Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΛΣΤ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2244
Κυριακὴ Ι΄ Λουκᾶ (Λουκ. 13,10-17)
8 Δεκεμβρίου 2019
Αμαρτωλος, ο χειροτερος αιχμαλωτος
«Ταύτην δέ, θυγατέρα Ἀβραὰμ οὖσαν, ἣν ἔδησεν ὁ σατανᾶς ἰδοὺ δέκα καὶ ὀκτὼ ἔτη, οὐκ ἔδει λυθῆναι ἀπὸ τοῦ δεσμοῦ τούτου τῇ ἡμέρᾳ τοῦ σαββάτου;» (Λουκ. 13,16)
18 χρόνια, ἀγαπητοί μου, 18 χρόνια ἡ δυστυχισμένη γυναίκα τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου ἦταν αἰχμάλωτη τοῦ διαβόλου. Γιατὶ ἡ ἀσθένειά της, ὅπως ἀποκαλύπτει ὁ Κύριος, δὲν ἦταν μιὰ ἀσθένεια ποὺ ὠφείλετο σὲ μία ὀργανικὴ φθορὰ ἢ σὲ μία ἐπιπλοκὴ τῆς λειτουργίας τοῦ ὀργανισμοῦ της· ἦταν ἀποτέλεσμα ἐπεμβάσεως τοῦ πονηροῦ. Ἔπασχε ἡ γυναίκα αὐτή, ἀλλὰ τὸ πάθημά της δὲν ἦταν κάτι φυσικό· τὸ εἶχε προκαλέσει ὁ πονηρός, κατὰ θείαν παραχώρησιν.
Ὁ σατανᾶς, αὐτὸς ποὺ ἄλλοτε εἶχε γεμίσει πληγὲς τὸ σῶμα τοῦ Ἰώβ, αὐτὸς ποὺ ἔβαζε τοὺς δαιμονιζομένους νὰ χτυπιῶνται στὶς πέτρες καὶ νὰ πέφτουν στὴ φωτιὰ ἢ στὸ νερό, αὐτὸς καὶ τώρα στὴν περίπτωσι αὐτὴ εἶχε δημιουργήσει μιὰ φοβερὴ πάθησι. Ἡ δυστυχισμένη αὐτὴ γυναίκα εἶχε ἄλλοτε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, τὸ σῶμα της ὄρθιο σὰν κυπαρίσσι· ἀλλὰ ἡ δαιμονικὴ ἀσθένεια λύγισε τὴ σπονδυλικὴ στήλη της· τὸ σῶμα καμπούριασε τόσο πολύ, ὥστε τὸ κεφάλι νὰ φτάνῃ πολὺ χαμηλά· σχεδὸν ἄγγιζε τὴ γῆ!
Ἡ ταλαίπωρη αὐτὴ γυναίκα δὲν μποροῦσε ν᾽ ἀνορθωθῇ, νὰ σηκώσῃ τὸ κεφάλι καὶ νὰ δῇ ψηλὰ καὶ γύρω, νὰ χαρῇ ὅσα ὡραῖα ἔχει δημιουργήσει ὁ Πλάστης, ὅσα χαίρονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴτε ψηλὰ στὸν οὐράνιο θόλο εἴτε στὸν ὁρίζοντα τῆς γῆς. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ζοῦσε τόσο δύσκολα, ποτέ δὲν παρέλειπε τὰ πνευματικά της καθήκοντα· ἐνῷ βρισκόταν σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀξιολύπητη κατάστασι, τὸ Σάββατο, ἡμέρα ἀργίας καὶ λατρείας τῶν πιστῶν, δὲν ἐννοοῦσε νὰ μένῃ στὸ σπίτι, ἀλλὰ ἔδινε πάντοτε τὸ παρών. Ὅταν μάλιστα ἄκουσε ὅτι ἦρθε ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος καὶ κηρύττει στὴ συναγωγή, ἔτρεξε ἐκεῖ μὲ ὅλη τὴν προθυμία.
Γιά σκεφτῆτε. Μιὰ σακατεμένη γυναίκα σηκώθηκε καὶ πῆγε σέρνοντας στὸ μέρος ὅπου δίδασκε ὁ Χριστός. Πόσοι καὶ πόσοι Χριστιανοὶ σήμερα, ποὺ εἶνε γεροὶ κ᾽ ἔχουν πόδια, τὴν Κυριακὴ μένουν στὸ σπίτι ἢ τρέχουν ἀλλοῦ, ἀλλὰ δὲν ἀποφασίζουν νὰ σύρουν τὰ βήματά τους μέχρι τὴν ἐκκλησία ἢ ἐκεῖ ποὺ γίνεται ἕνα ἐκκλησιαστικὸ κήρυγμα. Κουράζονται, σοῦ λέει ἡ κυρία τῆς ἀριστοκρατίας. Ἂν ἦταν βέβαια κανένας χορὸς καὶ διασκέδασι, ἐκεῖ μποροῦσε νὰ μείνῃ ὄρθια ὧρες ὁλόκληρες, ἀλλὰ στὴν ἐκκλησία κουράζεται νὰ σταθῇ μία ὥρα, νὰ προσευχηθῇ καὶ νὰ ζητήσῃ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ· προφασίζεται κούρασι.
Δὲν εἶνε ἡ κούρασι, ἀγαπητοί μου, αἰτία τῆς ἀπουσίας· εἶνε ἡ ἀδιαφορία γιὰ τὰ πνευματικά, ἡ ἀμέλεια γιὰ τὴν σπουδαιότερη ὑπόθεσι τῆς ζωῆς μας, γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς.
Ἀλλὰ ἡ γυναίκα αὐτὴ δὲν ὑπολόγισε τὴν κούρασι, οὔτε δικαιολογήθηκε γιὰ τὴν κατάστασι τῆς ὑγείας της, οὔτε σκέφτηκε ὅτι μὲ τὴν ταπεινωτικὴ ἐμφάνισί της ἔξω στὸν κόσμο καὶ τὴν ἐλαττωματικὴ κίνησί της ἐκτίθεται στὰ μάτια τῆς κοινωνίας. Πῆγε στὴ συναγωγή, συμμετεῖχε στὴν προσευχή, ἄκουσε τὴν ἀνάγνωσι τοῦ νόμου, καὶ παρακολούθησε μὲ προσοχὴ τὴ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ψυχή της φωτίστηκε, ἐνισχύθηκε, παρηγορήθηκε· καί, μαζὶ μὲ τὸ φῶς ποὺ δέχθηκε στὴν καρδιά, εἶδε καὶ τὴ θεραπεία τοῦ σώματος. Ὁ Χριστὸς τὴν θεράπευσε. Μιὰ τέτοια ψυχὴ δὲν ἄξιζε νὰ τὴν εὐεργετήσῃ ὁ Θεός;
Read more »