећих мудраца –  који није био само мудар, већ и богонадахнут – писац Светог писма, чувени Соломон. Соломон говори о једном предсказању, које се обистињује у нашим данима. Шта нам говори Соломон? «Сву земљу ће опустошити» , и неће остати човека на земљи (ви. Прем. Сол. 5,23).
Који је разлог опустошења? Одговара нам пророк: Оно што ће опустошити сву земљу је безакоње.
(Нова књига Митрополита Флоринског о. Августина Кантиота „Шта ће нас спасити“ стр. 12)

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΠΙΣΤΗ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 9th, 2012 | filed Filed under: ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
+ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ

ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ;

«Επίστευσα, διό ελάλησα, και ημείς πιστεύομεν, διό και λαλούμεν» (Β΄ Κορ. 4,13)

Στα ολίγα λεπτά που διαθέτει ο λόγος του Θεού, θα μου επιτρέψετε να ερμηνεύσω συντόμως ένα ρητό του αποστόλου, το οποίο είναι το κλειδί με το οποίον πολλά προβλήματα θα μπορέσουμε να λύσουμε, και ακόμη, και αυτό το πρόβλημα, που οι άνθρωποι δεν εκκλησιάζονται. Λέγει το ρητόν· «Επίστευσα, διό ελάλησα» (Β´ Κορ. 4,13). Ποιος το λέγει το ρητό αυτό; Ποιος λέει αυτά τα λόγια; Τα λέγει ο Δαυΐδ ο προφήτης (Ψαλμ. 115,1), και τα επαναλαμβάνει ο απόστολος Παύλος. Τα επαναλαμβάνει εις πληθυντικό αριθμό. «Επίστευσα», λέγει ο Δαυΐδ· «πιστεύομεν», λέγει ο Παύλος. Και μαζί με τον Παύλον πιστεύουν οι όσιοι, πιστεύουν οι μάρτυρες, πιστεύουν όλοι οι πιστοί όλων των αιώνων.
Αλλά θα ρωτήσετε, αγαπητοί· Τι πιστεύομεν; τι επίστευε ο Δαυΐδ; τι επίστευε ο Παύλος; τι επίστευαν οι απόστολοι; τι πρέπει και εμείς να πιστεύωμεν; Ωρισμένα σημεία της πίστεώς μας θα παρουσιάσω ενώπιόν σας.

Θεμέλιο της πίστεως μας· ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ

• Το άλφα της πίστεώς μας, είναι ότι υπάρχει Θεός. ῾Η αλήθεια αυτή είναι το θεμέλιο, και δεν συγκρούεται οὔτε με τη λογική οὔτε με την επιστήμη. Και η λογική και η επιστήμη και η ιστορία της ανθρωπότητος και τα έμψυχα και τα άψυχα και οι πέτρες και τα άστρα όλα φωνάζουν, ότι υπάρχει Κύριος, υπάρχει Θεός δημιουργός. Σε όποιον λέει ότι δεν υπάρχει Θεός και θέλει να προσβάλει αυτό το δόγμα αυτή την αλήθεια, πείτε του·

—Αν με πείσεις, ότι το σπίτι σου φύτρωσε έτσι μόνο του, χωρίς σχέδιο, χωρίς μηχανικό, χωρίς τεχνίτη· Εάν με πείσεις, ότι τα μάρμαρα του Παρθενώνα μόνα τους κύλησαν από την Πεντέλη και ανέβηκαν πάνω στην Ακρόπολη. Μόνα τους λαξεύτηκαν και στήθηκαν, χωρίς χέρι μηχανικού και εργάτου . Έτσι μόνος του ξεφύτρωσε ο Παρθενώνας, τότε κ᾿ εγὼ θα πεισθώ ότι το σύμπαν, το τεράστιο αυτό σπίτι, έγινε μόνο του. «Πάς γάρ οίκος κατασκευάζεται υπό τινος, ο δε τα πάντα κατασκευάσας Θεός»· κάθε σπίτι έχει τον κατασκευαστή του, ο δε κατασκευαστής που έκανε τα σύμπαντα είναι ο Θεός (῾Εβρ. 3,4). Αυτό πιστεύει ο Παύλος, αυτό πιστεύουν όλοι οι άγιοι· υπάρχει Θεός.

Ο άνθρωπος έχει προορισμό

•  Το δεύτερο σημείο της πίστεώς μας είναι, ότι ο άνθρωπος η κορωνίς της δημιουργίας, ο άνθρωπος το έξοχον καλλιτέχνημα του Θεού, έχει ένα προορισμό. και ο προορισμός του ανθρώπου είναι ύψιστος. Ποιός είναι ο προορισμός του ανθρώπου; Είναι τα πλούτη και οι απολαύσεις; Ο προορισμός του ανθρώπου είναι εκείνο που είπε ο Κύριος· «Έσεσθε ουν υμείς τέλειοι, ώσπερ ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς τέλειός εστιν» (Ματθ. 5,48). Αυτός είναι ο στόχος, η τελειότης· Να αναπτύξει ο άνθρωπος τας νοητικάς του, τας ψυχικάς του, και τας πνευματικάς του δυνάμεις, εις τρόπον ώστε πράγματι να φτάσει το θείον, αυτός είναι ο προορισμός του.

Ο άνθρωπος έπεσε- Ο Χριστός μόνο μπορεί να τον σώσει

•  Αλλο σημείο είναι, αγαπητοί μου, ότι δυστυχώς ο άνθρωπος το έξοχο δημιούργημα του Θεού  δεν έμεινε εις το ύψος της δημιουργίας, αλλά κατά βλακώδη τρόπο έπεσε μέσα εις το χάος, μέσα στο ηθικό και θρησκευτικό χάος, σε μία αθλιότητα απερίγραπτο, και μέσα εις το χάος αυτό που ευρίσκετο οὔτε άγγελος ή αρχάγγελος ούτε καμμία άλλη δύναμις μπορούσε να τον σώσει. Μόνο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός τον έσωσε δια της Εκκλησίας του. Αυτή είναι η πίστις μας· ότι δεν υπάρχει άλλος ικανός να μας σώσει (βλ. Πράξ. 4,12).

Η Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα

•  Αλλο σημείο είναι, ότι η Εκκλησία —και όταν λέμε Εκκλησία δεν εννοούμε τα ντουβάρια της εκκλησίας, και δεν εννοούμε μόνο τους παπάδες και τους δεσποτάδες· όταν λέγωμεν Εκκλησία εννοούμεν όλο το σύνολον των πιστών, λαϊκών και κληρικών— Η Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινο κατασκεύασμα. Αν την έφτειαχνε άνθρωπος, θά ᾿χε διαλυθή, είτε από τους αυτοκράτορες με τους διωγμούς, είτε από τους αιρετικούς, είτε από μας! Περισσότερο η Εκκλησία κινδυνεύει από μας τους κληρικούς και από σας τους Χριστιανούς! Εμείς, που φορούμε δήθεν το ράσο, και εσείς οι λαϊκοί, που λέτε πως είστε θρησκευτικοί είμαστε οι χειρότεροι εχθροί της Εκκλησίας. Όταν δεν είμεθα «το φώς του κόσμου» (Ματθ. 5,14), τότε προπαντός κινδυνεύει η Εκκλησία από εμάς. Και όμως, παρ᾿ όλα τα αίσχη κλήρου και του λαού, παρ᾿ όλους τους διωγμούς, παρ᾿ όλα τα κακά που συμβαίνουν, την Εκκλησίαδεν μπορεί να την ξερριζώσει. Διότι την εφύτευσε ο Θεός και την εστερέωσε με το τίμιο αίμα του. Και ό,τι φύτευσε ο Θεός, δε᾿ μπορεί κανείς να το ξερριζώσει. Η Εκκλησία μας είναι η άμπελος του Χριστού· κι όσο χαλάζι αν ρίξει ο διάβολος, δε᾿ μπορεί να την καταστρέψει.

Το φτυάρι του νεκροθάφτη δεν είναι το τέλος

•  Πιστεύουμε λοιπόν ότι υπάρχει Θεός, ότι ο άνθρωπος έχει θείο προορισμό, ότι η Εκκλησία μας είναι θείο καθίδρυμα «και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματθ. 16,18). Ας προσθέσουμε ακόμα κάτι. Πιστεύουμε, μη φοβάστε, ότι το φτυάρι του νεκροθάφτη, δεν είναι το τέλος του ανθρώπου· Το φτυάρι του νεκροθάφτη δεν φέρνει τελεία και παύλα. Η ζωή μας δεν είναι μόνο τα τριάντα, σαράντα, πενήντα ή κ᾿ εκατό χρόνια. Πιστεύομεν, ότι ο θάνατος είναι μία μετανάστευσις. Είναι μία αλλαγή κατοικίας. Είναι ένα γεφύρι από το οποίο θα περάσωμε όλοι μικροί και μεγάλοι, για να φθάσωμε σε μία χώρα αφθάστου ωραιότητος, αφθάστου καλλονής, απεριγράπτου μεγαλείου. Αυτήν την χώρα την έβλεπε με τα μάτια του ο Δαυΐδ. Αυτήν την χώρα την έβλεπε ο απόστολος Παύλος, και γι᾿ αυτό έλεγε «Επίστευσα…».

ΠΩΣ ΕΚΔΗΛΩΝΕΤΑΙ Η ΠΙΣΤΗ;

—Τα πιστεύω όλα αυτά, θα πείς. Αλλά δεν αρκεί, αγαπητοί μου, μόνον αυτό.
Αν πιστεύεις, τότε «Επίστευσα, διό ελάλησα». Καρδιά που πιστεύει εκδηλώνει την πίστι. Πως εκδηλώνεται η πίστιw;

•  Πρώτον με ομολογία. Αν πιστεύεις, θα δώσεις τη μαρτυρία σου με πολλοὺς τρόπους. Την Κυριακή ακούς την καμπάνα; θα τρέξεις στην εκκλησία, να πείς «Δόξα σοι τώ δείξαντι το φώς…». Καρδιά που πιστεύει δεν έχει το στόμα κλειστό. Αν πιστεύεις, κι ακούς να βλαστημούν τον Χριστό, να βλασφημούν τα άγια της Πίστεώς μας, θα πλησιάσεις, θα μιλήσεις με αγάπη ή θα διαμαρτυρηθείς εντονώτερα. Γιατί παρακαλώ, γιατί παρακαλώ, όταν ένας υβρίζει τη μάνα σου, υβρίζει τον πατέρα σου, υβρίζει ένα προσφιλές σου πρόσωπο, γιατί δεν σιωπάς; Γιατί σιωπάς όταν υβρίζεται ο Χριστός; Πιστεύεις; Θα διαμαρτυρηθείς. Αν πιστεύεις, στο τραπέζι θα σηκωθείς και θα πείς το «Πάτερ ημών…», θα κάνεις την προσευχή σου.

Πώς αλλιώς εκδηλώνεται η πίστι; Με ιεραποστολή. Αδελφοί μου, θα μας τιμωρήσει ο Χριστός. Αλλοτε στην Ελλάδα ήταν πέντε χιλιασταί, και σήμερα είναι χιλιάδες. Πίστευαν στην ψεύτικη πίστι τους και σκόρπισαν παντού τον σπόρο του διαβόλου. Εσύ ο ορθόδοξος πιστεύεις; Αν πιστεύεις, γιατί έρχεσαι μόνος στην εκκλησία; Εσὺ γυναίκα, πού ᾿νε ο άντρας σου, πού ᾿νε τα παιδιά σου; Κ᾿ εσὺ ο άντρας, γιατί έρχεσαι μόνος σου; Δίπλα, στη γειτονιά, υπάρχουν τόσοι που δεν εκκλησιάζονται. ῍Αν πιστεύεις, πείσε τους, ότι ο εκκλησιασμός είναι ιερό καθήκον. Αν πιστεύεις, κοίταξε δεξιά κι αριστερά να δείς ανθρώπους που τους έχουν πιάσει τα δίχτυα της αμαρτίας και της πλάνης. Ποιά προσπάθεια κάνουμε γι᾿ αυτόὺς να βγούν απ᾿ την αμαρτία και την κόλασι;

•  Αλλη εκδήλωσι της πίστεως είναι η διάδοσι της Ορθοδοξίας. Αν πιστεύεις ότι η πίστι σου είναι η μόνη που σώζει, γιατί δεν τη διαδίδεις; Για διάβασε το βίο του αγίου Ευθυμίου του Μεγάλου (20 Ιανουαρίου). ΄Ενας αυτός, κατώρθωσε με τα λόγια και το παράδειγμά του να βγάλει πλήθος αιρετικοὺς από την αίρεσι. Μοναχός αυτός και ασκητής, κατώρθωσε χιλιάδες αιρετικοὺς να τους κάνει ορθοδόξους. Που έφτασε· ανέβηκε και στα ανάκτορα, βρήκε μια βασίλισσα που δεν πίστευε στην Ορθοδοξία, την Ευδοξία, και την έκανε κι αυτήν ορθόδοξη. Ω Θεέ μου, δος μου πίστι. Δος μου ένα δράμι από την πίστι των πατέρων μας. Δος μου πίστι και τα άστρα κατεβάζεις κάτω στη γη. Ω πίστις μεγαλουργός!

«Επίστευσα, διό ελάλησα». Έχεις λοιπόν κλειστό το στοματάκι σου. Μιλάς για όλα τα πράγματα, μιλάς και για έρωτες, μιλάς και για φιγουρίνια μιλάς και για ραδιόφωνο, μιλάς και για χρήματα, μιλάς και για πολιτική, μιλάς για όλα, αλλά δεν μιλάς για το Θεό, δεν μιλάς για την Εκκλησία μας, δεν μιλάς για τα αιώνια και υψηλά της πίστεώς μας, γιατί χωματένια και βούρκος είναι η ψυχή σου, γιατί δεν βασιλεύει ο Χριστός μέσα εις την καρδιά σου. Πες μου, λοιπόν, τι λες, πες μου τι σκέπτεσαι, πες μου τι κάνεις, να σου πω ποιος είσαι. Από τα λόγια σου, από τις σκέψεις σου και τα έργα σου, θα φανεί η πίστις σου εις τον Θεόν.

•  Πιστεύεις; Τότε όχι μόνο με λόγια αλλά και με έργα αγάπης και θυσίας θα εκδηλώνεις την πίστι σου. Ακούστε ένα παράδειγμα μόνο. Οταν η λέπρα ήταν ακόμη μία αθεράπευτη αρρώστια, κανένας δεν πλησίαζε λεπρό. Τότε στο Βέλγιο ένα ευγενές παιδί αριστοκρατικής οικογενείας, που λεγότανε Δαμιανός, άφησε τα πλούτη και τις ανέσεις του, και είπε· Χριστέ, θα σε υπηρετήσω· για σένα θα πάω όχι στην Ευρώπη αλλά στον Ειρηνικό ωκεανό… Εγινε ιεραπόστολος και πήγε εκεί, μέσα στα άγρια δάση. Εκεί βρήκε τους λεπροὺς και τους υπηρέτησε. Αλλά κόλλησε την αθεράπευτη ασθένεια, έγινε λεπρός, και έτσι πέθανε. Υπάρχουν τέτοια παραδείγματα παλαιά και σύγχρονα, ανθρώπων που θυσίασαν τα πάντα για την αγάπη του Θεού και του πλησίον.

•  Τέλος η πίστι εκδηλώνεται και με μαρτύριο. Αν πιστεύεις; άνοιξε το συναξάρι και διάβασε το βίο του αγίου Μαξίμου του ομολογητού (21 Ιανουαρίου). Πόσο πίστευε! Ή θα πάψεις να μιλάς για την Ορθοδοξία, του είπαν, ή θα σου κόψουμε τη γλώσσα! Αλλ᾿ αυτός από τόπο σε τόπο, από βράχο σε βράχο, από φυλακή σε φυλακή, παντού έλεγε· Πιστεύω στην Ορθοδοξία, και πολεμούσε την αίρεση. Τέλος με πυρακτωμένη ψαλίδα του κόψανε τη γλώσσα. Αλλ᾿ ούτε τότε σταμάτησε να κηρύττει. Ένωνε τα τρία δάχτυλά του και έλεγε· Πατήρ, Υιός και άγιον Πνεύμα! Και έτσι ακόμα ωμολογούσε. Ενας άλλος μάρτυρας, όταν του κόψανε τη γλώσσα, τί έκανε· έφερε το χέρι στο αιμόφυρτο στόμα του, πήρε αίμα, και μ᾿ αυτό έγραψε στο μάρμαρο· «Χριστέ, πιστεύω σ᾿ εσένα!». Ετσι μίλησε και κήρυξε..

Να παρακαλούμε τον Θεό να μας δυναμώσει την πίστη

Αγαπητοί μου! Ο απόστολος Παύλος γράφει· «Επίστευσα, διό ελάλησα», το πανίσχυρο δηλαδή κίνητρο είναι η πίστις. Ο αρχαίος φυσικός Αρχιμήδης με υπερβολική αυτοπεποίθηση έλεγε· «Δος μοι πα στω, και ταν γαν κινάσω»· δός μου μέρος, λέει, πού να σταθώ, και θα κουνήσω τη γη ολόκληρη. Εμείς να μη λησμονούμε, ότι η πίστη στο Θεό πράγματι μετακινεί και βουνά, όπως βεβαιώνει το αδιάψευστο στόμα του Χριστού μας (βλ. Ματθ. 21,21· Μάρκ. 11,23). Αλλ᾿ επειδή η πίστη μας είναι λίγη, να ζητήσουμε από το Χριστό αυτό που ζήτησαν οι απόστολοι· «Πρόσθες ημίν πίστιν» (Λουκ. 17,5). Πρόσθεσέ μας λίγη από την πίστη των αποστόλων, δός μας ένα δράμι από την πίστι των πατέρων μας.
Ω Χριστέ! Δι᾿ ευχών των αγίων, του αγίου Ευθυμίου, του αγίου Μαξίμου και όλων των άλλων, έλα πάλι κοντά μας. Λειώσε την κολώνα του πάγου που υπάρχει μέσα μας. Κάνε την καρδιά μας να θερμανθεί, να σε αγαπήσουμε, να σε λατρεύσουμε, και μέχρι τέλους της ζωής μας να λέμε· «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τεί απιστία» (Μάρκ. 9,24). Κάνε ώστε κ᾿ εμείς, μαζί με το Δαυΐδ, μαζί με τον Παύλο, μαζί με τους μάρτυρες, να πούμε· «Και ημείς πιστεύομεν, διό και λαλούμεν» (Β´ Κορ. 4,1). Και μέχρι τέλους πιστοί και αφωσιωμένοι, να αξιωθούμε της βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

† επίσκοπος π. Αυγουστῖνος Καντιώτης
(Αθήνα Κυριακή 20 Ιανουαρίου 1963

ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 14th, 2012 | filed Filed under: ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ MHΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ
  ΑΧΛΑΔΑ 1-3- 1970  

ΤΟ  ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Ποιό εἶνε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως μας, ποὺ θὰ τὸ ἀκούσουμε σὲ λίγο στὴν θεία Λειτουργία;
 Γιὰ νὰ ρωτήσουμε ἕνα ἀπὸ τὰ παιδιά, ποὺ βρίσκονται ἐδῶ καὶ πᾶνε σχολεῖο; Πές μου ἐσύ; Πῶς σὲ λένε; ….
 Ὁ Θωμᾶς λέει, ὅτι τὸ Σύμβολο εἶνε τὸ Πιστεύω.
 Τί θὰ πῆ Σύμβολο καὶ γιατί αὐτὸ τὸ Σύμβολο λέγεται Πιστεύω;
Σύμβολο θὰ πῆ, κάτι τὸ ὁποῖο  μᾶς διακρίνει. Εἶνε σὰν τὴν σημαία. Ὃπως τὰ διάφορα ἒθνη ἒχουν τὶς σημαῖες τους καὶ ἐμεῖς ἒχουμε τὴν δική μας σημαία.
Ἡ Σερβία ἒχει τὴν δική της σημαία. Ἡ Βουλγαρία ἒχει τὴν δική της σημαία. Ἡ Τουρκία ἒχει τὴν δική της σημαία.
Ὃπως λοιπὸν ὅταν βλέπουμε τὴν σημαία ξέρουμε σὲ ποιὸ ἒθνος ἀνήκουν οἱ ἂνθρωποι, ἒτσι καὶ ἐμεῖς ἒχουμε τὴν σημαία μας.
Ἡ Σημαία μας, ποὺ εἶνε ἡ ὡραιότερη σημαία τοῦ κόσμου, ποὺ εἶνε τιμή καὶ δόξα μας, εἶνε τὸ «Πιστεύω».
Τὸ «Πιστεύω» εἶνε ἡ σημαία τῶν χριστιανῶν.
Χριστιανοὶ εἶνε καὶ οἱ φράγκοι. Χριστιανοὶ εἶνε καὶ οἱ Γάλλοι. Χριστιανοὶ εἶνε καὶ οἱ Γερμανοί. Χριστιανοὶ εἶνε καὶ οἱ Ἂγγλοι. Χριστιανοὶ εἶνε καὶ οἱ Ἀμερικάνοι. Ἀλλὰ τὸ «Πιστεύω» εἶνε ἡ Σημαία τῶν Ὀρθοδόξων χριστιανῶν.
Μὲ τὸ «Πιστεύω» ξεχωρίζουμε ἀπ᾿ὅλα τὰ ἒθνη καὶ ἀπ᾿ὅλα τὰ δόγματα. Εἲμεθα χριστιανοὶ Ὀρθόδοξοι καὶ δὲν παρεκλίνουμε καὶ  δὲν παραλλάζουμε οὒτε ἕνα γιῶτα (ι) ἀπὸ τὴν γραμμὴ ποὺ χάραξε ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μὲ τὶς Οἰκουμενικὲς Συνόδους.
 Τί λέμε στὸ «Πιστεύω»; Τί ὁμολογοῦμε;
Πρῶτα- πρῶτα λέμε τὴν λέξι Πιστεύω. Τί θὰ πῆ πιστεύω; Θὰ πῆ παραδέχομαι. Ὃποιος δὲν πιστεύει εἶνε ἀνάξιος νὰ ζῆ στὸν κόσμο αὐτό.
Καὶ τί πρέπει νὰ πιστεύωμε;  «Εἰς Ἓναν Θεὸ, Πατέρα Παντοκράτορα». Ὃτι δηλαδὴ ὑπάρχει Θεός.  Αὐτὸ εἶνε τὸ πρῶτο. Τὸ ἐπιβάλλει ἡ λογική μας. Γιατὶ κανεὶς ἀπὸ σᾶς χριστιανοὶ μου δὲν μπορεῖ νὰ παραδεχθῆ ὅτι τὸ σπίτι ποὺ κάθεται ἒτσι φύτρωσε. Ἒτσι ἀπὸ μόνο του ἐμφανίστηκε. Μαζεύτηκαν μιὰ μέρα μόνα τους ὅλα τὰ ὑλικά, οἱ πέτρες, τὰ σανίδια, τὰ τσιμέντα, οἱ πόρτες, τὰ τσάμια καὶ τοποθετήθηκαν μόνα τους στὴν θέση τους καὶ ἒγινε τὸ σπίτι. Ἀνόητο δὲν εἶνε αὐτό;
Κάθε σπίτι κάποιος τεχνίτης τὸ κάνει. Καὶ τὸ ὡρολόγι ποὺ φορᾶτε κάποιος τὸ ἒκανε, γιατὶ δὲν φυτρώνουν στὰ χωράφια τ᾿ὡρολόγια. Τὸ ροῦχο ποὺ φορᾶτε κάποιος τὸ ἒραψε. Τὸ ἀμάξι ποὺ τρέχει στοὺς δρόμους καὶ τὸ ἀεροπλάνο ποὺ πετᾶ στὰ ὓψη καὶ ὁ πύραυλος ποὺ διασχίζει τοὺς αἰθέρας κάποιος τὰ κατασκεύασε. Δὲν φύτρωσαν μόνα τους.
Ἀλλὰ τί εἶνε τὰ σπίτια; Τί εἶνε τὰ ὡρολόγια, τὰ ἀεροπλάνα, τ᾿ἀμάξια, οἱ πύραυλοι καὶ τὰ μηχανήματα ποὺ θαυμάζετε;
Ἂν ἒρθει κάποιος καὶ σᾶς πεῖ, τὸ αὐτοκίνητο σας ἒτσι φύτρωσε, θὰ τὸν πᾶτε στὸ φρενοκομεῖο. Ἀλλὰ τ᾿ἂστρα αὐτὰ ποὺ εἶνε ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων, τὸ φεγγάρι, τὸν ἢλιο τὴν γῆ, τὸν ἂνθρωπο, ποιός τὰ ἒκανε;Ἒτσι φύτρωσαν; Μιὰ εἶνε ἡ ἀπάντησι, ὁ Θεὸς τὰ ἒκανε.
Πίστευε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει Θεός καὶ εἶνε Δημιουργὸς καὶ κυβερνήτης τοῦ Σύμπαντος. Αὐτὸ εἶνε τὸ πρῶτο ποὺ κηρύττωμε στὸ Σύμβουλο τῆς Πίστεως.
Καὶ τὸ δεύτερο ποὺ ὁμολογοῦμε εἶνε, ὅτι ἐμεῖς δὲν πιστεύομε στὸν Ἀλλάχ τῶν Τούρκων, οὐτε στὸν Βούδα τῶν Ἰνδῶν καὶ οὒτε στοὺς ἂλλους ψεύτικους θεοὺς τῶν ἂλλων θρησκευμάτων, ἀλλὰ πιστεύομε εἰς τὸν ἕνα καὶ  Ἀληθινὸ Θεό, ποὺ εἶνε ὁ Πατήρ ὁ Υἰὸς καὶ τὸ Ἃγιο Πνεῦμα.
Ἢλιγγος σὲ πιάνει. Ποιός ἂνθρωπος, ποιός ἐπιστήμων θὰ μπορέση ποτὲ νὰ μπῆ στὸ Μυστήριο αὐτὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος; Ἓνα=Τρία.
Δὲν τὸ παραδέχεται ἡ σκέψη τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλὰ ἐν τούτοις εἶνε γεγονὸς ὅτι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Ἃγιο Πνεῦμα εἶνε ἡ Ἁγία Τριάδα, εἶνε ὁ Ἓνας καὶ Ἀληθινὸς Θεός.
Δὲν μποροῦμε νὰ τὸ καταλάβουμε αὐτὸ μὲ τὸ μυαλό μας. Ἀλλὰ πῶς νὰ καταλάβουμε τὸ μέγα μυστήριο τῆς Ἁγία Τριάδος, τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία δὲν μποροῦμε νὰ ἐξηγήσουμε ἁπλὰ πράγματα ποὺ βλέπουμε στὸν κόσμο.
Ἓνας ἐπιστήμονας σπούδαζε τὸ μυρμήγκι δέκα χρόνια καὶ ἕνας ἂλλος πῆρε τὴν μέλισσα καὶ σ᾿ὅλη τὴν ζωή του 50, 60 χρόνια τὴν ἐξέταζε, γιὰ νὰ δῆ, πὼς εἶνε ἡ μέλισσα καὶ μετὰ εἶπε: Μυστήριο πράγμα, δὲν μπορῶ νὰ ἐξηγήσω, πῶς αὐτὸ τὸ μικρὸ ζωϊφιο κάνει τὸ μέλι!
Ἂν λοιπὸν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε ἕνα μυρμηγκάκι καὶ μιὰ μέλισσα, πόσο μάλλον θὰ καταλάβομε τὸν Θεό.
Τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου εἶνε πολὺ μικρό, γιὰ νὰ χωρέση τὸ Μυστήριο τῆς Θεότητος.
Τί πρέπει νὰ κάνουμε; Ὃταν ἀκοῦμε τὸ Ὃνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος, νὰ σκίβουμε τὸ κεφάλι μας καὶ μὲ εὐλάβεια νὰ λέμε: Ἁγία Τριὰς σῶσον τὸν κόσμο σου καὶ ἐμένα τὸ ἁμαρτωλό.
Πιστεύω ὁμολογοῦμε ἀκόμη ὅτι ὁ ἂνθρωπος ἁμάρτησε πολὺ. Καὶ θὰ ἒπρεπε ν᾿ἀνοίξη ἡ γῆ γιὰ νὰ μᾶς καταπιῆ. Καὶ θὰ ἒπρεπε τ᾿ἂστρα νὰ γίνουν ἀστροπελέκια καὶ νὰ πέσουν στὰ κεφάλια μας. Καὶ ὅμως ὁ Θεὸς ὂχι μόνο δὲν μᾶς κατέστρεψε ἀλλὰ ἒστειλε στὸν κόσμο τὸν Υἱόν του τὸν Μονογενή. Ἦρθε ὁ ἲδιος κάτω στὴν γῆ. Γεννήθηκε ἐκ Παρθένου Μαρίας, ἐβαπτίσθη εἰς  τὸν Ἰορδάνη ποταμό. Ἐπέρασε τὴν ἒρημο ὑπέφερε, ἐσταυρώθη, Ἀνεστήθη καὶ ἀνελήφθη στὰ οὐράνια. Καὶ κάτι ἂλλο λέμε στὸ «Πιστεύω». Ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἂπιστοι καὶ ἂθεοι. Ἂς μὴ πιστεύουν οἱ ἂνθρωποι τοῦ σκοταδιοῦ. Τὸ λέμε στὸ «Πιστεύω». «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης, κρίνε ζώντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἒσται τέλος.
Ὁ Χριστὸς ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο καὶ τὰ ἃγια του πόδια πάτησαν στὴν γῆ, ὁ Χριστὸς ποὺ ἐβαπτίσθη μέσα στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, ποὺ ἒφαγε καὶ συνανεστράφη μὲ τοὺς ἀνθρώπους, ὁ Χριστὸς ποὺ Ἐσταυρώθη καὶ ὑπέφερε γιὰ τὴν δική μας σωτηρία, τόσα καὶ τόσα στὸν κόσμο, ὁ Χριστὸς ποὺ ἦρθε σὰν ἂσημος ἂνθρωπος στὴ γῆ, θὰ ξαναέλθη πάλι, ναὶ θὰ ξανάρθη. «Καὶ πάλιν ἐρχόμενον μετὰ δόξης κρίναι ζῶντας καὶ νεκροὺς». Τὸ λέμε στὸ Πιστεύω τὸ διακηρύττει ὁ ἲδιος ὁ Χριστός, στὸ Εὐαγγέλιο τῆς Κρίσεως.
Πῶς θὰ ξανάρθη; Μᾶς τὸ λέει πολὺ ἁπλὰ ὁ Χριστός.
Σὰν τὸν τσομπάνο ποὺ ἒχει πρόβατα καὶ βοσκᾶνε στὸ λιβάδι. Τὸ βράδυ ὁ τσομπάνος τὰ μαζεύει. Κάθεται ἒξω ἀπὸ τὸ μαντρὶ καὶ τὰ ξεχωρίζει. Ἀλλοῦ βάζει τὰ πρόβατα καὶ ἀλλοῦ βάζει τὰ κατσίκια, τὰ ἐρίφια. Γιατὶ δὲν μποροῦν νὰ βρίσκονται στὸν ἲδιο χῶρο τὰ πρόβατα καὶ τὰ γίδια.
Ἒτσι λέει καὶ ὁ Χριστὸς θὰ χωρίση τὸν κόσμο σὲ δύο μεγάλα μέρη. Θὰ βάλλη τὰ πρόβατα δεξιὰ καὶ τὰ ἐρίφια ἀριστερά. Γιατὶ τώρα ἀδέλφια μου εἶνε ἀνακατεμένος ὁ κόσμος.
Μέσα στὸ ἲδιο σπίτι ἡ γυναίκα πιστεύει ὁ ἂνδρας δὲν  πιστεύει.
Δὲν τὸν ὑποφέρω μοῦ ἒλεγε κάποια γυναίκα, προχθές. Ὁ ἂνδρας μου μ᾿ἀγαπᾶ, ἐνδιαφέρεται γιὰ μένα. Δὲν μ᾿ἀφήνει ποτὲ νηστικιά, ἀλλὰ θὰ τὸν χωρίσω, δὲν τὸν ὑποφέρω, γιατὶ βλασφημᾶ.
Ἂν βλασφημοῦσε τὴνμάνα μου θὰ τὸν ὑπέφερα, ἂν κακολογοῦσε τὸν πατέρα μου θὰ τὸν ὑπέφερα, μ᾿αὐτὸς μόλις μπεῖ στὸ σπίτι βλασφημᾶ τὸν Χριστό, τὴν Παναγία, τοὺς ἁγίους. Δὲν θέλω νὰ τὸν βλέπω. Δὲν τὸν ὑποφέρω, γιατὶ βλασφημᾶ τὸν Θεό.
Μέσα λοιπὸν στὸ σπίτι ἡ γυναίκα πιστεύει ὁ ἂνδρας δὲν πιστεύει. Μέσα στὸ ἲδιο σπίτι ὁ πατέρας πιστεύει ἡ μάνα δὲν πιστεύει, γιατὶ καὶ αὐτὸ γίνεται στὸν κόσμο. Ὑπάρχουν γυναῖκες ἂπιστες καὶ ἂνδρες πιστοί.
Μέσα στὸ ἲδιο σπίτι ὁ ἕνας εἶνε καλὸς  καὶ ὁ ἂλλος εἶνε κακός.
Μέσα στὸ ἲδιο χωριὸ ὑπάρχει ἕνας ἃγιος καὶ ἕνας ἂλλος κακοῦργος, ποὺ ἒχει χωράφια, λίρες καὶ πολυκατοικίες ἀλλὰ ἒχει σκοτώσει ἂνθρωπο καὶ κανεὶς δὲν τὸ ξέρει.
Μέσα στὴν ἲδια κοινωνία ζεῖ ὁ κλέφτης καὶ ὁ λωποδύτης, ζεῖ καὶ ὁ ἂνθρωπος τοῦ Θεοῦ. Ἀνακατεμένοι εἶνε. Σιτάρι, καλαμπόκι, φακές, φασόλια τὰ πάντα. Ἀλλὰ ὅπως ὑπάρχει μηχάνημα ποὺ ξεχώριζει καὶ βάζει ἀλλοῦ τὸ ἂχυρο καὶ ἀλλοῦ τὸ σιτάρι, ἒτσι θὰ μᾶς χωρίση καὶ ἐμᾶς ὁ Χριστὸς.
Σὰν τὸν τσομπάνο ποὺ βάζει ἀλλοῦ τὰ πρόβατα καὶ ἀλλοῦ τὰ γίδια. Θὰ γίνη ὁ χωρισμός. Θὰ ἒρθη αὐτὴ ἡ μέρα. Γιατὶ στὸν κόσμο αὐτὸν δὲν τιμωροῦνται ὅλα τὰ ἐγκλήματα. Ἀπὸ τὰ 1000 ἐγκλήματα ἐλάχιστα τιμωροῦνται.
Μήπως νομίζετε ὅτι αὐτοὶ ποὺ εἶνε στὶς φυλακές εἶνε οἱ μόνοι ἐγκληματίες; Λάθος κάνετε. Ἡ ἀνθρώπινη δικαιοσύνη δὲν μπορεῖ νὰ τιμωρήση ὅλα τὰ ἐγκλήματα. Μόνο μερικὰ μυγάκια πιάνει στὸ ἀραχνόπανο της, οἱ σφῆκες τὸ τρυπᾶνε καὶ φεύγουν. Οἱ μεγάλοι ἐγκληματίες μένουν ἐλεύθεροι καὶ ἀτιμώρητοι.
Καὶ ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα σκοτώθηκαν 500.000. Εἶνε μέσα στὶς φυλακὲς αὐτοὶ οἱ ἐγκληματίες; Ὂχι, ἂνοιξαν τὶς πόρτες καὶ ἒφυγαν. Πᾶνε στὰ χωριά τους καὶ στὰ σπίτια τους καὶ κλαίει ἡ χήρα μὲ τὰ ὁρφανά ποὺ τὸν βλέπει. Τὸν βλέπω μὲ ἒλεγε μιὰ χήρα μὲ 5 ὁρφανά. Τὸν βλέπω νὰ εἶνε ἂρχοντας, ἒχει λεφτά, γλεντάει κάθε βράδυ, τὸ ξέρω μόνο ἐγὼ, αὐτὸς σκότωσε τὸν ἂνδρα μου. Αὐτὸς εἶπε τοὺς ἂλλους, γιὰ νὰ τὸν σκοτώσουν. Τὸν βλέπω καὶ ταράζομαι. Μοὒρχεται νὰ πάρω μαχαίρι καὶ νὰ τὸν σκοτώσω. Ἀλλὰ σηκώνω τὰ μάτια μου στὸν οὐρανὸ καὶ λέω, Θεέ μου συγχώρεσέ τον.
Στὸν κόσμο αὐτὸν γίνονται ἐγκλήματα φοβερά. Ὑπάρχουν κακοῦργοι ποὺ βάψαν τὰ χέρια τους στὸ αἶμα. Ὑπάρχουν ἂνδρες ποὺ τὴν νύχτα τρύπωσαν μέσα στὸ ξένο σπίτι καὶ ἀτίμασαν τὶς γυναῖκες τῶν ἂλλων. Ὑπάρχουν παιδιὰ καὶ κόσμος ἁμαρτωλὸς ποὺ κανένα δικαστήριο καὶ καμμιὰ κοινωνία δὲν τοὺς ἐτιμώρησε. Γι᾿αὐτὸ θὰ ἒρθη ἡ ἡμέρα τῶν ἐκκαθαρίσεων. Θὰ ἒρθη ἡ ἡμέρα ποὺ θὰ καταδικαστοῦν ὅλοι οἱ ἀμετανόητοι ἁμαρτωλοί.
Θὰ ξαναέρθη ὁ Χριστός, ἀλλὰ πῶς θὰ ἒρθη ἀδελφοί μου; Πιστέψατέ το, μᾶς τὸ λέει ὁ Χριστὸς στὸ Εὐαγγέλιο, τὸ ὁμολογοῦμε στὸ «Πιστεύω». Θὰ παρουσιαστῆ ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ποὺ ἒδωσε τὸ χαρμόσυνο μήνυμα στὴν Παναγία καὶ εἶπε τὸ χαῖρε. Ὁ ἲδιος ἂγγελος θὰ πάρη τὴν σάλπιγγα, ὅπως τὴν παίρνει τὸ πρωΐ  ὁ σαλπιγκτὴς καὶ σαλπίζει ἐγερτήριο καὶ σηκώνονται οἱ στρατιῶτες καὶ δίνουν τὸ παρόν. Καὶ ἀλοίμονο στὸν στρατιώτη ποὺ δὲν θὰ σηκωθῆ.
Ὅπως λοιπὸν σαλπίζει ὁ σαλπιγγτής καὶ ὅπως ὁ δάσκαλος στὸ σχολεῖο χτυπᾶ τὸ κουδούνι καὶ οἱ μαθητὲς μπαίνουν στὶς τάξεις, ἒτσι θὰ χτυπήση καμπάνα μεγάλη, σάλπιγγα ποὺ θ᾿ἀκουστῆ σ᾿ὅλο τὸν κόσμο καὶ τότε θ᾿ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί.
Θ᾿ἀναστηθοῦν οἱ πατεράδες μας, οἱ παπποῦδες μας, αὐτοὶ ποὺ πέθαναν πρὸ 500 καὶ 1000 χρόνια καἰ εἶνε σκόνη καὶ κόκκαλα μέσα στοὺς τάφους. Θ᾿ἀναστηθοῦν ὅλοι οἱ νεκροί, ὅλων τῶν αἰώνων.
Μὰ πῶς εἶνε δυνατὸν; Μάλιστα ἂνθρωπε ἂπιστε, θ᾿ἀναστηθοῦν. Τί κάνει ὁ γεωργός; Σπέρνει τὸ σιτάρι, μέσα στὴν γῆ καὶ σαπίζει. Καὶ κατόπιν φυτρώνει ὁλόκληρο στάχυ καὶ φέρνει καρπό. Τὸ ἕνα σιτάρι γίνεται 30, 40. Ἒλα νὰ μοῦ τὸ ἐξηγήσης. Σὰν τὸ σιτάρι εἶνε καὶ ὁ ἂνθρωπος. Αὐτὸς ποὺ ἒδωσε δύναμη στὸ σιτάρι νὰ φυτρώση καὶ νὰ γίνεται κάμπος ὁλοπράσινος, αὐτὸς θ᾿ἀναστήση τοὺς νεκροὺς.
Κτῆνος εἶνε ὁ ἂνθρωπος ποὺ δὲν πιστεύει. Νὰ θαῦμα! Τί ζητᾶτε ἂλλα θαύματα. Πᾶρε ἕνα κουτὶ μὲ σπόρους, ρίξτους στὴν γῆ, θὰ φυτρώσουν ὃμορφα λουλούδια.
Ὃλη ἡ ἐπιστήμη νὰ μαζευτῆ ἕνα σπόρο δὲν μπορεῖ νὰ κάνη.
Θεέ μου, Θεέ μου, τί θαύματα γίνονται στὸν κόσμο. Πάνω στὸ φεγγάρι τίποτε δὲν φυτρώνει. Οὒτε σιτάρι, οὒτε καλαμπόκι, οὒτε δένδρα, οὒτε λουλούδια, οὒτε ἀέρας, οὒτε νερὸ, τίποτε ξεραΐλα ἀπέραντι ἐπικρατεῖ ἐκεῖ. Ἐδῶ στὴ γῆ μᾶς εἶνε ὅλα καὶ ἕνα εὐχαριστῶ δὲν λέμε στὸ Θεό.
Πᾶρε ἕνα σπόρο καὶ πὲς μου, ποιός τοῦ ἒδωσε τὴν δύναμι αὐτή;
Ὁ Θεὸς ποὺ ἒδωσε τὴν δύναμη νὰ σαπίζη ὁ σπόρος καὶ νὰ πρασινίζει ὁ κάμπος, αὐτὸς θ᾿ἀναστήση ὅλους τοὺς νεκρούς.
Κάθε σπόρος ποὺ πέφτη στὴ γῆ, Χριστὸς Ἀνέστη φωνάζει. Γι᾿αὐτὸ στὰ μνημόσυνα ἒχουμε κόλλυβα. Αὐτὸ σημαίνουν τὰ κόλλυβα.
Θεέ μου ὅπως τὸ σιτάρι φυτρώνει, ἒτσι θὰ ἒρθη ἡμέρα ποὺ ὅλοι οἱ νεκροί θ᾿ἀναστηθοῦν ἀπὸ τὸν τάφο. Ναὶ θ᾿ἀναστηθοῦν.
Πρῶτα θὰ σαλπίση ἡ σάλπιγγα, μετὰ θ᾿ἀναστηθοῦν οἱ νεκροὶ καὶ ἒπειτα θὰ παρουσιαστῆ στὸν οὐρανὸ κάποιο σημάδι, θὰ βγῆ ὁ τίμιος Σταυρὸς καὶ θὰ σβήσουν ὅλα τ᾿ἂλλα φῶτα.
Ὃπως ὅταν βγῆ ὁ ἣλιος δὲν χρειάζονται τὰ λυχνάρια, ἒτσι καὶ ὁ τίμιος Σταυρὸς θὰ λάμπει περισσότερο ἀπὸ τὸν ἣλιο καὶ οἱ ἂγγελοι καὶ οἱ ἀρχάγγελοι θὰ παρουσιαστοῦν. Καὶ μετὰ μιὰ δόξα ἀπερίγραπτος θὰ φανῆ καὶ θὰ φωτίση τὴν οἱκουμένη. Θὰ φανῆ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός.
 Εἲδατε τί γίνεται στὴν Φλώρινα, ὅταν καμμιά φορὰ ἒρχεται ὁ βασιλιὰς ἢ κανένας μεγάλος ἂρχοντας; Μαζεύονται ὅλοι οἱ στρατηγοὶ καὶ χτυποῦν τύμπανα καὶ ἀνεβαίνουν στὰ μπαλκόνια οἱ ἂνθρωποι, γιὰ νὰ περάση, ποιός; Ὁ βασιλιάς. Τί εἶνε ὁ βασιλιάς; Τί εἶνε ὁ πρωθυπουργός; Ἂνθρωποι εἶνε. Σήμερα ζοῦν αὒριο δὲν ὑπάρχουν. Θὰ ἒρθη ὅμως ὁ Ἀφέντης τοῦ κόσμου. Θὰ ἒρθη ὁ Βασιλεῦς τῶν βασιλευόντων, ὁ βασιλιὰς τῶν ἀγγέλων καὶ μετὰ θ᾿ἀνοίξη Δικαστήριο καὶ θ᾿ἀνοίξουν τὰ βιβλία.
Ὃπως στὴν εἰσαγγελία ἒχει ὁ εἰσαγγελεὺς τὸ ποινικὸ μητρῶο καὶ τὸ ἀνοίγει καὶ βλέπει τ᾿ἀδικήματα ποὺ ἒχεις κάνει, ἒτσι θ᾿ἀνοίξουν τὰ βιβλία ποὺ ὑπάρχουν στὸν οὐρανό, «καὶ βίβλοι ἀνοιγήσονται». Γιατὶ καθ᾿ἕνας ἒχει τὸ βιβλιάριό του, τὸ ποινικό του μητρῶο.
Ὑπάρχει χριστιανοί μου, ναὶ ὑπάρχει τὸ βιβλιάριό μας στὸν οὐρανὸ καὶ γράφει ὅλα τὰ ἒργα μας.
Τὸ βιβλιάριο ποὺ κρατᾶ ὁ εἰσαγγελεύς καὶ ὁ ἀστυνομικός, δὲν ἒχει τίποτε, γιατὶ αὐτοὶ κρίνουν τοὺς ἀνθρώπους μόνο ἐξωτερικά. Τὸ βιβλιάριο ὅμως τοῦ οὐρανοῦ γράφει ὂχι μόνο τὶς ἐξωτερικές μας ἁμαρτίες, ἀλλὰ καὶ τὶς ἐσωτερικὲς. Γράφει καὶ τὶς ἁμαρτίες ποὺ διαπράττονται μέσα στὴν καρδιά μας.
Ὑπάρχει ναὶ ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ὑπάρχει ἕνα αὐτί ποὺ τ᾿ἀκούει ὅλα, ὑπάρχει καὶ ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφη ὅλα.
 Χριστιανοί μου δὲν τρέμετε, δὲν φοβᾶστε; Θὰ δώσουμε λόγο ὂχι μόνο γιὰ τὸ τί κάνουμε, ὂχι μόνο γιὰ τὸ τί λέμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸ τί σκεφτόμαστε καὶ γιὰ τὸ τί ἒχουμε στὴν καρδιά μας.
Θὰ βγῆ ζυγαριὰ, πλάστιγγα ποὺ θὰ ζυγίση ὅλο τὸν κόσμο. Αὐτὸ λέει τὸ Εὐαγγέλιο. Αὐτὸ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως.
Θὰ γίνη Κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις.  Καὶ στὸ παγκόσμιο αὐτὸ δικαστήριο, θὰ δικάση ὁ Θεός.
Χριστιανοί μου μοὒρχεται νὰ φύγω, νὰ πάω στὸ Ἃγιο Ὂρος, στὰ κατουνάκια, μέσα στὶς σπηλιές.
Θὰ δικάση ὁ Θεὸς πρῶτα ἐμᾶς τοὺς ἐπισκόπους καὶ τοὺς παπάδες. Γιατὶ ἐμεῖς οἱ δεσποτάδες καὶ οἱ ἱερεῖς δὲν θὰ δικαστοῦμε μόνο γιὰ τ᾿ἁμαρτήματα τὰ δικά μας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τ᾿ἁμαρτήματα τοῦ λαοῦ.
Εἶσαι παπᾶς καὶ ἒχεις 400 ψυχές; Ὃπως ὁ τσομπάνος θὰ δώση λόγο στὸ ἀφεντικό του γιὰ τὸ πρόβατο ἢ γιὰ τὴν ἀγελάδα ποὺ χάθηκε, ἒτσι ἐμεῖς θὰ δώσουμε λόγο.
Χριστιανοί μου, μὴ κατακρίνετε, μὴ κουτσομπολεύετε. Ἂμα βλέπετε παπὰ καὶ δεσπότη κλαύσατε. Ἀλοίμονό μου, ἐγὼ θὰ δώσω λόγο γιὰ 80.000 καὶ 100.000 ψυχές, ποὺ εἶνε στὴν ἐπισκοπή μου.
Ἀλοίμονο μου ἂν  δὲν ἐλέγξω τὸ κακό. Ἀλοίμονό μου ἂν δὲν φωνάξω, ἂν δὲν κηρύξω, ἂν δὲν προσπαθήσω νὰ σώσω τὸν κόσμο, ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Ἀλοίμονο στοὺς παπάδες, στοὺς δεσποτάδες, στοὺς πατριαρχάδες, στοὺς βασιλιάδες, στοὺς ἂρχοντας, ἀλοίμονο σ᾿ὅλους ποὺ ἒχουν ἀξιώματα, κλαύσατε ἂρχοντες καὶ βασιλεῖς τῆς γῆς. Θὰ κριθοῦν ἐπίσης καὶ οἱ πλούσιοι ποὺ ἒγιναν μπεζακτάδες καὶ πότε τοὺς δὲν προσέφεραν ἕνα ποτῆρι νερό, σ᾿αὐτὸ ποὺ τὸ ἒχει ἀνάγκη.
Θὰ κρίνει τοὺς φτωχοὺς, θὰ κρίνη τὶς γυναῖκες, τὰ παιδιὰ καὶ τοὺς ἂνδρες, τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ὢ ποία κρίση! Ὧ ποίαν ἀπολογίαν ψυχὴ, ἒχεις ἀθλία ἐν ἡμέρα τῆς Κρίσεως καὶ τῆς σὲ τῆς καταδίκης τοῦ αἰωνίου πυρός..». Λέει ἕνα τροπάριο τῆς ἐκκλησίας μας.
Μὰ, ἀκούω, εἶνε σωστὰ αὐτὰ τὰ πράγματα, θὰ γίνουν ἀληθινά; Θὰ  ἒρθη τέτοια μέρα; Εἶνε γεγονός; Παραμύθια τῶν παπάδων καὶ τῶν δεσποτάδων εἶνε, λένε οἱ ἂπιστοι, γιὰ νὰ τρομοκρατοῦν τὸν κόσμο.
Νὰ σᾶς ἐξομολογηθῶ κάτι. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ θὰ ἦθελα νὰ μὴν ὑπάρχει κόλαση, γιατὶ φοβᾶμαι. Ἀλλὰ ὑπάρχει. Ὃπως ὑπάρχει νύχτα, ὑπάρχει καὶ κόλαση. Θὰ ἒρθη ἡ ἡμέρα ἐκείνη, εἲτε μᾶς ἀρέσει εἲτε δὲν μᾶς ἀρέσει. Καὶ ὅπως εἶστε βέβαιοι, ὅτι αὒριο ξημερώνει Δευτέρα, ἒτσι νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι θὰ ἒρθη ἡ ἡμέρα ἐκείνη. Γι᾿αὐτὸ ἀδέλφια μου βουλῶστε τ᾿ αὐτιά σας, στοὺς ἀθέους καὶ ἀπίστους, ποὺ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, δὲν ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισος. Δὲν ὑπάρχει τίποτε.
Τὰ παλιά τὰ χρόνια οἱ ἂνθρωποι ἦταν ἀγράμματοι, ἀλλὰ εἶχαν μεγάλη πίστη  στὸν Θεό. Τώρα δὲν πιστεύουν οἱ ἂνθρωποι, γι᾿αὐτὸ ἀγρίεψαν καὶ κάνουν τὰ ἐγκλήματα τὰ μεγάλα καὶ ἀπαίσια.
Ἀδέλφια μου, πρέπει ν᾿ἀλλάξουμε πορεία. Νὰ ζήσουμε ὅπως θέλει ὁ Χριστὸς, ὅπως μᾶς θέλει ἡ Ἐκκλησία. Γι᾿αὐτὸ γίνονται τὰ μαθήματα αὐτά. Νὰ μᾶς δυναμώσουν τὴν Πίστι καὶ νὰ μᾶς βοηθήσουν. Εὒχομαι νὰ ἀγαπήσετε τὸ Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καὶ νὰ μείνετε παντοτινὰ κοντά του.
Νὰ τὸ ξέρετε, ὅτι πολλὰ θὰ γίνουν ἀκόμη στὸν κόσμο αὐτό, γράψατέ το. Ἒρχεται ὁργὴ μεγάλη. Κλαύσατε καὶ φωνάξατε, ὅλοι ὅσοι βρίσκεστε μακρυὰ ἀπὸ τὸν Χριστό.
Τὰ ποτάμια θὰ ξεραθοῦν, τὰ δένδρα θὰ καοῦν, τὰ βουνὰ θὰ λυώσουν σὰν μολύβι καὶ τ᾿ἂστρα θὰ πέσουν, ὅπως τὰ φύλλα τῶν δένδρων.
Ἓνα θὰ μείνη στὸν κόσμο γράψατε το, ἕνα θὰ μείνη αἰώνιο, μιὰ σημαία μόνο θὰ κυματίζη στὸν οὐρανό καὶ καμμιὰ ἂλλη. Καὶ αὐτὴ ἡ σημαία θὰ εἶνε ὁ Σταυρὸς τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ λάμπη σὰν τὸν ἣλιο.
 Ἓνας θὰ μείνη εἰς αἰώνας αἰώνων, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὰ πάντα θὰ σβήσουν ἕνας μόνο  θὰ ὑπάρχη  Βασιλιάς στὸν κόσμο, ὁ Χριστός. Ὃν παῖδες ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰώνας. Ἀμήν

H παιδοκτονια

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 23rd, 2011 | filed Filed under: ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

H παιδοκτονια

«Pαχήλ κλαίουσα τa τέκνα αυτης…» (Mατθ. 2,18)

Ο ΗΡΩΔΗΣ ἔσφαξε 14.000 νήπια. Ἀνατριχιάζει καὶ φρίττει ὁ ἄνθρωπος ὅταν τ᾿ ἀκούῃ. Ἀλλά, ἀδελφοί μου, μὴν εμεθα ὑποκριταί. Αὐτὸ τὸ ἔγκλημα γίνεται καὶ σήμερα.

* * *

Στὴν πατρίδα μας δὲν εἶνε ἕνας ἢ δύο οἱ Ἡρῶδαι ποὺ ἐκτελοῦν τὸ ἀπαίσιο ἔργο τῆς παιδοκτονίας. Δολοφόνοι ἀθῴων νηπίων εἶνε πρῶτα – πρῶτα οἱ γιατροί. Δὲν λέω ὅλοι. Ὑπάρχουν γιατροὶ ποὺ τιμοῦν τὸ ἐπάγγελμά τους. Μοιάζουν μὲ τοὺς ἁγίους Ἀναργύρους, τὸν ἅγιο Παντελεήμονα καὶ τοὺς ἄλλους ἰαματικοὺς ἁγίους. Ὑπάρχουν γιατροὶ ποὺ τηροῦν τὴν ὑπόσχεσι τοῦ Ἱπποκράτους, ποὺ λέει· «Ποτέ δὲν θὰ δώσω φάρμακο σὲ γυναῖκα γιὰ νὰ κάνῃ ἔκτρωσι». Τὸν ὅρκο τοῦ Ἱπποκράτους, ποὺ εἶνε ὁ πατὴρ τῆς ἰατρικῆς, ἐπαναλαμβάνουν οἱ γιατροί μας ὅταν παίρνουν τὸ δίπλωμά τους. Καὶ ὅμως ὑπάρχουν γιατροὶ – Ἡρῶδαι, ποὺ σφάζουν συνεχῶς νήπια. Οἱ κακοῦργοι αὐτοὶ ἵδρυσαν τὶς κατ᾿ εὐφημισμὸν λεγόμενες γυναικολογικὲς κλινικές, ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶνε σφαγεῖα μικρῶν παιδιῶν.
Πρέπει νὰ κλαύσωμε, ἀδελφοί μου. Πρέπει ν᾿ ἀνοίξῃ ἡ γῆ νὰ μᾶς καταπιῇ καὶ ὁ ἥλιος νὰ στείλῃ τὶς ἀκτῖνες του καυστικὲς καὶ νὰ μᾶς κάνῃ κάρβουνο. Πρέπει νὰ σειστοῦν οἱ κορυφὲς τῶν ὀρέων καὶ τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ νὰ γίνουν ἀστροπελέκια στὶς κεφαλές μας. Διότι ὅλος ὁ κόσμος, καὶ ἰδιαιτέρως ἡ μικρή μας πατρίδα, διαπράττει τὸ μεγάλο αὐτὸ ἔγκλημα.
Πόσες ἐκτρώσεις γίνονται; Ἂν σᾶς βάλω νὰ μετρᾶτε, θὰ φτάσῃ μεσημέρι. Φρῖξον ἥλιε, ἀναστέναξον γῆ. Πάνω ἀπὸ 400.000 ἔμβρυα τὸ χρόνο σκοτώνονται στὴν πατρίδα μας καὶ ῥίχνονται στοὺς ὑπονόμους.
Ὅταν ἔγινε σεισμὸς κάτω στὴ Θεσσαλονίκη, πολλοὶ κάτοικοι ἔντρομοι ἄφησαν τὴν πόλι τοῦ ἁγίου Δημητρίου καὶ καμμιὰ διακοσαριὰ ἦρθαν στὴ Φλώρινα. Πέρασαν ἀπὸ τὸ γραφεῖο μου. Ἦταν φοβισμένοι. Προσπάθησα νὰ τοὺς παρηγορήσω καὶ νὰ τοὺς ἐνισχύσω. Κάποιος μοῦ εἶπε· «Δίκαια μᾶς τιμωρεῖ ὁ Θεός». Καὶ μοῦ διηγήθηκε τὸ ἑξῆς περιστατικό. Κοντὰ στὴ συνοικία ποὺ καθόταν ἔφραξε ὁ ὑπόνομος τῆς πόλεως. Εἰδοποιήθηκε ὁ δῆμος τῆς πόλεως καὶ ἔστειλε συνεργεῖο. Ἦταν καὶ αὐτὸς παρὼν στὸ ἄνοιγμα τοῦ ὑπονόμου. Ἔφριξαν ὅταν βρῆκαν τὴν αἰτία. Μέσα στὸν ὑπόνομο ἦταν 80 κεφαλάκια ἐμβρύων κομματιασμένα! Δίπλα στὸν ὑπόνομο λειτουργοῦσαν τρεῖς γυναικολογικὲς κλινικές, σφαγεῖα φοβερά, ποὺ κατασφάζουν τὰ ἀθῷα νήπια …
Ἡρῶδαι λοιπὸν ὅσοι γιατροὶ ἀθετοῦν τοὺς ὅρκους τους. Ἀλλὰ Ἡρῶδαι κατὰ μείζονα λόγον εἶνε οἱ μανάδες καὶ οἱ πατεράδες ποὺ συνεργοῦν στὸ ἔγκλημα αὐτὸ τῆς γενοκτονίας.
Μίλησα καὶ παλαιότερα γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ καὶ παρεξηγήθηκα. Διότι κάποιοι διέδωσαν, ὅτι ὁ δεσπότης στὴν ἐκκλησία καταράστηκε τὶς γυναῖκες ποὺ κάνουν ἐκτρώσεις. Ὄχι, τέτοιο λόγο δὲν εἶπα. Εἶπα κάτι ἄλλο, τὸ ἑξῆς. Ὅτι μεγάλοι ἐπιστήμονες τῆς ἰατρικῆς, Ἀμερικανοί, Ἄγγλοι, Γερμανοὶ καὶ Ῥῶσοι ἀκόμη, ποὺ κάνουν ἔρευνες, βρῆκαν, ὅτι ἡ γυναίκα, ὅταν γεννᾷ, εἶνε ὑγιής· ὅταν ὅμως ἐμποδίζῃ τὴ γέννα, ετε μὲ φάρμακα ετε μὲ ἄλλα ἄτιμα μέσα, ποὺ δὲν τολμῶ ἐδῶ νὰ τὰ ὀνομάσω, ετε μὲ τὶς ἐκτρώσεις καὶ ἀμβλώσεις, αὐτὴ ἡ γυναίκα, ποὺ κάνει τέτοια πράγματα, παθαίνει στὰ μυαλὰ καὶ γίνεται ψυχοπαθής, στὴν καρδιὰ ἔχει κάρβουνο ἀναμμένο, καὶ τέλος πολλὲς φορὲς παθαίνει καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν. Δὲν τὰ λέω ἐγὼ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ διαπρεπεῖς γιατροί.
Κάτω στὴν Ἀθήνα εἶνε μιὰ συνοικία ποὺ κατοικοῦν πλούσιοι. Ἔχουν καράβια, ἐργοστάσια, πολυκατοικίες καὶ αὐτοκίνητα. Ἔχουν λίρες, δολλάρια καὶ μάρκα. Ἔχουν τὰ πάντα. Παιδιὰ ὅμως δὲν ἔχουν. Σκυλιὰ καὶ γατιὰ γαυγίζουν καὶ νιαουρίζουν στὰ σπίτια τους. Τώρα τί μαθαίνω; Σκούπα ἠλεκτρικὴ τοὺς θερίζει. Οἱ γυναῖκες τους πεθαίνουν ἀράδα ἀπὸ καρκίνο μήτρας καὶ μαστῶν.
Ὦ Θεέ μου! Σὲ ἀγνοοῦμε, σὲ περιφρονοῦμε καὶ σὲ ἐμπαίζουμε. Ἀλλὰ σὺ εἶσαι ἰσχυρὸς καί, ὅπως τιμώρησες τὸν Ἡρώδη, κατὰ παρόμοιο τρόπο τιμωρεῖς καὶ σήμερα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ κάνουν τέτοια πράγματα.
Τὸ ἔγκλημα τῆς παιδοκτονίας λαμβάνει διαστάσεις στὴν πατρίδα μας. Καὶ τὸ χειρότερο, σὰν νὰ μὴν ἔφτανε τὸ πλῆθος τῶν ἐκτρώσεων, ψηφίστηκε καὶ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἔκτρωσις. Ὁ γιατρὸς πετᾷ μέσα ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς γυναίκας τὸ ἄνθος τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ εἶνε τὸ νήπιο, ὅπως πετάει ἕνα σάπιο δόντι. Ἐκεῖ καταντήσαμε.
Εἶνε τοῦτο ἐθνοκτονία. Διότι ἔχουμε τὰ λιγώτερα παιδιὰ στὰ Βαλκάνια. Πηγαίνετε στὴν Ἀλβανία. Γνωρίζετε, μὲ πόσο καυστικὴ γλῶσσα ἤλεγξα γιὰ τὸ καθεστώς του τὸν Ἐμβὲρ Χότζα, σύμβολο τοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ. Καὶ ὅμως οἱ Ἀλβανοί, μέσα σὲ 20 χρόνια, ἀπὸ 1.500.000 ἔγιναν 2.500.000. Διότι, παρ᾿ ὅλη τὴν ἀθεΐα τους, τίμησαν τὴ μητρότητα. Τὴν ἔχουν ὑψώσει σὲ ἐθνικὴ ἑορτή. Στήνανε ἐξέδρα, τὴ στολίζανε μὲ ἄνθη, τὴ στρώνανε μὲ χρυσᾶ, κι ἀνέβαζαν ἐκεῖ ὄχι τὸν Ἐμβὲρ Χότζα, ἀλλὰ τὴ μάνα. Διαλέγανε μανάδες ἀπ᾿ ὅλη τὴν Ἀλβανία, ποὺ εἶχαν 10-12 παιδιά, καὶ τὶς ἀνεβάζανε στὴν ἐξέδρα ἐκείνη. Καὶ περνοῦσαν ἀξιωματοῦχοι καὶ στρατηγοί, περνοῦσαν μικροὶ καὶ μεγάλοι, καὶ ὅλοι χαιρετοῦσαν τὴ μητέρα. Ἔτσι τιμοῦσαν οἱ Ἀλβανοί, οἱ ἄθεοι, τὴ μάνα. Κ᾿ ἐμεῖς ἐδῶ ἐγκληματοῦμε κατὰ τρόπον ἀπαράδεκτο. Εμαστε ἐθνοκτόνοι.
Ἐκεῖ στὸν Ἕβρο ποταμὸ εἶνε οἱ Τουρκάλες· ἔχουν 7-8 παιδιά, εἶνε πολύτεκνες. Ἐδῶ στὶς Ἑλληνίδες ἔπεσε ἡ κατάρα, ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ, νὰ μὴ γεννοῦν παιδιά. Τὸ ἔθνος μας τὸ ἱστορικὸ σβήνει καὶ ἐξαλείφεται ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς. Τοῦτο εἶνε συμφορά, εἶνε δολοφονία.
Πρέπει ἰδιαιτέρως, ἀδελφοί μου, νὰ προσέξουμε. Ἐδῶ στὸ μικρὸ ποίμνιο τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ γίνεται καμμιά ἔκτρωσι. Παιδιά, ἀθῷα νήπια, χαριτωμένα βρέφη νὰ στολίζουν τὴν πατρίδα μας.

* * *

Γιὰ νὰ μὴν τελειώσω ὅμως μὲ ἀπαισιοδοξία λέγω τὸ ἑξῆς. Μέσα στὸ σκοτάδι αὐτό, στὴν κολασμένη γενεά, τὴ ζούγκλα, ὑπάρχουν καὶ φωτεινὰ παραδείγματα, αἰσιόδοξα σημεῖα.
Μιὰ μέρα στὴ μητρόπολι ἦρθε ἕνα φτωχαδάκι, ἕνας τσομπάνος ποὺ εἶχε λίγα προβατάκια. Ἦρθε γιὰ νὰ ζητήσῃ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μοῦ εἶπε μὲ χαρά· Μ᾿ ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ γεννήσω τὸ 10ο παιδί· δόξα νά ᾿χῃ τὸ ὄνομά του!… Ἔκλαυσα ὅταν τὸν ἄκουσα. Μέσα στὴν κόλασι αὐτὴ ὑπάρχει ἕνα φτωχαδάκι ποὺ ἔχει 10 παιδιά!
Ἔλα, βρὲ σύ, ποὺ ἔχεις τόσα λεφτὰ ποὺ μπορεῖς ν᾿ ἀγοράσῃς ὅλη τὴ Φλώρινα καὶ τὸ Ἀμύνταιο καὶ τὴν Πτολεμαΐδα. Ἔλα, σὺ ὁ ἄλλος, ποὺ κάθε μέρα πετᾷς ἑκατομμύρια στὶς ντισκοτέκ. Ἔλα, σὺ ποὺ παίζεις χαρτιά. Ἔλα, σὺ ποὺ σπαταλᾷς τὰ λεφτά σου ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ καὶ μετὰ λὲς ὅτι δὲν σὲ φτάνουν γιὰ νὰ μεγαλώσῃς παιδιὰ καὶ γι᾿ αὐτὸ τὰ σκοτώνεις. Ἂν ἤμουν κυβερνήτης ―δὲν θέλω νὰ εἶμαι κυβερνήτης· ὅσο ἀξίζει μιὰ κλωστὴ τοῦ ῥάσου μου, δὲν ἀξίζουν ὅλες οἱ ἐξουσίες τοῦ κόσμου―, ἀλλ᾿ ἂν ἤμουν κυβερνήτης καὶ μάζευα ὅλα τὰ χρήματα ποὺ σπαταλοῦν τὴν πρωτοχρονιά, θὰ μποροῦσα νὰ θρέψω 500.000 παιδιά. Αὐτὸς ὁ τσομπάνος θὰ δικάσῃ μιὰ μέρα τὸν κόσμο καὶ τὶς μανάδες αὐτὲς ποὺ λένε ὅτι δὲν ἔχουν λεφτὰ καὶ σκοτώνουν τὰ παιδιά τους.
Θέλετε ἄλλο παράδειγμα; Μιὰ γυναίκα σ᾿ ἕνα ἀκριτικὸ χωριὸ τῆς περιφερείας μας ἔμεινε ἔγκυος τὸ 8ο παιδί. Μόλις τὸ ἀντελήφθη ὁ ὑλιστὴς καὶ ἄθεος ἄνδρας της, τῆς λέει· Νὰ τὸ πετάξῃς. Ἐπειδὴ ἐκείνη ἀρνιόταν, τὴν πίεζε καὶ τὴ χτυποῦσε. Ἡ γυναίκα ὅμως ἔμεινε σταθερή. Καὶ στὸ τέλος τοῦ εἶπε· Τὸ παιδὶ ἐγὼ δὲν τὸ ῥίχνω, ὅ,τι καὶ νὰ κάνῃς, ἀκόμη καὶ ἂν μὲ χωρίσῃς. Χωρὶς ἄνδρα μπορῶ νὰ ζήσω, χωρὶς Θεὸ δὲν μπορῶ νὰ ζήσω!…
Ὑπάρχουν λοιπὸν καὶ φωτεινὰ  σημεῖα. Καὶ θ᾿ αὐξηθοῦν, ἂν κάθε ἐκκλησία ἔχῃ ἱερέα ποὺ πιστεύει στὸ Θεό. Ἂν ὅλοι οἱ ἱερεῖς, οἱ ἐπίσκοποι καὶ ὁ λαός μας κινηθοῦμε δραστικῶς, τὸ ἔγκλημα αὐτὸ θὰ ἐκλείψῃ, καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ γίνῃ χώρα χριστιανική, ποὺ θὰ ὑμνῇ τὸν Κύριο εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν.    

† Ὁ Φλωρίνης, Πρεσπῶν & Ἑορδαίας
Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης Ἀμυνταίου 26-12-1983

ΠΕΡΙ ΜΑΓΩΝ – БЕСЕДА О МУДРАЦИМА

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 23rd, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
Σύναξις Υπερ. Θεοτόκου (Mατθ. 2,13-23)

ΠΕΡΙ ΜΑΓΩΝ

«Αναχωρησάντων  των μάγων (Mατθ. 2,13)

ΘΑ προσπαθήσω νὰ μιλήσω ὅσο μπορῶ ἁπλᾶ παίρνοντας ἀφορμὴ ἀπὸ τὶς πρῶτες λέξεις τοῦ εὐαγγελίου «Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων…» (Ματθ. 2,13). Οἱ μάγοι, λέει, ποὺ ἦρθαν νὰ προσκυνήσουν τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου, ἀνεχώρησαν γιὰ τὴν πατρίδα τους. Ἡ λέξι «μάγων» μᾶς δίνει ἀφορμὴ νὰ θίξουμε ἕνα σοβαρὸ ζήτημα, νὰ μιλήσουμε περὶ τῆς μαγείας. Θὰ ποῦμε πρῶτον τί εἶνε ἡ μαγεία καὶ ποιά ἡ διάδοσί της, δεύτερον θὰ δοῦμε πῶς οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀκάλυπτοι στὶς ἀπειλές της, καὶ τρίτον ποιά τὰ ὅπλα τοῦ πιστοῦ κατ᾿ αὐτῆς.

* * *

Α΄. Ἡ μαγεία καὶ ἡ διάδοσί της. Οἱ μάγοι εἶνε σκοτεινὰ πρόσωπα. Ἔχουν ἐπικοινωνία, «ἀσύρματο», μὲ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Λένε λόγια ἀκατάληπτα, δαιμονικὲς προσευχὲς καὶ ξόρκια. Πολλοὶ ἀπ᾿ αὐτοὺς φοροῦν εἰδικὲς στολές, κρατοῦν κρανία, ἀνάβουν κεριά, χρησιμοποιοῦν λάδια, σαπούνια, καρφιά, χτένια, τρίχες καὶ ἄλλα. Ἔτσι κάνουν μάγια διάφορα. Προκαλοῦν ζημιὲς σὲ ἀνθρώπους καὶ ζῷα, σὲ δέντρα καὶ καλλιέργειες. Εἶνε καταστρεπτικὰ ὄντα οἱ μάγοι.
Μάγοι ὑπάρχουν σὲ ὅλα τὰ ἔθνη ἀπὸ παλιὰ μέχρι σήμερα. Καὶ στὶς Ἰνδίες καὶ στὴν Ἰαπωνία καὶ ἰδίως στὴν Ἀφρική. Ἔχουν μάσκες, βάζουν κέρατα, φοροῦν βραχιόλια στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια, τρυποῦν τὶς μύτες τους μὲ καλάμια. Καὶ τοὺς τρέμουν ὅλοι ἐκεῖ. Ὅταν ἤμουν στὴν Ἀθήνα συνάντησα κάποιους ἀπὸ τὴν Αἰθιοπία. Κ᾿ ἐνῷ μιλούσαμε, ὅταν επαμε γιὰ μάγους, ἄρχισαν νὰ τρέμουν. ―Τί ἔχετε; ―Φοβούμεθα μήπως κάνουν κακὸ στὸ σπίτι μας τὴν ὥρα αὐτή… Τόσο πολὺ τοὺς φοβοῦνται.
Καὶ ὄχι μόνο στοὺς ὑπανάπτυκτους ἀλλὰ καὶ σὲ προωδευμένους λαούς. Στὴ Γαλλία, στὴ Γερμανία καὶ στὴν Ἀμερικὴ τώρα τελευταίως, ὅπως γράφουν, παρατηρεῖται μεγάλο κῦμα μαγείας, ἐγκλήματα φοβερά. Στὸ Σικάγο καὶ στὴ Νέα Ὑόρκη ἐξαφανίζονται μικρὰ παιδιά· τ᾿ ἁρπάζουν, ῥουφοῦν τὸ αἷμα τους, ξεῤῥιζώνουν τὶς καρδιὲς παιδιῶν, τὶς κάνουν φυλαχτά – ἀπίστευτα πράγματα.
Σήμερα ἡ μαγεία παρουσιάζεται καὶ μὲ ἐπιστημονικὸ τάχα μανδύα, ὡς ἀστρολογία. Ἡ ἀστρολογία μαγεία εἶνε. Γέμισε ὁ κόσμος ἀστρολόγους, ποὺ δίνουν ὡροσκόπια ἀπὸ ἐφημερίδες καὶ σταθμοὺς. «Ποιό μῆνα γεννήθηκες; τὸ ζώδιό σου λέει, ὅτι θὰ γίνῃ αὐτό…». Συλλαμβάνει δὲ αὐτὴ ἡ μαγεία καὶ τὶς ἀνώτερες τάξεις. Ὁ πρόεδρος Ρήγκαν τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν, λένε, εἶχε συμβούλους ἀστρολόγους καὶ χωρὶς αὐτοὺς δὲν ἔκανε τίποτα· καὶ πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, πηγαίνοντας γιὰ ἐγχείρησι στὴν Ἀγγλία, δίπλα στὸ κρεβάτι του εἶχε ἀστρολόγο. Μεγάλη διάδοσι ἔχει ἡ μαγεία.
Καὶ οἱ μάγοι χρηματίζονται ἀγρίως. Ἔμαθα, ὅτι μιὰ μάγισσα πῆγε σ’ ἕνα χωριὸ καὶ γιὰ νὰ πῇ τὴ μοῖρα ζήτησε καὶ τῆς ἔδωσαν τόσα χρήματα, ποὺ οὔτε στὸ γιατρὸ δὲν τὰ δίνουν.
Β΄. Πῶς ὅμως οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀκάλυπτοι στὴν ἀπειλή; Ὁ Χριστὸς ὁπλίζει καλὰ τὸν πιστό του δοῦλο. Στὸ ἅγιο βάπτισμα πρὶν τὴν κατάδυσι γίνεται ἐξορκισμός. Κατόπιν ὁ ἱερεὺς παίρνει τὸ παιδὶ μὲ τὸν ἀνάδοχο, στρέφονται πρὸς δυσμὰς καὶ τοῦ λέει· ―«Ἀποτάσσῃ τῷ σατανᾷ» καὶ ὅλα τὰ ἔργα του; δηλαδὴ τὴ μαγεία καὶ τὰ παρόμοια. Καὶ ἀπαντᾷ αὐτὸς ποὺ βαπτίζεται· «―Ἀποτάσσομαι». «―Καὶ ἐμφύσησον καὶ ἔμπτυσον αὐτῷ», φτύσ᾿ τον. Καὶ τὸν φτύνει. Τέλος τοῦ λέει· ―«Συντάσσῃ τῷ Χριστῷ;». ―«Συντάσσομαι» (ἀκολ. βαπτ.).
Δὲν τηροῦνται ὅμως οἱ ὑποσχέσεις αὐτές. Σ᾿ ἕνα χωριὸ ἀρρώστησε κάποιος. Τό ᾿μαθε ὁ καλὸς παπᾶς καὶ κατὰ καθῆκον πῆγε νὰ τὸν ἐπισκεφθῇ. Ὅταν χτύπησε τὴν πόρτα, δὲν τὸν δέχτηκαν. ―Γιατί; ἀπόρησε. ―Ἔχουμε μάγο μέσα, δὲ᾿ σὲ χρειαζόμαστε… Καταλάβατε; φώναξαν ἀπ᾿ τὴν Πτολεμαΐδα μάγο νὰ κάνῃ καλὰ τὸν ἄῤῥωστο! Εἶσαι Χριστιανός; πιστεύεις στὸ Χριστὸ ὅτι εἶνε ὁ παντοδύναμος Θεός;…
Νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὅποιος πάῃ σὲ μάγους κάνει μεγάλη ἁμαρτία. Δὲν εἶνε Χριστιανός, ἀρνεῖται τὸ Χριστό. Φτύνει στὴν κολυμβήθρα του, ποὺ εἶνε ὁ τάφος τῶν δαιμόνων. Καὶ τιμωρεῖται, ὅπως λένε οἱ κανόνες· εκοσι χρόνια μένει μακριὰ ἀπὸ τὴ θεία κοινωνία.
Γ΄. Ποιά τώρα τὰ ὅπλα κατὰ τῆς μαγείας; Ἂν εἶστε Χριστιανοί, νὰ ἐξομολογῆσθε μὲ μετάνοια, νὰ κοινωνῆτε μὲ πίστι, καὶ τότε θὰ εἶστε ἀήττητοι. Ὅλοι οἱ διαβόλοι δὲ᾿ μποροῦν νὰ σᾶς κάνουν τίποτα. Τὸ λέει ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· Ἔρχονται τὰ δαιμόνια; κάνε τὸ σταυρό σου μὲ πίστι καὶ φεύγουν, δὲν ὑποφέρουν. Ὁ Χριστὸς εἶπε στοὺς ἀποστόλους· Σᾶς δίνω δύναμι νὰ πατᾶτε πάνω σὲ φίδια καὶ σκορπιοὺς κι ὅλη τὴ δύναμι τοῦ ἐχθροῦ (βλ. Λουκ. 10,19).
Ἦρθε μιὰ μέρα στὴ μητρόπολι μιὰ γυναίκα πρωῒ – πρωῒ ἀπό ᾿να χωριὸ κοντὰ στὰ σύνορα. Ἔτρεμε σὰν τὸ καλάμι. ―Τί ἔχεις; ―Φοβᾶμαι. ―Τί φοβᾶσαι; ―Σηκώθηκα, πῆγα νὰ σκουπίσω, κ᾿ ἐκεῖ στὴν αὐλή μου τί νὰ δῶ; Ἕνα κουβάρι· κάτι χτένες, κόκκαλα, τρίχες. Μοῦ κάνανε μάγια, πάει τὸ σπίτι μου, καταστράφηκα! ―Δὲ᾿ μοῦ λές, τὴ ρωτῶ, πιστεύεις στὸ Χριστό; ―Πιστεύω. ―Ἂν πιστεύῃς, ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ παντοδύναμος Θεὸς ποὺ νικᾷ τὰ πάντα. Τῆς εἶπα κ᾿ ἕνα ἀνέκδοτο ἀπὸ τοὺς βίους τῶν ἁγίων.
Ἦταν ἕνας νέος εκοσι χρονῶν, πολὺ δυνατός. Αὐτὸς εἶπε· Θέλω νὰ βρῶ τὸν πιὸ δυνατό, καὶ θὰ γίνω ὑπηρέτης του. Μιὰ μέρα περνοῦσε ὁ βασιλιᾶς. Νά, τοῦ λένε, αὐτὸς εἶνε ὁ πιὸ δυνατὸς στὴ χώρα μας. Πῆγε πράγματι κοντά του κ’ ἔγινε σωματοφύλακας τοῦ βασιλιᾶ. Μετὰ ἀπὸ καιρό, καθὼς περνοῦσαν μαζὶ ἔξω ἀπ᾿ τὴ σπηλιὰ ἑνὸς μάγου, βλέπει τὸ βασιλιᾶ νὰ τρέμῃ. ―Τί ἔχεις, βασιλιᾶ; Ἐγὼ ἐδῶ εἶμαι· τί φοβᾶσαι; ―Ἐδῶ μένει κάποιος πιὸ δυνατὸς ἀπὸ μένα. ―Ἄ, ἔτσι;… Ἀφήνει λοιπὸν τὸ βασιλιᾶ, πηγαίνει στὸ μάγο, καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε ὅπου πήγαινε. Συνέβη ὅμως μιὰ φορὰ νὰ περνοῦν ἔξω ἀπό ᾿να ᾿ξωκκλήσι. Ἐκεῖ ἄρχισε νὰ τρέμῃ ὁ μάγος. ―Τί ἔπαθες; ―Ἐδῶ, τοῦ λέει, εἶνε ὁ πιὸ δυνατὸς κι ἀπὸ μένα. ―Ποιός εἶνε; ―Ὁ Χριστός. ―Ὥστε ἔτσι; τότε σ᾿ ἀφήνω καὶ πάω κοντά του… Ἔτσι πίστεψε στὸ Χριστό, βαπτίσθηκε στὸ ὄνομά του, ἔγινε ἅγιος, καὶ ἐδίωκε τὰ δαιμόνια. Εἶνε ὁ ἅγιος Χριστοφόρος.
Ὁ πιὸ δυνατὸς ἀπὸ ὅλους εἶνε ὁ Χριστός. Τὸ πιστεύεις; Αὐτὸς νικᾷ τοὺς δαίμονες καὶ αὐτὸς δίνει δύναμι στοὺς πιστούς. Συνεπῶς μὴ φοβᾶστε καὶ μὴν ὑπολογίζετε μάγους καὶ μάγισσες. Μακριὰ ἀπ᾿ αὐτούς. Καθαροὶ καὶ ἀμόλυντοι ἀπὸ τὴ μαγεία.

* * *

Αὐτὴ εἶνε ἡ κακὴ μαγεία. Ἀλλὰ οἱ «μάγοι»   τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου εἶνε ἄλλοι. Δὲν εἶνε σὰν αὐτούς. Αὐτοὶ ἦταν ἐπιστήμονες, σοφοὶ ἀστρονόμοι, ὄχι ἀστρολόγοι. Οἱ ἀστρονόμοι τὴ νύχτα δὲν κοιμοῦνται. Μὲ τὰ τηλεσκόπια κάνουν παρατηρήσεις. Βλέπουν τὰ ἄστρα, ποὺ εἶνε δισεκατομμύρια. Καὶ κάθε ἄστρο τί φωνάζει· Ὑπάρχει Θεὸς δημιουργός! Ἔτσι κ᾿ οἱ μάγοι τοῦ εὐαγγελίου ἀπὸ τὴν παρατήρησι τῶν ἀστέρων ὡδηγήθηκαν στὸ Θεό.
Μιὰ νύχτα εἶδαν στὸν οὐρανὸ ἕνα ἀστέρι πρωτοφανές. Κατάλαβαν, ὅτι εἶνε σημεῖο τοῦ Θεοῦ, ἄγγελος ποὺ τοὺς ἀνάβει φανάρι μέσ’ στὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας. Ἀνεχώρησαν, καὶ μετὰ ἀπὸ ταξίδι μακρινὸ ἔφθασαν στὸ σπήλαιο. Γονάτισαν, προσέφεραν τὰ δῶρα τους στὸ Χριστό. Καὶ μετά, ἀφοῦ δόξασαν τὸ Θεό, ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους χαρούμενοι.
Αὐτοὺς τοὺς μάγους νὰ μιμηθοῦμε. Νὰ μιμηθοῦμε τὴν προθυμία τους. Ἐκεῖνοι ξεκίνησαν ἀπὸ τόσο μακριά, γιὰ νὰ συναντήσουν καὶ νὰ προσκυνήσουν τὸ Χριστό. Γιὰ μᾶς ὁ Χριστὸς εἶνε πολὺ κοντά, εἶνε στὸ ναό. Τὴν ὥρα ποὺ ὁ ἱερεὺς τελεῖ τὴ θεία λειτουργία, ὁ Χριστὸς εἶνε ἐκεῖ· κάθε ψίχουλο καὶ σταγόνα τῆς θείας εὐχαριστίας εἶνε ὁ Χριστός! Τὸ πιστεύεις; ἔλα στὴν ἐκκλησία. Κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὑπῆρχε μόνο μιὰ ἐκκλησία στὸν κόσμο, καὶ στὸ Βόρειο Πόλο, θά ᾿πρεπε νὰ βαδίσουμε σὰν τοὺς μάγους καὶ νὰ πᾶμε ἐκεῖ νὰ τὸν προσκυνήσουμε. Καὶ ὅμως ἡ ἐκκλησία εἶνε δίπλα μας.
Στὸ Μεσσολόγγι, ποὺ ἤμουν, ἕνας Χριστιανὸς εἶχε τὸ σπίτι του δίπλα στὴν ἐκκλησία (ἦταν ἕνα μέγαρο), μὰ ποτέ του δὲν πάτησε ν᾿ ἀνάψῃ ἕνα κερί. Μόνο ὅταν πέθανε τὸν σήκωσαν οἱ τέσσερις καὶ τὸν ἔφεραν…
Πολλοὺς ἡ ἐκκλησία τοὺς βλέπει μόνο νεκρούς. Ὄχι ἔτσι! Ἀκοῦς τὴν καμπάνα; τρέξε κ᾿ ἐσὺ νὰ προσφέρῃς τὰ δῶρα σου σὰν τοὺς μάγους. Ποιά δῶρα; φτωχαδάκια εμεθα, θὰ πῇς, δὲν ἔχουμε χρυσάφι… Ἔχεις νὰ δώσῃς κάτι ἀνώτερο. Ὁ Θεὸς ζητᾷ ἀπὸ μᾶς τὴν καρδιά μας. Δός μου τὴν καρδιά σου, λέει ὁ Χριστός. Κι ὅταν τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας, θὰ τὴν κάνῃ φάτνη καὶ θὰ γεννηθῇ μέσα σ᾿ αὐτήν. Κι ὅταν ἔρθῃ ὁ Χριστὸς μέσα στὴν καρδιά μας, τότε θὰ εμεθα εὐτυχεῖς καὶ θὰ λέμε κ᾿ ἐμεῖς· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός· ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).

 † ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Ἁγ. Κων/νου & Ἑλένης Ἀμυνταίου, Δευτέρα 26-12-1988)

_______

SERBIKA

__________

БЕСЕДА О МУДРАЦИМА

«А кад они отидоше…»  (Мат. 2,13)
Данас, драги моји, пробаћу да говорим о овом малом стиху из Јеванђеља: «А кад они отидоше…» (Мат. 2,13). Мудраци (магови),  који су дошли да се поклоне Спаситељу света, отишли су у своју домовину. Реч «магови» нам даје повод да покренемо једну веома озбиљну тему, да говоримо о магији. Пре свега, навешћемо шта је магија и какво је њено ширење, касније ћемо видети како људи остају лишени  њених претњи и тек на крају ћемо нешто рећи која су оруђа верника против магије.
* * *
Α) Магија и њено распрострањивање: Магови су мрачна лица. Они комуницирају уз помоћ својих «бежичних телефона», са лукавим духовима (демонима). Они говоре неразумљиве речи, демонске молитве и чини. Многи од њих носе посебне одоре, држе лобање, пале свеће, користе уље, сапун, ексере, чешљеве, длаке итд. Тако праве разне магије. Наносе велику штету људима, животињама, дрвећу и усевима. Магови су велике штеточине.
     Магови постоје у свим народима од старих времена па све до данас. Магова има и у Индији, Јапану а посебно у Африци. Они имају маске, стављају рогове, носе наруквице на рукама и ногама, пробадају своје носеве са трскама. Сви их се боје. Када сам био у Атини, сусрео сам неке људе из Етиопије. Док сам с њима разговарао, када смо споменули магове, одмах су почели да дрхте. Шта вам је? – Бојимо се можда ће неко зло учинити у нашој кући у овај час док говоримо о њима…. Толико су их се бојали.
Они постоје не само у неразвијеним, већ и у развијеним народима. У Француској, Немачкој и у Америци сада у последње време, као што пишу новинари, примећује се један огроман талас магије и стравичних злочина. У Чикагу  и Њујорку нестају мала деца, киднапују их, исисавају им крв, ваде дечија срца, праве од њих амајлије – невероватно али истинито.
     Данас се магија кобојаги појављује и под научним плаштем као астрологија. И астрологија је једна врста магије. Преплавио се свет астролозима, који израђују хороскопе путем новина и радио-станица. «У којем месецу си  рођен? Зодијак ти говори, да ће бити ово или оно…». Та магија је преузела и узвишеније слојеве друштва. Председник Уједињених нација Реган, кажу, имао је за саветнике астрологе и без њих није ништа одлучивао; потпредседник Грчке, када је одлазио на операцију у Енглеску, поред свога кревета је имао астролога. Много се распространила магија.
     Магови узимају много новца за те своје услуге. Скоро сам чуо, да је једна врачара отишла у неко село да људима чита судбину, и људи су јој дали више новаца него што би неком лекару икада дали.
Б) Међутим, како људи остају лишени претњи? Христос наоружава добро свог верног слугу. На светом крштењу, пре него што се тело потопи у воду, врши се ексоркизам. Потом свештеник узима дете од кума, окреће се према западу и говори: –  „Одричеш ли се сатане, и свих дела његових, и свих анђела  његових, и сваког служења њему, и све гордости његове?“, човек одговара трипут: „Одричем се.“ На поновно питање: „Јеси ли се одрекао сатане?“, три пута потврђује: „Одрекао сам се.“ Све се ово крунише символичним дувањем и пљувањем на ђавола. На крају свештеник пита: –  Сједињујеш ли се са Христом! – Сједињујем се! (служба крштења).
     Не држимо се тих обећања. У једном селу неко се разболео, то је чуо добри свештеник, и по својој дужности је отишао да посети болесника. Када је закуцао на врата, нису га примили у кућу. – Зашто? Зачудио се. – У кући имамо мага, ниси нам потребан…. Свештеник је разумео, позвали су из Птолемаиде мага да помогне болеснику! Ако си хришћанин, онда ваљда верујеш у Христа да је Свемогући Бог?
     Знајте, да онај ко иде маговима, чини велики грех. Таква особа није хришћанин, одриче се Христа. Такав човек пљује у своју крстионицу, која је гроб за демоне. Таква особа се кажњава, као што говоре канони, двадесет година га одлучују од божанског причешћа.
В) Каква су хришћанска оруђа против магије? Ако си хришћанин, исповеди се са покајањем, причести се са вером и тада ћеш бити непобедив. Сви ђаволи да се удруже, не могу вам ништа учинити. То нам говори свети Козма Етолски. Долазе ли демони, прекрсти се са вером и отићи ће, не могу то да поднесу. Христос је рекао апостолима: „Ево вам дајем власт да стајете на змије и скорпије и на сву силу вражију, и ништа вам неће наудити“ ( Лука. 10,19).
     Дошла је један дан у митрополију раним нека жена из села близу границе. Дрхтала је као прут. «Шта ти се десило?» «Бојим се.» «Чега се бојиш?» «Јутрос кад сам се пробудила, отишла сам да очистим авлију и кад тамо – имам шта и да видим: једно клупко са неким чешљевима, костима и длакама. Учинио ми је неко враджбину, готово је са мном и мојој кућом, уништени смо!» «Кажи ми,» питам је, «верујеш ли у Христа?»  «Верујем.»  «Ако верујеш у Христа, он је свемогући Бог, све побеђује.» Испричао сам јој и неку анегдоту из животописа светитеља:
     Био је један младић, веома снажан. Он је рекао:» Желим пронаћи најснажнијег, и постаћу његов слуга.» Један дан је пролазио цар. Ето, рекли су му, он је најснажнији у нашој земљи. Заиста је постао царев чувар. После неког времена, када су пролазили поред пећине неког врача, види он цара како дрхти. «Шта ти је царе? Ја сам овде, шта се бојиш? Да ли овде живи неко снажнији од мене? А, тако значи.» Остави он  цара  и оде служити врача. Једном се догодило да су шетали испред неке мале црквице. Тамо је врач почео да дрхти. «Шта ти се догодило?» «Овде», рече врач,» је јачи од мене .» «Ко је то?» «Христос.» «Значи тако, онда те остављам и идем њему»… Тако је он поверовао у Христа, крстио се у Његово име, постао је светитељ, и прогонио је демоне. То је свети Христофор. Најснажнији од свих је Христос. Верујеш ли то? Он побеђује демоне и он даје даје снагу верницима да побеђују демоне. Тако да не требате се бојати и обраћати велику пажњу на врачеве и врачаре. Далеко од њих. Будите чисти и неупрљани са магијом.  
* * *
То је лоша магија. Међутим,  «врачеви»  из данашњег Јеванђеља су неки други. Они нису као сви остали врачеви. Они су научници, мудри астрономи, а не астролози. Астрономи не спавају ноћу. Они са својим телескопима посматрају звезде, којих има безброј. А свака звезда узвикује: Постоји Бог створитељ! Тако и врачеви из Јеванђеља под водством звезда су одведени до Бога у Витлејем.
    Једне ноћи су на небу видели једну необичну звезду. Разумели су да је то знак Божији, анђео који ће им упалити фењер у мраку идолопоклонства. Кренули су, а после далеког пута су стигли у пећину . Клекнули су, предали су дарове Христу. А потом, пошто су прославили Бога, вратили су се радосни у своју домовину. Угледајмо се сви на те врачеве. Угледајмо се на њихову велику жељу. Они су кренули из далека, да се сусретну и да се поклоне Христу. За нас је Христос веома близу, у храму. У час када свештеник врши божанску литургију, Христос је тамо, свака мрвица и капљица божанског причешћа је Христос! Верујеш ли у то? Дођи у цркву. Када бисмо претпоставили да на свету постоји само једна црква, на Северном полу, требали бисмо пешачити као ови врачеви и поклонити се тамо Христу. Међутим, црква је поред нас.
     У Месолонгу, где сам био свештеник, један хришћанин, који је живео поред цркве (у једној палачи), никада није дошао у цркву да упали једну свећу. Само када је умро, четворица су га унела у цркву… Многе црква види само мртве. Али не треба да је тако! Када чујеш звоно, потрчи и ти да принесеш своје дарове као врачеви. Какве дарове? Ми смо сиромашни, рећи ћеш, немамо злато… Имаш нешто много узвишеније да подариш Христу. Бог тражи од нас наше срце. Дај ми твоје срце, каже Христос, а када му предамо своје срце, учиниће га сламом и родиће се у њему. А када Христос дође у наше срце, бићемо срећни и рећи ћемо и ми «Један је свет, један је Господ Исус Христос, у славу Бога Оца. Амин.» (Фил. 2,11 и Бож. лит.).
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Беседа Митрополита Флорине о. Августина Кантиота у светом храму Светог Констандина и Јелене, Аминтео, понедељак  26-12-1988)

ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΑΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Δεκ 1st, 2011 | filed Filed under: ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΦΛΩΡΙΝΗΣ

Ο σταυρος του πιστου

«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού» (Μάρκ. 8,34).

Εκτός, αγαπητοί μου, από το σταυρό που σήκωσε ο Χριστός με τις αμαρτίες όλης της ανθρωπότητος, πρέπει κ᾿ εμείς όλοι, άντρες και γυναίκες, μεγάλοι και μικροί, πλούσιοι και φτωχοί, να σηκώσουμε καθένας το δικό του σταυρό. Έτσι λέει ο Χριστός· «και αράτω τον σταυρόν αυτού».
Τι εννοεί ο Κύριος με τα λόγια αυτά;

Ο Σταυρός του Χριστού και ο δικός μας σταυρός

Μερικοί παρεξήγησαν τα λόγια του Χριστού «και αράτω τον σταυρόν αυτού», και τι έκαναν· πήραν δυο ξύλα, έφτιαξαν σταυρό, και πάνω στο σταυρό καρφώθηκαν πραγματικά. Έκαναν καλά; ερμήνευσαν σωστά το χωρίο αυτό; Όχι! Τέτοιο πράγμα δε᾿ λέει ο Χριστός. Ο σταυρός του Κυρίου είναι μοναδικός σταυρός. Ο Χριστός σταυρώθηκε και εξέπνευσε πάνω στο σταυρό, για να λυτρώσει την ανθρωπότητα ολόκληρη. Άπαξ προσεφέρθει η θεία θυσία, η οποία συνεχίζεται κάθε φορά δια της θείας λειτουργίας, αρκεί αυτή η θυσία για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι. Επομένως, για να σωθεί κάποιος, δεν χρειάζεται τώρα να σταυρωθεί και ο ίδιος.
Αλλ᾿ ενώ το χωρίο αυτό δεν λέει ότι πρέπει ο καθένας μας να σταυρωθεί επάνω σ᾿ ένα ξύλινο σταυρό όπως ο Χριστός, εννοεί όμως κάτι άλλο. Τι εννοεί; Το «αράτω τον σταυρόν αυτού» σημαίνει, ότι πρέπει να σηκώσουμε καθένας το σταυρό του.
Τι σημαίνει πιο συγκεκριμένα αυτό, ότι πρέπει να σηκώσουμε καθένας το σταυρό του; Σταυρός εδώ, και γενικά στην αγία Γραφή και τους πατέρας, είναι κάτι που μας ενοχλεί, κάτι που μας στενοχωρεί, κάτι που μας βασανίζει· κάτι που μας κάνει να πονούμε, ν᾿ αναστενάζουμε, ν᾿ απελπιζώμεθα· κάτι που μας φέρνει σε αδιέξοδο, που κάνει τα μάτια μας να βουρκώνουν· κάτι που είναι για μας πολύ βαρύ. Κι όπως ο Χριστός επάνω στο σταυρό είπε «Θεέ μου Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;» (Ματθ. 27,46), έτσι και στη ζωή κάθε ανθρώπου, οιουδήποτε χρώματος και καταστάσεως, έρχονται στιγμές φοβερές και τραγικές, θύελλα, τυφώνας, σφοδρά τρικυμία παθών και κακιών, ή θλίψεων και δοκιμασιών, ή αντιξοοτήτων και δυστυχημάτων, και τότε κι αυτός αποτείνεται προς τον ουράνιο Πατέρα και λέει· «Θεέ μου Θεέ μου, ινατί με εγκατέλιπες;». Ιδού με ποια έννοια κάνουμε λόγο για σταυρό του πιστού. Πιο αναλυτικά.

Ποιοι είναι οι σταυροί των ανθρώπων

Σταυρός είναι η φτώχεια. Όποιος έζησε σε σπίτι με στερήσεις, που το βράδυ οι γονείς δεν είχαν να δώσουν ένα κομμάτι ψωμί στα παιδιά τους κι αυτά κοιμούνταν νηστικά, αυτός γνωρίζει τι σταυρός είναι η φτώχεια.
Σταυρός είναι η αρρώστια, που ρίχνει τον άνθρωπο στο κρεβάτι, και φάρμακο δεν υπάρχει και γιατρός δε᾿ μπορεί να τον θεραπεύσει, αλλά καθηλωμένος εκεί πονεί κι αναστενάζει.
Σταυρός είναι η ορφάνια, το να στερηθεί το παιδί από μικρό τον πατέρα ή τη μητέρα του και να κλαίει στο προσκέφαλό του.
Σταυρός είναι και η χηρεία, το να χάσει η γυναίκα τον άντρα της ή ο άντρας τη γυναίκα του και να μείνουν μόνοι.
Σταυρός είναι τα οικογενειακά δράματα (απιστίες συζύγων, ασωτίες παιδιών, διαζύγια αντρογύνων), τα οποία στις μέρες μας έχουν αυξηθεί. Άλλοτε το σπίτι και η οικογένεια ήταν ένας μικρός παράδεισος· τώρα έγινε κόλαση. Ο οικογενειάρχης-σύζυγος βλέπει τα παιδιά να μην υπακούουν πλέον (το στομάχι μόνο έχουν μέσα στο σπίτι, ενώ την καρδιά τους την έχουν έξω)· βλέπει τη γυναίκα του να μην τον αγαπά αλλά να τον απατά. Το ίδιο και η σύζυγος-μάνα έχει τα παιδιά να την πικραίνουν και τον άντρα της να τη βασανίζει και τέλος να την εγκαταλείπει. Σταυρός είναι όλα αυτά τα δράματα.
Σταυρός είναι η διαβολή και η συκοφαντία· να είσαι αθώος, και ν᾿ ακούς κάτω από τον όχλο όπως ο Χριστός· «Σταύρωσον σταύρωσον αυτόν» (Λουκ. 23,21).
Σταυρός είναι —ακόμη βαθύτερα— ο πνευματικός αγώνας που κάνει ο Χριστιανός εναντίον της σαρκός, του κόσμου, και του διαβόλου. Σταυρός βαρύς τέλος για όλους μας είναι οι τελευταίες στιγμές της ζωής μας, ο θάνατος· και πρέπει να παρακαλούμε το Θεό να μας αξιώσει να πούμε κ᾿ εμείς σαν το ληστή· «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

Πως θα σηκώσουμε τον σταυρό μας;

Να σταυροί· σταυροί, που ο καθένας μας πρέπει να σηκώσει. Και πως πρέπει να δεχτούμε το σταυρό; να γογγύσουμε, να βλαστημήσουμε, να σφακελώσουμε τα άστρα, ν᾿ αρνηθούμε το Χριστό, να καταφύγουμε στους μάγους και τις μάγισσες, ή μήπως να αυτοκτονήσουμε; Όχι, όχι. Να σηκώσουμε γενναία το σταυρό μας. Όπως ο Κύριος σήκωσε το σταυρό του, έτσι και ο καθένας πρέπει να βαστάσει το δικό του σταυρό. Και άλλοι μεν σταυροί είναι μικροί, άλλοι είναι μεγάλοι, αλλά κανένας σταυρός δε᾿ μπορεί να φτάσει το ύψος και το μέγεθος και το βάρος του σταυρού που σήκωσε ο Κύριος. Μπροστά, ναι μπροστά, προχωρεί ο σταυρός του Κυρίου· πίσω ακολουθούν μυριάδες σταυροί. Και γονατίζουν οι μικροί εσταυρωμένοι και λένε στο μεγάλο Εσταυρωμένο· Χαίρε, ο βασιλεύς ημών!
Το χρέος μας απέναντι στο σταυρό του Χριστού είναι διπλό. Πρώτον, να μην ακούγεται από τα χείλη κανενός ούτε η παραμικρά προσβολή και ύβρις εναντίον του σταυρού· κανένας να μη βλαστημά το σταυρό. Αντιθέτως, να αισθανώμεθα βαθύ αίσθημα ευγνωμοσύνης στον Εσταυρωμένο· να δακρύζουμε επί τη θέα του Λυτρωτού μας, και προπαντός να προσπαθούμε να ρυθμίζουμε τη ζωή μας κατά το φρόνημα του σταυρού, που συμβολίζει ό,τι υψηλότερο υπάρχει στον κόσμο.

Να κάνουμε το σταυρό κανονικά

Το δεύτερο χρέος μας είναι, να κάνουμε το σημείο του σταυρού κανονικά. Αυτό είναι γνώρισμα ορθοδόξου Χριστιανού. Οι χιλιασταί μισούν το σταυρό και δεν κάνουν σταυρό. Σε μια πόλη της Ελλάδος κάποια παιδιά πήγαν τη νύχτα στο σπίτι ενός χιλιαστού και χάραξαν στην πόρτα με χρώμα ένα σταυρό. Το πρωί ο χιλιαστής λύσσαξε άμα είδε το σταυρό. Προσπάθησε να τον σβήσει, δε᾿ μπόρεσε, και τέλος έκαψε την πόρτα! Τόσο μίσος έχουν αυτοί εναντίον του σταυρού. Εμείς λοιπόν οι ορθόδοξοι μη ντρεπώμεθα να κάνουμε το σταυρό μας. Ο Χριστός δε᾿ ντράπηκε να υψωθεί επί του σταυρού γυμνός, ολόγυμνος, όπως τον γέννησε η υπεραγία Θεοτόκος, κ᾿ εμείς ντρεπόμεθα, δυστυχώς, να κάνουμε το σημείο του σταυρού. Βλέπει κανείς Χριστιανούς να κάνουν το σταυρό τους, και νομίζει ότι παίζουν μαντολίνο. Παρατηρήστε και τους επισήμους στις δοξολογίες μεγάλων εορτών· ντρέπονται να κάνουν το σταυρό τους. Αυτό είναι μια προδοσία.

Tι σημαίνει ο σταυρός;

Κάνε κανονικά το σταυρό σου. Το είπα και δεν παύω να το τονίζω. Ο κανονικός σταυρός είναι να ενώσεις τα τρία δάχτυλά σου. Έτσι φανερώνεις αμέσως σε ποιο θρήσκευμα είσαι· πιστεύεις στην αγία Τριάδα, Πατέρα Υιόν και άγιον Πνεύμα – αγία Τριάς, ελέησον τον κόσμο κ᾿ εμένα τον αμαρτωλό. Μετά υψώνεις τα τρία δάχτυλά σου επάνω στην κορυφή, στο μέτωπό σου. Τι σημαίνει αυτό; όπως ο αετός από πολύ ψηλά κατεβαίνει και κάθεται επάνω στο βράχο, έτσι και ο Χριστος από τα ὕψη του ουρανού —δεν είναι ψέμα, είναι βασική αλήθεια της πίστεώς μας—, κατέβηκε εδώ στη γή και σαρκώθηκε. Γι᾿ αυτό εν συνεχείᾳ κατεβάζουμε το χέρι στην κοιλιά. Χριστέ, του λέμε, σ᾿ ευχαριστουμε που ήρθες από τα ουράνια και πήρες σάρκα από τα πάναγνα αίματα της υπεραγίας Θεοτόκου. Μετα φέρνουμε το χέρι στον δεξιό ώμο· έτσι ενθυμούμεθα τον ευγνώμονα ληστή, που από το σταυρό του είπε «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42). Κι όταν τέλος το φέρουμε στον αριστερό ώμο του λέμε· Μη με βάλεις, Χριστέ, με τα ερίφια στην κόλαση. Αυτά τα νοήματα περιέχει ο σταυρός, τον οποίο και ο πιο αγράμματος Χριστιανός μπορεί να καταλάβει και να τον κάνει με συναίσθηση.

* * *
Αδέρφια μου, ας αγαπήσουμε το σταυρό μας. Όπως ο Χριστός μας δια του σταυρού έφθασε στην ανάσταση, έτσι κ᾿ εμείς, φέροντας το σταυρό στον ώμο, έχουμε ελπίδα να εισέλθουμε στη βασιλεία του· αμήν.

† επίσκοπος Αυγουστῖνος

(ι. ναός Αγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης εσπέρας 21-3-1982)

ΠΩΣ ΘΑ ΞΕΠΕΡΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΑΓΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΧΟΣ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 11th, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΣΕ ΑΠΟΡΙΕΣ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ
+ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΝΤΙΩΤΗΣ

ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ

«Μη μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγετε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε· ουχί η ψυχή πλείον εστι της τροφής και τω σώμα του ενδύματος; εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ ημών ο ουράνιος τρέφει αυτά· ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών;» (Ματθ. 6, 25-26).

Αγωνία παγκόσμια

π. ΑΥΓ. ΣΤΟΝ ΑΝΒΩΝΑ ιστΑν ανοίξουμε τις καρδιές των σημερινών ανθρώπων, θα δούμε ότι είναι γεμάτες αγωνία, ανησυχία, φόβο. Για πολλά αγωνιούν οι άνθρωποι και γίνονται δυστυχισμένοι· αλλά η σοβαρώτερη αγωνία που τους καταλαμβάνει, είναι από τη μέριμνα για το μέλλον…

Άξιο προσοχής είναι ότι οι πλούσιοι αγωνιούν περισσότερο από τους πτωχούς. Αγωνιούν και οι εκατομμυριούχοι, αυτοί που δεν ξέρουν τί έχουν…

Αλλά αγωνία έχουν και οι φτωχές τάξεις… Αγωνιούν όλοι οι άνθρωποι σ’ Ανατολή και Δύσι. Υπάρχει αγωνία παγκόσμιος. Πάντοτε υπήρχε, αλλα σήμερα εντάθηκε περισσότερο.

Η επιστήμη δεν μπόρεσε να μειώσει την αγωνία

Θα περίμενε κανείς η επιστήμη με την πρόοδο της να μειώσει την αγωνία. Και όμως ενώ κατώρθωσε τόσα η επιστήμη και χάρισε ανέσεις και πλούτη στον άνθρωπο, του αύξησε την αγωνία. Διότι στο ένα χέρι κρατά την πενικιλλίνη, και στο άλλο της βόμβες. Αγωνιά η ανθρωπότης μήπως από ώρα σε ώρα εκραγεί τρίτος παγκόσμιος πόλεμος, ο Αρμαγεδών(Αποκ. 16,16). Πάνω απ’ τα κεφάλια όλων των λαών κρέμεται η δαμόκλειος σπάθη…

Αγωνιά ο άνθρωπος. Και ενώ είναι υγιής -τα μάτια, τ’ αυτιά, το στομάχι, η καρδιά του είναι γερά-, αυτός νιώθει άρρωστος και τρέχει στους γιατρούς. Έχει εφιάλτες, παίρνει υπνωτικά χάπια. Αγωνιά για όλα. Αυτό οι επιστήμονες το ονομάζουν άγχος· είναι η ασθένεια της εποχής, το σαράκι που τρώει τα σπλάχνα της ανθρωπότητος. Γι’ αυτό αυξήθηκαν οι ψυχίατροι, γέμισε ο κόσμος ψυχιατρικές κλινικές και ψυχοφάρμακα. Και θεραπεία ουσιαστική δε’ βρίσκεται.

Και όμως υπάρχει φάρμακο

Και όμως υπάρχει φάρμακο αποτελεσματικό και δραστήριο, που μόλις το πάρει ο άνθρωπος φεύγει απ’ την ψυχή η αγωνία και έρχεται «η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν»(Φιλ. 4,7). Το φάρμακο είναι η πίση. Πίστη σε ποιόν; στους μάγους; στους δαίμονες; στα πλούτη; στις ηδονές; στα συστήματα του κόσμου; στις διάφορες θρησκείες; «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης» (Εκκλ. 12). Πίστη στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και στα λόγια του, που έχουν ανεκτίμητη αξία.

Ακούσατε τι είπε ο Χριστός; Ακούσατε το Eυαγγέλιο; Αιώνια λόγια· «Μη μεριμνάτε» (Ματθ. 6,25), μήν έχετε αγωνία. Τα κοροϊδεύουν αυτά μερικοί και λένε· Δηλαδή να τεμπελιάζουμε, λέει το Ευαγγέλιο και θα ρίχνει ο ουρανός καρβέλια… Το Ευαγγέλιο δε’ λέει τέτοια πράγματα· ούτε λέει να καθήσουμε κάτω απ’ τη συκιά και να περιμένουμε να πέσει το σύκο να το φάμε. Το Ευαγγέλιο καταδικάζει την τεμπελιά και την αδράνεια. Αυτός που είπε το «μη μεριμνάτε», είπε και το «εργάζεσθε»( Γεν. 2, 15· Ματθ. 21,28· Ιωάν. 6,27) Να εργαζώμεθα λέει ο Χριστός, αλλ’ όχι ν’ αγωνιούμε για το τι θα φάμε τι θα πιούμε. Αυτή η αγωνία είναι αμαρτία. Γιατί; Διότι υπάρχει Θεός και αυτός φροντίζει. Αυτή τη μεγάλη αλήθεια διδάσκει το Ευαγγέλιο.

Υπάρχει Θεός που είναι Πατέρας, μήν απελπίζεσαι

Υπάρχει Θεός! Και δεν είναι απομονωμένος, όπως λένε κάποιοι, σε κάποιο νεφέλωμα του αστρικού κόσμου. Είναι πατέρας μας, μας έπλασε, βρίσκεται δίπλα μας και ενδιαφέρεται. Φροντίζει ο Θεός περισσότερο απ’ ότι η μάνα το βρέφος, ο αξιωματικός τους στρατιώτες, ο γιατρός τον άρρωστο, ο κυβερνήτης τους υπηκόους του, ο πατέρας τα παιδιά του. Ο Θεός φροντίζει για ολόκληρο τον κόσμο· για τον ήλιο, το φεγγάρι, τα δέντρα, τα πουλιά, τα αρνάκια που βόσκουν, τις θάλασσες, τις λίμνες, τους ποταμούς…· αλλά προ παντός φροντίζει για τον άνθρωπο. Λίγο να μας αφήσει, δεν μπορούμε να ζήσουμε. Δύο – τρία λεπτά να λείψει ο αέρας, θα πάθουμε όλοι ασφυξία.

Απορώ πως υπάρχουν άπιστοι

Ω Θεέ μου, πόσο μας αγαπάς και φροντίζεις για μας τους αμαρτωλούς! Απορώ πως υπάρχουν άπιστοι, και πως υπάρχουν στόματα που βλαστημούν το Θεό. Πως μας ανέχεται! Αντί για ευχαριστώ, εμείς τον προκαλούμε. Κάθε τικ-τακ της καρδιάς μας είναι και μία ευεργεσία του. Ρωτήστε τους γιατρούς και μάθετε, ότι δεν υπάρχει πιο τέλειο μηχάνημα από την καρδιά του ανθρώπου. Δόξα τη ευσπλαχνία σου, Κύριε! Δόξα τη μακροθυμία σου! Δόξα τη παντοδυναμία σου! Δόξα τη αγάπη σου!

Αδελφοί μου! Μην έχουμε την αγωνία και το άγχος των απίστων και των ανθρώπων του μαμωνά. Δεν είμαστε μόνοι στον κόσμο· Υπάρχει Θεός πατέρας, υπάρχει η θεία του πρόνοια. Σ’ αυτόν η ελπίδα μας στις δύσκολες στιγμές, σ’ αυτόν η απόλυτη εμπιστοσύνη μας.

Ανοίξτε το βιβλίο της ζωής σας, για να δείτε θαύματα

Μην ανοίξετε σήμερα εφημερίδες και ραδιόφωνα. Ανοίξτε το βιβλίο της ζωής σας. Θυμηθείτε, από μικρά παιδιά μέχρι τώρα, πόσες φορές σας έσωσε. Από πάνω σας ήταν και είναι συνεχώς απλωμένο το χέρι του Θεού. Ανοίξτε την ιστορία του έθνους μας, και θα δείτε πόσες φορές η πατρίδα μας πλησίασε στην καταστροφή, και ο Θεός «δια θαυμάτων» μας έσωσε, όπως είπε ο Καποδίστριας. Ανοίξτε και την παγκόσμια ιστορία, και θα δείτε, ότι ο Θεός μεριμνά, ενδιαφέρεται για κάθε πλάσμα του. Υπάρχει πατέρας, ερωτά η Αγία Γραφή, που όταν το παιδί του  ζητήσει ψωμί, θα του δώσει πέτρα; ή όταν του ζητήσει ψάρι, θα του δώσει φίδι; Αν οι σαρκικοί πατέρες δεν το κάνουν αυτό, πόσο μάλλον ο ουράνιος Πατέρας (βλ. Ματθ. 7, 9-11· Λουκ. 11, 11-13).

Ένας είναι ο πατέρας μας. Και αν οι πάντες μας εγκαταλείψουν, κι αν σείεται η γη και γίνει κόλαση ο κόσμος, και εν μέσω σκιάς θανάτου, ου φοβηθήσομαι κακά, ότι συ μετ’ εμού ει»(Ψαλμ. 22,4)… Για όλα αυτά λοιπόν να έχουμε πίστι στο Θεό και να μη μας καταλαμβάνει το άγχος.

(Απόσπασμα ομιλίας επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτου, Φλώρινα 1-7-1979, εις τον ναό του Αγίου Παντελεήμονος)

__________

ΣΕΡΒΙΚΑ

_________

СТРЕС И ЊЕГОВО ЛЕЧЕЊЕ

«Зато вам кажем: Не брините се душом својом шта ћете јести или шта ћете пити; ни телом својим у шта ћете се оденути. Није ли душа претежнија од хране, и тело од одела? Погледајте на птице небеске како не сеју, нити жању, ни сабирају у житнице; па Отац ваш небески храни их. Нисте ли ви много претежнији од њих?» (Мат. 6, 25-26).

Светска агонија

Данас ако бисмо отворили срца савремених људи, видели бисмо да су пуна агоније, немира и страха. Данас се људи о много чему брину и постају несрећни, али највећа брига име је брига за будућност…

Вредно пажње је и то да се богаташи брину више него сиромашни. Брину се и милијардери, они који и не знају шта све имају…

Међутим у бризи су и сиромашне класе… Брину се сви људи и на Истоку и на Западу. Постоји светска брига. Увек је постојала, али у наше време још је израженија.

Наука није могла да умањи агонију

Очекивао би неко да ће наука својим напретком да је умањи. Међутим, иако је наука успела да дарује човека с толико комфора и богатства, увећала му је и агонију. Зато што у једној руци држи пеницилин, а у другој бомбе. Брине се човечанство да ли ће из часа у час да избије трећи светски рат, Армагедон (Апок. 16,16). Изнад глава свих народа  виси смртоносна сабља…

Брине се човек. Човек иако изгледа здрав у очима, ушима, стомак и срце су му снажни,  он се ипак осећа болесним и трчи разним лекарима. Има кошмаре, пије пилуле за сан. Брине се за све. Тако нешто наука назива стрес, то је болест овог доба, црв који нагриза човечанство. Зато су се и умножили психијатри, испунио се свет психијатријским клиникама и психијатријским лековима. А терапија се, у ствари, и не проналази.

Међутим – лек  постоји.

Лек који је делотворан и даје резултате, којег човек, чим узме, из његовог срца одлази стрес и долази « мир Божији, који превазилази сваки ум»(Филипљ. 4,7). Лек је ВЕРА. Вера у кога? Вера у врачеве, демоне, у богатство, у пороке, у светски систем, у разне религије? «Таштина над таштинама, све је таштина» (Проп. 1,12). Лек је вера у Господа нашег Исуса Христа и у Његове речи, које имају непроценљиву вредност.

Чујте шта је рекао Христос! Послушајте Јеванђеље. То су вечне речи : «Не брините се» (Мат. 6,25). Појединци исмејавају ове речи и говоре: Дакле да ленчаримо, то нам говори Јеванђеље а са небеса ће падати хлеб… Јеванђеље не говори такве ствари, нити нам говори да седнемо испод смокве да би нам пала смоква и да бисмо је појели. Јеванђеље осуђује лењост и нерад.  Онај који је рекао: «Не брините се», рекао је и «ради» (Ген. 2,15. Мат. 21,28) и «трудите се» (Јован 6,27). Радите рекао је Христос, али није рекао да се бринемо шта ћемо јести и шта ћемо пити. Таква брига је грешна. Зашто? Зато што постоји Бог и Он се брине. Овој великој истини нас учи Јеванђеље.

Постоји Бог који је Отац, немојте очајавати. Постоји Бог! И није удаљен у осаму као што говоре неки, да је тамо на неком облаку астралног света. Он је наш Отац, створио нас је, налази се поред нас и брине се о нама. Брине се Бог више него што се мајка брине о детету, више него  официр што се брине за војнике, више него лекар што се брине о свом пацијенту, више него  председник што се брине о својим грађанима, више него отац што се брине о свом детету. Бог се брине о целом свету. Брине се о сунцу, месецу, дрвећу, птицама, јагањцима који пасу, мору, рекама, језерима… али пре свега се брине о човеку. Мало ако нас остави, не можемо да живимо. Два – три минута ако нам недостаје ваздух, добићемо гушење.

Чудим се да постоје неверници!

О, Боже мој, колико нас волиш и колико се бринеш за нас грешнике! Чудим се да постоје неверници, и да постоје уста која хуле на Бога. Како нас само трпи! Уместо да захваљујемо Богу, ми Га изазивамо. Свако тик-так нашег срца је једно Његово доброчинство. Упитајте лекаре и чућете да не постоји савршенија машина на свету од људског срца. Слава Твојој милости, Господе! Слава Твојој дуготрпељивости! Слава Твојој Свемогућности! Слава Твојој љубави!

Браћо моја! Немојмо држати у себи агонију и стрес неверних људи мамониних. Нисмо сами на овом свету. Постоји Бог Отац, постоји Његова божанска брига. Њему треба да су усмерене наше наде у најтежим тренутцима у нашем животу, Њему треба да смо посвећени са пуним нашим поверењем.

Отворите књигу свога живота, да бисте видели чуда.

Данас немојте отварати новине и радио. Отворите књигу свога живота. Присетите се, од када сте били мало дете па све до сада, колико пута вас је Бог спасао. Изнад вас је и непрестано је испружена рука Божија. Отворите историју нашега рода, и видећете колико пута се наша домовина приближавала катастрофи, а Бог  нас је  «чудима» спасавао, као што је то рекао Каподистрија. Отворите и светску историју, и видите да се Бог брине, интересује се за свако своје створење. „Који је од вас човек од кога ако син његов заиште хлеба, камен да му да? Или ако рибе заиште да му да змију?“ (види Мат.  7,9-11 и Лука 11,11-13).

Само је један наш Отац. И ако ме сви напусте: „ Да пођем и долином сена смртнога, нећу се бојати зла, јер си ти са мном, штап твој и палица твоја теше ме“. (Псал. 23,4) Због свега тога имајмо веру у Бога и нека нас не обузима стрес и брига овога света.

(Део беседе епископа Августина Кандиота, Флорина 1-7-1979, у храму Светог Пантелејмона)

H EΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΘΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Οκτ 2nd, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

H EΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΘΕΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

υπ. π. ΑΖοῦμε, ἀγαπητοί μου, σὲ δύσκολη ἐ­ποχή, σὲ ἄπιστα χρόνια. Ἡ ἀπιστία κυριαρχεῖ. Ἄλλοτε, δὲν τολμοῦσε ἄνθρωπος δημοσίως νὰ βλαστημήσῃ τὰ θεῖα, κανείς. Ἂν καμμιὰ φορὰ κάποιος τὸ τολμοῦσε, χίλια χέρια σηκώνονταν νὰ τὸν χτυπήσουν, δὲν μποροῦσε νὰ σταθῇ. Κι ἂν καμμιὰ φορὰ παρουσιαζόταν κανένας καὶ ἔλεγε ὅτι δὲν ὑ­πάρχει Θεός, Χριστός, Παναγιά, δὲν ὑπάρχει κόλασις καὶ παράδεισος, τοῦ ἔκλειναν τὴν πόρτα· καὶ ἡ γυναίκα του ἀκόμα τὸν ἔδιωχνε. Ὅπως σήμερα ἀποφεύγουν ἕναν ἄρρωστο μὲ ἀρρώστια μεταδοτική, ἔτσι ἀπέφευ­γαν τότε τὸν ἄνθρωπο ποὺ εἶχε προσβληθῆ ἀπὸ τὴ χειρότερη ἀσθένεια, τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα βλάστημος καὶ ἄθεος δὲν ἦταν ἀνεκτός.
Τώρα ὅμως τελευταῖα τὸ κακὸ προχώρησε. Ὄχι μόνο αὐτοὶ ποὺ πᾶνε στὰ σχολειὰ καὶ στὰ πανεπιστήμια καὶ μαθαίνουν μερικὰ γράμματα καὶ κάνουν τὸ σοφὸ καὶ γυρίζουν στὸ χωριὸ καὶ κάθονται στὸ καφενεῖο διπλοπόδι μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ τρῶνε τὸν ἱδρῶτα τοῦ γεωργοῦ ἄκοπα, ὄχι μόνο αὐτοὶ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός, ἀλλ᾽ ἀκόμα καὶ στὰ βουνὰ καὶ στὰ λαγκάδια, ἁπλοϊκοὶ χωριάτες καὶ βοσκοὶ καὶ μικρὰ παιδιὰ καὶ γριὲς γυναῖκες ἀ­κοῦς νὰ λένε ὅτι δὲν ὑπάρχει Θεός. Εἶνε χρόνια ἄπιστα καὶ ἄθεα.
Καὶ ὄχι μόνο ἀρνοῦνται τὴν πίστι, ἀλλὰ καὶ ὡρισμένοι στὶς ἡμέρες μας μισοῦν τὴν Ἐκ­κλη­σία τοῦ Χριστοῦ. Μοιάζουν μὲ λυσσασμένο σκυλί. Ὅπως τὸ σκυλὶ ὅταν λυσσάξῃ δὲν γνωρίζει κανένα ἀλ­λὰ δαγκώνει ἀκόμα καὶ τὸ ἀφεντικό του, ἔτσι κι αὐτοί, λυσ­σασμένα σκυλιὰ τοῦ αἰῶνος μας, μισοῦν θανασίμως τὴν Ἐκ­κλησία. Ἂν ἦταν δυ­νατὸν θὰ γκρέμιζαν τοὺς ναοὺς καὶ θὰ ἔσφαζαν τοὺς κληρικοὺς καὶ ῥα­σοφόρους. Μήπως δὲν τὰ εἴ­δαμε αὐτὰ ἐπὶ τῶν ἡμε­ρῶν μας, εἴτε στὴν Κωσταντινούπολι εἴτε στὴ Βόρειο Ἤπειρο ἀπὸ τὸν Ἐμβὲρ Χότζα εἴτε στὴν Κύπρο ἀπὸ τὸν Ἀττίλα εἴτε στὴ Σερβία καὶ τὸ Κόσσοβο; Καὶ ὅλα αὐτὰ ὑπὸ τὰ ὄμματα τῆς δι­εθνοῦς ὑποκριτικῆς κοινωνίας, ποὺ ἀ­πὸ τὴ μιὰ κόπτεται γιὰ δημοκρατικὰ δικαιώματα κι ἀπὸ τὴν ἄλλη ξέρει νὰ νίπτῃ τὰς χεῖ­ρας καὶ νὰ ἀμνηστεύῃ τὰ ἐγκλήματα.
Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνο οἱ ἄθεοι τῶν ξένων κρα­τῶν, ἐκεῖνοι ποὺ γκρέμισαν ἐκκλησιὲς καὶ ἀ­παγόρευαν νὰ βαπτίζουν τὰ παιδιὰ καὶ ὑποχρέωναν τοὺς Χριστιανοὺς ἀκόμα καὶ νὰ ἀλ­λάξουν τὰ ὀνόματά τους. Εἶνε καὶ μερικοὶ δικοί μας ἐδῶ, ποὺ μισοῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ θέ­λουν νὰ ἐφαρμόσουν καὶ στὴν πατρίδα μας τέτοια ἄθεα καθεστῶτα.
Κι ἅμα τοὺς ρωτήσῃς, Γιατί μισεῖτε τὴν Ἐκ­κλησία, τί κακὸ σᾶς ἔκανε; ἀπαντοῦν, ὅτι τάχα ἡ Ἐκκλησία συμμάχησε μὲ τὸ κατεστημένο, ὅτι οἱ παπᾶδες καὶ οἱ δεσποτάδες ὑ­πο­στηρίζουν τοὺς πλουσίους, τὸ κεφάλαιο

Αὐτὸ εἶνε ψέμα. Δὲν ξέρω τί γίνεται σὲ ἄλ­λα δόγματα καὶ ἄλλες θρησκεῖες, ἀλλ᾽ ἐὰν ἐξ­ετάσουμε τὴ δική μας πίστι θὰ δοῦμε, ὅτι αὐ­τὸς ποὺ ἵδρυσε τὴν Ἐκκλησία μας, ὁ Κύρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ἔζησε πτωχὸς στὸν κό­σμο καὶ στηλίτευσε τὴ φιλαργυρία. Κανένας ἄλλος δὲν ἤλεγξε τὸν πλουτισμό, τὴν πλε­ονεξία, τὴν ἀδικία, ὅπως ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος εἶνε ποὺ εἶ­πε, ὅτι δυὸ πράγματα δὲν συμβιβάζον­ται· ἡ ἀγάπη τοῦ χρήματος καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸ ν᾽ ἀ­γαπᾷς τὰ λεπτὰ καὶ ν᾽ ἀγαπᾷς τὸ Θεό (βλ. Ματθ. 6,24). Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶνε ἀσυμ­βίβαστα. Ὅπως δυὸ πόδια δὲ χωρᾶνε σ᾽ ἕνα παπούτσι, ἔτσι μέσα στὴν ἴδια καρδιὰ δὲ μπορεῖς νὰ βάλῃς τὴν ἀγάπη τοῦ χρήματος καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. «Οὐ δύνασθε Θε­ῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ»· «κανείς δὲν μπορεῖ νὰ ἔ­χῃ δύο κυρίους· διότι ἢ τὸν ἕνα θὰ μισή­σῃ καὶ θ᾽ ἀγαπήσῃ τὸν ἄλλο, ἢ θὰ προσηλωθῇ στὸν ἕνα καὶ θὰ περιφρονήσῃ τὸν ἄλλο» (Ματθ. 6,24). Τὰ εἶπε καθαρὰ ὁ Χριστός.
Θὰ πῇς ἴσως τὸ ἑξῆς. ―Ὁ Χριστὸς βέβαια εἶνε καλός. Πιστεύω ἐγὼ στὸ Χριστό. Ἀλλὰ οἱ παπᾶδες ἐκμεταλλεύονται τὴ θρησκεία καὶ θησαυρίζουν…
Δὲν ξέρω, ἐπαναλαμβάνω, τί γί­νεται ἀλλοῦ στὸν κόσμο. Ἀλλὰ ἐδῶ στὴν πατρίδα μας οἱ παπᾶδες εἶνε ὅλοι φτωχοί, φτωχαδάκια. Πόσους παπᾶδες ἔχει ἡ Ἑλλάς; Ὀ­κτὼ χιλιάδες περίπου; Πηγαίνετε παντοῦ καὶ ἐρευνῆστε· στὴν Ἤπειρο, στὴ Μακεδονία, στὸ Μοριὰ καὶ στὰ νησιά· ὅπου νὰ πᾶτε, θὰ δῆτε ὅτι οἱ παπᾶ­δες δὲν προέρχονται ἀπὸ τὴν ἀριστοκρατία. Γεννήθηκαν σὲ σπίτια φτωχά, μέσα σὲ ταπει­νὲς οἰκογένειες. Κανένα πλούσιο σπίτι, κανένας ὑψηλὸς ἀξιωματοῦχος, κανένας βαθύπλουτος ἐφοπλιστὴς δὲν κάνει τὸ παιδί του παπᾶ. Ψάξτε νὰ δῆτε. Ἂν βρῆτε κάπου κληρι­κὸ νὰ εἶνε παιδὶ δικαστικοῦ, εἰσαγγελέως, ἀ­νωτέρου ἀξιωματικοῦ ἢ ἄλλου μεγάλου, θὰ εἶ­νε ἐξαίρεσις, ποὺ δὲν καταργεῖ ἀλλ᾽ ἐπιβεβαιώνει τὸν κανόνα. Ὁ κλῆρος μας εἶνε «ὀ­στοῦν ἐκ τῶν ὀστέων καὶ σὰρξ ἐκ τῆς σαρκὸς» τοῦ λαοῦ.
―Καλὰ τὰ παπαδάκια, θὰ πῆτε, ἀλλὰ οἱ δεσποτάδες;
Δὲν ξέρω τί κάνουν οἱ ἄλλοι δεσποτάδες, ἀλλὰ ἐπιτρέψατέ μου νὰ τολμήσω νὰ πῶ κάτι γιὰ τὴ μητρόπολί μου, ποὺ μὲ γνωρίζει τόσα χρόνια. Μπορεῖ κανεὶς νὰ πῇ ὅ­τι ὁ ἐπίσκοπός της ἀγαπᾷ τὰ λεπτά; Ἂν ψάξετε τὶς τσέπες μου, χρήματα δὲ θὰ βρῆτε. Ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ ἐγ­κα­ταστάθηκα ἔχω κάνει ἀμέτρητες λειτουργίες σὲ ὅλες τὶς ἐνορίες· ἀπὸ που­θενὰ δὲν πῆ­ρα χρήματα, οὔτε ἕνα καφὲ δὲν ζήτησα. Δωρε­ὰν λειτουργῶ καὶ διδάσκω. Ἔκανα ἑ­κατοντάδες χειροτονίες· δραχμή δὲν πῆρα. Καὶ τὸ μισθό μου τὸν δίνω ὅλο. Ὅ­ταν πεθάνω, δὲ θὰ βροῦν τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ῥάσο καὶ μερικὰ βιβλία. Καὶ δὲν εἶμαι ὁ μόνος ἀσφαλῶς.
Δὲν στέκονται λοιπὸν οἱ κατηγορίες ἐναν­τίον τῆς Ἐκκλησίας. Ἄλλος εἶνε ὁ λόγος ποὺ τὴ μισοῦν. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ὅ,τι τὸ χαλινάρι, ποὺ δὲν ἀφήνει τὸ ἄλογο νὰ πέ­σῃ στὸ γκρεμό, ὅ,τι τὸ φρένο, ποὺ ἀποτρέπει τὸ αὐτοκίνητο ἀπὸ τὸ δυστύχημα. Ἀλλ᾽ ὅπως τὸ λυσ­σασμένο ἄλογο δαγκώνει τὸ χαλινάρι του, ἔ­τσι καὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ θέλουν νὰ ζοῦν χωρὶς χαλινάρι, κατὰ τὰ κέφια τους, ἐπιτίθεν­ται μὲ μῖσος κατὰ τῆς Ἐκκλησίας.
Ἀλλὰ καὶ γι᾽ αὐτοὺς ἀκόμα ποὺ τὴν μισοῦν ἡ Ἐκκλησία μας προσεύχεται. Ἐμεῖς δὲν τοὺς μισοῦμε· τοὺς ἀγαποῦμε κι αὐτοὺς καὶ προσ­ευχόμεθα καὶ γι᾽ αὐτοὺς καὶ παρακαλοῦμε τὸ Θεό. Κανένα δὲν μισεῖ ἡ Ἐκκλησία· ὅπως ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸ σταυρό, ποὺ ἐνῷ τὸν καρφώνανε προσηύχετο γιὰ τοὺς σταυρωτάς του.

* * *

Ἀλλὰ προσοχή. Ἐνῷ ἡ Ἐκκλησία κανένα δὲ μισεῖ, πρέπει ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι αὐτοὶ ποὺ μισοῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ τοὺς κληρικούς, αὐ­τοὶ ποὺ ὑβρίζουν Θεὸ καὶ Παναγία, οἱ ἐ­χθροὶ τοῦ Χριστοῦ καὶ διῶκτες τῆς Ἐκκλησίας, δὲν θά ᾽χουν καλὸ τέλος· τὸ λέει τὸ εὐ­αγγέλιο σήμερα.
Τί εἶνε σήμερα; Σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα, μνημονεύουμε ὅτι ἕνας βασιλιᾶς κακοῦργος, ὁ Ἡρῴδης, – τί ἔκανε; Πῆρε μαχαίρι καὶ ἔσφαξε πόσους; 14.000 βρέφη! Ὅ­πως ὁ χασάπης σφάζει τ᾽ ἀρνάκια, ἔτσι αὐτὸς ἔσφαξε 14.000 παιδάκια. Γιατί; Ἤλπιζε, ὅτι μεταξὺ τῶν παιδιῶν θὰ ἦταν καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Καὶ αὐτὰ μὲν σὰν ἀγγελούδια πῆγαν ἐπάνω στὸν οὐρανὸ καὶ ψάλλουν τὸ Ἀλληλού­ια. Ὁ Ἡ­ρῴδης ὅμως τί ἔγινε; Ἐμένα ρωτᾶτε; Διαβάστε νὰ δῆτε τί λέει ἡ ἱστορία. Ἀρρώστη­σε, ἔπεσε κατάκοιτος στὸ κρεβάτι, γέμισε πλη­γὲς ποὺ ἔτρεχαν πύον, σάπισε, βρώμισε, σκου­λήκιασε· ἔτσι πέθανε καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του. Καὶ μόνο αὐτός;
Ὑπάρχει καὶ ἄλλο παράδειγμα· ὁ Ἰουλια­νὸς ὁ Παραβάτης. Αὐτὸς ἔζησε με­τὰ τριακόσια χρόνια. Κατεδίωξε τὴν Ἐκκλησία, ἤθελε νὰ ἐπανα­φέρῃ τὴν εἰδωλολατρία, νὰ σβήσῃ τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ νὰ μὴν ἀκούγεται. Τὸ τέλος του ποιό ἦταν; Ἔκανε πόλεμο, καὶ πάνω στὴ μάχη ἕνα βέλος, μία σαΐτα, τὸν χτύπησε στὸ στῆ­θος. Γέμισε τότε τὴ φούχτα του αἷμα καί, τὴν ὥρα ποὺ ξεψυχοῦσε πλέον, τὸ σκόρπισε στὸν ἀέρα καὶ εἶπε· «Νενίκηκάς με, Ναζωραῖε»· Χριστέ, μὲ νίκησες.
Κανείς δὲ μπορεῖ νὰ νικήσῃ τὸ Χριστό, ὄχι. Ὅποιος ἀντιτίθεται ―σημειῶστε το―, ὅ,τι κι ἂν εἶνε, μικρὸς ἢ μεγάλος, ἄνθρωπος ἢ σύστη­μα, ὅποιος πάει κόντρα μὲ τὸ Χριστό, θὰ γίνῃ στάχτη. Ὑπάρχει Θεός, ὑπάρχει Χριστός!

* * *

Βουλῶστε τ᾽ αὐτιά σας, ἀδελφοί μου. Μὴν ἀ­κοῦτε τί λέει ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος. Κρατῆστε τὴν πίστι στὸ Χριστό, τὴν πίστι τῶν πατέρων μας, βαθειὰ στὴν ψυχή σας. Καμμιά δύναμις νὰ μὴ μπορέσῃ νὰ τὴν ξερριζώσῃ.
Αὐτὰ εἶχα νὰ σᾶς πῶ καὶ αὐτὰ νὰ πιστεύετε. Ν᾽ ἀκοῦτε τὴν Ἐκκλησία μας. Κι ὅταν πλησιάσῃ τὸ τέλος τῆς ζωῆς μας, νὰ μὴν εἶνε ὅ­πως τὸ τέλος τοῦ Ἡρῴδου, ποὺ ἀποδοκιμάστηκε ἀπὸ τὸν παντοδύναμο Θεό, ἀλλὰ τὸ τέλος μας νὰ εἶνε ὅπως τοῦ λῃστοῦ, ποὺ ἐπάνω στὸ σταυρὸ εἶπε «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

{Κυρ. μετὰ Χριστοῦ Γέννησιν (Μτ. 2,13-23).Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Νικολάου Ὑδρούσης – Φλωρίνης 29-12-1976 ἡμέρα Τετάρτη}

_____________

ΣΕΡΒΙΚΑ

__________

НАПАД АТЕИСТА НА ЦРКВУ

Данас живимо драги моји, у тешком времену, у неверним годинама. Неверје преовлађује. Иначе, човек се није усуђивао јавно да хули на божанско, нико. Ако би се случајно некада и неко одважио, хиљаду руку се подизало да га удари, није могао опстати. Када би се пре неко појавио и рекао да не постоји Бог, Христос или Богородица, да не постоји пакао и рај, затварали би му сва врата, чак би га и његова жена отерала из куће. Као у наше време данас што избегавају неког болесника са преносивом болешћу, тако су избегавали у оно старо време човека који је био погођен том опаком болешћу, неверјем и атеизмом. У оно време хулитељ и неверник нису били прихваћени од друштва. У последње време зло се проширило. Не само они који иду у школе и на факултете и уче неколико слова, и праве се паметни и враћајући се у своје село и седећи у кафићу са преклопљеним ногама и са цигаретом у устима једући зној земљорадника, не само да говоре да не постоји Бог, него и у брдима и долинама чујеш обичне сељане и чобане, па и малу децу, старе жене да говоре, не постоји Бог. То су године неверја и атеизма. Не само да негирају веру, него појединци у наше време и мрзе Цркву Христову. Сличе побеснелом псу. Као пас када је бесан не позна никога већ гризе и свог газду, тако и они, бесни пси нашег века, мрзе смртно Цркву. Када би могли срушили би храмове и клали би свештенике и ризоносце. Да ли такве ствари већ нисмо видели у нашим данима у Констандинграду , у Северном Ипиру (Албанија) од Енвер Хође или на Кипру од Атиле или у Србији или на Косову ? И све то у име светског друштва лицемера, које се бори за демократска права са једне стране а са друге зна да пере руке и да даје помиловања за злочине.

Међутим, нису само атеисти страних држава, они који су срушили цркве, забранили да се крштавају деца и обавезали хришћане да промене своја имена. Ту су и неки наши сународњаци, који мрзе Цркву и који желе у нашој домовини да спроведу такву атеистичку власт. И питамо их? Зашто мрзите Цркву, шта вам је лоше учинила? Одговарају тобож, да је Црква подржавала власт тј. свештеници и епископи да су подржавали богаташе, деонице итд…. То је једна велика лаж. Не знам шта се дешава у другим догмама и у другим религијама, али ако простудирамо нашу веру видећемо, да Онај који је основао нашу Цркву, наш Господ Исус Христос, је живео као сиромах на овом свету и да је осуђивао среброљубље. Нико други није критиковао богаћење, похлепу, неправду као Христос. Он је тај који је први рекао, да се две ствари никако не слажу, љубав према новцу и љубав према Богу, да волиш Бога и новац (Мат. 6,24). Те ствари су неспојиве. Као што две ноге не могу стати у једну папучу, тако не можеш у срцу имати љубав према новцу и љубав према Богу. Нико не може два господара служити, јер или ће једнога мрзити, а другога љубити; или ће се једнога држати, а другога презирати. Не можете служити Богу и мамону. (Мат. 6,24). То нам је рекао јасно Христос.

Можда ћеш рећи – Христос је, наравно, добар. Верујеш у Христа. Међутим свештеници искоришћавају религију и скупљају благо….. Не знам, понављам, шта се дешава даље у свету. Овде у нашој домовини сви свештеници су сиромашни, слабог имовног стања. Колико свештеника има Грчка? Осам хиљада отприлике? Идите свуда и истражите по Северном Ипиру, у Македонији, у Морији и на отоцима; где год да одете, видећете да свештеници не долазе из аристократије. Родили су се у сиромашним кућама, у скромним породицама, ни један није из богате породице, ни један дете официрско, ни један богати тајкун не дозвољава да његово дете буде свештеник. Истражите мало и уверићете се. Ако пронађете да је свештеник дете неког судије, адвоката, вишег чиновника или неког другог великог члана друштва, биће то изузетак, који не потире, већ сведочи правилу да је наше свештенство кост од кости и тело од тела нашег народа. Добро, рећи ће ми неко,  свто је за свештенике – а шта са владикама? Не знам шта раде друге владике, али допустите ми да кажем нешто о мојој митрополији која ме познаје толике године. Да ли неко може рећи да њен епископ воли новце? Ако претражите моје џепове, новце нећете пронаћи. Од часа када сам постављен за епископа, служио сам у многим парохијама, али нигде нисам узео новце, нисам тражио ни једну кафу. Бесплатно служим и поучавам. Обавио сам на хиљаде хиротонија, једну драхму нисам узео. А моју плаћу дајем до последње драхме. Када умрем, неће пронаћи ништа више од једне одежде и неколико књига. А сигурно да нисам једини који тако чини. Тако да те оптужбе против Цркве баш и не држе се чврсто. Други је разлог зашто је мрзе. Црква је као узде које не дозвољавају коњу да падне у провалију, као кочница која спречава аутомобил од несреће. Као бесан коњ што гризе своју узду, тако и непријатељи Цркве, који желе да живе без узде, већ по својој жељи, нападају са мржњом Цркву. Међутим, и за оне који је мрзе, наша Црква се моли. Ми их не мрзимо, волимо их и молимо се за њих. Никога не мрзи Црква, већ попут Христоса на крсту, док су га разапињали, Христос се молио за своје џелате.

* * *

Овде обратите пажњу:  док Црква никога не мрзи, требамо овде рећи да они, који мрзе Цркву и свештенике, они који псују Бога и Богородицу, непријатељи Христови и прогонитељи Цркве, неће имати добар крај, то нам говори данашње Јеванђеље.

Шта је данас? Данас је прва недеља после Божића.  Шта се при  томе присећамо да је један цар, злочинац Ирод,учинио? Да је узео је нож и колико деце је заклао? Заклао је 14.000 хиљада младенаца! Као што месар коље јагње, такао је и Ирод заклао 14.000 хиљада деце. Зашто? Јер се надао да ће међу том децом бити и наш Господ, Исус Христос. А ти анђели су отишли на небеса и поју: !Алилуја!» Шта се догодило Ироду? Питате мене? Прочитајте да видите шта нам говори прича. Разболео се, пао је непокретан у кревет, испунио се ранама из којих је излазио гној, иструнуо је и усмрдео се, уцрвао и такав је и умро, те предао своју душу. Да ли је само он имао такав крај? Постоје и други примери, нпр. Јулијана Преступника. Јулијан је живео после тристоте године. Прогонио је Цркву, желео је да поврати идолопоклонство, желео је да се више Христово име не чује. Који је био његов крај? Отишао је у рат, и у бици једна стрела га је погодила у прса. Испунила се његова шака крвљу у онај час и у моменту док  је испуштао душу, размахнуо је руком и рекао: „Победио си ме, Назарећанине“, дакле рекао је – Победио си ме Христе. Нико не може да победи Христа, не. Ако се неко супротставља Христу – забележите ово: био он велики или мали, човек или систем, онај ко иде против Христа, претвориће се у пепео. Постоји Бог, постоји Христос!

***

Зачепите своје уши, браћо моја. Немојте слушати шта кажу други људи и причају. Задржите своју веру у Христа, веру наших отаца, дубоко у својој души. Ни једна сила неће је моћи искоренити. То сам вам имао рећи и у то да верујете. Слушајте нашу Цркву. А када се буде приближио крај нашег живота, да не буде као Иродов крај, који је био искушаван од Свемогућег Бога, него да буде наша кончина као кончина разбојника на крсту који је рекао: „Сети ме се Господе, када дођеш у царству Твоме“ (Лука. 23,42).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

{Недеља после Божића. Беседа Митрополита Флорине о. Августина Кандиота у светом храму Светог Николе у селу Идруса – Флорина – 29-12-1976, дан среда}

«ΡΙΧΝΩ ΤΟΝ ΚΟΥΒΑ ΜΟΥ ΒΑΘΕΙΑ»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιούλ 19th, 2011 | filed Filed under: ΝΕΑ ΒΙΒΛΙΑ, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Iσλαμ και Δυσις B΄

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 16th, 2011 | filed Filed under: ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ
Eδημοσιεύθη στην «Xριστ. Σπίθα», φ. 581/Δεκεμβρίου 2001

Iσλάμ και Δύσις

(Oι μεγάλες δυνάμεις κατά το παρελθόν συμπορεύθηκαν με το Iσλάμ. Δεν δυσκολεύθηκαν να ανεχθούν π.χ. την Tουρκία να κακουργεί εμπρός στα μάτια τους εις βάρος ενός αδυνάτου λαού, όπως οι Aρμένιοι. Όταν οι Tούρκοι ενεργούσαν εις βάρος των Aρμενίων γενοκτονία, η στάσι των ισχυρών ήταν γι’ αυτούς σκανδαλωδώς μεροληπτική, αφήνοντας τους δράστες ατιμώρητους, όπως είδαμε στο προηγούμενο φύλλο της «Σπίθας». Mέχρι ποιου σημείου όμως θα φθάσει το κακό, το οποίο, όπως θα δούμε τώρα, είχε και άλλη συνέχεια;)

Γενοκτονια

ΠEPNOYN TΑ XPONIA. Eρχόμεθα στο 1909. Tότε που εψηφίσθη το σύνταγμα, ο νέος καταστατικός χάρτης, το νέο σύνταγμα των Nεοτούρκων. Tότε λοιπόν νέα σφαγή!
Σε κάποια πόλι της Aρμενίας, την πόλι Iτάμ, μέσα σε μια εκκλησία που μαζευτήκανε ως εις καταφύγιον έξι χιλιάδες Aρμένιοι, τους κλείσανε, ανάψανε φωτιά, βάλανε καπνό μέσα και τους έπνιξαν με τον καπνό όλους αυτούς. Έξι χιλιάδες Aρμενίους εκεί πέρα τους πνίξανε.
Δεν είπαμε τίποτα ακόμη. Eρχόμεθα στο 1915, στη νεωτέρα ιστορία. Eίναι η εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Nαι. Tότε τι έγινε; Nέος θηριώδης διώκτης παρουσιάστηκε, ο τότε σουλτάνος, ο διάδοχος του Aβδούλ Xαμίτ, ο τελευταίος σουλτάνος, που έδωσε από τα ανάκτορα του Γιαλδίζ μυστική διαταγή, να μη μείνει ούτε νήπιον ακόμα μέσα εις τα λίκνα των Aρμενίων. Kαι έφτασε η διαταγή εις την Aρμενίαν. Θα μείνει στην ιστορίαν. Tι ημερομηνία έχομεν σήμερα; 28; Έ, ακριβώς γι’ αυτό και εξέλεξα το θέμα αυτό. Έτος 1915 28 Iουνίου, σαν σήμερα, εις την Tραπεζούντα πένθος απέραντον. Διότι μέσα στην Tραπεζούντα ήταν ισχυρά κοινότης Aρμενίων. Nαι, τότε έφτασε διαταγή. Kαι πιάσανε αμέσως τριακόσους Aρμενίους, των καλυτέρων οικογενειών, ηλικίας είκοσι έως εικοσιπέντε ετών, το άνθος της κοινωνίας των Aρμενίων, τα καλύτερα παιδιά των Aρμενίων. Tα άρπαξαν βιαίως μέσα από τα σπίτια της Tραπεζούντος, τα οδήγησαν μέσα σε μαούνες κλωτσηδόν, τα βάλανε σαν τα κτήνη, σαν τα βουβάλια μέσα σ’ αυτά τα πλεούμενα, τα απομάκρυναν] λίγο, ένα χιλιόμετρο, ένα μίλι έξω από τον λιμένα της Tραπεζούντος, και εκεί από άλλη βάρκα μπήκανε μέσα άλλοι και τους έσφαξαν σαν τα αρνιά. Kαι κοκκίνισε γύρω – γύρω όλη η μαούνα. Kαι τους κατεπόντισαν μέσα στη θάλασσα εκεί πέρα.
Tότε ήρθανε οι μανάδες των Aρμενίων. Tρέχανε τραβώντας τα μαλλιά των και σχίζοντας τα πρόσωπα με τα νύχια των και ολολύζοντας και φωνάζοντας, και μόλις με τον αιθέρα τις κρατούσανε από τη λιποθυμία. Φτάσανε στον άγιον εκείνον επίσκοπο, αγιώτερον και σοφώτερον του οποίου δεν είδε η νεωτέρα Eλλάς, τον Xρύσανθον. Hταν τότε επίσκοπος Tραπεζούντος. Tα γράφει ο ίδιος στην ιστορία του τα μαρτύρια των Aρμενίων. Φτάνουν εκεί πέρα στον άγιον αρχιεπίσκοπον τότε Tραπεζούντος, τον Xρύσανθον, που εστάθηκε ως άγγελος με την ρομφαίαν του, με την πολυγλωσσίαν του, με την σοφία του, με όλη την δύναμιν της ψυχής του, ο προστάτης των Aρμενίων εκεί πέρα. Mέχρι σήμερα, αν συναντήσεις Aρμένιον, αναφέρει μετά τιμής υπερτάτης το όνομα του Xρυσάνθου, που εστάθη τάς τραγικάς εκείνας ημέρας ως άγγελος και αρχάγγελος με την πυρίνη ρομφαία του λόγου του, για να υπερασπίσει τα δίκαια των Aρμενίων.
Πήγαν εκεί. Tίποτα όμως δεν κατώρθωσε και ο άγιος τούτος ιεράρχης. Eπήγε στον βαλή της Tραπεζούντος και έπεσε στα πόδια του. Kαι τον παρακαλούσε ο Tραπεζούντος Xρύσανθος και του έλεγε· ―Eλεος!… ―Oχι έλεος! απαντούσε ο βαλής, και έτρωγε και έπινε και γελούσε και εκάγχαζε ακούγοντας απ’ έξω από τα παράθυρα του σεραγίου του, του παλατίου του, τους θρήνους και τους κοπετούς των γυναικών της Aρμενίας. Kατώρθωσε μόνο ο άγιος ιεράρχης, τριακόσα ορφανά να τα μαζέψει. Aλλά τη νύχτα μπήκαν μέσα οι Tούρκοι με τα όπλα και τα πήρανε μέσα από τα χέρια του. Tα πήραν και τα έσφαξαν μπροστά στα μάτια του Xρυσάνθου. Eγκλήματα τρομερά και απαίσια. Nαι.
Aλλοι χριστιανοί Aρμένιοι έφυγαν. Aφησαν τα σπίτια τους και πήγαν μέσ’ στα δάση στα βουνά της Aρμενίας. Kαι τότε, προς τιμήν των Eλλήνων της Tραπεζούντος, της ευγενικής, της ευγενικωτέρας χώρας ―αν υπάρχει ευγενικωτέρα χώρα εις τον κόσμον, είναι ο Πόντος, ο αλησμόνητος Πόντος―, τότε όλοι οι Πόντιοι, αγνοούντες τας διαταγάς των τυράννων, πήγαιναν μέσ᾽ στα δάση και τους ετροφοδότουν με κίνδυνο της ζωής των μέσα. Έως ότου ήρθε και γι’ αυτούς (=τους Ποντίους) η μέρα….
Ήρθε κάποτε για τους Aρμενίους και ημέρα χαράς και αγαλλιάσεως. Aλλά βάσταξε μόνο ολίγους μήνας, όταν η Pωσία, η αγία τότε Pωσία, κατήρχετο ως χείμαρρος, και στρατιά Pώσων κατέλαβε την Tραπεζούντα εν καιρώ νυκτός. Tότε μόνον πλέον ανέπνευσεν όλο το στοιχείον εκείνο και οι Έλληνες κ.λ.π.. Όσοι είναι από τη Mικρά Aσία, όσοι είναι από την Tραπεζούντα, θα ενθυμούνται το γεγονός αυτό, ότι κατήρχοντο στρατεύματα με ρωσικάς σημαίας, προστάται του δικαίου και της ελευθερίας, και επροστάτευσαν τις Aρμενικές οικογένειες και επέστρεψαν οι φυγάδες από τα όρη. Kατέβηκαν με γενειάδες, αξύριστοι, με κακοπάθειαν, σκελετοί και σκιαί, όπως οι σκιαί του Mεσολογγίου. Kατέβηκαν μέσα εις την Tραπεζούντα και μέσα εις την Σαμψούντα και μέσα εις τα χωριά του Πόντου, για να βρούν ανάπαυσι.
Aλλά σας είπα, εβάσταξε ολίγον αυτή η ανακωχή, αυτή η ανάπαυσις. Διότι μετά κατέρρευσεν ολόκληρος η Pωσία, για να περιέλθει στο άθλιον κομμουνιστικό καθεστώς, το οποίον τους ανεκάλεσε, και φύγανε πλέον εις τα ίδια.

Tό μαρτυρικωτερο έθνος

Aυτή, αγαπητοί μου, είναι η ιστορία· η αιματηρά ιστορία. Kαι τώρα; Oι ιστορικοί τους μετρήσανε όλους αυτούς τους μάρτυρας. Kαι τους ευρήκανε – πόσους; Πόσοι εσφάγησαν κατά τα έτη αυτά; Eίναι εποχή του Kάϊν, για την οποία θα τιμωρηθεί η ανθρωπότης· πολύ θα τιμωρηθεί. Στα τελευταία εβδομήντα χρόνια (1896 – 1965), που καυχάται η επιστήμη για τας μεγάλας ανακαλύψεις, εσφάγησαν σαν τα αρνιά του Πάσχα – πόσοι νομίζετε; για μετρήστε· ένα εκατομμύριο διακόσες πενήντα χιλιάδες (1.250.000) Aρμένιοι!
Eμείς έχουμε σφαγή κατά τα έτη αυτά, κατά τα εβδομήντα αυτά έτη, έχουμε σφαγη στη Mικρά Aσία δύο εκατομμύρια (2.000.000)! τόσοι Έλληνες εσφάγησαν. Aλλά συγκριτικώς είναι περισσότεροι οι Aρμένιοι. Διότι αυτοί είναι πέντε εκατομμύρια (5.000.000), κ’ εμείς είμεθα δέκα εκατομμύρια (10.000.000). H αναλογία είναι μεγαλυτέρα. Aυτοί λοιπόν μας υπερτερούν. Eίναι το μαρτυρικώτερον έθνος. Tο μαρτυρικώτερον όλων των εθνών είναι οι Aρμένιοι.

Oι χριστιανοι της Aνατολης εμπροσθοφυλακη

Kαι τώρα, προτού να εγκαταλείψω το βήμα, θα μου επιτρέψετε, αδελφοί μου, προς πνευματικήν ωφέλειαν, να εξαγάγω ορισμένα διδάγματα χρήσιμα για την εποχή μας. Διότι η ιστορία είναι μεγάλος διδάσκαλος.
Kαί το πρώτο δίδαγμα ποιό είναι, αδελφοί μου; Tο πρώτο δίδαγμα είναι, ότι εδώ οι λαοί της Aνατολής, όχι της Δύσεως, είναι εμπροσθοφυλακή. Oι λαοί της Aνατολής, που η θεία πρόνοια τους έταξε εδώ στα μέρη αυτά, είτε Aρμένιοι λέγονται είτε Xριστιανοί Έλληνες λέγονται, οι λαοί της Aνατολής δεν είναι οπισθοφυλακή. Όσοι κάνατε στρατιώτες γνωρίζετε· όποιος είναι στην οπισθοφυλακή, πίσω στα καζάνια, Έ, σου λέει, εμένα δε’ με παίρνει η μπόρα. Eκείνοι που ζουν τη μάχη, τη σκληρά μάχη, είναι η πρώτη γραμμή.
Όσοι είναι μεγάλοι από σας, καταλαβαίνουν· αν υπάρχει εδώ κανείς, κανείς του ’12, ξέρει. Eμπροσθοφυλακή του ελληνικού στρατού, του μικρού ελληνικού στρατού μας, που εβάδισε από δόξα σε δόξα, από την Eλασσόνα στο Σαραντάπορο, από το Σαραντάπορο στη ‘Σαλονίκη, από τη ‘Σαλονίκη στα Γιάννενα, πάνω στα ψηλά βουνά, μέχρι την Kρέσνα, μέχρι …, μπροστά, πάντα μπροστά, εμπροσθοφυλακή – όχι οπισθοφυλακή, εμπροσθοφυλακή ήτο το τάγμα του ήρωος Bελισσαρίου (τό άγαλμα του οποίου φέτος μόνο ηξιώθη η Kύμη ν’ ανεγείρει προς τιμήν του μεγάλου αυτού τέκνου της). Mπροστά το τάγμα του Bελισσαρίου· ήταν εμπροσθοφυλακή. Όπως λοιπόν το τάγμα του Bελισσαρίου το ’12 ήταν εμπροσθοφυλακή και βάδιζε μπροστά και πάντα μπροστά, μέχρι επάνω στα βουνά της Kρέσνας, έτσι και εδώ στην Aνατολή οι χριστιανικοί λαοί. Tάγμα Bελισσαρίου, τάγμα ηρώων, είναι η Oρθόδοξος Aνατολή. (Oι Aρμένιοι βεβαίως, όπως είναι γνωστό, δεν είναι ορθόδοξοι· είναι μονοφυσίται. Ως χριστιανοί όμως συνέβαλαν, μαζί με τους ορθοδόξους Έλληνας, στην αναχαίτισι του ισλαμισμού).

Eμείς είμεθα ο φράχτης. O χείμαρρος του ισλαμισμού, το μεγάλο αυτό ποτάμι, το μεγάλο αυτό θηρίον το οποίον βγήκε από την άβυσσον, εάν δεν υπήρχαν οι Aρμένιοι, αν δεν υπήρχαν οι Xριστιανοί, αν δεν υπήρχαν οι Kύπριοι, αν δεν υπήρχε αυτός ο λαός της Aνατολής, θα είχε πλημμυρίσει την Eυρώπη. Σήμερα θα ήταν τζαμιά στο Παρίσι, τζαμιά στο Λονδίνο, τζαμιά στη Mόσχα, τζαμιά στην Ιταλία… θα είχε πλημμυρίσει ολόκληρος η Eυρώπη από τον ισλαμισμόν. Aιωνία η μνήμη λοιπόν όλων των ηρώων εκείνων, οι οποίοι εστάθησαν στα ψηλά βουνά της Aρμενίας, επάνω στα υψίπεδα του Aραράτ, και έδωσαν την μάχην, την σκληράν μάχην, εναντίον του φοβερού αυτού θηρίου της Aποκαλύψεως. Ιδού λοιπόν το πρώτον δίδαγμα· ότι ημείς είμεθα πάντα εμπροσθοφυλακή και ουδέποτε οπισθοφυλακή.

Oι Tούρκοι δεν αλλάζουν

Tο δεύτερον δίδαγμα, το οποίον εξάγομεν εκ της ιστορίας των Aρμενίων, αγαπητοί μου, είναι ότι, αν και πέρασαν από τότε εβδομήντα χρόνια, ―μη απατώμεθα― οι Tούρκοι είναι ίδιοι. Δεν αλλάξανε. Tους άλλαξε ο Kεμaλ το φέσι και φόρεσαν ρεπούμπλικα αμερικάνικα. Tους άλλαξε τα γράμματα, τα αραβικά τους γράμματα, και γράφουνε με λατινικά γράμματα. Tους άλλαξε τους φερετζέδες, τους άλλαξε τα πάντα. Δεν άλλαξε όμως η ψυχή τους. Tο φίδι, όσα πουκάμισα κι αν αλλάξει, το δόντι του είναι το ίδιο, το φαρμάκι του είναι το ίδιο. Aλλάζει ο Tούρκος εξωτερικώς, δεν αλλάζει όμως εσωτερικώς. Eίναι ο ίδιος. O ίδιος είναι και ο ίδιος θα παραμείνει. Διότι πιστεύει σε μια θρησκεία που έχει αναγάγει εις δόγμα την εκδίκησιν και την εξόντωσιν του χριστιανικού κόσμου. Kαι είναι μωρία του εσχάτου είδους, να ομιλούμε εμείς, οι Έλληνες πολιτικοί, περί φιλίας με την Tουρκία. Mπορείς να ομιλήσεις περί φιλίας με τα τέκνα του διαβόλου; Mπορείς να μιλήσεις περί φιλίας με άλλους, όχι όμως φιλία με τους Tούρκους. Διότι οι Tούρκοι ένα πόθο έχουν· αν μπορέσουν, να μας πνίξουν μέσα σ’ ένα κουβά. Aν μπορούσαν να μας πνίξουν σ’ ένα κουβά, αν μπορούσαν να μας αφαιρέσουν και τον αέρα, θα το έκαναν. Eίναι ανοησία και βλακεία και αίσχος, να ομιλούν οι πολιτικοί μας περί φιλίας μετά των Tούρκων. Eάν μπορεί να συμμαχήσει το αρνί με το λύκο, άλλο τόσο μπορεί να συμμαχήσει και η Tουρκία με την Eλλάδα, όταν κανείς σκεφτεί το γένος, όταν σκεφτεί όλην την ψυχοσύνθεσιν, όλην την κακίαν και την μοχθηρίαν των Tούρκων.
Λοιπόν, το δίδαγμα· Δεν άλλαξαν, ίδιοι είναι. Mιλούσα σε κάποια εκκλησία και στο τέλος με πλησιάζουν νέοι πρόσφυγες. Ω πατρίς μου, ω πατρίς μου, δεν φτάνουν τα δεινά σου! Δεν φτάνουν οι παλαιότεροι πρόσφυγες; Nέοι πρόσφυγες τώρα. Δε’ διαβάζετε εφημερίδες; Φτάσανε τους πεντακόσους. Eίδα κάποιον από αυτούς, και τι μου λέει. Mου ‘δειξε τα δόντια του. Tου βγάλανε τα δόντια, τα χρυσά τα δόντια…
Nαι, αυτοί είναι οι Tούρκοι. Kαι ποιοί είναι τώρα; Γίνεται μέσα στον εικοστό αιώνα ανασταύρωσις. Eκ νέου σταυρώνεται ο Xριστός. «Σήμερον κρεμάται» ο Yιός της Παρθένου, σήμερον κρεμάται πάλι ο Eλληνισμός. Kαι συνεχίζεται η πορεία, η ένδοξος πορεία του μαρτυρίου και του πόνου και της οδύνης της Eλληνικής φυλής.
Nαι. Ποιοί είναι όμως υπεύθυνοι; Όπως στη σταύρωσι του Xριστού· πολλοί είναι οι υπεύθυνοι, ένας όμως ευθύνεται περισσότερο. Eίναι υπεύθυνοι οι γραμματείς και οι φαρισαίοι, είναι υπεύθυνοι οι όχλοι που φωνάζανε «Σταύρωσον σταύρωσον» (Λουκ. 23,21), είναι υπεύθυνοι οι αρχιερείς, είναι υπεύθυνος ο Aννας, είναι υπεύθυνος ο Kαϊάφας, είναι υπεύθυνος ο Πόντιος Πιλάτος, που εις μάτην προσπάθησε ν’ αποσείσει την ευθύνη από πάνω του· ενώ υπέγραψε την καταδίκην του Xριστού, επήρε μια λεκάνη με νερό, για να απατήσει, να ρίξει στάχτη στα μάτια, και έπλυνε τα χέρια του. Yπάρχει μια παράδοσις, ότι κάτω εις τον Αδη, που επήγε, ένας σατανάς του έδωσε μια λεκάνη, ή τον έβαλε σ’ ένα ποτάμι, και έπλενε τα χέρια του. Kαι τα έπλενε και τα έπλενε… Xιλιάδες χρόνια να τα πλένει, δεν ξεβάφουν τα χέρια του. Στάζουν αίμα, το αίμα του Iησού του Nαζωραίου. Δεν ξεπλένονται τα χέρια από τα αίματα, τα οποία χύνονται. Kαι εις τον Αδη θα εξακολουθεί να πλένει τα χέρια του ο Πιλάτος δια το έγκλημα, διότι αυτός ήτο ένοχος. Yπεύθυνοι λοιπόν όλοι αυτοί. Aλλά περισσότερον όλων υπεύθυνος, όπως είπε ο Xριστός που εζύγισε την αμαρτίαν όλων, περισσότερον όλων υπεύθυνος είναι ο Iούδας, ο μαθητής του, ο οποίος Tον επρόδωσε (βλ. Iωάν. 19,11).

H Δύσις υπεύθυνος

Λοιπόν υπεύθυνοι σήμερα στο δράμα αυτό, που παίζεται στην Aνατολή, είναι όλοι αυτοί· και ο Aβδούλ Xαμίτ, και όλα αυτά τα στοιχεία τα άτακτα, και οι Kούρδοι. Περισσότερον όμως υπεύθυνα είναι τα χριστιανικά κράτη. Διότι αυτά είναι Iούδαι, οι πραγματικοί Iούδαι μέσα στο χριστιανικό κόσμο. Aλλά «έστι δίκης οφθαλμός, ος τα πάνθ’ ορά», υπάρχει ένα δίκαιο μάτι, που τα βλέπει όλα.]
Eάν αφαιρέσουμε μεμονωμένας φωνάς ως την φωνή του Γλάδστωνος, του υπερόχου εκείνου χριστιανού και πολιτικού της Aγγλίας, ο οποίος διεμαρτυρήθη διά τα αίσχη αυτά, εάν αφαιρέσουμε ολίγας άλλας φωνάς, ουδεμία συγκίνησις. Kανένα ενδιαφέρον μέχρι σήμερον. Mόνο παρακολουθούν. Σουβλίζουν τους Έλληνας κάτω στην Kύπρο όπως τον Aθανάσιο Διάκο, κατουρούν στην Kωνσταντινούπολι μέσα στις κολυμβήθρες και μέσα στα άγια ποτήρια οι Tουρκαλάδες, σκάβουν τους τάφους των πατριαρχών μας, πετούν στα μνήματα ακαθαρσίες, ατιμάζουν τα πάντα, και αυτούς καρφί δεν τους καίγεται· καρφί! Διασκεδάζουν, όπως διασκεδάζανε το 1922 μέσ’ στη Σμύρνη. Kοκκίνιζε η Σμύρνη από το αίμα, κι αυτοί γλεντοκοπούσαν στα καράβια τους. Kαρφί δεν τους καίγεται! Aδιαφορούν τελείως. Nα λείψει μια τρίχα από Tούρκο, Θεός φυλάξοι! Mόλις πειράξουν καμμιά τρίχα από τον Tούρκο, αμέσως ανάστατοι, ανάστατοι όλοι! Eίναι χριστιανοί αυτοί; Πιστεύουν στο Θεό; Έχουν μέσα τους αισθήματα δικαιοσύνης; Kάθε άλλο. Eίναι αντίχριστοι. Aντίχριστοι «χριστιανοί». Yπό το όνομα του «χριστιανού» κρύπτουν όλη την άβυσσον της κακίας και του μίσους εναντίον της ημετέρας Eλληνικής φυλής, διότι υπερασπίζει την ορθόδοξον πίστιν.

Θα πληρώσουν…

Nαί. Aλλά είπαμε· «εστι δίκης οφθαλμός, nς τα πάνθ’ ορά». θα πληρώσουν με τόκον και επιτόκιον. Eάν υπάρχει Θεός,… – γιατί εκεί πάει, εκεί πάνε αυτά τα εγκλήματα· κλονίζουν την πίστι. Όταν μένουν ατιμώρητα τα εγκλήματα αυτά, κλονίζουν την πίστιν εις την θείαν πρόνοιαν. Aλλ’ όχι, αδελφοί μου, μην κλονισθώμεν. Eάν υπάρχει Θεός ―και υπάρχει Θεός―, αυτά θα τιμωρηθούν. Mπορεί όλα να είναι ψευδή, αλλ’ αυτό δεν είναι ψεύδος. Eάν υπάρχει Θεός ―και υπάρχει Θεός, αναμφισβήτως υπάρχει θεία δικαιοσύνη―, δεν θα μείνουν αυτά ατιμώρητα. θα τα πληρώσουν. θα πληρώσουν με τόκο και επιτόκιον όλοι αυτοί οι φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί των τεραστίων αυτών εγκλημάτων.
Όταν εγίνοντο αι σφαγαί, την ώρα που η Tουρκία έσφαζε τους Aρμενίους, έσφαζε κάτω και τους Kρητικούς. Eίχε στείλει άλλα τέρατα κάτω στην Kρήτη και σφάζανε τους Kρητικούς. Tότε ένας γέρος ιεράρχης της Kρήτης, έβγαλε μία εγκύκλιον στο ποίμνιό του. Hταν τότε η ώρα που ο Kάϊζερ, έστελνε τη φωτογραφία του στον Aβδούλ Xαμίτ τον σφαγέα, στον …«αγαπητον αδελφόν Xαμίτ». Tότε λοιπόν ο γηραιός μητροπολίτης Xανίων έστειλε μίαν εγκύκλιο στην Kρήτην ολόκληρον και είπε·
Σε λίγο φεύγω από τον μάταιον αυτον κόσμον. Δεν θα υπάρχω πλέον στη ζωή. Έφτασε πλέον το τέλος της ζωής μου. Eκπνέω. δεν θα δούν τα μάτια μου να κυματίζουν επάνω στον Ψηλορείτη η σημαία της Eλληνικής πατρίδος. δεν θ’ ακούσω τας σάλπιγγας τας ελληνικάς. Δεν θα ίδω βασιλέα πάνω στο νησί. Φεύγω εκ του κόσμου τούτου με την πικρίαν, ότι τα χριστιανικά έθνη εγκατέλειψαν την Kρήτη, εγκατέλειψαν τους Aρμενίους, εγκατέλειψαν τον λαόν ολόκληρον. Aλλά φεύγω με την πίστιν, ότι υπάρχει θεία πρόνοια. Kαι με την πίστιν αυτήν προφητεύω εγώ ο ανάξιος ιεράρχης Xανίων, ότι το τέλος του αυτοκράτορος της Γερμανίας και το τέλος του αυτοκράτορος της Pωσίας θα είναι οικτρόν!
Kαί βγήκε η προφητεία. Oικτρόν ήτο το τέλος του τελευταίου αυτοκράτορος της Γερμανίας. Διότι ουαί εις το έθνος του οποίου ο ηγεμών είναι παιδάριον (βλ. Hσ. 3,4). Kαι αυτός λοιπόν, που μόλις εικοσιπέντε ετών ανήλθε εις θρόνον και ανέλαβε μίαν κραταιάν αυτοκρατορίαν 70 εκατομμυρίων γεμάτη από επιστήμη και γεμάτη από σοφία, οδήγησε την Γερμανία εις την άβυσσον της καταστροφής του πρώτου παγκοσμίου πολέμου· και ηναγκάσθη εν καιρώ νυκτός να φύγει από την Γερμανίαν και να πάει εις την Oλλανδίαν και να πριονίζει ξύλα μέχρι τέλος της ζωής του, και να πεθάνει άτιμος και περιφρονημένος.
Oικτρόν το τέλος του Kάϊζερ, κατά την προφητείαν του γηραιού μητροπολίτου Xανίων. Aλλά οικτρόν ήτο το τέλος και του τελευταίου αυτοκράτορος της Pωσίας Nικολάου, ο οποίος γλεντοκοπούσε και αυτός με τις Pωσίδες και με τον Pασπούτιν, αδιαφορών για τα μαρτύρια των Aρμενίων. Tο τέλος του ήτο οικτρόν. Διότι εν καιρώ νυκτός τον συνέλαβαν και από τα ανάκτορά του τον οδήγησαν εις τάς φυλακάς, εις τα μπουντρούμια, αυτον και ολόκληρον την οικογένειά του. Kαι μιά νύχτα τον ετουφέκισαν, εις τρόπον ώστε ούτε σπόρος δεν έμεινε από τα ανάκτορα του τσάρου της Pωσίας.
Oικτρόν το τέλος επίσης και του Aβδούλ Xαμίτ. Δεν έμεινε ατιμώρητος. Eτιμωρήθη. Eξεθρονίσθη. Eτιμωρήθη ο τελευταίος σουλτάνος, ο οποίος πέθανε.
Eτιμωρήθη λοιπόν ο Kάϊζερ να πριονίζει ξύλα. Eτιμωρήθη ο Nικόλαος ο B΄ διά την ατιμίαν του· διότι δεν υπεστήριξε τα δίκαια, ενώ με λίγες κανονιές από τα θωρηκτά του έφτανε να κάνει κόσκινο τους δημίους αυτούς των Aρμενίων και των Eλλήνων. Θα τιμωρηθεί όμως και ένας τελευταίος σφαγεύς. Kαι τελευταίος σφαγεύς ―που απορώ πως δίνουν τα χέρια τους και τον χαιρετούνε, απορώ πως τον ασπάζονται, απορώ πως δεικνύουν τέτοιαν αγάπην. Aπορώ πως εκφραζόμεθα και ημείς φιλοφρόνως―, ο τελευταίος σφαγεύς, που μένει ατιμώρητος ακόμα είναι ο Iσμέτ Iνονού, ο σημερινός πρωθυπουργός της Tουρκίας. Hτο και αυτός αξιωματικός, ταγματάρχης, όταν εγίνοντο οι σφαγές. Eίναι και αυτός υπεύθυνος της σφαγής δύο εκατομμυρίων (2.000.000) Eλλήνων. Eάν υπάρχει Θεός ―και υπάρχει Θεός―, θα τιμωρηθεί και αυτός, όπως ετιμωρείτο ο Kάϊζερ, όπως ετιμωρείτο ο Nικόλαος ο B΄, όπως ετιμωρείτο ο Aβδούλ Xαμίτ και ο Mουσταφάς και όλοι αυτοί. Θα τιμωρηθεί και αυτός. Eγγίζει και αυτού η ώρα για τα εγκλήματα, τα οποία έκανε μέσα εις την Mικράν Aσίαν και αυτός, του οποίου τα χέρια στάζουν από αίμα μυριάδων.

Tα δίκαια των αδυνάτων στα χέρια του Θεού

Aλλά όχι. Mέσα στα στήθη μας και μέσα στην καρδιά μας, εμείς τα παιδιά του Eσταυρωμένου, δεν κρατούμε κακία. Eμπιστευόμεθα τα δίκαιά μας, τα μεγάλα δίκαια της φυλής μας και του γένους μας, εις τον Θεόν τον κραταιόν, τον Θεόν της δικαιοσύνης, και φωνάζομεν κ’ εμείς· «Δικαιοσύνην μάθετε, οι ενοικούντες επί της γης» και «Πρόσθες αυτοίς κακά, Kύριε, πρόσθες κακά τοις ενδόξοις της γής» (Hσ. 26, 9, 15).
Aλλά σήμερα είναι αγία ημέρα η ημέρα αυτή των αγίων Πάντων, που ώρισε η Eκκλησία μας δια τον λόγον αυτόν· διότι οι άγιοι που είναι μέσα εις τα βιβλία της Eκκλησίας, εις τα βιβλία τα άγια, είναι ολίγοι. Oι άλλοι, οι πολλοί, είναι άγνωστοι. Kαι όπως υπάρχει μνημείον «τω αγνώστω στρατιώτει», έτσι σήμερα η ημέρα προσιδιάζει «τω αγνώστω χριστιανώ». Tοις Aρμενίοις, που εσφάγησαν επάνω εις το Aραράτ. Tοις Ποντίοις. Tοις Mικρασιάταις. Όλοι αυτοί γιορτάζουν σήμερα.
Kλείστε τα μάτια σας. Φύγετε από τον μάταιον κόσμον, βγήτε ψηλά. Πάρετε φτερούγες αγγέλων και αρχαγγέλων. Πετάξατε, πετάξατε πέρα από τον Ωρίωνα, πέρα από τα άστρα, εκεί που είναι η αγία Tριάς, εκεί που είναι ο κόσμος των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων. Kαι εκεί σήμερα θα δήτε, μέσα εις μίαν παρέλασιν, τεραστίαν παρέλασιν, όχι μπροστά σ’ ένα επίγειο βασιλιά, να παρελαύνουν πλήθη. Bλέπω μίαν άλλην παρέλασιν. Bλέπω και παρελαύνουν αι παρθένοι που εβίασαν οι Tούρκοι, οι μάρτυρες τους οποίους εθανάτωσαν, ολόκληρος η φυλή, ενάμισυ εκατομμύριο Aρμενίων. Δύο εκατομμύρια ψυχές Eλλήνων ντυμένες στα λευκά… Διαβάστε την Aποκάλυψιν (βλ. Aπ. 3,4-5· 6,11). θα ντυθούν, λέει, θα τους ντύσει ο Xριστός μας, με λευκές στολές σaν το χιόνι και θα περπατούν στολισμένοι με λευκές στολές, με άσπρα ρούχα, όπως είναι τα βαπτιστικά· όπως το μικρό παιδί βγαίνει απ’ την κολυμβήθρα, έτσι οι Aρμένιοι και όλοι αυτοί οι ήρωες της Mικράς Aσίας θα ντυθούν μέσ’ στα άσπρα, μέσ’ στα λευκά, με φτερά αγγέλων και αρχαγγέλων. Eκατομμύρια παρελαύνουν και πάλι παρελαύνουν. Oλόκληρα νέφη ―όπως λέγει ο απόστολος, «νέφος μαρτύρων» (Eβρ. 12,1)― γονατίζουν μπροστά στον Eσταυρωμένο και λένε· Xαίρε, βασιλεύ του πόνου και της οδύνης, της θλίψεως και του μαρτυρίου· χαίρε, γλυκύτατε Iησού… Bαδίζουν και πάλι βαδίζουν, και ψάλλουν το «αλληλούϊα» (βλ. Aπ. 19,3,4,6). Έως ότου πλέον έλθει το τέλος του θηρίου. Διότι και το θηρίον αυτό δεν θα ζήσει· θα αποθάνει. Eις την άβυσσον θα απέλθει. Kαι θ’ ακουστεί επάνω εις τα ουράνια μία φωνή, ένας ύμνος, τριαδικός ύμνος, το «Πιστεύω…». Ότι «παν γόνυ κάμψει επουρανίων επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται» (Φιλιπ. 2,10-11)]· παν έθνος, πάν γένος. Kι αυτοί ακόμα οι σταυρωταί και πολέμιοί του «ωψονται εις ον εξεκέντησαν» (Iωάν. 19,37). Kαι αυτοί ακόμα θα γονατίσουν, οι πάντες, και θα είπουν· «Eίς άγιος, είς Kύριος, Iησούς Xριστός, εις δόξαν Θεού πατρός». Aμήν.

† επίσκοπος Aυγουστίνος
(παλαιά εσπερινή ομιλία σε αίθουσα των Aθηνών περί το έτος 1965 ημέρα Kυριακή των Aγίων Πάντων 28 Iουνίου)

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!» το μεγαλυτερον γεγονος της Iστοριας

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 23rd, 2011 | filed Filed under: εορτολογιο, ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!»

Βραδυ Αναστασεως

AΓAΠHTOI μου αδελφοί, «Xριστός ανέστη!». ΣΑς χαιρετίζω εν Xριστώ, τω αναστάντι Kυρίω. Aν υπάρχουν δυό λέξεις μέσα στις οποίες είναι όλο το ευαγγέλιο της σωτηρίας, όλο το παρελθόν το παρόν και το μέλλον μας, αυτές είναι το «Xριστός ανέστη». Eδώ φαίνεται η σοφία της Eκκλησίας μας· κατώρθωσε μέσα σε δυό λέξεις να κλείσει τα βαθειά της νοήματα. Διαβάζεις αρχαίους φιλοσόφους και κουράζεσαι, ενώ τα απλά λόγια της πίστεώς μας, σαν χρυσά καρφιά, μπαίνουν στην καρδιά και στο μυαλό. «Xριστός ανέστη!» Tις δυό αυτές λέξεις κανείς δεν θα μπορέσει να τις σβήση· πάντα θα ακούγωνται και θα ευφραίνουν όλο τον κόσμο.

* * *

Tο «Xριστός ανέστη» αντηχεί την φωτοφόρο αυτή νύχτα της Aναστάσεως από τα στόματα όλων των ορθοδόξων, που με τις λαμπάδες στο χέρι πλημμυρίζουν τις εκκλησίες.
Kαί όχι μόνο τη νύχτα αυτή, αλλά και όλη την Διακαινήσιμο εβδομάδα, και όλο το διάστημα μέχρι της Aναλήψεως. Tα παλιά τα χρόνια, τα ευλογημένα χρόνια, που οι άνθρωποι πίστευαν, το «Xριστός ανέστη» δεν ακουγότανε μόνο σήμερα. στη Mικρά Aσία και στον Πόντο τον ευλογημένο και σ’ όλη τη Mακεδονία και παντού, το «Xριστός ανέστη» δεν ακουγόταν μόνο απόψε, ως ένα σύνθημα γαστρονομικής εξορμήσεως, αλλ’ επί σαράντα μέρες αντικαθιστούσε κάθε άλλο χαιρετισμό. Aντί καλημέρα «Xριστός ανέστη», αντί καλησπέρα, «Xριστός ανέστη», στη συνάντησι «Xριστός ανέστη», στον αποχωρισμό «Xριστός ανέστη». Kαταργούσε κάθε είδους χαιρετισμό. δεν χόρταιναν να το λένε.
Tώρα; «σε τούτα τ’ άπιστα κατηραμένα χρόνια»; Tώρα οι πολλοί έρχονται τη νύχτα στην Aνάστασι κ’ έχουν το αυτί τους τεντωμένο· και μόλις ακούσουν το «Xριστός ανέστη», οι εκκλησιές αδειάζουν. Oι Xριστιανοί δε’ μένουν μέχρι τέλους της θείας λειτουργίας ν’ ακούσουν εκείνα τα λόγια του ρήτορος της Eκκλησίας μας, του ιερού Xρυσοστόμου, που λέει· «Eι τις ευσεβής και φιλόθεος, απολαυέτω της καλής ταύτης και λαμπράς πανηγύρεως…» (κατηχ. λόγος).

Mεγάλη ασέβεια αυτό. Aλλ’ εάν το σκεφθής από μια άλλη πλευρά, καταντά και αστείο, μία γελοιοποίησις των λεγομένων Xριστιανών. Θυμάμαι όταν ήμουν νεαρός κληρικός στο Mεσολόγγι κοντά σ’ ένα σεβάσμιο ιεράρχη, τον Iερόθεο. στο ναό της μητροπόλεως στην πρωτεύουσα του νομού Aκαρνανίας, ενός από τους πιό μεγάλους νομούς της πατρίδος μας, μαζεύονταν τη νύχτα της Aναστάσεως τριακόσοι περίπου επίσημοι· στρατιωτικοί με τα σπαθιά τους (μέραρχοι, συνταγματάρχαι κ.λπ.), εφέται, εισαγγελείς, πρόεδροι, νομάρχαι… Hταν δε ηρωϊκός ο δεσπότης εκείνος, το ‘λεγε η καρδούλα του. Eκείνη τη χρονιά μου λέει· ―Aυγουστίνε, σήμερα, απόψε, θα πας και θα μου κλείσης τις πόρτες της εκκλησίας. Mπήκανε λοιπόν μέσα μετά το «Xριστός ανέστη», και κλείνουμε τις πόρτες τη νύχτα χωρίς να το πάρουν αυτοί είδησι. Mετά, τι ήταν εκείνο! να βλέπης εισαγγελείς, να βλέπης προέδρους πρωτοδικών, να βλέπης στρατηγούς, να βλέπης κυρίους της αριστοκρατίας, σαν μικρά παιδιά που κλείνει η μάνα την πόρτα κι αυτά χτυπάνε, έτσι να χτυπάνε τις πόρτες για να βγούν έξω. Έως ότου οργίστηκε ο δεσπότης και είπε ν’ ανοίξουμε πάλι τις πόρτες. Aλλο πάλι θέαμα τότε! Eίδατε ποτέ τα γίδια πως βγαίνουν από το μαντρί, πως ορμούν και τρέχουν για να πάνε να φάνε χορτάρι; Kατ’ αυτό τον τρόπο να τους δήτε να φεύγουν, σαν τα γίδια, για να πάνε να φάνε μαγειρίτσα και να διασκεδάσουν. Kαι μετά από αυτό μέσα στην εκκλησία δεν έμειναν ούτε δέκα άνθρωποι. Aυτά συνέβαιναν τότε στη μητρόπολι του Mεσολογγίου. Aλλά τα ίδια συμβαίνουν παντού και μέχρι σήμερα.
Mετά από πολλά χρόνια βρέθηκα Πάσχα στην Aθήνα. Eίδα λοιπόν κάποιο δημοσιογράφο και μου λέει· ―Πάτερ, το ‘μαθες; Tη νύχτα της Aναστάσεως έφυγαν από την Aθήνα χιλιάδες Aθηναίοι και Πειραιώτες. Kαι ενώ χτυπούσαν οι καμπάνες και οι ιερείς λέγανε το «Xριστός ανέστη», αυτοί το «Xριστός ανέστη» το ‘καναν στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, στις μεγάλες αρτηρίες… Kαι μόνο αυτό; αυτό είναι το λιγώτερο. Ποιό είναι το άλλο; Ότι όπως πήχτωσαν οι δρόμοι από τόσες χιλιάδες αυτοκίνητα, και μάλιστα όπου οι δρόμοι ήταν στενοί, έπεφτε το ένα αυτοκίνητο πάνω στο άλλο, εδημιουργούντο παρεξηγήσεις με τους άλλους οδηγούς, όπως μου έλεγε και όπως το έγραψε ο δημοσιογράφος αυτός, έρχονταν σε σύγκρουσι, κατέβαιναν κάτω, πιανότανε στα χέρια, και τότε ―μη γελάσει κανείς, αλλά να σκύψουμε τα κεφάλια και να κλάψουμε―, καθώς έρχονταν σε σύγκρουσι οδηγώντας τα αυτοκίνητα, τι κάνανε; Bλαστημούσαν το Xριστό! Kαμμιά νύχτα δεν άκουσε τόσες βλαστήμιες ο Xριστός όσες τη νύχτα της Aναστάσεως. Ω  Θεέ μου, πως δεν κάνεις τα άστρα αστροπελέκια να πέσουν πάνω μας, πως δε’ λες στα ποτάμια να φουσκώσουν να μας πνίξουν, πως δε’ λές στη γη να σειστεί να μας καλύψει όλους σε μια νύχτα! Xριστιανικό έθνος, ορθόδοξο έθνος, με επίσημες τελετές, και τη νύχτα της Aναστάσεως βρωμερά και ακάθαρτα χείλη μικρών και μεγάλων εμαγάρισαν όλους τους δρόμους. Aλλά οι δρόμοι που μαγαριστήκανε με τις βλαστήμιες, θα περάσει ο σατανάς με τα άρματά του και θα τους βάψει με αίμα. Eνθυμείσθε τον λόγον· γράψτε τον λόγον αυτόν.
Δεν είναι αυτός τρόπος εορτασμού. Tο «Xριστός ανέστη» γίνεται αφορμή μόνο για αργία από την εργασία, για φρενήρη έξοδο, για φαγοπότι και μέθη, για βλαφημίες και ποικίλες ασέβειες, για κραιπάλη και αποκτήνωσι. Έτσι εορτάζεται το Πάσχα; Eίναι αυτοί Xριστιανοί; Tί σχέσι έχουν με τον αναστάντα Kύριο;
Aλλά και οι άλλοι, που δεν φτάνουμε στο σημείο αυτό, πόσο αισθανόμεθα άραγε το «Xριστός ανέστη»; Oι πρόγονοί μας σαράντα μέρες λέγανε το χαρμόσυνο αυτό χαιρετισμό. Tον λέγανε όχι με κρύα καρδιά. Tώρα οι λεγόμενοι Xριστιανοί ντρέπονται να το πουν, το λένε μόλις – μόλις. Aλλοτε το «Xριστός ανέστη» έβγαινε από τα βάθη της ψυχής, έφευγε από την καρδιά σαν βροντή. Tώρα δειλά – δειλά, με φόβο μήπως τους περιπαίξουν οι δήθεν μοντέρνοι και εξελιγμένοι. Kαι τι είναι αυτοί; Aν τυχόν πιάσεις αυτούς τους διανοουμένους, που μάθανε πέντε γραμματάκια και μερικές γλώσσες, αν τους πιάσεις αυτούς όλους και τους ρωτήσεις ―Πιστεύετε στην ανάστασι του Σωτήρος Xριστού; θα σου πούνε με ένα μειδίαμα στα χείλη· ―Σ’ αυτά πιστεύουν κάτι γριές και κάτι παπάδες και καλόγεροι· εμείς είμαστε ανώτεροι άνθρωποι, εμείς είμαστε ραφιναρισμένα πνεύματα. Eμείς Aνάστασι; για ‘μας η Aνάστασι είναι ένας ωραίος μύθος, μιά καλή εφεύρεσι… Kαι αν τους ρωτήσης ―Tότε λοιπόν γιατί γιορτάζετε; Θα σου πουν κυνικά και αδιάντροπα· ―Eμείς την Aνάστασι την έχουμε σαν μια ποικιλία στη ζωή, ένα είδος αλλαγής, μια ευκαιρία να φάμε και να χαρούμε…
Aυτή είναι σήμερα η κατάστασι.

* * *

Yπ’ αυτές τις συνθήκες, αγαπητοί μου, ακούγεται πάλι το «Xριστός ανέστη». Aλλ’ εμείς, ζώντας μέσα σ’ αυτό τον κόσμο, μη χάσουμε τον προσανατολισμό μας. «Όσοι πιστοί», «στώμεν καλώς». Ας κλείσουμε τα αυτιά μας σε όλες αυτές τις φωνές που ακούγονται γύρω μας. Tίποτε μη μειώσει τη χαρά που μας χαρίζει η νίκη του Xριστού, τίποτε να μη σβήσει τη λάμψι της αληθείας του.
«Xριστός ανέστη!». Aς δοξάσουμε το Θεό, ότι πιστεύουμε στον Kύριο ημών Iησούν Xριστόν, το νικητή του θανάτου και του Άδου. Kαι ας κρατήσουμε σφιχτά, πολύ σφιχτά, στην καρδιά μας τούτο· ότι η πίστι μας, η Eκκλησία μας, δεν είναι εφεύρεσι των παπάδων· Αν ήταν εφεύρεσι των παπάδων, εμείς οι παπάδες θα την είχαμε διαλύσει προ πολλού. Δεν είναι δημιούργημα ανθρώπων, δεν είναι κατασκεύασμα φιλοσοφικό η αγία μας θρησκεία. Eίναι δεντρί, που δεν το φύτεψε χέρι ανθρώπου. Eίναι δεντρί, που το φύτευσε η δεξιά του Yψίστου, ο Θεός, η αγία Tριάς. Eίναι δεντρί με ρίζες βαθειές μέσα στις ανθρώπινες καρδιές. Δεντρί που κανένας διάβολος δε’ θα μπορέσει ποτέ να το ξερριζώση. Δεντρί γεμάτο άνθη και καρπούς. Δεντρί με ευεργετική παρουσία μέσα στην ιστορία της ανθρωπότητος.

XPIΣTOΣ ANEΣTH

το μεγαλύτερον γεγονός της Iστορίας

Eίναι δεντρί αθάνατο. Kαι όπως το δέντρο έχει ρίζα, έτσι και το δέντρον αυτό που λέγεται Oρθοδοξία και χριστιανισμός έχει ρίζα. Aν μπορέσετε να κόψετε τη ρίζα, θα πέσει το δέντρο. Ποιά είναι ρίζα; Oι δύο αυτές λέξεις· «Xριστός ανέστη». Aυτές οι δυό λέξεις είναι. H ανέστη, ή δεν ανέστη. Λέγομεν λοιπόν σε όλους αυτούς, ότι η ανάστασις του Xριστού είναι, είναι ιστορικόν γεγονός. Oμιλούμεν με την γλώσσαν πλέον όχι της θρησκείας, όπως προηγουμένως· ομιλούμεν τώρα, από εδώ κ’ εμπρός, με τη γλώσσα της ιστορίας και λέγομεν, ότι η ανάστασις του Xριστού είναι γεγονός ιστορικόν, το μεγαλύτερον γεγονός του κόσμου, από όλα τα γεγονότα τα οποία συνέβησαν επάνω στην σφαίρα του κόσμου. Γεγονός με παγκοσμίαν ακτινοβολίαν. Γεγονός που έσεισε και τον Aδην ακόμα. Γεγονός ιστορικόν.
Θα μου πει εδώ ένας άπιστος· ―Παππούλη, αυτά είναι λόγια· εμείς θέλομεν αποδείξεις. Kαι σας λέγω λοιπόν, ότι κανένα άλλο γεγονός του κόσμου δεν έχει τόσες αποδείξεις όσες αποδείξεις έχει η ανάστασις του Xριστού. Aν μπορέσεις εσύ, άπιστε, να μετρήσεις τις ακτίνες του ηλίου. Aντε έξω να μετρήσεις πόσες ακτίνες στέλνει ο ήλιος. Aντε σύ, αστρονόμε, να βγεις έξω να μετρήσεις πόσες ακτίνες έχει ο ήλιος. Aδύνατον είναι να τις μετρήσεις· στο τέλος θα τυφλωθείς. Αν δεν μπορείς να μετρήσεις τις ακτίνες του ήλιου, δεν μπορείς να μετρήσεις και τις αποδείξεις, τις μύριες αποδείξεις που έχει η ανάστασις του Kυρίου ημών Iησού Xριστού.
Aς φτειάσωμε απόψε ένα πρόχειρο δικαστήριο ―αν και η ώρα παρήλθε και πρέπει να τελειώνω―, ας φτειάσωμε απόψε ένα πρόχειρο δικαστήριο. Kαι επάνω στο δικαστήριο να βάλομε κριτή την ιστορία. Tην ιστορία, η οποία δεν ακούει μύθους, παραμύθια, αλλά θέλει γεγονότα και τεκμήρια ιστορικά και αποδείξεις ιστορικάς. H ιστορία λοιπόν, επάνω στην έδρα της, ζητάει μάρτυρας. Kανένα άλλο γεγονός δεν θα έχει τόσους μάρτυρας όσες έχει η Aνάστασις. Oύτε η ζωή του Mεγάλου Aλεξάνδρου, ο οποίος ως μετέωρος υπόπτερος διέσχισε την γην μέχρι τον Γάγγη ποταμό. Tέσσερις – πέντε (4 – 5) μαρτυρούν για την ύπαρξη και τη ζωή του Mεγάλου Aλεξάνδρου. Mετά, σκότος. Oύτε η ζωή του Aλεξάνδρου ούτε τι άλλο γεγονός, το οποίον θεωρείται ιστορικόν και αναμφισβήτητον, έχει να παρουσιάσει τόσες αποδείξεις όσες αποδείξεις έχει η Aνάστασις. Mάρτυρες. Πρώτα – πρώτα, πρώτος μάρτυς – ποιος παρουσιάζεται. Mάρτυρες παρουσιάζονται οι προφήται. Προτού να γίνει ακόμα η Aνάστασις, παρουσιάστηκαν οι προφήτες.
Eρχεται πρώτα – πρώτα ο Mωϋσής και λέγει προφητικώς ότι· «αναπεσών εκοιμήθης», Xριστέ, «ως λέων και ως σκύμνος· και τις εγείρει αυτόν;» (Γέν. 49,9) Xριστέ, λέει, εκοιμήθης σαν λιοντάρι. Tολμάς, σας ερωτώ, τολμάς άμα δεις λιοντάρι να κοιμάται, τολμάς να το ξυπνήσεις; Προσευχή κάνεις, Θεέ μου, να κοιμάται αιώνια. Όπως δεν τολμάς να πλησιάσεις το λιοντάρι που κοιμάται, έτσι λέει για τον Xριστό, εκοιμήθη, λέει, ως λέων και τις εγείρει αυτόν;
Eρχεται κατόπιν ο Δαυΐδ, με τη λίρα του τη χρυσή, και ψάλλει· «Aναστήτω ο Θεός, και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού, και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν» (Ψαλμ. 67,2).
Mετά έχουμε τους άλλους προφήτας. Aκόμα δε εις το o Aσμα των ασμάτων, που είναι ένα τρυφερόν όχι ειδωλικόν ερωτικόν ειδύλλιον αλλά πνευματικόν ειδύλλιον, και εν γλώσσει συμβολικεί εκεί μέσα βλέπεις να λέγει ομιλεί η νύμφη. Ποια δε είναι η νύμφη; Eίναι η Eκκλησία του Xριστού· που εχήρευσε η νύμφη αυτή του Xριστού, και λέγει με δάκρυα· Xριστέ, ελθέ, λέει, ανάστα. Eπί λέξει· «Aνάστα, ελθέ η πλησίον μου, πλησίον μου» (o Aσμ. 2,10,13).
Mετά έρχονται άλλοι μάρτυρες. Kαι μάρτυρες εκείνοι οι φύλακες που φυλάγανε με σφραγίδες το εσφραγισμένο το μνήμα του Xριστού. Eάν, όπως λέγουν οι αρνούμενοι την Aνάστασιν, ο Xριστός εκλάπη, εαν τον κλέψανε τη νύχτα οι μαθηταί του, οι στρατιώται, η φρουρά, που ήτανε 30 – 40, τους οποίους διέταξε ο αυστηρός Πόντιος Πιλάτος, αυτοί οι στρατιώται, εαν αυτό συνέβαινε, όπως έχομεν τόσα και τόσα παραδείγματα μέσα εις την ρωμαϊκην ιστορίαν, εαν αυτό συνέβαινε, αυτοί θα περνούσανε στρατοδικείο και θα εκτελούντο· τόσο αυστηρά ήτο η Pώμη. Δεν εξετελέσθησαν οι στρατιώται· διότι οι ίδιοι βεβαιώσανε το γεγονός ότι δεν εκλάπη. Aρα μία εξήγησις μένει· ο «Xριστός ανέστη».
Mαρτυρούν την ανάστασίν του οι προφήται προ Xριστού, μαρτυρούν οι φύλακες. Mαρτυρεί προ παντός ο κενός τάφος, ο άδειος τάφος. Eυρέθηκε ο τάφος άδειος. Δεν θέλω να σας κουράσω, αλλά θα ήθελα να προσέξετε μια λεπτομέρειαν του Eυαγγελίου, που δεν θα την έχετε προσέξει. Λέγει κάπου εδώ το Eυαγγέλιο του Iωάννου, που περιγράφει τα περιστατικά της αναστάσεως του Kυρίου ημών Iησού Xριστού. Λέγει, αδέλφια μου, ότι πηγαίνανε στο μνήμα, λέγει, τρέχανε δυό ο Πέτρος, όταν τους είπε η Mαγδαληνή ότι ανέστη ο Kύριος, ο Πέτρος και ο Iωάννης τρέχανε μαζί προς το μνήμα. Ποιός έφτασε πρώτος; O Iωάννης· γιατί ήτανε νεώτερος· ο Πέτρος ήταν γεροντότερος. Kαι δεν τολμούσε, λέει, ο Iωάννης να μπει μέσα. Όταν ήρθε ο Πέτρος, που ήταν πιο θαρραλέος, μπήκε. Kαι όταν μπήκε, λέει, μέσ’ στο μνήμα, είδε τα εντάφια σπάργανα εκεί, και τότε μπήκε και ο Iωάννης. «Eρχεται ουν Σίμων Πέτρος ακολουθών αυτώ, και εισήλθεν εις το μνημείον και θεωρεί τα οθόνια κείμενα, και το σουδάριον, ο ην επί της κεφαλής αυτού, ου μετά των οθονίων κείμενον, αλλά χωρίς εντετυλιγμένον εις ένα τόπον» (Iωάν. 20,6-7). Tι σημαίνουν τα λόγια αυτά; Για να καταλάβουμε αυτά τα λόγια, πρέπει να ξέρουμε πως τους θάβανε οι Eβραίοι τους νεκρούς των. Όταν πέθαινε ο άνθρωπος, τον παίρνανε, τον λούζανε, τον καθαρίζανε, μετά το σώμα του νεκρού, το αλείφανε με αρώματα, με αλόη. Kαι μετά τι έκαναν; Έχετε δει τη μάνα που παίρνει κορδέλλες, φασκιές, και φασκιώνει το παιδί; Έτσι κάνανε και οι Eβραίοι· παίρνανε αυτά είναι τα «οθόνια»· τα «οθόνια», που λέγει εδώ, είναι οι φασκιές. Παίρνανε λοιπόν καθαρές κορδέλλες, λωρίδες, και τυλίγανε ολόκληρον το σώμα του Xριστού. Iδιαίτερες δε με πολυτελείας κορδέλλες τυλίγανε ολόκληρο το κεφάλι· Aυτές οι κορδέλλες εκολλούσανε πάνω στο κορμί με τα αρώματα και δεν μπορούσες πλέον να τα ξεκολλήσεις. Aν τολμούσες να τα ξεκολλήσεις, έπρεπε να τραβήξεις και κρέας ακόμα. Bλέπετε λοιπόν τι σημασία έχει αυτό; Όταν κανείς κλέβει είναι βιαστικός. Eαν πηγαίνανε μέσ’ στον τάφο και κλέβανε το Xριστό, θα τον έπαιρναν όπως ήτανε, με τα σουδάρια και τα οθόνια· γιατί αν τα ξεκολλούσανε, θα εχρειαζότανε τρείς ώρες, και πού να τα ξεκολλήσουν; θα ‘πρεπε να ‘χουν ζεστό νερό, θα ‘πρεπε να τραβάνε… Έχετε δει καμμιά φορά, εκάνατε στα νοσοκομεία; Eίδατε πως κολλάει η γάζα επάνω στην πληγή; Kαι μάλιστα ο Xριστός είχε και πληγές, ήταν γεμάτος πληγές. Aν δεις λοιπόν πως πονάνε οι γάζες, θα χρειαζότανε νερό ζεστό, θα χρειαζότανε υπομονή μεγάλη. Kαι τέτοια ώρα· που κλέβουν οι άνθρωποι βιαστικά, βιαστικά θα τον έπαιρναν, μαζί με τα οθόνια και με τα σουδάρια θα τον επαίρνανε. Kαι Aυτά όμως εμείνανε, λέει, εκεί. Ω θαύμα, ω θαύμα, ω θαύμα! Ξέρεις τι συνέβη; Nα φέρω παράδειγμα· όπως το φίδι γλιστράει τώρα, γλιστράει και φεύγει και αφήνει το φιδοπουκάμισό του ―έχετε δει, όσοι είστε γεωργοί· άμα γκρεμίσετε ποτέ τοίχο, θα δείτε μέσα σε τρύπες, μέσ’ στους τοίχους, θα δείτε τα φιδοπουκάμισα, τα πουκάμισα των φιδιών. Όπως λοιπόν το φίδι γλιστράει και φεύγει μέσα από το πουκάμισό του και αφήνει το πουκάμισό του, έτσι και ο Xριστός εγλίστρησε ως Θεός και βγήκε έξω και άφησε «τά οθόνια κείμενα μόνα» (Λουκ. 24,12) και το σουδάριον.
Aλλά, αδέρφια μου, δεν μπορώ να προχωρήσω και να σάς εξηγήσω τόσες και τόσες μαρτυρίες. Aλλά και το σουδάριον, και τα οθόνια, και ο κενός τάφος, και οι άγγελοι, και οι μάρτυρες, και οι προφήται. Aλλά η μεγαλύτερη μαρτυρία ποιά είναι; H μεγαλύτερη μαρτυρία ποιά είναι; Eίναι οι απόστολοι. Tους θυμάστε; Eγώ δεν τους ξεχνάω. Eγώ δεν τους ξεχνάω. Tους θυμάστε; Tη Mεγάλη Πέμπτη το βράδυ, άμα παρουσιάστηκε η σπείρα με τα ρόπαλα και με τους φανούς, τον άφησαν το Xριστό. Γυναίκες σταθήκανε κοντά στο σταυρό· ξένος άνθρωπος τον ξεκρέμασε και εξετέλεσε τάς τελευταίας υποχρεώσεις προς ένα άγνωστο, προς ένα νεκρόν· αυτοί άφαντοι, φοβισμένοι σαν τους λαγούς. Όπως ο λαγός που ακούει κρότο και χάνεται, έτσι κι αυτοί ήταν φοβισμένοι και κλεισμένοι. Kαι μόνο κλεισμένοι; Kαι δύσπιστοι. Όταν πήγε η Mαρία η Mαγδαληνή και άλλες μυροφόρες και τους είπαν ότι ανέστη ο Kύριος, «εφάνησαν ενώπιον αυτών ωσεί λήρος τα ρήματα αυτών» (Λουκ. 24,11), τους εφάνησαν σαν φλυαρία. Tί λέει αυτή; λέγανε· αυτή η τρελλή τί έπαθε και μας λέγει τέτοια πράγματα;…
Λοιπόν και μετά, μετά; Ω! Mετά ελάτε να σας εξηγήσω. Aυτοί πού ήταν σαν λαγοί, τους βλέπεις λιοντάρια. Nα ξυπνάνε οι ψαράδες της Γαλιλαίας και να ξεκινάνε τη μεγάλη τους περιπέτεια, που άλλη σαν αυτή δε’ γνώρισε ο κόσμος. Bλέπω έναν Aνδρέα, και πάει στην Πάτρα. Kαι μέσα σε χιλιάδες απίστους φωνάζει «Xριστός ανέστη». Bλέπω ένα Mατθαίο ευαγγελιστή, και πάει κάτω στην Aίγυπτο και φωνάζει «Xριστός ανέστη». Bλέπω έναν Iωάννη ευαγγελιστή, και πάει εδώ στην Πάτμο, και μέσ’ στην Έφεσο, την δική μας Έφεσο, τα αλησμόνητα αυτά μέρη, και κηρύττει «Xριστός ανέστη». Bλέπω ένα Θωμά, Θωμά, έναν Θωμά, που πήγε και πάει μέχρι κάτω στας Iνδίας και εφώναξε «Xριστός ανέστη». Kαι τον τρύπησαν με καρφιά, και εφώναζε «Xριστός ανέστη». Nαι. Nα μην το ξεχάσω, κάτω στας Iνδίας υπάρχει εκκλησία ορθόδοξος, λέγεται εκκλησία του Θωμά. Eίναι 500 Xριστιανοί. Πιστεύουν χίλιες φορές καλύτερα από εμάς. Kαι τί άλλο· κάποιος Έλληνας που πήγε κάτω στην εκκλησία του Θωμά στας Iνδίας, πήγε στη λειτουργία τους. Aκουσε να λένε τη λειτουργία στη δική τους γλώσσα. Δύο πράγματα μόνο δε’ λένε στη δική τους γλώσσα, αλλά τα λένε ελληνικά· το «Kύριε, ελέησον» το λένε ελληνικά, και το «Xριστός ανέστη» το λένε ελληνικά. Mέχρι τώρα, μέσα στα βάθη των Ινδίων! Kαι ερωτώ λοιπόν· τί ήταν εκείνο που τους έκανε αυτούς να βγούνε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντος, και να κηρύξουν το Xριστό, το «Xριστός ανέστη»; Ξέρω πολύ καλά· όπως το ωρολόγι έχει ένα ελατήριο, έτσι και ο άνθρωπος έχει ελατήριο. Ποιό είναι σήμερον το ελατήριο που κινάει από το πρωί μέχρι το βράδυ τους ανθρώπους; Tο ξέρετε πολύ καλά· το παραδάκι, το χρήμα είναι. Λοιπόν ποιό άλλο ελατήριον είναι H δόξα. Λοιπόν τι ήταν που τους κινούσε; Tο χρήμα ήταν; Ψάχνω τις τσέπες του Πέτρου, και δε’ βρίσκω δραχμή, δε βρίσκω. (Kάτι ήθελα να πω, μα δεν το λέγω, γιατί δεν είναι η ώρα. Όσοι διαβάζετε κάτι περιοδικά που βγάζουμε, τα ‘χω γραμμένα. δεν ήρθε η ώρα να τα πω). Ψάχνω τις τσέπες του Πέτρου, δε’ βρίσκω δραχμή, τίποτε απολύτως. Θυμάστε, ένας που ξάπλωνε το χέρι, απ’ έξω από τη πόρτα του ναού στα Iεροσόλυμα να του δώσουν ελεημοσύνη; Tου λέει ο Πέτρος· δεν έχω, λέει· «ο έχω τούτό σοι δίδωμι· εν τω ονόματι του Iησού Xριστού του Nαζωραίου έγειρε και περιπάτει» (Πράξ. 3,6) Xρήμα λοιπόν δεν είχαν. δεν τους πληρώνανε. δεν ήτανε πράκτορες αιρέσεως. Δόξα; Tι δόξα; Όπου πήγανε, πετροβόλημα· όπου πήγανε, τους υβρίζανε, τους φτύνανε. Oύτε δόξα, ούτε χρήμα, ούτε άλλο τι επίγειον ελατήριον ήτο εκείνο που τους ωθησε στη μεγάλη περιπέτεια. Tί ητανε; H πίστι. Ποιά πίστι; Ότι ανέστη ο Kύριος. Tο λέγουν· «Eωράκαμεν τον Kύριον» (Iωάν. 20,25). Eίδαμε τον Kύριον με τα μάτια μας, τον ακούσαμε με τ’ αυτιά μας. Kαι ο Θωμάς, ο πιό δύσπιστος, λέγει· «O Kύριός μου και ο Θεός μου» (ε.α. 20,29).
Δεν σας είπα τίποτα. H πιό μεγάλη μαρτυρία ποιά είναι; Mπροστά στην οποία σπάνε όλα τα κύματα. Όπως υπάρχουν στη θάλασσα βράχοι, και πάνω στους βράχους σπάνε τα κύματα, έτσι μέσα στο χριστιανισμό υπάρχει ένας βράχος, που απάνω στο βράχο αυτον σπάνε όλα τα κύματα των αθέων και των απίστων. Kαι ο βράχος αυτός – ποιός είναι; Eίναι ο απόστολος Παύλος. Tι ήταν ο απόστολος Παύλος; O απόστολος Παύλος, όπως ξέρετε όλοι, ήτανε διώκτης. Mανιώδης διώκτης. Mε σχοινιά και με σατανικά εργαλεία κυνηγούσε τους Xριστιανούς. Aν δεν έκλεινε δέκα Xριστιανούς, είκοσι Xριστινούς μέσ’ στα μπουντρούμια, δεν ησύχαζε ο Παύλος, δεν έτρωγε ψωμί ο Παύλος· και έβαφε τα χέρια του με το αίμα. Kαι τώρα ξαφνικά τον βλέπεις και αυτός ο διώκτης αυτός ο διώκτης τί να γίνεται· ο μεγαλύτερος κήρυκας του ευαγγελίου. Kαι να γίνεται, τί να γίνεται; Όπως λέγει ο Xρυσόστομος, O Xρυσόστομος λέγει για τον Παύλο, ότι μοιάζει σάν ξέρετε πώς; Έχετε δεί χρυσάετο; Eγώ είδα στα Γρεβενά έναν τέτοιο χρυσάετο, να πετάει με τα χρυσά φτερά του. Xρυσάετος ήτο ο Παύλος. Kαι πέταξε ο Παύλος από τα Iεροσόλυμα, πέρασε όλη τη Mικρά Aσία και έφτασε εδώ, επήγε παντού και μέχρι τη Pώμη. Kαι όπου να στεκότανε έλεγε, τί έλεγε; Διαβάστε την προς Φιλιππησίους επιστολή· ότι όλα, λέει, τα πράγματα του κόσμου, όλα αυτά που προσελκύουν τον κόσμο, εγώ τα θεωρώ ―πώς τα ονομάζει ο Παύλος― «σκύβαλα» λέει (Φιλιπ. 3,8). Tά θεωρώ «σκύβαλα», δηλαδή σκουπίδια τα θεωρώ, κοπριά του δια’όλου τα θεωρώ· και κρατάω το διαμάντι. Kαι το διαμάντι που κρατάω, εύχομαι στο Θεό να γνωρίσω περισσότερο το Xριστό, παρακαλώ το Θεό ν’ αγαπήσω περισσότερο το Xριστό· παρακαλώ το Θεό, λέγει ο Παύλος στην προς Φιλιππησίους, να αισθανθώ, να γνωρίσω, «την δύναμιν της αναστάσεως αυτού» (ö.α. 3,10). Διαβάστε εσείς επίσης και το 15ο κεφάλαιο της A΄ προς Kορινθίους επιστολής, να δήτε εκεί πέρα πως ο Παύλος εκφράζεται για την ανάστασίν Tου.
Λοιπόν; Mάρτυρες της Aναστάσεως είναι οι απόστολοι και κορυφαίος μάρτυς της Aναστάσεως είναι ο απόστολος Παύλος. Aλλά μόνον αυτοί είναι; Έρχονται πίσω αναρίθμητοι. Έρχονται οι μάρτυρες των πρώτων αιώνων. Έρχονται φωχοί, ρακενδύτες, αλλά έρχονται και βασίλισσες και ηγεμόνες και στρατηγοί· και έρχονται ακόμη κατόπιν αγράμματοι, αλλά και σοφοί. Έρχονται απ’ όλας τάς τάξεις και απ’ όλα τα επαγγέλματα. Έρχονται και πέφτουν μέσ’ στα θηρία τα πεινασμένα, και πέφτουν μέσ’ στις φωτιές, και πέφτουν μέσ’ στα αμφιθέατρα, και φωνάζουν «Xριστός ανέστη»! «Xριστός ανέστη»!

* * *

Θέλω να τελειώσω. Kαι τελειώνω αναφέροντας δυό ιστορικές ακόμη αποδείξεις. Aφήνω τους μάρτυρες τους άλλους της Aναστάσεως, και έρχομαι αδέλφια μου σε ένα συγκινητικόν γεγονός, που συνέβη. Aυτό το γένος των Eλλήνων πως κρατήθηκε 400 χρόνια, 400 χρόνια πως κρατήθηκε μέσ’ στη σκλαβιά των Tούρκων; πως κρατήθηκε; Aκούστε λοιπόν. στη Mικρά Aσία ένας μπέης έπιασε ένα Xριστιανόπουλο κοντά στον Πόντο. Tο είδε έξυπνο, το είδε ικανό, και ήθελε να το κάνει Tούρκο. Προσπάθησε με γλυκά λόγια να το πάρει κοντά του. Aδύνατον. Tου λέει· ―Ξέρεις, αν δε’ σε κάνω εγώ δικό μου, της δικής μου θρησκείας, θα σε σκοτώσω. Aυτός ο Γκραίκος ήτανε έξυπνος. Tου λέει· ―Kαλά, μπέη μου· αφού θέλεις και είναι θέλημά σου, θα γίνω, λέει, Tούρκος. (Aκου εξυπνάδα!) Aλλά, λέει, ξέρεις, ένα τέτοιο γεγονός, να αλλάξω τη θρησκεία μου, είναι ένα μεγάλο γεγονός· πρέπει να μή το κάνω κρυφά· να το κάνω φανερά. ―Ω, λέει, αυτό γίνεται! Που θέλεις; ―Θέλω να το κάνω μιά μεγάλη μέρα. ―Ποιά μέρα; ―Tη Λαμπρή, λέει. ―Kαι που θέλεις, λέει, παιδί μου; ―N’ ανεβώ, λέει, στο τζαμί, στο καλύτερο τζαμί· ν’ ανεβώ επάνω κι από ‘κεί να πω, ότι Ένας είναι ο Θεός, ο Aλλάχ, και ένας ο προφήτης, ο Mωάμεθ, και ν’ αρνηθώ το Xριστό. Xάρηκε αυτός ο Tούρκος ο κουτός. Xάρηκε. Σου λέει· ―Λαμπρή μέρα, ν’ ανεβή αυτός επάνω… Λοιπόν ήρθε η Λαμπρή. Mυστικό το ‘χε κρυμμένο μέσ’ στην καρδιά του. Oι Xριστιανοί την ημέρα εκείνη στον Πόντο είχανε πένθος. Kαι ήρθε λοιπόν η ημέρα της Λαμπρής και πήγανε στην εκκλησία. Kαι μαζεύτηκαν κατόπιν κάτω από το τζαμί πατείς με πατώ σε οι Tουρκαλάδες. Pόδι δεν έπεφτε κάτω. Kαι περίμεναν. Aυτός έκανε μυστικά το σημείο του σταυρού και λέει· Xριστέ, κοντά στους αποστόλους και κοντά στους μάρτυρας αξίωσε κ’ εμένα το σκουλήκι ν’ ανεβώ επάνω στα ουράνια να φωνάξω, ότι εσύ εrσαι ο αληθινός Θεός. Aνέβηκε επάνω. Kαι όταν ανέβηκε επάνω είχε μιά γλυκειά φωνή ο Γκραίκος, ο Έλληνας αυτός του Πόντου. Kαι αρχίζει με τη γλυκειά φωνή και αντιλάλησαν οι ουρανοί και τα πελάγη· «Xριστός ανέστη!», φώναξε, «Xριστός ανέστη». Kαι έψελνε το «Xριστός ανέστη» με μιά γλυκυτάτη φωνή. Όταν τ’ άκουσαν οι Tούρκοι λύσσαξαν τα σκυλιά, άφρισαν τα σκυλιά. Πατώντας, πατώντας ―όπως ξέρετε, στα τζαμιά είναι δύσκολο ν’ ανεβής επάνω είναι δύσκολο― ώσπου ν’ ανεβούν επάνω, πέρασαν μερικά λεπτά. Όταν πιά ανέβησαν επάνω, το ‘χε πεί δεκαπέντε φορές το «Xριστός ανέστη». Ένας Tούρκος τον άρπαξε και τον έρριξε κάτω από το τζαμί και τον σκότωσε. Έβαψε με το αίμα του το «Xριστός ανέστη». Το δικό του Χριστός ανέστη δεν ήταν σαν το δικό μας το «Xριστός ανέστη» που είναι κρύο, είναι κρύο σαν το Bόρειο Πόλο. Hταν «Xριστός ανέστη» μέσα από τις καρδιές των Ποντίων και των Mικρασιατών και όλου του Eλληνισμού, που πίστευαν αληθινά στο Xριστό και έκαναν θαύματα με το Xριστό.
Θέλετε άλλο; Όταν ήμουν στην Kοζάνη, μού ‘λεγε ένας γέρος, ότι και το «Xριστός ανέστη» υπήρξε στη ζωή του η βακτηρία, όπως λέγει κάποιος ιστορικός, για να ομιλήσω κ\’ εγώ κάπως αρχαία. Λέγει κάποιος ιστορικός δικός μας, ότι το «Xριστός ανέστη» υπήρξε η βακτηρία, το ραβδί, επάνω στο οποίο στηρίχτηκε το βασανισμένο γένος μας, και υπήρξε ο πολικός αστέρας μέσα στη μαύρη νύχτα που επέρασε το έθνος μας. Δεν μας έσωσαν οι ψευτοφιλοσοφίες, δεν μας έσωσαν οι διάφορες θεωρίες· μας έσωσε ο Xριστός, ο αναστάς εκ νεκρών. Στην Kοζάνη, λοιπόν, που πήγα πρό δέκα χρόνια (=1952), βρήκα έναν απλοϊκό άνθρωπο. Xαρά μου έχω πάντα, Στεναχωριέμαι, στεναχωριέμαι αδέλφια μου, όταν κουβεντιάζω με τους μεγάλους της γής. Kαι χαρά μου έχω να κουβεντιάζω με τους μικρούς της γής· γιατί κρύπτουν μάλαμα μέσ’ στις καρδιές των. Bρήκα λοιπόν κάποιον Kοζανίτη 80 χρονών. Tού ‘πα στην αρχή· ―Tί βάσανα πέρασες; Kαι μού ‘πε τα βάσανά του, 80 χρονών γεροντάκος. ―Aχ, λέει, βάσανα πού ‘χει η ζωή! Mού τα ‘πε όλα. Λέω· Λέω· ―Γέροντα, ποιά ήταν η πιό ωραία μέρα της ζωής σου; ―Πέρασες χαρές; ―Πέρασα χαρές, λέει. ―Ποιά είναι η μεγαλύτερη χαρά; ―Aμ, λέει, πέρασα μιά χαρά εγώ!… Περίμενα να δώ τί θα μού πή· την πατρειά του, η την αρραβωνιαστικιά του, τί ήταν τέλος πάντων; Kαι τί μου είπε· ―H μεγαλύτερη χαρά μου ήταν, λέει, την ώρα που στην πλατεία της πόλεως της Kοζάνης, το 1912, ήρθε τρεχάτος ένας Έλληνας τσολιάς και φώναζε «Aδέρφια, “Xριστός ανέστη”!». Tί έγινε! λέει, σαν μικρό παιδί. Σχίσαμε τα φέσια μας όλοι. Όλοι φωνάζαμε «Xριστός ανέστη». Eίχε ελευθερωθή η πατρίδα μας με το «Xριστός ανέστη», πού ‘χε διπλή σημασία, εθνική και θρησκευτική· γιατί είναι ζυμωμένο μέσ’ στα αίματα και μέσ’ στην ιστορία μας, και κανένας δια’όλος, ούτε κόκκινος ούτε μαύρος ούτε πράσινος, θα μπορέσει ποτέ μέσα απ’ τις καρδιές μας να ξερριζώσει τη πίστι στο Xριστό.
Kαί τέλος ένα τελευταίο «Xριστός ανέστη». Θα παραξενευτήτε. Πού ακούστηκε; Aκούστηκε, πού ακούστηκε; Mή με παρεξηγήσει κανένας. δεν ανήκω σε καμμιά ιδεολογία. Πιστεύω μόνο στο Xριστό και στην αγαπητη μου πατρίδα. Πέραν από αυτό δεν έχω τίποτα άλλο. Oύτε δεξιός, ούτε αριστερός, ούτε κεντρώος. Διότι όλα αυτά ―δεν έχω καιρό να εξηγήσω και να σάς πώ ότι δε’ θα μας σώσει τίποτε άλλο παρά μόνο ο Xριστός και το άγιον αυτό Eυαγγέλιον. Tο «Xριστός ανέστη» ακούστηκε στη Mόσχα. στη Mόσχα «Xριστός ανέστη»; Nαί, στη Mόσχα. πως ακούστηκε; Πρό 40 χρόνια, τότε που ο διωγμός εναντίον της θρησκείας ήτανε πιό οξύς εναντίον του Xριστού μας· τότε, τα πρώτα χρόνια της επαναστάσεως, που κλάδεψαν εκατοντάδες κληρικών, τότε λοιπόν στα χρόνια εκείνα, στο μεγαλύτερο θέατρο της Mόσχας ένας άθεος κομμουνιστής, εκ των μεγαλυτέρων ανδρών της ρωσικής επαναστάσεως, ανέβηκε εκεί της ημέρα της Aναστάσεως. Kαι γέμισε το θέατρο από Pώσους. Kαι δύο ώρες ρητόρευε. Eίναι μορφωμένοι, δεν το αρνούμαι, είναι σπουδασμένοι – και ο διά’ολος σπουδασμένος είναι. Eίναι μορφωμένοι. Aνοιξε το στόμα του. Ποιός; Eίπε, είπε, είπε· ό,τι είχε εναντίον του Xριστού και της αναστάσεως του Xριστού. Ποιός να μιλήση; Ποιός να κουβεντιάση; που η γλώσσα Ποιά γλώσσα να τολμήσει να εκφράσει αντίρρησι; Aν τολμούσες, σε κόντυνε μιά πιθαμή και πήγαινες στη Σιβηρία πέρα. Στα πρώτα, λέγω, χρόνια. Γιατί τώρα έχει πάθει μιά άλλη μείωσι ο διωγμός αυτός· αν μή διά θρησκευτικούς λόγους, για πολιτικούς – δεν μας ενδιαφέρει. Λέμε τότε. Λοιπόν είπε, είπε, ύβρισε το Xριστό, τους αγίους, τα λείψανα, τα πάντα. Ένα παιδάκι, ένας νεαρός, δεν ξέρω πώς, όταν τελείωσε ο σύντροφος σηκώνει το χέρι του. Tώρα εύκολα το λένε το «Xριστός ανέστη». Θέλεις να σηκώσης το χέρι σου; Eκεί είναι ο ηρωϊσμός, εκεί είναι η πίστις. Σηκώνει το χέρι του. ―Σύντροφε, λέγει, κάτι θέλω να πώ. ―Tί θα πής του λέει; Kοκκίνισε αυτός, θύμωσε· σού λέει, Tί, έχουμε και αντιρρήσεις; αντίρρησις ναί, λέει, θέλω να πώ. Tί να πή τώρα αυτός; Λέει· ―Θα σου επιτρέψω, αλλά ένα τέταρτο όχι πέρα από πέντε λεπτά. (Aυτός μιλούσε δύο ώρες· σ’ αυτον ένα τέταρτο έδινε. Aλλά το παιδί O νεαρός Pώσος, που μικρό παιδί από τη γιαγιά του είχε ακούσει για το Xριστό, ήθελε να μιλήσει. Γιατί και στη Pωσία η θρησκεία είναι της γιαγιάς. Έχουν ιδιαιτέρα τιμή στη Pωσία και μέχρι σήμερα στη γιαγιά. Διότι η γιαγιά ανατρέφει εκεί το Pωσικό λαό. Λοιπόν και αυτός μέσα από τη γιαγιά του είχε πάρει τη φωτιά του ουρανού, και λέγει αυτό το ρωσικό παιδί ,λέγει· ―Oχι, σύντροφε· όχι ένα τέταρτο πέντε λεπτά. Oύτε δυό λεπτά δε’ θα κάνω. ―Kαλά, λέει, ανέβα επάνω. Aνεβαίνει επάνω και φωνάζει στη ρώσικη γλώσσα· ―«Xριστός ανέστη!». Eβόησε ολόκληρο το αμφιθέατρο από το ―«Aληθώς ανέστη!». Λαγός έγινε ο σύντροφος…
Iδού λοιπόν, αγαπητέ μου, ότι μέσ’ στην καρδιά του κόσμου όλου είναι το «Xριστός ανέστη».

* * *

Aδέρφια μου! Όσοι πιστοί, στον αιώνα αυτό της απιστίας και του υλισμού, όσοι πιστοί, άντρες και γυναίκες, ας μείνουμε εδραίοι. Mπορείς να αμφιβάλλης για όλα· ημπορείς να αμφιβάλλης αν υπήρξε Aλέξανδρος, ημπορείς να αμφιβάλλης αν υπάρχει φεγγάρι, ημπορείς να αμφιβάλλης αν υπάρχει Kαβάλα, ημπορεί να αμφιβάλλης για τον εαυτό σου, ημπορείς να αμφιβάλλης για όλα· για ένα πράγμα να μην αμφιβάλλης. «O ουρανός και η γη παρελεύσονται, οι δε λόγοι μου ου μή παρέλθωσι» (Mατθ. 24,35). Για ένα πράγμα να μcν αμφιβάλλης· ότι ο Xριστός είναι ο αληθινός Θεός. Zει, δεν απέθανε· ζει δεν απέθανε· ζει, δεν απέθανε! Zει και θριαμβεύει εις τους αιώνας. Όν παίδες υμνείτε, άνδρες και γυναίκες υμνείτε, μικροί και μεγάλοι υμνείτε, σύμπας ο λαός λαός υμνείτε και υπερυψούτε αυτον εις τους αιώνας. Aμήν.

† επίσκοπος Aυγουστίνος
(Σε ιερό ναό της Nεαπόλεως Φιλίππων – Kαβάλας μετά το Πάσχα του 1962)


Η ΛΑΪΚΗ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 1st, 2011 | filed Filed under: ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Η ΜΑΓΕΙΑ

«Διαπονηθείς δε ο Παύλος και επιστρέψας τω πνεύματι είπε·
Παραγγέλλω σοι εν τω ονόματι Ιησού Χριστού εξελθείν απ’ αυτής»

(Πράξ. 16,18)

ΜαγοςΑς προσπαθήσωμε, αδελφοί μου, να πάρουμε κάποιο ωφέλιμο δίδαγμα απ᾿ όσα ακούσαμε σήμερα.
Σήμερα είναι η Κυριακή του Τυφλού. Σήμερα το ευαγγέλιο διηγείται ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα που έκανε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός· ένας τυφλός εκ γενετής είδε το φως του. Δεν πρόκειται, αδελφοί μου, ν᾿ ασχοληθώ με το θαύμα αυτό, διότι θα μου πείτε· Δόξα τω Θεώ όλοι εδώ που είμαστε έχουμε μάτια και βλέπουμε. Ας δοξάσουμε το Θεό γιατί μας δίνει το φως το σωματικό, και ας τον παρακαλέσουμε να μας δώσει και το ανώτερο φως, το φως το ψυχικό.
Δεν θα ασχοληθώ με το ευαγγέλιο, που σας είναι γνωστό. Θα προσπαθήσω ν᾿ ανοίξω τον απόστολο του Χριστού, που είναι ένας καθρέπτης. Και σ᾿ αυτόν τι βλέπω;
Βλέπω μια αμαρτία, που εξακολουθεί δυστυχώς να διαπράττεται και στην γενεά μας. Θα ήμουν ευτυχής εάν μπορούσα να την ξεριζώσω, για να μη διαπράτεται στον τόπο μας. Ποια είναι αυτή η αμαρτία;

Η ΜΑΓΙΣΣΑ ΤΩΝ ΦΙΛΙΠΠΩΝ

Υπήρχε, λέει, κάποτε ένα κορίτσι πτωχό, που κατοικούσε σε μια αρχαία πόλη, σε μια πόλη που δεν υπάρχει σήμερα. Κάποτε εκεί υπήρχαν παλάτια, υπήρχαν δικαστήρια, αγορές, θέατρα μεγάλα, στρατώνες. Κάποτε εκεί κατοικούσαν τρακόσες χιλιάδες άνθρωποι. Σε μια νύχτα —κάτι λέει ο απόστολος— σεισμός έγινε, και τώρα δεν υπάρχει τίποτε. Τώρα αν πας, θα βρεις μόνο σπασμένα μάρμαρα. Τώρα αν πας, θα δεις τους αρχαιολόγους να σκάβουνε, για να βγάλουν μέσα από τη γη κάτι μωσαϊκά και πολύτιμα ευρήματα από σπίτια.
Αυτά θα πάθουμε κ᾿ εμείς καμιά μέρα μέσα στις μεγαλουπόλεις, αν δεν μετανοήσουμε. Αυτά είναι γραμμένα. Διαβάστε την Αποκάλυψη για να τα δείτε. Και κτίζε τα σπιτάκια σου εσύ, και κτίζε τα παλάτια σου· δεν θα μείνει τίποτε. Όπως ακριβώς η αρχαία αυτή πόλη σε μια νύχτα εξαφανίστηκε και δεν έμεινε τίποτε, έτσι θα γίνει σεισμός και θα εξαφανιστούν πολιτείες. Και θα λένε· Κάποτε υπήρχε Αθήνα, κάποτε υπήρχε Πειραιάς… Χωράφια θα γίνουν και θα κατοικήσουν, όπως λέγει ο προφήτης, άγρια θηρία.
Εγώ δεν τα λέω αυτά· διαβάστε την Αποκάλυψη, για να τα δείτε.
Κάθε φορά που χτυπά η καμπάνα, σαλπίζουν οι άγγελοι. Έκανες στρατιώτης; Χτυπά η σάλπιγγα, όλοι είναι παρόντες στο εγερτήριο. Χτυπά το κουδούνι και οι μαθηταί και ο δάσκαλος είναι στο σχολείο. Εδώ μέσα στην εκκλησία τι γίνεται; Ένα τις εκατό εκκλησιάζεται. Θα τ᾿ αφήσει ο Θεός αυτό ατιμώρητο; Θα ᾿ρθεί μέρα που θα πληρώσει και θα τιμωρηθεί ο κόσμος για όλα αυτα τα κακά που διαπράττει.
Για να επανέλθουμε στην διήγησίν μας, το πτωχό αυτό κορίτσι κατοικούσε στην μεγάλη πόλη των Φιλίππων. Αν θέλετε να δείτε τα ερείπια αυτής της πόλεως, θα τα βρείτε μεταξύ Καβάλας και Δράμας. Αν βγεις λίγο έξω από την Καβάλα και προχωρήσεις σε μια παλαιά οδό που λέγεται Εγνατία οδός, εκεί μετά από μερικά χιλιόμετρα θα δεις τα ερείπια των Φιλίππων.
Στους Φιλίππους κατοικούσε το πτωχό αυτό κορίτσι. Φτωχό; Δουλειά δεν είχε. Δεν δούλευε στα χωράφια με τον πατέρα της. Δεν έσκαβε. Δεν έβοσκε γίδια. Δεν ήτο κάπου υπηρέτρια, σε σπίτια ή καταστήματα που είχε μέσα η πόλης. Αλλ᾿ ενώ δεν είχε καμιά εργασία, εν τούτοις ήταν πλούσια. Χωρὶς δουλειά εκέρδιζε όσο δεν κέρδιζε κανένας άλλος μέσ᾿ στους Φιλίππους. Τι είχε; αμπέλια, χωράφια, εργοστάσια; Όχι. Και όμως είχε κάποιο «εργοστάσιο», που εκμεταλλεύεται τους αφελείς και ανοήτους ανθρώπους. Ποιό είναι το εργοστάσιο αυτό, και που το είχε; Είχε το εργοστάσιο της μαγείας. Μικρά δουλειά είναι αυτή;
Μάγισσα ήταν η κόρη. Και άρμεγε και τους μικροὺς και τους μεγάλους, και τους πτωχούς και τους πλουσίους, και τους στρατηγούς και τους βασιλιάδες, και όλους. Ήταν γνωστή σ᾿ όλη την πόλη. Όταν είχε κανείς καμιά συμφορά, όταν αρρωστούσε κανένα παιδί, όταν χανόταν κανένας άνθρωπος, όταν γινόταν κάποιο κακό, όλοι τρέχανε σ᾿ αυτή τη μάγισσα, σ᾿ αυτό το κορίτσι, που έλεγε ότι βλέπει τη νύχτα οράματα, βλέπει το ένα και το άλλο. Ήταν, λέγει, ιέρεια του θεού του Απόλλωνος. Τρόπον τινα ήταν ένα μαντείο των Δελφών μέσα στην πόλη τών Φιλίππων. Και κατ᾿ αυτόν τον τρόπον εκέρδιζε χρήματα πολλά. Κάθε λόγος που έλεγε, κάθε απάντηση που έδινε, ήταν και ένα χρυσό νόμισμα.

ΦΟΒΕΡΟΣ ΔΙΩΚΤΗΣ ΤΩΝ ΔΑΙΜΟΝΩΝ

Αλλά μια μέρα, μέσα σ᾿ αυτή την πόλι που βασίλευε η ειδωλολατρία, μέσα σ᾿ αυτή την πόλη που ήταν γεμάτη είδωλα, μέσα σ᾿ αυτή την πόλη που ήταν άγνωστος ο Θεός, μια μέρα ήρθε ένας φοβερός διώκτης των δαιμονίων. Ναί· ήρθε ο απόστολος Παῦλος. Και τι έκανε;
Όταν μπήκε ο απόστολος Παύλος στην πόλη, εβγήκε αυτή η μάγισσα στο μπαλκόνι και τι έκανε; Κατηγορούσε τον απόστολο Παύλο, τον καταριώταν, πετούσε πέτρες και τον έφτυνε; Όχι δα. Τον φοβούνταν. Γιατί τα δαιμόνια φοβούνται τους εργάτας του ευαγγελίου, τους ιερείς τους Υψίστου και τους πραγματικούς απεσταλμένους του Κυρίου. Δεν έκανε τέτοια πράγματα. Έβγαινε στο μπαλκόνι, έκανε μια μετάνοια, τον προσκυνούσε και έλεγε· Βλέπετε; αυτός ο ξένος, που είναι εδώ στην πόλη, είναι από το Θεό. Αυτός ο άνθρωπος σας «καταγγέλλει οδόν σωτηρίας» (Πράξ. 16,17).
Αλλά ο απόστολος Παύλος κατάλαβε την πονηριά του δαίμονος. Δεν ήθελε συστάσεις από το πονηρό πνεύμα. Είχε δικά του συστατικά γράμματα. Συστατικά του γράμματα ήταν τα θαύματά του· συστατικά του γράμματα ήταν η διδασκαλία του· συστατικά του γράμματα ήταν οι επιστολές που έγραψε· συστατικά του γράμματα ήταν η ζωή του· συστατικό του γράμμα ήταν το αίμα του, που θα έχυνε για το Χριστό. Δεν είχε λοιπόν ανάγκη ο απόστολος Παύλος να πάρει πιστοποιητικό από το διάβολο, να πιστοποιήσει ο διάβολος ότι ήταν απεσταλμένος του Θεού.
Γι᾿ αυτό λοιπόν, κ᾿ επειδή κουράστηκε ο απόστολος Παύλος να την ακούει, και διέταξε το δαιμόνιο να βγει. Και αμέσως το δαιμόνιο αυτό βγήκε από την κόρη, κ᾿ εκείνη έπαυσε από την ώρα εκείνη να προφητεύει και να κάνει μάγια.
Και όταν τ᾿ ακούσανε αυτό τ᾿ αφεντικά της, οργίστηκαν και έπιασαν τον απόστολο Παύλο και τον Σίλα τον συνοδό του και τους έρριξαν στὶς φυλακές. Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία. Σταματώ εδώ.

ΣΗΜΕΡΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΑΓΕΙΑ;

Αυτά εγινόταν στους Φιλίππους πριν χίλια εννιακόσα τόσα χρόνια.
Σήμερα λένε, ότι προώδευσε η ανθρωπότης. Παραμύθια! Πρόοδος μεγάλη είναι αυτα που κάνουν; Αυτή δεν είναι πρόοδος. Αυτή είναι υλική πρόοδος, είναι η σατανική πρόοδος που τρέμει ο άνθρωπος. Είναι πρόοδος του διαβόλου. Μα που προώδευσε ο κόσμος; Τότε, στα χρόνια του αποστόλου Παύλου, υπήρχε η μαγεία. Και σήμερα δεν υπάρχει μαγεία; Και μέσα στην Αθήνα, που έχει πανεπιστήμια, που έχει ακαδημίες, που έχει σοφοὺς και φιλοσόφους, που έχει στρατηγοὺς και βασιλιάδες, που έχει το ένα και το άλλο, υπάρχει μαγεία. Να μην πάμε στα χωριά, να μην πάμε στη Μακεδονία, να μην πάμε κάτω εις την Κρήτη, να μην πάμε στα νησιά που πάει μία φορά τη ᾿βδομάδα βαπόρι. Στην Αθήνα να μείνουμε, που θεωρείται τέλος πάντων η αφρόκρεμα και η πρώτη πόλις της Ελλάδος. Υπάρχει μαγεία! Όπως στους Φιλίππους, στην πλούσια εκείνη πόλη, υπήρχε μαγεία, έτσι και στην Αθήνα, αλλά και σ᾿ άλλα μέρη της Ελλάδος υπάρχει μαγεία. Ναι, υπάρχει μαγεία. Χρυσές δουλειές κάνουν οι μάγοι. Δεν έχω καιρό για να σας εξηγήσω αυτά τα πράγματα.
Έχομε τη λαϊκή και την επιστημονική μαγεία.

ΛΑΪΚΗ ΜΑΓΕΙΑ

Η λαϊκή μαγεία δρα μέσα στα λαϊκά στρώματα. Έχουμε τους μάγους και τις μάγισσες. Έχουμε τις γύφτισσες, που γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και λένε τη μοίρα της μιας και της άλλης.
Αλλά δεν είναι μόνο αυτές. Είναι και κάτι άλλα γραΐδια του διαβόλου, αγράμματα και αστοιχείωτα, που έγιναν σκεύη του διαβόλου και κατορθώνουν να γελάνε τους νέους και τις νέες, γελάνε κόσμο και κοσμάκη. Τι κάνουν αυτές; Λένε, ότι μπορούν να δουν το μέλλον του ανθρώπου· πότε από τα φλιντζάνια, πότε από τα χαρτιά, πότε από τα άστρα, πότε από το νερό, πότε από τις λεκάνες, πότε από τα κόκκαλα των ζώων, πότε από το λάλημα του πετεινού, πότε από το ένα και πότε από το άλλο, κατορθώνουν τα γραΐδια αυτα του διαβόλου, τα σκεύη του σατανά, οι μάγισσες αυτές, να εξαπατούν τους αφελείς.
Υπάρχουν και κάτι άλλες, που έχουν κακία σαν τον σκορπιό. Προτιμότερο να πατήσεις σκορπιό, παρά να πέσεις σε τέτοια γύναια αμαρτωλά. Αυτές δε᾿ λένε μόνο τις τύχες, δε᾿ λένε μόνο τη μοίρα, δεν προφητεύουν μόνο· αυτές προσπαθούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους. Κάνουν, λέει, ανθρωπάκια μικρά από κερί, γυναικών ή αντρών από γυναίκες ή από άνδρες που μισούνε, τα καρφιτσώνουν και τα πετούν στὶς αυλές των σπιτιών, και προσπαθούνε έτσι να κάνουν κακό στα αντρόγυνα, να κάνουν κακό στις νέες και στους νέους, να διαλύσουν συνοικέσια και να ταράξουν τα σπίτια ολόκληρα.
Είναι και κάτι άλλες, που όχι μόνο με τα χέρια τους προσπαθούν να κάνουν κακό, που και τα κινούν εναντίον των ανθρώπων, αλλά —ένα μυστήριο πράγμα— ακόμη και με τα μάτια τους κάνουν κακό. Μπήκε ο διάβολος μέσα στην καρδιά τους· και τα μάτια της της γυναίκας αυτης είναι όπως τα μάτια της οχιάς, και αλλοίμονο αν πέσει το μάτι μιας τέτοιας μάγισσας, αν πέσει το μάτι ενός τέτοιου ανθρώπου, σε κάποιο άνθρωπο. Έχομε πολλά παραδείγματα, το παραδέχεται και η Εκκλησία. Αν λόγου χάριν πέσει το μάτι ενός τέτοιου ανθρώπου, που έχει μάτι του διαβόλου, που έχει ηλεκτρικό της κολάσεως, αν το μάτι του και δει το βόδι του άλλου ή το ζώο του άλλου, είναι προτιμότερο να πέσει κεραυνός επάνω στο βόδι παρά να πέσει το μάτι ενός τέτοιου βασκάνου ανθρώπου. Ψοφάει το ζώο, αρρωστάει το παιδί του… Φοβερή αυτή η δύναμη των μαγισών.
Υπάρχουν και άλλες που είναι ακόμη φοβερώτερες. Αυτές κρατάνε θυμιατά, ανάβουνε κεριά και λιβάνια, και αυτές με τα λόγια τους ανακατεύουνε και τον άγιο Νικόλαο και τον άγιο Σπυρίδωνα…· λένε ότι βλέπουν και την Παναγιά, βλέπουν διάφορους αγίους. Και αυτές είναι φοβερώτερες απ᾿ όλες, γιατί μαζί με τα λόγια τον άγιο Νικόλαο και μαζί με τον άγιο Δημήτριο κατορθώνουν και παραπλανούν πολλούς.
Αυτή είναι η μαγεία. Αυτή είναι η λαϊκή μαγεία. Αλλά δεν έχουμε μόνο την λαϊκή μαγεία, η οποία ξαπλώνεται σε διάφορα μέρη της Ελλάδος· έχουμε και την λεγομένη επιστημονική μαγεία. Βέβαια.

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΜΑΓΕΙΑ

Δεν είναι μόνο ο μάγος που πηγαίνει στα χωριά και στους χωριάτες και στους ξωμάχους, αλλά μέσα στην Αθήνα και σ᾿ άλλες μεγάλες πόλεις παρουσιάστηκε και η επιστημονική μαγεία, παρουσιάστηκε και η μαγεία του Κολωνακίου, παρουσιάστηκε και μαγεία των αριστοκρατικών κύκλων και των «μεγάλων» ανθρώπων. Και αυτή δεν λέγεται πλέον μαγεία, αλλά άλλαξε όνομα. Αλλά αν δεν σε πουν Γιάννη και σε πουν Γιαννάκη, το ίδιο είναι. Ή Γιάννη σε πουν ή Γιαννάκη, ο ίδιος άνθρωπος είσαι. Έτσι και η επιστημονική μαγεία. Τώρα δεν λέγονται αυτοί που την εκπροσωπούν γύφτισσες· πήραν ένα καινούργιο όνομα, επιστημονικό σου λέει! Και ενώ είναι γύφτισσα, είναι ντυμένη κατ᾿ άλλον τρόπο και λέγεται μέντιουμ. Είναι τα πράσινα τραπέζια. Είναι ο πνευματισμός, που μαζεύονται από τα Κολωνάκια και από τις μεγάλες πολυκατοικίες τη νύχτα, και σφυρίζουν τα δαιμόνια όλα, και λέγουν διάφορα πράγματα τα οποία είναι όλα σατανικά.
Λοιπόν, όλα αυτά τα είπαμε, αγαπητοί μου αδελφοί, γιατί κ᾿ εσείς μπορεί να πέσετε στα δίχτυα της μαγείας.
Βέβαια καμιά Χριστιανή από σας που βρίσκεται εδώ μέσα —με τη βοήθεια του Θεού— και κανένας Χριστιανός δεν πηγαίνει ποτε στους μάγους και στις γύφτισσες και στα μέντιουμ και στον πνευματισμό. Γιατί όλα αυτα είναι καμώματα του διαβόλου. Αλλά θέλω να σας προφυλάξω και να σας πω·
Ό,τι και να συμβεί στο σπίτι σας· και ν᾿ αρρωστήσει το παιδί σας, και ν᾿ αρρωστήσει ο άντρας σας, ποτέ στο διά᾿ολο! Να προτιμήσεις να πεθάνεις. Και αν ακόμη ο διάβολος, ο μάγος, σου λέει ότι θα σου δώσει τον καλύτερο γαμπρό, θα σου δώσει την καλύτερη νύφη· αν σου πει ακόμη ο διάβολος ότι θα σου κάνει καλά το παιδί σου· και αν ακόμη ο διάβολος σου πεί ότι θα σου στρώσει με χρυσάφι το σπίτι σου· και άμα σ᾿ τα πει όλα αυτά, εσύ να προτιμάς να πεθάνεις γυμνός και φτωχός με το Χριστό, παρά να γίνεις εκατομμυριούχος και πλούσιος με τον διάβολο. Και αν ακόμη ο διάβολος σου δίνει τη γη, και αν σου δίνει τα άστρα, και αν σου δίνει ολοκλήρου του κόσμου τα βασίλεια, εσὺ ποτέ να μην προτιμήσεις να πας στο μάγο και να προσκυνήσεις τον διάβολο.

ΟΠΟΙΟΣ ΠΑΕΙ ΣΤΟΥΣ ΜΑΓΟΥΣ ΞΕΒΑΠΤΙΖΕΤΑΙ

Την ώρα που θα πας στο μάγο, ξεβαπτίζεσαι· την ώρα εκείνη είσαι εκτός χριστιανισμού. Και λέει η Εκκλησία μας· Όποιος πάει στους μάγους ή στις μάγισσες, όποιος κάνει αυτά που είπαμε, τιμωρείται – πόσα χρόνια νομίζετε; Είκοσι χρόνια μακριά από τη θεία κοινωνία! Αν πέσεις στην πορνεία ή στη μοιχεία, τιμωρείσαι με αποχή από την θεία κοινωνία 5 χρόνια, 6 χρόνια. Αλλά αν πέσεις στα μάγια και πας και κάνεις μάγια με τους διαβόλους και με όλα αυτά, 20 χρόνια θα μείνεις μακριά από τη θεία κοινωνία! Από αυτό και μόνο μπορείς να καταλάβεις, πόσο βαρὺ αμάρτημα είναι αυτό το οποίο λέγει ο απόστολος και αυτό το οποίο σήμερα γίνεται.
Και κάτι άλλο. Πρέπει να διαφωτίσουμε τους ανθρώπους. Όταν στη γειτονιά σας, όταν στα πτωχά ευλογημένα σπίτια σας, έρχονται οι γύφτισσες και ζητούν να πουν τη μοίρα σας, να τις διώχνετε. Ψωμί να τους δώσετε να φάνε· μα ποτέ να μην τους επιτρέπετε να σας λένε τα σατανικά τους λόγια. Μακριά απ᾿ αυτούς!

ΕΙΣΑΙ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ; ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ

—Μα, θα μου πείτε, και εάν αρρωστήσει το παιδί μου;
Έχεις γιάτραινα την υπεραγία Θεοτόκο. Έχεις γιατρό το Χριστό. Έχεις φάρμακα· το σώμα και το αίμα του Χριστού μας. Δε᾿ σε φτάνουν αυτά τα πράγματα; Αν τα πιστεύεις, γονάτισε μπροστά στην εικόνα της υπεραγίας Θεοτόκου και παρακάλεσέ την. Αν δεν τα πιστεύεις, φύγε από την Εκκλησία, πήγαινε όπου θες. Αν πιστεύεις, κάθησε· γιατί όλη η Εκκλησία μας είναι μια πίστι μεγάλη. Λοιπόν, έχεις γιατρό την υπεραγία Θεοτόκο, έχεις γιατρό τους αγίους, έχεις Γιατρό τον Κύριο ημών Ιησούν Χριστόν. Λοιπόν γονάτισε μπροστά του και ζήτησε τη βοήθειά του· και χρησιμοποίησε και τα φάρμακα τα οποία δίνει η επιστήμη· και μη φοβάσαι τίποτε.
Τρέμουν μερικές γυναίκες σαν τα φύλλα που τα σείει ο άνεμος, φοβούνται και λένε· Μα θα μου κάνουν μάγια…
Στη Μακεδονία κάποια γυναίκα ήρθε τρέμοντας.
—Μα τι έχεις, της λέω, και τρέμεις; πάρκινσων έχεις;
—Φοβάμαι, μου λέει, γιατί μου κάνανε μάγια. Θα με χωρίσουν από τον άντρα που αγαπώ, θα με καταστρέψουν.
Και τι της είπα·
—Μη φοβάσαι, κυρά μου. Έχε πεποίθηση στο Θεό. Κοινωνάς τα άχραντα μυστήρια; εξομολογείσαι; διαβάζεις την αγία Γραφή; κρατάς στα χέρια σου τον τίμιο σταυρό; έχεις αγάπη μέσα στην καρδιά σου; είσαι κοντα στο Χριστό; Μη φοβάσαι τίποτα.
Ο Χριστός τι είπε; Αλλοίμονο, αν παραδεχθούμε ότι ο διάβολος είναι πιο ισχυρός από το Χριστό. Όχι. Τρέμει ο διάβολος. Δεν μπορεί να υποφέρει τη δύναμη του Χριστού. Τον καίει ο Χριστός, τον καίει ο σταυρός, τον καίει το Ευαγγέλιο, τον καίει το σώμα και το αίμα του Χριστού μας. Έχομε μια ζωντανή θρησκεία, έχομε μια ολοζώντανη πίστι που κάνει θαύματα. Ο ίδιος ο Χριστός τι είπε; «Θα σας δώσω μια δύναμη, να πατάτε επάνω σε φίδια και οχιές και σκορπιούς, και να μην παθαίνετε τίποτε» (). Και μέσα στη φωτιά, και μέσα στα σύννεφα, και μέσα στη θάλασσα, και όπου να ᾿σαι, άμα έχεις το Χριστό, άμα πιστεύεις στο Χριστό, άμα τον αγαπάς και το λατρεύεις, άμα τον έχεις μέσα στην καρδιά σου, μη φοβάσαι. Και αν ακόμα ανοίξει η κόλασι και βγουν όλα τα δαιμόνια και αν πλημμυρίσει ο τόπος από μάγους και μάγισσες, έχε κοντά σου το Χριστό και μη φοβάσαι τίποτα. Αυτόν να λατρεύεις, αυτόν να πιστεύεις, αυτόν να αγαπάς εις αιώνας των αιώνων. Αμήν.

†Μητροπολίτης Φλωρίνης π. Αυγουστίνος Καντιώτης

(παλαιά ομιλία, πρό του 1967, στον ι. ναό Αγίου Κωνσταντίνου Ηλιουπόλεως – Αθηνών)

βλ. βιβλίο Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου «Κανείς στους μάγους!»,  έκδ. Β´, Αθήναι 1994.
βλ. και εγκύκλιον 41/1-6-1968 Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου με τίτλο «Η μαγεία» εις το βιβλίο Πρός κλήρον και λαόν, Αθήναι 1969, σελ. 327.

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ (ΜΑΡΙΑ Η ΑΙΓΥΠΤΙΑ) – ПРИМЕР ПОКАЈАЊА (СВЕТА МАРИЈА ЕГИПЋАНКА)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 1st, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, Român (ROYMANIKA), ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.)

ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ
π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Ε΄ Κυριακὴ Νηστειῶν

«ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»

Μαρια Αιγ ιστΗ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου, ἡ ἁγία ὀρ­θό­δοξος Ἐκκλησία, δὲν εἶνε δημιούργημα ἀνθρώπου. Ἂν ἦταν ἔτσι, ὕ­στε­­­ρα ἀπὸ τὴν ἀ­γρία πολεμικὴ ποὺ δέχθηκε καὶ δέχεται ἀπὸ παλαιοτέρους καὶ νεωτέρους ἐχθρούς, θὰ ἔ­πρεπε νὰ εἶχε γκρεμιστῇ· δὲν θὰ ὑπῆρχε. Ἡ πολεμικὴ ὅ­μως αὐτὴ ἀποδεικνύει ἀ­κριβῶς, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ζῇ καὶ δρᾷ. Διότι δὲν πολεμάει κανεὶς νεκρούς· πολεμάει ζων­τανούς. Ἡ Ἐκκλησία λοιπὸν μένει, ζῇ καὶ βασιλεύει καὶ θριαμβεύει στὸν κόσμο.
Γιατί; Εἴπαμε· διότι δὲν εἶνε ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, δὲν τὴν ἔφτειαξαν ἄνθρωποι. Εἶ­νε θεῖο καθίδρυμα. Εἶνε ―γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ ἁπλᾶ― ἕνα δεντρί, ποὺ δὲν τὸ φύτευσε χέρι ἀνθρώπου· τὸ φύτευσε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, ἡ ἁγία Τριάς. Γι᾽ αὐτὸ ὅλοι οἱ δαίμονες τῆς κολάσεως, ὅλων τῶν χρωμάτων καὶ ἀποχρώσεων, δὲν μποροῦν νὰ τὴν ξερριζώσουν.
Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἀναγκαία. Πόσο ἀναγκαία εἶνε; Ὅπως τὸ ψωμὶ ποὺ τρῶμε κάθε μέρα, ὅ­πως οἱ ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου ποὺ μᾶς φωτίζουν καὶ μᾶς θερμαίνουν, ὅπως ὁ ἀέρας ποὺ ἀναπνέουμε κάθε στιγμή. Μπορεῖς χωρὶς ἀέρα νὰ ζήσῃς; μπορεῖς χωρὶς ἥλιο νὰ ζήσῃς; μπορεῖς χωρὶς ψωμὶ νὰ ζήσῃς; Ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ ζήσῃς χωρὶς Ἐκκλησία, χωρὶς Θεό.
Καὶ ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει προορισμὸ μεγάλο. Ποιός ὁ προορισμός της; Ἡ Ἐκκλησία εἶ­νε ἰατρεῖο. Ὅπως ὅταν ἀρρωστήσῃ ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει στὸ ἰατρεῖο καὶ ζητεῖ φάρμακα γιὰ νὰ θεραπευθῇ, ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας, ―λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος― εἶνε ἕνα πνευματικὸ ἰατρεῖο γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς. Οἱ ἀσθενεῖς τρέχουν γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ σώ­ματος, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τρέχουν στὴν Ἐκ­κλη­σία, γιὰ τὴ θεραπεία ψυχῆς καὶ σώματος. Μόνο ἐὰν κανεὶς δὲν εἶνε ἁμαρτωλός, αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκη τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλ᾽ ὑπάρχει ἄν­θρωπος στὸν κόσμο ποὺ νὰ μὴν εἶνε ἁμαρτω­λός; Ὄχι. Ὅλοι εἴμεθα ἁμαρτωλοί. Ἕνας μόνο στάθηκε ἀναμάρτητος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὅλοι οἱ ἄλλοι λοιπόν, ὡς ἁ­μαρτωλοί, ἔχουμε ἀνάγκη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Χριστός, ὅταν ἦταν ἐπάνω στὴ γῆ, καλοῦ­­σε τοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ μετανοήσουν, νὰ ἐ­πι­­­στρέψουν σ᾽ αὐτόν, καὶ τοὺς ἔδινε τὴ συγ­χώρησι. Ἀλλὰ καὶ μέχρι σήμερα καὶ μέχρι συν­­τελείας τῶν αἰώνων ὁ Χριστὸς καλεῖ καὶ θὰ καλῇ ὅλους στὴ μετάνοια.
Σήμερα ἀκριβῶς ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ ἐπιστρέψουμε στὸ Χριστὸ προβάλλοντας ὡς ὑπέροχο παράδειγμα μετανοίας μιὰ γυναῖ­κα. Εἶνε ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ποὺ ἑορτάζει δυὸ φορὲς τὸ χρόνο· σήμε­ρα, ποὺ εἶνε ἡ κινη­τὴ ἑορτὴ τῆς πέμ­πτης (Ε΄) Κυριακῆς τῶν νηστειῶν, καὶ τὴν 1η Ἀπριλίου.

* * *

Ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἔζησε τὸν ἕκτον αἰῶνα, στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Ἰ­ουστινιανοῦ (527-565), στὴ μεγάλη πόλι ποὺ ἔχτισε ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος καὶ ὀνομάζεται Ἀλεξάνδρεια. Ὑπάρχει μέχρι σήμερα καὶ εἶνε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ μεγαλύτερα λιμάνια τῆς Μεσογείου. Ἐ­κεῖ γεννήθηκε. Ἀλλ᾽ ἀπὸ μικρὴ παραστράτησε. Ἔμ­πλεξε μὲ κακὲς παρέες καὶ διεφθάρη. Ἔγινε μία κοινὴ γυναίκα. Λόγῳ τῆς ὡραιό­τητός της εἶχε ἀποκτήσει πολλοὺς ἐραστὰς καὶ διέθετε χρῆμα. Φοροῦσε μεταξωτά, ἦταν πάντα στολισμένη μὲ ἀκριβὰ κοσμήματα. Εἶ­χε γίνει βασίλισσα τῆς ἡδο­νῆς, τὸ θέλγητρο, ὁ μαγνήτης τῆς Ἀλεξανδρείας.
Ἐνῷ λοιπὸν συνέχιζε τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή, μιὰ μέρα, ὅπως ἱστορεῖ ὁ βίος της, κατέβηκε στὸ λιμάνι. Εἶδε ἐκεῖ ἕνα καράβι. Ρώτησε τὸν καπε­τάνιο γιὰ ποῦ πηγαίνει κι αὐτὸς ἀπήντησε· Στοὺς Ἁγίους Τόπους. Ἡ Μαρία ἀποφάσι­σε νὰ ταξιδέψῃ μὲ τὸ πλοῖο αὐτό. Ἔτσι κ᾽ ἔγινε. Ἔφτασε στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ πῆγε στὸ ναὸ τὴν ἡμέρα τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου Σταυροῦ νὰ προσκυνήσῃ. Ἀλλὰ τὴ στι­γμὴ ποὺ προσπαθοῦσε νὰ μπῇ, μιὰ ἀόρατη δύναμι τὴν ἐμ­πόδισε. Τότε συναισθάνθηκε τὴν κατά­στασί της, συνειδητοποίησε ὅτι εἶνε ἁμαρτωλή, ὅτι δὲν εἶνε ἄξια νὰ μπαίνῃ στὴν ἐκκλησία.
Μήπως, ἀγαπητοί μου, κ᾽ ἐμεῖς τώρα ἀξίως μπαίνουμε στὸ ναό; Ἂν στὴν πόρτα στεκόταν ἕνας ἄγγελος κ᾽ ἔκανε κοντρὸλ στὸν καθένα, ποιός θὰ βρισκόταν ἄξιος νὰ μπῇ; Μπαίνουμε χάρις στὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἁμαρτωλοὶ ἐμεῖς, σκουλήκια βρωμερὰ καὶ ἀκάθαρτα, μᾶς δέχεται στὴν ἐκκλησία του ὁ Χριστός.
Συναισθάνθηκε λοιπὸν ἡ Μαρία τὴν ἁ­μαρτωλότητά της. Παρακάλεσε τότε τὴν Πανα­γία νὰ τὴν ἀφήσῃ νὰ μπῇ, καὶ ἡ Παναγία ἄ­κουσε τὴν παράκλησί της· ἡ Μαρία μπῆκε στὴν ἐκ­κλη­σία. Γονάτισε, ἔκλαψε, προσκύνησε τὸ σταυρό, κ᾽ ἔδωσε ὑπόσχε­σι στὸ Θεὸ ὅτι θ᾽ ἀλλάξῃ πλέον διαγωγή. Μετανόησε. Μαύρη μπῆκε – ἄ­σπρη βγῆκε. Φεύγοντας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, κατευθύνθηκε πρὸς τὸν Ἰορδάνη, κι ἀφοῦ πέρασε τὸν ποταμὸ βρέθηκε στὴν ἔρημο· τὴν ἀπέραντη ἔρημο, ὅπου μόνο θηρία ἄγρια ζοῦσαν κι ἀκούγονταν οἱ φωνές τους. Ἐκεῖ ἡ γυναίκα αὐ­τή, ποὺ ἦταν συνηθισμένη στὴν πολυτέλεια καὶ χλιδὴ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἄλλαξε στὸ ἑξῆς τελείως τρόπο ζωῆς. Ἔζησε σαράντα ὁλόκληρα χρόνια μὲ σκληραγωγία παρακαλώντας τὸ Θεὸ νὰ τὴ συχωρέσῃ.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ζοῦσε ἕνας ἀσκητὴς ποὺ τὸν ἔλεγαν Ζωσιμᾶ. Ἦταν σπουδαῖος, ἀλλὰ ὁ διάβολος τοῦ ἔρριξε μιὰ ἰδέα. Ζωσιμᾶ, τοῦ εἶ­πε, χρόνια τώρα ἀσκητεύεις, προσεύχεσαι, με­λετᾷς, κοινωνεῖς τῶν ἀχράντων μυστηρίων· σὰν ἐσένα δὲν ὑπάρχει ἄλλος… Ὑπερήφανος λογισμός. Καὶ ἡ ὑπερηφάνεια εἶνε ἡ πιὸ μεγά­λη ἁμαρτία. Ἡ φωνὴ ὅμως τοῦ Θεοῦ ἀπήντησε· Ζωσιμᾶ, κάνεις λάθος· ὑπάρχει μιὰ ἄλλη ψυ­χὴ ἀνώτερη ἀπὸ σένα… Βγῆκε τότε ὁ ἀσκη­τὴς στὴν ἔρημο, καὶ καθὼς βάδιζε βλέπει ξα­φνικὰ κάτι σὰν φάντασμα. Δὲν ἦταν φάντασμα· ἦταν ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ποὺ εἶχε καταν­τήσει πετσὶ καὶ κόκκαλο. Ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ Ζωσιμᾶ, εἶπε τὸ ὄνομα καὶ τὴ ζωή της. Ἀφοῦ ἐξωμολογήθηκε τ᾽ ἁμαρτήματά της, παρακάλεσε τὸν ἅγιο Ζωσιμᾶ νὰ τῆς φέρῃ τὴν θεία κοινωνία. Πράγματι ὁ Ζωσιμᾶς τῆς ἔφερε τὰ ἄχραντα μυστήρια, κι ὅταν τὴν κοινώνησε τὰ δάκρυά της ἔπεφταν στὸ ἅγιο ποτήριο.
Ἔτσι κοινωνοῦσαν κάποτε οἱ Χριστιανοί, μὲ συγκίνησι καὶ δέος. Εἶνε μέγα μυστήριο ἡ θεία κοινωνία. Ἐμεῖς τώρα, ἀλλοίμονο, κοινωνοῦ­με ἀναίσθητοι καὶ ἀδιάφοροι, χωρὶς πόθο καὶ λαχτάρα γιὰ τὸ Θεό, χωρὶς θεῖον ἔρωτα.
Ἐκείνη κοινώνησε ἐξωμολογημένη καὶ μὲ συναίσθησι. Μετὰ παρακάλεσε τὸν Ζωσιμᾶ νὰ ξαναπάῃ. Καὶ πῆγε ὁ γέροντας μετὰ ἀπὸ ἕνα χρόνο ἐκεῖ καὶ τὴν ζήτησε. Τὴ βρῆκε πεθαμένη πλέον, ξαπλωμένη στὴν ἄμμο. Ἦταν σὰν ἄγγε­λος. Δίπλα εἶχε χαράξει τὶς λέξεις· «Θάψε, Ζω­σιμᾶ, τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτωλῆς Μαρίας». Ὁ ἅγι­ος Ζωσιμᾶς ἔψαλε τὴν κηδεία καὶ ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὴν θάψῃ. Ἀξίνα δὲν εἶχε. Πῶς ἔσκαψε;  Μέσα ἀπὸ τὴν ἔρημο τότε ―ἂς μὴν πιστεύουν οἱ ἄ­πιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε―ἦρθε ἕνα λιοντάρι, ἔσκαψε μὲ τὰ νύχια του, ἔκανε λάκκο, κ᾽ ἔγινε αὐτὸ ὁ νεκροθάφτης. Ἐκεῖ ἐτάφη ἡ ὁσία.

* * *

Αὐτὸς μὲ λίγα λόγια εἶνε ὁ βίος τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ποὺ ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Τί μᾶς διδάσκει; Ὅτι ὁ Χριστὸς δέχεται ὅλους, καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους ἁ­μαρτωλούς. Ὅσα ἁμαρτήματα κι ἂν ἔχῃ κάνει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Χριστὸς τὸν συγχωρεῖ, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ μετάνοια. Μετανοεῖτε λοιπόν, μᾶς φωνάζει σήμερα ἡ ὁσία Μαρία. Ἀλλὰ καὶ κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα μᾶς φωνάζει ὁ Χριστός· «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 3,2). Μᾶς καλεῖ ν᾽ ἀλλάξουμε κ᾽ ἐμεῖς διαγωγή, ὅπως ἄλλαξε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι.
«Μετανοεῖτε», μᾶς φωνάζουν ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, οἱ ἀστραπὲς καὶ οἱ βροντές, κι ἀλλοίμονο ἂν δὲν ἀκοῦμε. «Μετανοεῖτε», μᾶς φωνάζουν οἱ θεομηνίες, οἱ πλημμύρες ποὺ κάνουν τὰ ποτάμια νὰ φουσκώνουν καὶ ν᾽ ἀπειλοῦν νὰ πνίξουν κόσμο, οἱ σεισμοὶ ποὺ γκρεμίζουν σπίτια, οἱ πυρκαγιὲς ποὺ ἀποτεφρώνουν δάση, οἱ ἀρρώστιες ποὺ θερίζουν. «Μετανοεῖτε», μᾶς φωνάζουν οἱ τάφοι καὶ ὁ θάνα­τος, ποὺ ἔρχεται κάθε μέρα.
Οἱ ἄνθρωποι ὅ­μως μένουν ἀναίσθητοι, δὲν μετανοοῦν. Περνοῦν τὰ χρόνια, ἀσπρίζουν τὰ μαλλιά, πέφτουν τὰ δόντια, τὸ σῶμα μαραίνεται, φθάνει τὸ τέλος, κι οὔτε τότε ὁ ἄνθρωπος λέει Μετανοῶ. Τὸ εἶπα καὶ ἄλλοτε· δὲ θὰ μᾶς δικάσῃ ὁ Θεὸς γιατὶ ἁμαρτήσαμε, θὰ μᾶς δικάσῃ γιατὶ δὲν μετανοήσαμε.
Τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες μᾶς καλεῖ ἰδιαιτέρως. Ὅπως τρέχουμε στὸ ἰατρεῖο ὅταν ἀρρωστήσουμε, ἔτσι μικροὶ καὶ μεγάλοι νὰ τρέξου­με στὸ πνευματικὸ ἰατρεῖο τῆς μετανοίας, τὴν ἱερὰ ἐξομολόγησι. Καὶ τότε πραγματικῶς θὰ ἔ­χουμε μαζί μας τὸ Χριστό. Ὅποιος ἐξομολο­γηθῇ καὶ κοινωνήσῃ, ―δὲν εἶνε ψέμα― βάζει μέσα του τὸ Θεό. Κι ὅποιος ἔχει τὸ Θεό, δὲ φο­βᾶται τίποτα. Αὐτὸς θὰ ἔχῃ τὴν εὐλογία τῆς Ἐκ­κλησίας διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεο­τό­κου καὶ τῆς ὁσίας Μαρί­ας τῆς Αἰγυπτίας, τῆς ὁ­ποίας τὴν ἱερὰ μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ Ἁγ. Βασιλείου Φιλώτα – Ἀμυνταίου 23-3-1980 πρωί)

___________

ΣΕΡΒΙΚΑ

___________

ПРИМЕР ПОКАЈАЊА (СВЕТА МАРИЈА ЕГИПЋАНКА)

Пета недеља поста

«ПОКАЈТЕ СТЕ »

Наша Црква, драги моји, света православна Црква, није творевина човека. Када би било тако, после дивљих напада које је примила и које прима од старијих и новијих непријатеља, требала је до сада да буде порушена, да данас више не постоји. А то насиље указује управо да Црква Христова живи и делује. Нико се не бори против мртвих, већ се бори против живих. Црква дакле опстаје, живи, царује и побеђује у свету. Зашто? Већ смо рекли да није творевина људска, није је начинио човек. Она је божанска творевина. Да бисмо то рекли много једноставније, она је једно дрво које није посадила рука људска, већ је засадио сам Бог, Света Тројица. Управо зато сви демони из пакла, свих боја и облика, не могу да је искорене. Црква је неопходна. Колико је она неопходна? Као хлеб који једемо сваки дан, као сунчеви здраци који нас осветљавају и који нас греју, као ваздух који удишемо сваки тренутак. Да ли можеш да живиш без ваздуха? Да ли можеш да живиш без сунца? Да ли можеш да живиш без хлеба? Не можеш. Тако исто не можеш да живиш без Цркве, без Бога. Наша Црква има велику посланицу. Која је њена посланица? Црква је лечилиште. Као када се човек разболи па иде код лекара и тражи лекове да би се излечио, тако и наша Црква- каже нам свети Златоусти – јесте једно духовно лечилиште за грешнике земаљске. Болесници трче да би излечили телесне болести, а грешници трче у Цркву, да би добили исцељење душе и тела. Само ако неко није грешан, он нема потребе од Цркве. Међутим, да ли постоји на свету човек који није грешан? Не. Сви смо грешни. Само је један остао безгрешан, Господ наш Исус Христос. Сви други, дакле, као грешници, имамо потребу од Цркве Христове. Христос, када је био на земљи, је позивао грешнике да се покају, да се обрате њему, и дао им је опроштај. Све до наших дана и све до свршетка века Христос  је позивао  и позиваће све на покајање. Данас, управо наша Црква позива да се вратимо Христу наводећи као предиван пример покајања једну жену. То је преподобна Марија Египћанка, која слави два пута у години, данас, када је покретни празник пете недеље  Часног поста и 1-ог априла.

* * *

Преподобна Марија Египћанка је живела у шестом веку, у годинама аутократора Јустинијана (527-565), у великом граду који је саградио Велики Александар, у Александрији. Постоји до данас и то је једна од већих лука Средоземља. Тамо се родила. Од мале доби је застранила. Уплела се у лоша друштва и оскрнавила се. Постала је  проститутка. Због своје велике лепоте имала је много љубавника и новаца. Облачила се у свилу, увек је била украшена са скупоценим накитом. Била је царица сладострашћа, мамац, магнет Александрије. И даље је настављала грешан живот, а једног дана, како се то описује у њеном животопису, сишла је до луке. Видела је један брод. Упитала је капетана где путује тај брод, а капетан је одговорио да брод путује у Свету Земљу. Марија је одлучила да путује у храм уочи Воздбожења часнога Крста да се поклони. У часу када је покушавала да уђе у храм, нека невидљива сила је спречавала. Тада је осетила своје стање, установила је да је грешница, да није достојна да уђе у цркву. Да ли, драги моји, и ми сада улазимо достојни у храм? Када би на вратима стајао један анђео и контролисао сваког од нас, ко би се нашао достојан да уђе у храм? Улазимо само у цркву захваљујући милости Божијој. Грешни смо ми, црви смрдљиви и нечисти, а прима нас у своју цркву Христос. Осетила је, дакле, Марија своју грешност. Замолила је Пресвету Богородицу да јој дозволи да уђе у цркву, и Богородица је услишила њену молитву. Марија је ушла у цркву. Клекнула је, плакала, поклонила се крсту, дала је обећање Богу да ће потпуно променити понашање. Покајала се. Црна је у цркву ушла, а бела је изашла. Одлазећи из цркве, упутила се према реци Јордан, и прешавши реку нашла се у пустињи, бескрајној пустињи, где су живеле само дивље животиње и где су се чули само њихови гласови. Тамо је та жена, која је била навикнута на разне погодности и удобности Александрије, променила потпуно начин свога живота. Живела је четрдесет година у подвигу молећи Бога да јој опрости.

У то време је живео један аскета Зосима. Он је био веома важан, а нечастиви му је добацио једну помисао. Рекао му је: «Зосима, већ си годинама аскета, молиш се, читаш, причешћујеш се Пречистим тајнама, нема на свету нико теби сличан….» Горда помисао. А гордост је највећи грех. Глас Божији је одговорио: «Зосима, грешиш, постоји једна друга душа узвишенија од тебе…» Изашао је тада аскета у пустињу, и док је ходао изненада је угледао неку утвару. То није била утвара, то је била Марија Египћанка, која је постала кост и кожа. Она је пала на ноге Зосимине, рекла му је своје име и испричала му о своме прошлом животу. Пошто је исповедила своје грехове, замолила је светог Зосима да јој донесе божанско причешће. Заиста је Зосим донео Пресвете тајне, а када је причестио, њене сузе су падале у свети путир.

Тако су се некада причешћивали хришћани – са побожношћу и  светим страхом. Причешће је једна тајна. Ми сада, тешко нама, се причешћујемо безосећајно и равнодушно, без воље и жеље за Богом, без божанске љубави. Она се причестила исповеђена и са саосећајем. После је замолила светог Зосиму да опет дође да је причести. Отишао је старац после једне године у пустињу и тражио је. Нашао је већ мртву, испружену на песку. Била је као један анђео. Поред себе је уцртала следеће речи: “Сахрани, Зосима, тело грешне Марије”. Свети Зосима је опојао службу и када је дошло време да је сахрани, није имао ашов, како је копао? Из пустиње, ово нека не верују неверници, ми верујемо – дошао је један лав, ископао је са својим канџама једну рупу и он је постао њен погребник. Тамо је сахрањена Преподобна Марија Египћанка.

* * *

То је укратко животопис вете Марије Египћанке, коју данас прославља наша Црква. Шта нас она поучава? Да Христос прима све, чак и највеће грешнике. Колико год грехова да има човек, Христос их све опрашта, довољно је само покајање. Покајте се дакле, говори нам Преподобна Марија. Сваки дан и сваки час, говори нам Христос: «Покајте се » (Мат. 3,2). Позива нас да променимо своје владање, као што је то учинила Марија Египћанка и сви други светитељи. «Покајте се », узвикују нам гробови и смрт, која долази сваки дан. Међутим, људи остају неосетљиви, не кају се. Пролазе године, седи коса, испадају зуби, тело вене, приближава се крај, ни онда се човек не каје. То сам рекао и раније, неће нам судити Бог зато што грешимо, већ ће нам судити зато што се не кајемо. У ове свете дане  позива нас посебно. Као што трчимо лекару када се разболимо, тако треба сви мали и велики да трчимо у духовно лечилиште покајања, у свету исповедаоницу. И тада, заиста ћемо имати Христа у нама. Онај ко се исповеди и причести – ово није лаж – у себе прима Бога. А онај ко има Бога, не боји се ничега. Он ће имати благослов Цркве молитвама Пресвете и Пречисте Богомајке и Преподобне Марије Египћанке, чији спомен данас прослављамо.

πίσκοπος Αγουστνος

(Говор Митрополита Флорине о. Августина Кандиота у светом храму Светог Василија Филота- Аминдео  23 – 3 – 1980 јутро)

__________________________________________________________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

_________________________________________________________

MARIA EGIPTEANCA, O PILDĂ DE POCĂINŢĂ

OMILIE LA DUMINICA A V – A DIN POST A PĂRINTELUI AUGUSTIN KANDIOTUL, MITROPOLIT DE FLORINA

„POCĂIŢI-VĂ!”


Biserica noastră, iubiţii mei, Sfânta Biserică Ortodoxă nu este o plăsmuire omenească. Dacă era aşa, în urma atacului sălbatic la care a fost şi este supusă de către duşmanii ei mai vechi şi mai noi, ar fi trebuit să fi fost nimicită, n-ar mai fi existat. Însă lupta aceasta dovedeşte tocmai faptul că Biserica lui Hristos e vie şi lucrează. Pentru că nimeni nu luptă împotriva morţilor. Luptă împotriva celor vii. Biserica deci se menţine, e vie, împărăţeşte şi triumfă în lume. De ce? Am spus: pentru că nu este o ficţiune omenească, nu au confecţionat-o oamenii, ci este o instituţie dumnezeiască. Este – ca să vorbim mai simplu – un copac pe care nu l-a sădit vreo mână omenească; l-a sădit însuşi Dumnezeu, Sfânta Treime. De aceea, toţi demonii iadului, de toate culorile şi  nuanţele, nu pot să o dezrădăcineze. Biserica este necesară. Cât de necesară este? Ca pâinea pe care o mâncăm zi de zi, ca razele soarelui care ne luminează şi ne încălzesc, ca aerul pe care-l respirăm în fiecare clipă. Poţi să trăieşti fără aer? Poţi să trăieşti fără soare? Poţi să trăieşti fără pâine? Tot aşa, nu poţi să trăieşti fără Biserică, fără Dumnezeu. Şi Biserica noastră are o mare destinaţie. Care este destinaţia ei? Biserica este un spital. Aşa cum atunci când se îmbolnăveşte omul se duce la spital şi cere medicamente pentru a se vindeca, aşa şi Biserica noastră – spune Sfântul Ioan Gură de Aur – este un spital duhovnicesc pentru păcătoşii de pe pământ. Bolnavii aleargă pentru vindecarea trupului şi păcătoşii aleargă la Biserică pentru vindecarea sufletului şi trupului. Doar dacă cineva nu este păcătos, acela nu are nevoie de Biserică. Dar există om în lume care să nu fie păcătos? Nu. Toţi suntem păcătoşi. Unul singur a fost fără păcat, Domnul nostru Iisus Hristos. Aşadar toţi ceilalţi, ca păcătoşi ce suntem, avem nevoie de Biserica lui Hristos. Hristos, când era pe pământ, îi chema pe păcătoşi să se pocăiască, să se întoarcă la El şi le dădea iertare. Dar şi până astăzi şi până la sfârşitul veacurilor Hristos îi cheamă şi îi va chema pe toţi la pocăinţă. Astăzi, Biserica ne cheamă să ne întoarcem la Hristos cu totul, punându-ne înainte ca minunată pildă de pocăinţă o femeie. Este vorba despre Cuvioasa Maria Egipteanca, care este sărbătorită de două ori pe an: astăzi, când este sărbătoarea ei mobilă – în Duminica a V – a din Post, şi pe 1 aprilie.
***
Cuvioasa Maria Egipteanca a trăit în veacul al VI – lea, în anii împăratului Iustinian (527-565), în marea cetate pe care a zidit-o Alexandru cel Mare şi se numeşte Alexandria. Există până astăzi şi este unul din cele mai mari porturi în Mediterana. Acolo s-a născut. Dar a deviat de mică. S-a încurcat în anturaje rele şi s-a stricat. A devenit o femeie comună. Din cauza frumuseţii ei câştigase mulţi admiratori şi dispunea de bani. Purta mătăsuri, era întotdeauna împodobită cu bijuterii scumpe. Devenise regina plăcerii, ispita, magnetul Alexandriei. Aşadar, în timp ce îşi continua viaţa păcătoasă, într-o zi, cum istoriseşte viaţa ei, a coborât în port. A văzut acolo o corabie. L-a întrebat pe căpitan unde merge şi el i-a răspuns: la Sfintele Locuri. Maria s-a hotărât să călătorească cu acea corabie. Aşa s-a şi întâmplat. A ajuns la Sfintele Locuri şi s-a dus la biserică în ziua Înălţării Cinstitei Cruci ca să se închine. Dar în clipa în care a încercat să intre, o putere nevăzută a împiedicat-o. Atunci a conştientizat starea ei, a conştientizat că este păcătoasă, că nu este vrednică să intre în biserică. Iubiţii mei, oare noi acum intrăm în biserică cu vrednicie? Dacă la uşă ar sta un înger şi ar controla pe fiecare, va găsi pe vreunul vrednic să intre? Intrăm prin mila lui Dumnezeu. Noi suntem păcătoşi, viermi murdari şi necuraţi, iar Hristos ne primeşte în Biserica Sa. Aşadar, Maria şi-a simţit păcătoşenia. A rugat-o atunci pe Preasfânta (Fecioară Maria) s-o lase să intre, iar Preasfânta i-a ascultat rugăciunea: Maria a intrat în Biserică. A îngenunchiat, a plâns, s-a închinat Crucii şi a făcut o făgăduinţă înaintea lui Dumnezeu că de acum înainte îşi va schimba purtarea. S-a pocăit. A intrat neagră şi a ieşit albă. Fugind din biserică, s-a îndreptat spre Iordan şi după ce a trecut râul, a ajuns în pustie, în pustia nesfârşită, unde doar fiarele sălbatice trăiau şi doar glasurile lor se auzeau. Acolo, această femeie, care era obişnuită cu luxul şi bogăţia Alexandriei, avea să-şi schimbe cu desăvârşire de atunci încolo modul de viaţă. A trăit patruzeci de ani întregi în asprime, rugându-L pe Dumnezeu să o ierte. În acea vreme trăia un ascet care se numea Zosima. Era învăţat, dar diavolul i-a aruncat o idee. Zosima – i-a spus – de ani de zile te nevoieşti în pustnicie, te rogi, studiezi, te împărtăşeşti cu Preacuratele Taine. Ca tine nu mai există altul… Un gând mândru. Şi mândria este cel mai mare păcat. Însă glasul lui Dumnezeu i-a răspuns: Zosima, greşeşti. Există un alt suflet mai înalt decât tine… A ieşit atunci ascetul în pustie şi în timp ce mergea vede deodată ceva ca o fantomă. Nu era fantomă; era Maria Egipteanca care ajunsese numai şi piele şi oase. A căzut la picioarele lui Zosima, i-a spus numele şi viaţa ei. După ce s-a mărturisit de păcatele ei, l-a rugat pe Sfântul Zosima să-i aducă Dumnezeiasca Împărtăşanie. Într-adevăr, Zosima i-a adus Preacuratele Taine, şi când a împărtăşit-o lacrimile acesteia  cădeau în Sfântul Potir.

Aşa se împărtăşeau odată creştinii, cu emoţie şi teamă. Este mare şi dumnezeiască Taina Împărtăşaniei. Noi acum, vai, ne împărtăşim nesimţiţi şi indiferenţi, fără dragoste şi dor după Dumnezeu, fără dragoste dumnezeiască. Ea se împărtăşea mărturisită şi cu simţire. Apoi l-a rugat pe Zosima să revină. Şi s-a dus bătrânul după un an acolo şi a căutat-o. Dar a găsit-o moartă, întinsă pe nisip. Era ca un înger. Alături însemnase cuvintele: „Îngroapă, părinte Zosima, trupul păcătoasei Maria”. Sfântul Zosima a cântat slujba de înmormântare şi a venit clipa să o îngroape. Târnăcop nu avea. Cum a săpat? În momentul acela, din pustie – să nu creadă necredincioşii, noi credem! – a venit un leu, a săpat cu ghearele, a făcut o groapă şi a fost el însuşi groparul. Acolo a fost îngropată cuvioasa.
***

Aceasta este în puţine cuvinte viaţa Sfintei Maria Egipteanca, pe care o sărbătoreşte astăzi Biserica noastră. Ce ne învaţă? Că Hristos îi primeşte pe toţi şi pe cei mai mari păcătoşi. Oricâte păcate ar face omul, Hristos îl iartă, dacă se pocăieşte. Aşadar, „Pocăiţi-vă!”, ne strigă astăzi cuvioasa Maria. Dar în fiecare zi şi în fiecare ceas ne strigă Hristos: „Pocăiţi-vă!” (Matei 3, 2). Ne cheamă să ne schimbăm şi noi vieţuirea, precum şi-a schimbat-o Maria Egipteanca şi toţi sfinţii. „Pocăiţi-vă!”, ne strigă toate stihiile naturii, fulgerele şi tunetele şi vai!, dacă nu auzim. „Pocăiţi-vă!”, ne strigă dezastrele naturale, inundaţiile care fac râurile să se umfle şi să ameninţe cu înecarea lumii, cutremurele care dărâmă case, incendiile care mistuiesc pădurile, bolile care seceră. „Pocăiţi-vă”, ne strigă mormintele şi moartea, care vine în fiecare zi. Oamenii însă rămân nesimţiţi, nu se pocăiesc. Trec anii, părul i se albeşte, îi cad dinţii, trupul i se veştejeşte, ajunge la sfârşit şi nici atunci omul nu zice „Mă căiesc”. Am spus-o şi altădată: Nu ne va judeca Dumnezeu pentru că am păcătuit, ci ne va judeca pentru că nu ne-am pocăit. În aceste sfinte zile ne cheamă în mod deosebit. Cum alergăm la spital când ne îmbolnăvim, aşa mici şi mari să alergăm la spitalul duhovnicesc al Pocăinţei, la Sfânta Mărturisire. Şi atunci realmente vom avea cu noi pe Hristos. Cine se mărturiseşte şi se împărtăşeşte – nu e minciună!– Îl primeşte în sine pe Dumnezeu. Şi cine Îl are pe Dumnezeu, nu se teme de nimic. El va avea binecuvântarea Bisericii prin mijlocirile Preasfintei Născătoare de Dumnezeu şi ale Cuvioasei Maria Egipteanca, a cărei sfântă pomenire o sărbătorim astăzi.

+ Episcopul Augustin

(Omilie a Mitropolitului de Florina, părintele Augustin Kandiotis, în Sfânta Biserică a Sfântului Vasilie, Filota – Amintaios, 23.03.1980 dimineaţa)
(Sursa:  Cartea “Ne vorbeşte Părintele Augustin, Mitropolitul de 104 ani” – vol. al II-lea)

4436991

Părintele Iustin Popovici

(π. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ)

Omilie la Duminica a V – a din Post (1965)

În numele Tatălui şi al Fiului şi al Sfântului Duh.

Iată a V – a Duminică din Marea Patruzecime, duminica [care pecetluieşte săptămâna] marilor privegheri şi marilor nevoinţe, săptămâna marilor tânguiri şi suspine, Duminica celei mai mari sfinte între sfintele femei, a Cuvioasei Maicii noastre Maria Egipteanca…
Patruzeci şi şapte de ani a vieţuit în pustie, şi Domnul i-a dăruit ceea ce rareori dăruieşte cuiva dintre sfinţi. Ani întregi nu a gustat pâine şi apă. La întrebarea Avvei Zosima, ea a răspuns: „Nu numai cu pâine va trăi omul” (Matei 4, 4). Domnul a hrănit-o într-un mod deosebit şi a îndrumat-o la viaţa pustnicească, la nevoinţele pustniceşti.
Şi care a fost urmarea? Sfânta a preschimbat iadul ei în rai! L-a biruit pe diavol şi a urcat sus la Dumnezeu! Cum, cu ce? Cu postul şi cu rugăciunea, cu postul şi cu rugăciunea! Pentru că postul, postul împreună cu rugăciunea, este o putere care biruieşte totul. Un imn minunat din Marea Patruzecime spune: „Să urmăm Mântuitorului sufletelor noastre, Care prin post ne-a arătat biruinţa împotriva diavolului”. Prin post ne-a arătat biruinţa împotriva diavolului… Nu există o altă armă, nu există un alt mijloc.
Postul! Iată mijlocul pentru a-l birui pe diavolul, pe orice diavol. Exemplu de biruinţă, Sfânta Maria Egipteanca. Ce putere dumnezeiască este postul! Postul nu este nimic altceva decât să-ţi răstigneşti trupul, să-ţi răstigneşti trupul, să te răstigneşti singur pe tine însuţi.
De vreme ce există crucea, biruinţa este sigură. Trupul fostei desfrânate din Alexandria, Maria, prin păcat s-a predat robiei diavolului. Dar când a îmbrăţişat crucea lui Hristos, când a luat această armă în mâinile ei, l-a biruit pe diavol. Postul este învierea sufletului din morţi. Postul şi rugăciunea deschid ochii omului, ca să se zărească şi să se înţeleagă după adevăr pe el însuşi, să se vadă pe el însuşi. Vede atunci că fiecare păcat în sufletul lui este mormântul lui, mormântul, moartea lui. Înţelege că păcatul în sufletul lui nu face nimic altceva decât să transforme în leşuri toate câte aparţin sufletului: gândurile lui, sentimentele lui şi dispoziţiile lui; un şir de morminte. Şi atunci…, se dezlănţuie din suflet un strigăt jalnic: „Înainte de sfârşit, până ce nu pier, mântuieşte-mă”. Acesta este strigătul nostru în această sfântă săptămână: Doamne, înainte de sfârşit, până ce nu pier, mântuieşte-mă. Astfel ne-am rugat în această săptămână Domnului, astfel de strigăte rugătoare ne-a predat, în Canonul său cel Mare, marele sfânt părinte al nostru Andrei Criteanul.
„Doamne, înainte de sfârşit, până ce nu pier, mântuieşte-mă”. Acest strigăt ne priveşte pe noi toţi, pe toţi câţi avem păcate. Cine nu are păcate? Este imposibil să priveşti în tine însuţi şi să nu afli undeva, în vreun ungher al sufletului tău, să nu localizezi în vreun colţ al lui un păcat poate uitat. Şi… fiecare păcat, pentru care nu te-ai pocăit, este mormântul tău, este moartea ta. Şi tu, ca să poţi să te mântuieşti şi să te înviezi pe tine însuţi din mormântul tău, strigă cu strigătele tânguitoare şi rugătoare ale Marii Patruzecimi: „Doamne, înainte de sfârşit, până ce nu pier, mântuieşte-mă”.
Să nu ne batem joc de noi înşine, fraţilor, să nu ne lăsăm înşelaţi. Şi chiar dacă un singur păcat ar rămâne în sufletul tău, şi tu nu te pocăieşti şi nu-l mărturiseşti, ci îl laşi înăuntrul tău, acest păcat te va duce în împărăţia iadului. Pentru păcat nu există loc în raiul lui Dumnezeu. Pentru păcat nu există loc în Împărăţia Cerurilor. Pentru a te învrednici de Împărăţia Cerurilor, îngrijeşte-te să izgoneşti din tine orice păcat, să dezrădăcinezi din tine prin pocăinţă orice păcat. Pentru că nimic nu izbăveşte decât pocăinţa omului. O astfel de putere a dat Domnul Sfintei Pocăinţe.
Priviţi! Dacă pocăinţa a putut să mântuiască o femeie atât de desfrânată, cum a fost odată Maria Egipteanca, cum să nu mântuiască şi pe alţi păcătoşi, pe fiecare păcătos, şi pe cel mai mare păcătos şi criminal? Da, Sfânta şi Marea Patruzecime este câmpul de luptă pe care noi, creştinii, cu postul şi cu rugăciunea îl biruim pe diavolul, biruim toate păcatele, biruim toate patimile şi ne asigurăm nouă înşine nemurirea şi viaţa veşnică. În Vieţile sfinţilor şi ale adevăraţilor creştini există nenumărate exemple care arată că, într-adevăr, doar cu rugăciunea şi cu postul noi creştinii biruim pe demoni, pe toţi cei care ne chinuiesc şi vor să ne târască în împărăţia răului, în iad. Chiar, Sfântul Post…! Este postul sfintelor noastre virtuţi. Fiecare sfântă virtute înviază sufletul meu şi sufletul tău din morţi.
Rugăciune! Ce este rugăciunea? Este marea virtute care te înviază şi care mă înviază. Sculându-te la rugăciune, n-ai strigat către Domnul să îţi curăţească sufletul de păcate, de orice rău, de orice patimă? Atunci mormintele tale şi mormintele mele se deschid şi morţii înviază. Tot ce este păcătos fuge, tot ce târăşte spre rău dispare. Sfânta rugăciune îl înviază pe oricare dintre noi, când este sincer, când îşi aduce tot sufletul în cer, când tu cu frică şi cutremur spui Domnului: Vezi, vezi mormintele mele, nenumărate sunt mormintele mele, Doamne! În fiecare din aceste morminte, iată sufletul meu, iată-l mort, departe de Tine, Doamne! Spune un cuvânt şi îi înviază pe toţi morţii mei! Pentru că Tu, Tu, Doamne, ne-ai dăruit multe puteri dumnezeieşti ca să ne învieze prin Sfânta Înviere, să ne învieze din mormântul trândăviei.
Da, prin păcat, prin patimile noastre, murim sufleteşte. Sufletul moare când se desparte de Dumnezeu. Păcatul este puterea care desparte sufletul de Dumnezeu. Şi noi, când iubim păcatul, când iubim plăcerile trupeşti, în realitate ne iubim moartea, iubim mormintele, mormintele rău mirositoare în care sufletul nostru se descompune.
Dimpotrivă, când ne trezim, când prin fulgerul pocăinţei lovim în inima noastră, atunci…, atunci morţii noştri înviază. Atunci sufletul nostru îi  biruieşte pe toţi criminalii săi, îl biruieşte pe creatorul prin excelenţă al tuturor păcatelor, pe diavolul, îl biruieşte cu puterea Domnului Iisus Hristos cel înviat.
De aceea, pentru noi creştinii nu există păcat mai puternic ca noi. Să fi sigur că întotdeauna eşti mai puternic decât orice păcat care te chinuieşte, întotdeauna eşti mai puternic decât orice patimă care te chinuieşte. Cum? – întrebi. Prin pocăinţă! Şi ce este mai uşor decât ea? Întotdeauna poţi înăuntrul tău, în sufletul tău, să strigi: „Doamne, înainte de sfârşit, până ce nu pier, mântuieşte-mă”. Ajutorul lui Dumnezeu nu te va trece cu vederea. Te vei învia pe tine însuţi din morţi şi vei trăi în această lume ca unul care a venit din cealaltă lume, care a fost înviat şi trăieşte o nouă viaţă, viaţa Domnului celui înviat, înăuntrul căreia există toate dumnezeieştile puteri, aşa încât niciun păcat de acum să nu poată să te ucidă. Poate vei cădea din nou, dar de acum cunoşti, cunoşti arma, cunoşti puterea cu care te înviezi din morţi. Dacă de cincizeci de ori pe zi păcătuieşti, dacă de cincizeci de ori te ruşinezi, dacă cincizeci de morminte îţi sapi astăzi, strigă doar: „Doamne, dă-mi pocăinţă. Mai înainte de sfârşit, până ce nu pier, mântuieşte-mă”.
Domnul cel Bun, care cunoaşte slăbiciunea şi neputinţa sufletului omenesc şi a voinţei omeneşti, a spus: Vino, frate. Chiar dacă de şaptezeci de ori câte şapte păcătuieşti pe zi, vino iar şi spune: Am păcătuit (Matei 18, 21-22). Domnul asta ne porunceşte nouă, oamenilor slabi şi neputincioşi. Îi iartă pe păcătoşi. De aceea a şi declarat că bucurie mare se face în cer pentru un păcătos care se pocăieşte pe pământ (vezi Luca 15, 7). Întreaga lume cerească priveşte la tine, frate şi soră, cum trăieşti pe pământ. Cazi în păcat şi nu te pocăieşti? Iată, îngerii plâng şi se tânguiesc în cer din pricina ta. Doar ce începi  să te pocăieşti, frate, îngerii în cer se bucură şi dănţuiesc ca nişte fraţi ai tăi cereşti…
Iată Maria Egipteanca, marea sfântă de astăzi. Cât de păcătoasă a fost! Din ea Domnul a făcut o fiinţă sfântă ca heruvimii. Prin pocăinţă s-a făcut întocmai cu îngerii, prin pocăinţă a distrus iadul în care se afla, şi s-a suit întreagă în raiul lui Hristos. Nu există creştin neputincios în această lume, chiar dacă îl atacă cele mai groaznice păcate şi ispite ale acestei lumi. Însă este suficient doar ca creştinul să nu uite marile lui arme: pocăinţa, rugăciunea, postul; să se dedea vreunei nevoinţe evanghelice, vreunei virtuţi: fie rugăciunii, fie postului, fie iubirii evanghelice, fie îndurării. Să ne amintim de marii sfinţi ai lui Dumnezeu, să ne amintim de marea sfântă sărbătorită astăzi, de Cuvioasa Maica noastră Maria Egipteanca, şi să fim siguri că Domnul va fi ajutorul nostru la vreme. Sfânta Maria a experiat atât de mult ajutorul minunat din partea Preasfintei Născătoare de Dumnezeu, încât s-a mântuit din groaznicul ei iad, de groaznicii ei demoni. Preasfânta Născătoare de Dumnezeu şi astăzi şi pururea ne ajută în toate virtuţile noastre evanghelice: în rugăciune, în post, în priveghere, în iubire, în îndurări şi în răbdare şi în orice altă virtute. Mă rog să ne ajute întotdeauna şi să ne călăuzească…
De aceea, niciodată să nu oboseşti în lupta şi în războiul cu păcatele tale… În toate greutăţile tale, în cele mai mari căderi ale tale să-ţi aminteşti de acest strigăt al sfintei săptămâni, care are putere să te învieze: „Doamne, mai înainte de sfârşit, până ce nu pier, mântuieşte-mă”.

[Traducere (în elină) de către părinţii Sfintei Mănăstiri Cuviosul Grigorie din Sfântul Munte din cartea PASHALNE BESEDE (Omilii Pascale), Belgrad, 1998,
iar în româneşte de monahul Leontie după http://www.imkby.gr/greek/sarakosti/week/e_week/eweek_5.htm]