Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 4th, 2013 | filed Filed under: «KΥΡΙΑΚΗ» (Συντομο κηρυγμα) σε pdf, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Πάσχα

Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης  π. Αυγουστίνου Καντιώτου

στη Θεία Λειτουργία της Αναστάσεως (Ἰωάν. 1,1-17)

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΖΗ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕΙ

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1)

+ΕΙΚΟΝΑ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΚΥΡΙΟΥΣΥΝΤΟΜΟ, ἀγαπητοί μου, θὰ εἶνε τὸ κήρυ­γμα. Παρὰ τὴν κόπωσι, δὲν πρέπει νὰ γίνεται θεία λειτουργία χωρὶς κήρυγμα.

Τὸ εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζεται σήμερα εἶνε τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾽ ὅ­λα τὰ εὐαγγέλια τοῦ ἔ­τους. Εἶνε τὸ πιὸ ὑψήγο­ρο, τὸ πιὸ θεολογικό. Εἶνε ὕψος τὰ λόγια «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν. 1,1)! Νὰ τὰ ἑρμηνεύσουμε; Δὲν ἔχου­με οὔτε ἐγὼ εὐφράδεια οὔτε σεῖς ὑπομονὴ γιὰ μία πλήρη ἐξήγησι τοῦ ῥητοῦ αὐτοῦ. Λίγες λέξεις μόνο θὰ ψελλίσουμε ἐπάνω σ᾽ αὐτό.

* * *

Λένε, ὅτι κάποιος βασιλιᾶς τῆς ἀρχαίας ἐπο­­χῆς κάλεσε στὰ ἀνάκτορα ἕνα σοφό. ―Θέλω, λέει, νὰ μοῦ λύσῃς ἕνα πρόβλημα. Μὲ βασανί­ζει τὸ ἐρώτημα τί εἶνε Θεός. ―Δύσκολο αὐ­τό, ἀπαντᾷ ὁ σοφός. Δὲν μπορῶ ν᾽ ἀπαντήσω ἀμέσως. Δῶσε μου προθεσμία τρεῖς μέρες. Τοῦ ἔδωσε προθεσμία. Ἄνοιξε ἐκεῖνος βιβλία καὶ μελέτησε. Ὅταν ἐπέστρεψε λέει· ―Βασιλιᾶ, δὲν μπόρεσα νὰ βρῶ ἀπάν­τησι. Ζητῶ ἄλ­λες τρεῖς μέρες. Πῆρε ἄλλες τρεῖς. Πάλι ὅμως ἴδια ἡ ἀ­πάν­τησι. Ζητάει ἀκόμα τρεῖς μέρες. Ἀλλὰ τελικά, παρ᾽ ὅ­λες τὶς παρατάσεις ποὺ πῆ­ρε, στά­θηκε ἀδύνατο νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ βασιλιᾶ.
Στὸ ἐρώτημα λοιπὸν αὐτό, ποὺ δὲν ἀ­πήν­τη­σε ὁ ἀρχαῖος σοφός, ἀπαντᾷ σήμερα μὲ λίγες λέξεις τὸ εὐαγγέλιο· «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος».
Πῶς θὰ τὸ ἐννοήσουμε τὸ χωρίο αὐτό; Ἂς πετάξουμε μὲ τὴ σκέψι μας στὸ παρελθόν. Δι­ατρέχουμε αἰῶνες καὶ χιλιετίες προχωρών­τας διαρκῶς πρὸς τὰ πίσω. Φθάνουμε σὲ μιὰ ἐ­ποχὴ ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἄν­θρωπος. Προχωρών­τας ἀκόμη βρίσκουμε, ἀ­πὸ τὰ ἀπολιθώματα ποὺ ἐξετάζει ἡ γεωλογία, ὅτι δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔτε ζῷα οὔτε πουλιὰ οὔ­­τε δέντρα οὔτε φυτὰ οὔ­τε ἄλλο ἴχνος ζωῆς. Προχωρώντας ἀκόμη θὰ δοῦ­με, ὅτι δὲν ὑπῆρ­­χε θάλασσα, «ἡ δὲ γῆ ἦν ἀ­όρατος καὶ ἀκατασκεύαστος» (Γέν. 1,2). Δὲν ὑ­πῆρχαν πλανῆ­τες, δὲν ὑπῆρ­χε γῆ, ἥλιος, γαλαξίες, κο­­μῆ­­τες, οὔτε τίποτε ἀπὸ ἀστρικὸ σύμπαν. Φθά­νου­­με ἔτσι σὲ ἕνα χρόνο ποὺ δὲν ὑπῆρχε τίποτα.
Τί εἶπα; τίποτα; Βλασφημία! Πῶς δὲν ὑπῆρ­χε τίποτα; Ὑπῆρχε ὁ Θεός, ὁ Λόγος! «Ἐν ἀρ­χῇ ἦν ὁ Λόγος», ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ ὑπῆρχε ὁ Λόγος.
Ὥστε δὲν ὑπῆρξε ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία νὰ μὴν ὑπάρχῃ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, δη­λαδὴ ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς ὑπῆρχε πάν­το­τε. Εἶνε ἄν­αρχος καὶ μὲ τὸν Πατέρα συνάναρχος· εἶνε ἀΐδιος δηλαδὴ αἰώνιος, καὶ μὲ τὸν Πατέρα συν­α­ΐ­διος δηλαδὴ συναιώνιος. Δύσ­κολα, θὰ πῆτε, εἶν᾽ αὐτά, εἶνε μυστήρια. Ὄντως μεγάλα μυστήρια. Δὲν θὰ τὰ ἀρνηθοῦ­με ὅμως· τὰ δεχόμεθα διὰ τῆς πίστεως.
Ἄλ­λωσ­τε, ὅπως ἔχω πεῖ καὶ ἄλλοτε, ὄχι πλέον τὰ ὑπερφυσικὰ ἀλλὰ κι αὐτὰ τὰ φυσικὰ πρά­γματα κρύβουν μυστήρια. Γεμᾶτος μυστήρια εἶνε ὁ κόσμος. Ὅλοι οἱ ἐπιστημονικοὶ κλάδοι ἔχουν ἄλυτα προβλήματα. Ἡ ἐπιστήμη ἁπλῶς περιγράφει, δὲν ἐξηγεῖ πλήρως, δὲν εἰσ­έρχεται στὰ βαθύ­τερα αἴτια τῶν πρα­γμάτων καὶ τῶν φαινομένων. Τί εἶνε λ.χ. ὁ ἠλεκτρι­σμός; τί εἶνε ὁ μαγνητισμός; τί εἶνε ἡ παγκόσμιος ἕλξις; Ἡ ἐπιστήμη περιγράφει, τί ἀκρι­βῶς ὅμως εἶ­νε δὲν γνωρίζει. Μυστήρια εἶνε ἁπλωμένα παντοῦ στὴ φύσι, καὶ στὰ μικρότερα ἀκόμα. Καὶ ἡ ἐ­λα­χίστη ποσότης τῆς ὕλης, τὸ ἄ­τομο, εἶνε μιὰ μικρογραφία τοῦ σύμ­παντος. Ἀ­ναφέρω ἕνα παράδειγμα. Στὴ ῾Ρώμη συνῆλθε δι­εθνὲς ἰατρικὸ συνέδριο ἀπὸ κο­ρυ­φαίους ἐ­πιστήμονες ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἐπάρατο νόσο ποὺ σαρώνει τὴν ἀν­θρωπότη­τα, τὸν καρκίνο. Εἶπαν πολλά. Στὸ τέλος ὁ πρόεδρος συν­όψισε. Γνωρί­ζουμε, λέει, πῶς ἐμφανίζεται, πῶς ἐξελίσσεται ὁ καρκίνος καὶ ποιά εἶνε τὰ συμ­πτώματά του· ἕνα δὲν γνωρίζουμε, τὴν αἰ­τία του, πῶς δημιουργεῖται – πῶς γίνεται. Πῶς ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἑκατομμύρια κύτταρα ποὺ ἔχει τὸ σῶμα – αὐτὸ εἶνε καρκίνος, ἐκεῖ ποὺ λειτουργεῖ ἁρ­μονι­κὰ μὲ τὰ ἄλλα, ξαφνικὰ «τρελλαίνεται», φεύγει ἀπ᾽ τὴν τροχιά του, κι ἀπὸ ᾽κείνη τὴν ὥρα πλέον ἀρχίζει ἡ νόσος.
Παντοῦ λοιπὸν εἶνε τὸ μυστήριο. Καὶ ἐφ᾽ ὅ­σον οἱ ἐπιστήμονες ἀποροῦν γιὰ πράγματα τοῦ ὑλικοῦ κόσμου, πῶς ἐμεῖς νὰ ἐξηγήσουμε τὸ μυστήριο τῶν προσώπων τῆς ἁγίας Τρι­άδος; Ἂς λύσουν αὐτοὶ πρῶτα τὰ μυστήρια ποὺ κρύβουν τὰ φυσικὰ πράγματα, καὶ τότε νὰ ζητοῦν νὰ λύσουμε τὰ ὑπερφυσικὰ πρά­γματα. Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου εἶνε ἕνα μικρὸ κύπελλο· δὲν μπορεῖ νὰ χωρέσῃ τὸν ὠκεανό.

* * *

«Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Λόγος στὴ γλῶσ­σα τῆς Γραφῆς καὶ τῆς Ἐκ­κλησίας λέγεται ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, διότι γεννᾶ­ται ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα ποὺ εἶνε ὁ ὑπέρτατος Νοῦς. Ὁ Νοῦς γεννᾷ τὸν Λόγο, ὁ Πατὴρ γεννᾷ τὸν Υἱό.
Γιὰ νὰ προσεγγίσουμε τὴν ἀλήθεια αὐτή, λέμε τὰ ἑξῆς. Ὁ ἄνθρωπος πλάσθηκε «κατ᾽ εἰ­κόνα» τοῦ Θεοῦ (Γέν. 1,26) καὶ γι᾽ αὐτὸ ὀνομάζεται «εἰκὼν τοῦ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. 11,7. Κολ. 3,10). Πῶς εἶνε ὁ ἄν­θρω­πος εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς πρὸς τὸ σῶμα; Ὄχι βεβαίως. Ὁ Θεὸς δὲν ἔ­χει κάτι τὸ ὑλικό, δὲν ἔχει σῶμα, χέρια πόδια αὐτιὰ κ.τ.λ., ὅπως φαν­­τάζονταν τοὺς θεούς των οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας. Ὁμιλεῖ κάποτε καὶ ἡ ἁγία Γρα­φὴ ἀν­θρωποειδῶς γιὰ τὸ Θεό, ἀλλὰ μόνο κατὰ συγ­κατάβασιν. Ὁ Θεὸς εἶνε πνεῦμα. Συνεπῶς τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶνε «εἰκὼν» τοῦ Θεοῦ δὲν ἀ­ναφέρεται στὸ σῶμα ἀλλὰ στὴν ψυχή του· κα­τὰ τὴν ψυχὴ ὁ ἄνθρωπος εἶνε εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἄνθρωπος κυρίως δὲν εἶνε τὸ ὁρώμενον, αὐ­τὸ ποὺ φαίνεται· εἶνε τὸ μὴ ὁρώμενον. Τὸ ὁρώμενον εἶνε ὕλη, τὸ μὴ ὁρώμενον εἶνε ἡ ψυχή.
Ὑπάρχει λοιπὸν ἀντιστοιχία. Ὅπως ὁ Θεὸς εἶνε τριαδικός, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶνε στὴν ψυχὴ τριαδικός. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶνε ὁ ὑπέρτα­­­τος Νοῦς, ποὺ γεννᾷ τὸν Υἱὸ καὶ Λόγο του, καὶ ἐκπορεύει τὸ ἅ­γιο Πνεῦμα· καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔχει νοῦ, ἔ­χει λόγο – σκέψι, ἔχει καὶ πνεῦμα.
Σπουδαιότατο δῶρο τοῦ Θεοῦ ἡ σκέψις. Αὐ­τὴ ἀποτελεῖ τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου. Δὲν συναντᾶται στὰ ζῷα οὔτε πουθενὰ ἀλλοῦ· μόνο στὸν ἄνθρωπο. Ὤ ἡ σκέψις, ὁ νοῦς! Βρίσκεσαι τὴν ὥρα αὐτὴ ἐδῶ, κι ἀμέσως πετᾷς σὰν μὲ πύραυλο καὶ βρίσκεσαι στὴν Ἀμερικὴ ἢ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ. Ἀναλογισθήκατε πῶς συλλαμβάνει, πῶς γεννᾷ σκέψι ὁ ἄν­θρωπος; Ἡ σκέψις εἶνε ἡ βάσι τῆς ἐπιστήμης· μ᾽ αὐτὴν ἐρευνᾷ τὴ γῆ, ζυγίζει τὰ ἄστρα, ψαύει τοὺς οὐρανούς, ἀνακαλύπτει, δημιουργεῖ.
Ἡ σκέψις κατ᾽ ἀρχὴν εἶνε ἐνδιάθετος – ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς δυσκολέψω λιγάκι. Τί θὰ πῇ ἐνδιάθετος; Εἶνε κρυμμένη βαθειὰ μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀσύλληπτη. Τί σκέπτεται ὁ κα­­θένας δὲν μποροῦμε νὰ ξέρουμε· μόνο ὁ Θεὸς γνωρίζει. Ἀλλοίμονο ἂν βρεθῇ τρόπος νὰ ἀστυνομεύεται ἡ σκέψις.
Στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ἡ σκέψις ὀνομάζεται λόγος, λογικὴ δηλαδή. Ἀλλὰ προσέξτε· ὁ νοῦς γεννάει τὸ λόγο. Πῶς γεννάει; Ὄχι ὅπως γεννοῦν τὰ ζῷα. Ὑπάρχει καὶ ἄλ­λη γέννησις. Ποιά γέννησις; Ὁ νοῦς ―λένε οἱ θε­ολόγοι― γεννάει τὸν ἐνδιάθετο λόγο, τὴ σκέψι. Κι ὅταν ἡ σκέψι ἐκφρασθῇ μὲ τὸ στόμα, τό­τε ὁ ἐν­διάθετος λόγος γίνεται προφορικός. Ἄλλο μυστήριο – καὶ ἀπορῶ πῶς ὑπάρχουν ἄπιστοι. Πῶς μιλᾶμε; Γιά σκεφτῆτε το. Πῶς; Καμμία ἀ­πάντησι ἡ ἐπιστήμη. Προσπαθεῖ μόνο νὰ ἐν­τοπίσῃ στὸν ἐγκέφαλο ὡρισμένα κέντρα ἀ­πὸ τὰ ὁποῖα παράγεται ὁ προφορικὸς λόγος. Ὁ νοῦς μας λοιπὸν γεννάει τὸν ἐνδιάθετο λό­γο, ἐν συνεχείᾳ γεννάει τὸν προφορικὸ λόγο, καὶ τέλος γεννάει καὶ τὸν γραπτὸ λόγο.
Ἀλλὰ ἐδῶ στὸ εὐαγγέλιο ἡ λέξι Λόγος γράφεται μὲ λάμβδα κεφαλαῖο «Λ». Διότι ὁ Λόγος εἶνε Θεός. «Καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος». Ὁ Θεὸς – Νοῦς γεννᾷ τὸν Θεὸ Λόγο, ὁ Πατὴρ γεννᾷ τὸν Υἱό. Ἐμπρὸς σ᾽ αὐτὸν τὸν Λόγο ἡ λογικὴ – ἡ σκέψι τοῦ ἀνθρώπου, αὐτὸ τὸ μεγαλούργημα ποὺ εἴπαμε, εἶνε κάτι μικρό, ἀσήμαντο. Μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τί εἶνε ὁ Θεὸς Λόγος;
Ὁ Λόγος εἶνε ὁ Χριστός, ποὺ ὑπῆρχε πάν­τοτε. Καὶ ἐπ᾽ αὐτοῦ ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε τὴ μάχη ἐναντίον τοῦ Ἀρείου καὶ ἄλλων αἱρετικῶν, ὅπως εἶνε καὶ σήμερα οἱ χιλιασταί.

* * *

Ἂς τὸν πλησιάσουμε, ἀγαπητοί μου, κ᾽ ἐ­μεῖς. Τὸ μεσημέρι θὰ καθήσουμε νὰ φᾶμε, ν᾽ ἀ­­πολαύσουμε τὰ ἀγαθά του. Πόσοι ἔχουμε ἔννοια Θεοῦ; Πολλοὶ οὔτε σταυρὸ κάνουν οὔ­τε ἀναφέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ.
Ἂς εὐχαριστήσουμε τὸ Θεὸ γιὰ ὅλα τὰ δῶ­ρα του καὶ πρὸ παντὸς γιὰ τὸ ὅτι ἔχουμε τὴ μόνη ἀληθινὴ θρησκεία. Οἱ ἱδρυταὶ τῶν ἄλ­λων θρησκειῶν (Μωάμεθ, Κομφούκιος κ.τ.λ.) εἶνε θνητοί· ἔζησαν ἕνα διάστημα καὶ μετὰ πέθαναν. Ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Δὲν ὑπάρχει στιγμὴ στὸ ἄπειρο τοῦ χρόνου ποὺ δὲν ὑπῆρ­χε Χριστός. Καὶ διὰ τῆς ἀναστάσεώς του ἀπέδειξε, ὅτι ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας.
Αὐτὸν ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοὶ ἀ­δελ­φοί, εἰς δόξαν τῆς ἁγίας Τριάδος· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης 22-4-1984 θ. λειτ.)

«Ωσαννα, ευλογημενος ο ερχομενος εν ονοματι Κυριου, βασιλευς του Ισραηλ»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 19th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ τῶν Βαΐων (Ἰωάν. 12,1-18)

Πρακτικα διδαγματα

«Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (Ἰωάν. 12,13)

Βαϊων ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε μεγάλη ἑορτή, δεσποτικὴ ἑορτή, ἡ Βαϊοφόρος. Ὅλος ὁ λαὸς τῶν Ἰεροσολύμων βγῆκαν ἔξω, γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦνε τὸ Χριστό. Κρατοῦσαν στὰ χέρια τους βάϊα καὶ κλαδιὰ ἐλιᾶς. Στρώνανε στὸ δρόμο τὰ ροῦχα τους, νὰ πατήσῃ ὁ Χριστός. Καὶ τὰ μικρὰ παιδιὰ φώναζαν· «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος…» (Ἰωάν. 12,13). Ἔτσι τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἡ πρωτεύουσα τοῦ Ἰουδαϊκοῦ ἔθνους ὑποδέχθηκε τὸ Χριστό.
Ἡ ἱστορία ἀναφέρει πολλὲς ὑποδοχὲς βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων. Ἡ Ἀθήνα, ἡ Ῥώμη, ἡ Κωσταντινούπολι πολλὲς φορὲς ὑποδέχθηκαν νικητὰς καὶ θριαμβευτὰς ὕστερα ἀπὸ νικηφόρους πολέμους. Ἀλλ᾿ ὅλες αὐτὲς οἱ ὑποδοχὲς εἶνε πολὺ μικρὲς μπροστὰ σ᾿ αὐτὴ τὴ θριαμβευτικὴ είσοδο τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ στὰ Ἰεροσόλυμα.
Ὅλες οἱ λεπτομέρειες διδάσκουν. Καὶ ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες τῆς σημερινῆς θριαμβευτικῆς εἰσόδου θὰ ἤθελα, ἀγαπητοί μου, νὰ προσέξετε μερικές.

* * *

  Καὶ πρῶτα ἂς ἐρωτήσουμε· Πῶς εἰσῆλθε ὁ Χριστὸς στὰ Ἰεροσόλυμα; Οἱ νικηταί, ποὺ ἀναφέραμε, ἐκάθοντο πάνω σὲ ἄλογα ὑπερήφανα καὶ χρυσοστολισμένα ἢ σὲ ἅμαξες πολυτελέστατες. Κάποιος μάλιστα, γιὰ νὰ φανῇ πιὸ ἰσχυρὸς ἀπὸ τοὺς ἄλλους, διέταξε, τὸ ἁμάξι του νὰ τὸ σέρνουν λιοντάρια· φαντασθῆτε τί τρόμος! Καὶ ἄλλοι κάθησαν ἐπάνω σὲ ἐλέφαντες ἢ ἄλλα ἄγρια θηρία.
Κοιτάξτε τώρα, τί διαφορὰ ὁ Χριστός μας. Εἶνε ὁ ποιητὴς καὶ βασιλιᾶς τοῦ παντός. Εἶνε, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «ὁ τοῖς Χερουβὶμ ἐποχούμενος καὶ ὑμνούμενος ὑπὸ τῶν Σεραφίμ» (δοξ. ἑσπ. Ὑπαπαντῆς). Καὶ ὅμως συγκαταβαίνει, ταπεινώνεται τόσο, ὥστε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ζῷα διαλέγει ἕνα «πῶλον ὄνου», ἕνα γαϊδουράκι (ἔ.ἀ. 12,15). Ἐπάνω στὴ ῥάχη ἑνὸς τέτοιου ζῴου κάθεται ὁ Χριστός. Καὶ μᾶς διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά του, ὅτι πρέπει νὰ εμεθα ταπεινοὶ στὸν κόσμο αὐτόν.
Διδάσκει ὅμως καὶ κάτι ἄλλο. Τὸ γαϊδουράκι, ὅπως λένε οἱ πατέρες, σημαίνει τὸ ἄλογον μέρος τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου. Σημαίνει τὴν ἀγριότητα καὶ τὸ πεῖσμα, τὸ πεισματάρικο «γαϊδουράκι» ποὺ κάθε ἄνθρωπος ἔχει καὶ δὲν θέλει νὰ ὑποταχθῇ στὸ Θεό.
Σημαίνει ἀκόμη, κατὰ τοὺς πατέρας, τὰ εἰδωλολατρικὰ ἔθνη, ποὺ ἦταν βυθισμένα στὸ πηκτὸ σκοτάδι τῆς πλάνης καὶ ποὺ τὰ πάθη τους τοὺς εἶχαν καταντήσει κατώτερους καὶ ἀπὸ τὰ τετράποδα. Γι᾿ αὐτοὺς εἶπε καὶ ὁ Δαυΐδ· «Ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὢν οὐ συνῆκε, παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὡμοιώθη αὐτοῖς» (Ψαλμ. 48,13).
Τὸ γαϊδουράκι, μόλις κατάλαβε ὅτι τὸ ζητάει ὁ Χριστός, μὲ προθυμία ἐδέχθη ἐπάνω του τὸν Κύριο· γιατὶ καὶ τὰ ζῷα κάτι αἰσθάνονται.
Ἕνας φίλος μου ἱεροκήρυξ μοῦ ἔλεγε τὸ ἑξῆς. Κάποτε περιώδευε καὶ ἔφθασε κουρασμένος σ᾿ ἕνα χωριό. Πῆγε στὴν πλατεῖα νὰ μιλήσῃ, ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔδειξαν μεγάλη προθυμία ν᾿ ἀκούσουν τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Ξαφνικὰ ἔρχεται καὶ σταματᾷ ἀπὸ κάτω ἕνα πουλαράκι καὶ τέντωσε τ᾿ αὐτιά του. Ὅση ὥρα μιλοῦσε ὁ ἱεροκήρυκας, αὐτὸ δὲν κουνήθηκε ἀπὸ τὴ θέσι του. Αὐτὸ ἔκανε μεγάλη ἐντύπωσι. Καὶ ὁ ἱεροκήρυκας εἶπε· Ἦρθα στὸ χωριό σας, καὶ σεῖς ποὺ ἔχετε αὐτιά, σεῖς ποὺ ἔχετε λογικό, σεῖς ποὺ ἀκούσατε τὴν καμπάνα νὰ χτυπᾷ, δὲν ἤρθατε. Τὸ γαϊδουράκι αὐτὸ ἄφησε τὴ μάνα του, ἄφησε τὸ χορτάρι του, καὶ ἦρθε καὶ στάθηκε ἐδῶ…
Νά λοιπὸν τί μᾶς διδάσκει τὸ γαϊδουράκι. Σὰν νὰ ἔχῃ φωνὴ μᾶς φωνάζει· Ταπεινωθῆτε, ὅπως ταπεινώθηκε ὁ Χριστός· κι ὅπως ἐγὼ προθύμως ἔφερα στὴ ῥάχη μου τὸ Χριστό, κ᾿ ἐσεῖς νὰ ὑποταχθῆτε στὸ χρηστὸ ζυγό του ποὺ ἐλευθερώνει ἀπὸ τὰ ζῳώδη πάθη.
  Ἀλλὰ τὸ Εὐαγγέλιο ἀναφέρει καὶ κάτι ἄλλο. Κρατοῦσαν, λέει, «βαΐα» (ἔ.ἀ. 12,13).
Τὰ βάϊα τὰ κρατοῦσαν ὅταν ἤθελαν νὰ ὑποδεχθοῦν ἕνα νικητή. Τὰ βάϊα ἦταν, ὅπως ψάλλει ἡ Ἐκκλησία, «τὰ τῆς νίκης σύμβολα».
Ἀλλὰ γιατί νὰ ὑποδεχθοῦν μὲ βάϊα τὸ Χριστό; Ἀπὸ ποιόν πόλεμο ἦρθε; Ποῖον ἐνίκησε; Δὲν ἔχετε αὐτιά; Σὰν χθὲς ὁ Χριστὸς πολέμησε καὶ νίκησε ἐκεῖνον ποὺ τρέμει ὁ κόσμος ὅλος. Ἐνίκησε τὸ χάρο. Χθὲς Σάββατο πῆγε στὰ μνήματα καὶ εἶπε· «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (ἔ.ἀ. 11,43). Καὶ ὁ Λάζαρος βγῆκε ὁλοζώντανος ἀπὸ τὸν τάφο. Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγαλύτερο θαῦμα. Γι᾿ αὐτὸ κρατοῦν τὰ βάϊα καὶ λένε· Χαῖρε, ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου! Καὶ νὰ εἶστε βέβαιοι ὅτι, ὅπως στὸ Λάζαρο, ἔτσι πάλι θὰ σταθῇ ὁ Χριστός μας στὰ μνήματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ θ᾿ ἀκουστῇ ἡ φωνή· Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Καὶ οἱ νεκροὶ θ’ ἀναστηθοῦν.
Αὐτὴ τὴ σημασία ἔχουν τὰ βάϊα.
  Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ βάϊα μερικοὶ κόψανε κλαδιὰ ἐλιᾶς. Γιατί κρατοῦσαν κλαδιὰ ἐλιᾶς;
Ἂν διαβάζετε ἁγία Γραφή, θὰ δῆτε ὅτι, ὅταν ὁ Νῶε ἄνοιξε τὸ παράθυρο τῆς κιβωτοῦ καὶ ἔστειλε τὸ περιστέρι, αὐτὸ πέταξε, ἀλλὰ παντοῦ συνήντησε πτώματα, καὶ γύρισε πίσω. Ἀλλ᾿ ὅταν τὸ ἔστειλε γιὰ δευτέρα φορά, τὰ νερὰ εἶχαν χαμηλώσει καὶ φάνηκαν τὰ δέντρα. Τότε τὸ περιστέρι ἔκοψε ἕνα κλαδάκι ἀπὸ ἐλιά, καὶ τὸ ἔφερε μὲ τὸ ῥάμφος του (βλ. Γέν. 8,11). Καὶ ὁ Νῶε δόξασε τὸ Θεό. Εἶνε δηλαδὴ ἡ ἐλιὰ σύμβολο χαρᾶς καὶ εἰρήνης.
Καὶ ὁ ὄχλος, λοιπόν, κρατοῦσε ἐλιὰ στὰ χέρια του, γιὰ νὰ πῇ· Χριστέ, σὺ μόνο εἶσαι ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εἰρήνης. Περάσανε ἀπὸ τότε τόσα χρόνια, καὶ ὁ κόσμος σήμερα τίποτε ἄλλο δὲν διψάει τόσο ὅσο τὴν εἰρήνη. Τὴν εἰρήνη δός μας, Χριστέ· τὴν παγκόσμια εἰρήνη. «Ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου», εὔχεται ἡ Ἐκκλησία μας.
  Κάτι ἀκόμη. Εδαμε, ὅτι ὁ ἁπλοϊκὸς λαὸς ἔβγαζε τὰ ροῦχα του καὶ τὰ ἅπλωνε κάτω, σὰν τάπητα, γιὰ νὰ πατήσῃ ἐπάνω ὁ Χριστός μας. Ἀλλὰ τί σημαίνουν τὰ ροῦχα, τὰ «ἱμάτια», ποὺ ἀναφέρουν τὰ εὐαγγέλια γιὰ τὴ σημερινὴ ἑορτή; (Ματθ. 21,8· Μᾶρκ. 11,8· Λουκ. 19,36).
Δὲν τὸ λέω ἐγώ, ὁ ἀπόστολος τὸ λέει. Διαβάστε πρὸς Κολασσαεῖς (3,9)· «Ἀπεκδυσάμενοι τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον…». Γδυθῆτε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, καὶ ἐνδυθῆτε τὸ νέο. Ἔχεις κ᾿ ἐσὺ νὰ βγάλῃς ἕνα ροῦχο. Ὅλοι μας ἔχουμε νὰ βγάλουμε ἕνα ροῦχο. Τὰ λερωμένα σου τὰ βγάζεις καὶ τὰ βάζεις νὰ πλυθοῦν. Ἀλλὰ ἔχεις κ᾿ ἕνα ροῦχο ποὺ μένει ἐπὶ μέρες καὶ χρόνια βρωμερὸ καὶ ἀκάθαρτο. Ἔλα, σὲ καλεῖ ἡ Ἐκκλησία, ἔλα νὰ τὸ βγάλῃς καὶ νὰ τὸ πλύνῃς στὸ πλυντήριο. Γιατὶ ἂν δὲν βγάλῃς τὸ πουκάμισο αὐτὸ τῆς κολάσεως (τῆς μοιχείας, τῆς πορνείας, τῆς ψευτιᾶς, τῆς ἀτιμίας κ.τ.λ.), Χριστιανὸς δὲν εἶσαι. Καὶ θ᾿ ἀκούσουμε τὴ νύχτα τῆς Ἀναστάσεως στὴ θεία λειτουργία· «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Ἀλληλούϊα». Ὅσοι, λέει, πιστεύσατε στὸ Χριστό, βγάλατε τὸ πουκάμισο τῆς ἁμαρτίας καὶ φορέσατε τὴ λαμπρὰ στολή, τὸ ἔνδυμα τῶν πριγκίπων, ποὺ δίνει ὁ Χριστὸς σὲ κάθε ψυχὴ ποὺ τὸν πιστεύει καὶ τὸν ἀκολουθεῖ.

* * *

  Ἀδελφοί μου, τελείωσα. Ἀφήνω τὰ ροῦχα ποὺ ἔστρωναν, ἀφήνω τὰ βάϊα, ἀφήνω τὰ κλαδιὰ τῆς ἐλιᾶς, ἀφήνω τὸ πουλαράκι, κι ἀκούω, ὤ τί ἀκούω; Μουσική! Τί μουσικὴ εἶνε αὐτή; Εἶνε τὰ «Ὡσαννά…» (Ἰωάν. 12,13). Ποιοί ψάλλουν; Τὰ ἀθῷα παιδάκια. Αὐτὰ ἦταν πιό κοντὰ στὸ Χριστό. Σὰν τ᾿ ἀηδόνια τοῦ οὐρανοῦ τραγουδοῦσαν «Ὡσαννά…». Τ᾿ ἄκουσαν οἱ ἄγγελοι τοῦ οὐρανοῦ καὶ χάρηκαν. Τ᾿ ἄκουσε καὶ ὁ διάβολος καὶ πικράθηκε· κ᾿ ἔβαλε τὰ ὄργανά του, τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους, νὰ ἐμποδίσουν τὰ παιδιὰ ποὺ φωνάζανε «Ὡσαννά…». Σὰν τοὺς ἀπίστους πατεράδες σήμερα, ποὺ κυνηγᾶνε τὰ παιδιὰ γιὰ νὰ μὴν πηγαίνουν στὰ κατηχητικὰ σχολεῖα, ἔτσι κι αὐτοὶ τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἤθελαν νὰ σταματήσουν τὰ παιδιά. Ἀλλ᾿ ὁ Χριστὸς τί τοὺς εἶπε· Κι ἂν ἀκόμη τὰ παιδιὰ σιωπήσουν, κι ἂν ἀκόμη ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σιωπήσουν, κι ἂν βουβαθῇ ὁ κόσμος, οἱ πέτρες ποὺ πατᾶμε κι αὐτὲς ἀκόμα θὰ φωνάξουν (βλ. Λουκ. 19,40).
Δὲν ἔχει ἀνάγκη, ἀδελφοί μου, ἀπὸ μᾶς τὰ σκουλήκια ὁ Χριστός. Κι ἂν ἐμεῖς φύγουμε κι ἀδειάσουν οἱ ἐκκλησίες, κι ἂν ἐμεῖς τὸν ἀρνηθοῦμε, οἱ σφαῖρες καὶ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, τὰ λουλούδια καὶ οἱ θάλασσες καὶ οἱ ἄβυσσοι καὶ οἱ τάφοι θὰ φωνάξουν· «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός». Αὐτόν ὑμνεῖτε, αὐτόν ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
 (Oμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερο ναο του Ἁγιου Θωμᾶ Ἄνω Κυψέλης – Ἀθηνῶν 2-4-1961)

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ;…

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 18th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ τῶν Βαΐων

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΣ;…

«Καὶ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς Ἰεροσόλυμα ἐσείσθη πᾶσα ἡ πόλις λέγουσα· Τίς ἐστιν οὗτος;»(Mατθ. 21,10)

ΒαϊωνΜΙΑ ΑΚΤΙΝΑ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἕνα μικρὸ διάλειμμα ἀνάμεσα στὸ πένθος τῆς Τεσσαρακοστῆς καὶ ἰδίως τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἶνε ἡ σημερινὴ ἡμέρα, ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων. Ἡμέρα λαμπρὰ καὶ μεγάλη. Εἶνε τὸ προοίμιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑορτάζουμε καὶ πανηγυρίζουμε σήμερα. Ἂς διασχίζουμε λοιπὸν νοερῶς τοὺς αἰῶνας καὶ ἂς φθάσουμε στὰ Ἰεροσόλυμα. Τί θὰ βλέπαμε, ἐὰν τέτοια ἅγια ἡμέρα εὑρισκόμεθα στὰ Ἰεροσόλυμα τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ;

Ἕνα συναγερμό. Θὰ βλέπαμε ἕναν ὁλόκληρο λαό, τὸν Ἰσραηλιτικὸ λαό, ποὺ ἦρθε ἀπ᾿ ὅλα τὰ λιμάνια τῆς Μεσογείου, ἀπ᾿ ὅλες τὶς χῶρες, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὴν ἑορτὴ τοῦ πάσχα. Ἕνας λαὸς ἀπογοητευμένος ἀπὸ τὴν πολιτικὴ καὶ θρησκευτική του ἡγεσία, ποὺ διατηροῦσε ὅμως στὰ βάθη του τὴ σπίθα, τὴν ἐλπίδα τοῦ Μεσσία. Ὑπολογίζεται, ὅτι ἦταν πάνω ἀπὸ ἕνα ἑκατομμύριο ψυχές μέσα στὰ Ἰεροσόλυμα.
Αὐτὸς ὁ λαὸς σήμερα κάνει ὑποδοχή. Ποιόν ὑποδέχεται; Τὸν Ἰησοῦ τὸ Ναζωραῖο. Αὐτὴ ἡ ὑποδοχὴ εἶνε μοναδικὴ στὴν ἱστορία. Καὶ εἶνε μοναδική, πρῶτον διότι εἶνε αὐθόρμητη. Δὲ᾿ μοιάζει μὲ ἄλλες ὑποδοχὲς μεγάλων καὶ ἐπισήμων, ἑτεροκίνητες ἐκδηλώσεις ποὺ προετοιμάζονται ἐπιμελῶς ἐπὶ μῆνες καὶ ἔτη. Εἶνε ἀκόμη μοναδική, διότι τὸ πρόσωπο ποὺ ὑποδέχονται, ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, δὲν ἔρχεται ὅπως οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ στρατηγοὶ πάνω σὲ ἄλογο μὲ χρυσᾶ χαλινινάρια ἢ σὲ ἅρμα. Ἔρχεται ταπεινός, καθήμενος «ἐπὶ πώλου ὄνου» (ἀντίφ. ἑορτ.). Μοναδικὴ ἀκόμα ἡ ὑποδοχή, διότι ὁ φτωχὸς αὐτὸς λαὸς ἔχει τόσο ἐνθουσιασμό, ὥστε βγάζουν τὰ ροῦχα τους καὶ τὰ στρώνουν κάτω, κόβουν κλαδιὰ ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ κρατοῦν βάϊα ὡς σύμβολα νίκης. Μοναδικὴ τέλος ἡ ὑποδοχή, διότι κι αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἀθῷα παιδιὰ συμμετέχουν φωνάζοντας «Ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυΐδ» (Ματθ. 21,15).
Ὅλοι χαίρουν καὶ ἀγάλλονται. Ὅλοι; Λάθος. Μέσ᾿ στὰ Ἰεροσόλυμα ὑπῆρχαν φίδια καὶ σκορπιοί. Ἦταν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι, οἱ θρησκευτικοὶ ἡγέται, ποὺ περικύκλωναν τότε τὴ Ῥωμαϊκὴ ἐξουσία. Αὐτοὶ ἐνωχλήθηκαν, πικράθηκαν, λυπήθηκαν ἀκούγοντας τὸ «ὡσαννά». Προσπαθοῦν νὰ μειώσουν τὴν ἐντύπωσι. Ὅλη ἡ πόλις λέει μὲ θαυμασμὸ «Ποιός εἶνε αὐτός;» (Ματθ. 21,10). Κι αὐτοὶ λένε τὸν ίδιο λόγο, ἀλλὰ μὲ περιφρόνησι· Ποιός εἶν᾿ αὐτός, καὶ βγήκατε ἔτσι νὰ τὸν ὑποδεχθῆτε;… Ἔτσι ἐκφράζονται. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ ἐρωτοῦν, ἂς πάρουν τὴν ἀπάντησι. Καὶ δὲν χρειάζεται ν᾿ ἀπαντήσουμε ἐμεῖς. Ἀπαντοῦν ἄλλοι.

* * *

«Τίς ἐστιν οὗτος;». Ἀπαντοῦν πρῶτα – πρῶτα οἱ ἀκροαταί του. Ποιοί ἀκροαταί; Οἱ ταπεινοὶ ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας, αἱ φτωχὲς γυναῖκες, τὰ ἀθῷα παιδιά. Ἀπαντοῦν ἀκόμα κι αὐτοὶ οἱ ὑπηρέτες τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν φαρισαίων, ποὺ τοὺς ἔστειλαν νὰ τὸν πιάσουν μὰ δὲν τὸν ἔπιασαν. Ὅταν τοὺς ρωτοῦν τ᾿ ἀφεντικά ―Γιατί δὲν τὸν φέρατε; αὐτοὶ ἀπαντοῦν· ―«Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,32-46), δὲ᾿ μίλησε ποτέ ἄλλος ἄνθρωπος σὰν αὐτόν.
«Τίς ἐστιν οὗτος;». Ἀπαντοῦν σήμερα αὐθόρμητα οἱ ὄχλοι· «Οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ προφήτης ὁ ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας» (Ματθ. 21,11).
«Τίς ἐστιν οὗτος;». Ἀπαντοῦν τὰ ἔργα του, τὰ θαύματά του. Ἀπαντοῦν οἱ τυφλοὶ ποὺ εἶδαν τὸ φῶς τους, οἱ κωφοὶ καὶ ἄλαλοι ποὺ ἐλάλησαν, οἱ παράλυτοι ποὺ σηκώθηκαν, οἱ λεπροὶ ποὺ καθαρίστηκαν, οἱ χιλιάδες ποὺ χόρτασαν στὴν ἔρημο…· ἀπαντᾷ πρὸ παντὸς σήμερα ὁ Λάζαρος, ποὺ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν. Καὶ ἕνα μόνο ἀπὸ τὰ θαύματα αὐτὰ θὰ ἔφτανε. Οἱ ἀρχιερεῖς ὅμως δὲν πιστεύουν, ἀλλ᾿ ἐρωτοῦν μὲ τὴν ἐσχάτη περιφρόνησι· «Ποιός εἶνε αὐτός;», «ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας;» (Μᾶρκ. 6,3), «ὁ τοῦ τέκτονος υἱός;» (Ματθ. 13,55).
«Τίς ἐστιν οὗτος;». Ἀπαντοῦν οἱ αἰῶνες τῆς ἱστορίας. Ἀπαντᾷ ὁ Ἰουλιανὸς ὁ Παραβάτης, ποὺ προσπάθησε νὰ σβήσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ τὴν τελευταία στιγμὴ τῆς ζωῆς του ἀναγκάστηκε νὰ ὁμολογήσῃ· «Νενίκηκάς με, Ναζωραῖε». Ἀπαντᾷ ὁ πατριάρχης τῆς ἀθεΐας, ὁ Βολταῖρος, ποὺ κι αὐτὸς πρὶν τὸ τέλος του ὡμολόγησε τὴν ἀνωτερότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἀπαντᾷ ὁ Ῥῶσος φιλόσοφος Ντοστογιέφσκυ, ἄπιστος στὴν ἀρχὴ καὶ μετὰ πιστός, ἕνας προφήτης τῆς νέας Ῥωσίας, ὁ ὁποῖος εἶπε, ὅτι τὸ δικό του «ὡσαννὰ» εἶνε βγαλμένο ἀπὸ ἕνα καμίνι δοκιμασίας.
«Τίς ἐστιν οὗτος;». Ἀπαντοῦν ἀκόμα τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, ὅτι αὐτὸς εἶνε ὁ κυρίαρχός των· διότι «καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ» (Ματθ. 8,27). Καὶ τώρα, ποὺ οἱ φαρισαῖοι ἐνωχλήθηκαν καὶ εἶπαν στὸ Χριστὸ νὰ ἐπιπλήξῃ αὐτοὺς ποὺ ζητωκραυγάζουν, ἐκεῖνος τί ἀπαντᾷ· «Ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται»· ἂν αὐτοὶ σωπάσουν, καὶ οἱ πέτρες ἀκόμα θὰ φωνάξουν (Λουκ. 19,40). Τί θὰ φωνάξουν· ὅτι «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός. Ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).

* * *

Πέρασαν ἀπὸ τότε, ἀγαπητοί μου, είκοσι αἰῶνες. Καὶ σήμερα ἄλλα φίδια, ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, ποὺ τώρα ἔχουν αὐξηθῆ, ἐνοχλοῦνται κι αὐτοί, ὅπως οἱ φαρισαῖοι τότε. Ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ποὺ συνεχίζει τὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ. Ἐνοχλοῦνται καὶ μόνο ποὺ βλέπουν τὸν παπᾶ στὸ δρόμο. Ὦ ἀείμνηστοι πρόγονοί μας, ποὺ βλέπατε παπᾶ καὶ κάνατε τὸ σταυρό σας! Τώρα περνᾷ ὁ παπᾶς, κι αὐτοὶ εἰρωνεύονται καὶ κάνουν αἰσχρὲς χειρονομίες. «Τίς ἐστιν οὗτος;», ποιός εἶν᾿ αὐτός; λένε πάλι μὲ χλευασμό. Ἐνοχλοῦνται ὅταν δοῦν ἐπίσκοπο νὰ ἐλέγχῃ τὰ κακῶς κείμενα. Ἐνοχλοῦνται ὅταν ἡ Ἐκκλησία καλῇ τὸν κόσμο σὲ μετάνοια καὶ ἐπιστροφὴ στὸ Θεό. Ἐνοχλοῦνται ὅταν ἀκοῦνε καὶ τὴν καμπάνα τῆς ἐκκλησίας νὰ χτυπάῃ. Ἐνοχλοῦνται ὅμως ἀκόμα περισσότερο – πότε; Ὅπως οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι ἐνωχλοῦντο γιατὶ τὰ ἀθῷα παιδιὰ δοξολογοῦσαν τὸ Χριστὸ μὲ τὰ «ὡσαννά», ἔτσι κι αὐτοὶ περισσότερο ἀπ᾿ ὅλα ἐνοχλοῦνται γιατὶ ὑπάρχουν ἀκόμα παιδιὰ ποὺ πιστεύουν στὸ Θεό. Ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα. Ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τοὺς νέους ποὺ ἀντιστέκονται στὶς ἀθεϊστικὲς ἰδέες ὅταν κακοὶ ἐκπαιδευτικοὶ διακωμῳδοῦν τὰ θεῖα καὶ ἱερὰ μέσα στὶς αίθουσες τῶν σχολείων. Στενοχωροῦνται ποὺ ὑπάρχουν ἀκόμα μικρὰ παιδιά, ἀθῷα ἀγγελούδια, ποὺ προσεύχονται στὸ Χριστό.
Ἀλλὰ τοὺς προειδοποιοῦμε. Κι ἂν ἀκόμα μποροῦσαν νὰ διώξουν ὅλους τοὺς ἱερεῖς καὶ νὰ ἐξουδετερώσουν ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ νὰ γκρεμίσουν ὅλες τὶς ἐκκλησίες καὶ ν᾿ ἀπαγορεύσουν σὲ ὅλα τὰ παιδιὰ νὰ λένε τὸ «ὡσαννά», νὰ ξέρουν ὅτι ἡ πίστι στὸ Χριστὸ ἔχει ῥίζες στὴν καρδιά, καὶ κανείς σατανᾶς, οἱουδήποτε κόμματος, δὲ᾿ θὰ μπορέσῃ νὰ τὴν ξερριζώσῃ ἀπὸ τὸν εὐγενῆ αὐτὸ λαό. Καὶ σήμερα καὶ αὔριο καὶ πάντοτε, ἐφ᾿ ὅσον ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, ἐφ᾿ ὅσον λάμπουν τὰ ἄστρα, ἐφ᾿ ὅσον ψάλλουν τ᾿ ἀηδόνια στὰ δάση, ἐφ᾿ ὅσον τρέχουν οἱ πηγὲς καὶ τὰ ποτάμια, ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχουν βουνὰ καὶ πεδιάδες, ἐφ᾿ ὅσον ἁπλώνονται στεργιὲς καὶ θάλασσες, ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχουν τάφοι καὶ σταυροί, θ᾿ ἀκούγεται διαρκῶς ἀπὸ ὅλη τὴν κτίσι, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων, τὸ «ὡσαννά». Οἱ πιστοὶ δὲν θὰ μείνουν ἀδρανεῖς. Ὑπάρχουν καὶ ἐκπαιδευτικοὶ ἐκλεκτοί, δάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ καυχήματα καὶ ἐγκαλλωπίσματα τοῦ γένους μας. Εἶνε ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ, ἐκκλησιάζονται καὶ ἐξομολογοῦνται, εἶνε ἄνθρωποι ποὺ λένε τὸ «ὡσαννὰ» ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τους. Αὐτοὶ προσπαθοῦν νὰ φυτεύσουν στὴν καρδιὰ τῶν παιδιῶν τὴν πίστι στὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐξουδετερώσουν τὸ δηλητήριο ποὺ στάζουν οἱ ἄλλοι.
Τί ἄλλο μπορεῖ νὰ πράξῃ ἡ ἐκκλησία; Ἐὰν οἱ κακοὶ ἐκπαιδευτικοὶ συνεχίζουν τὴ διάβρωσι διδάσκοντας, ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε δημιούργημα τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ κατατάγεται ἀπὸ τὸν πίθηκο, ἡ ἐκκλησία δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀπαθής. Ἂς χτυπήσῃ νεκρικὰ τὶς καμπάνες, γιατὶ κάτι πεθαίνει. Κάθε φορὰ ποὺ ἀπὸ τὴν ἕδρα τοῦ σχολείου σπείρεται ἡ ἀθεΐα, τὴν ὥρα ἐκείνη κάτι πεθαίνει μέσ᾿ στὶς ψυχὲς τῶν παιδιῶν μας. Ἂς ἐγερθῇ λοιπὸν ὁ πιστὸς λαὸς σὲ μιὰ ἔντονη διαμαρτυρία. Δὲν είμεθα χώρα ἀθέων. Είμεθα χώρα ὀρθοδόξων Χριστιανῶν ποὺ φυλάττουν τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια.
Ἂς ποῦμε κ᾿ ἐμεῖς μὲ μιὰ καρδιά· «Ὡσαννά…· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις» (Ματθ. 21,9).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(ἱ. ναὸς Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος Κυριακὴ Βαΐων πρωῒ 7-4-1985)

«Ουκ οιδατε τι αιτεισθε» (Μᾶρκ. 10,38)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 6th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Ε΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 10,32-45)

Τα αιτηματα μας

«Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε» (Μᾶρκ. 10,38)

KYRIOS I. XRISTOSΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Τί λέει; Λέει, ὅτι σὲ λίγες μέ­ρες ὁ Χριστὸς θὰ σταυρωθῇ.
Θὰ σταυρωθῇ ὁ Χριστός; Αὐτὸς ποὺ ἔκανε τόσα θαύματα, ποὺ ἀνέστησε νεκρούς; Ἀ­δύνατον! ἔλεγαν οἱ μαθηταί του.
Μὰ ὁ Χριστὸς ἐπιμένει· Παι­διά μου, σὲ λί­γες μέρες θὰ σᾶς ἀφήσω ὀρφανούς. Θὰ μὲ πιάσουν, θὰ μὲ δέσουν, θὰ μὲ χτυπήσουν, θὰ μὲ φτύσουν, καὶ τέλος θὰ μὲ σταυρώσουν· ἀλλὰ τὴν τρίτη μέρα θ᾽ ἀναστηθῶ.
Αὐτὰ τοὺς ἔλεγε, ἐκεῖνοι ὅμως ἄλλα φαν­τάζονταν· ὅτι σὲ λίγο θὰ πάῃ στὰ Ἰεροσόλυμα, θὰ ξεσηκώ­σῃ τὸ βασανισμένο λαὸ σὲ ἐπανάστασι ἐναν­τίον τῶν κατακτητῶν, θὰ γκρεμίσῃ ὅλα τὰ βα­σίλεια, θὰ κάνῃ ἕνα νέο βασίλειο, μιὰ αὐτοκρατορία ποὺ πρωτεύουσα θά ᾽χῃ τὰ Ἰερο­σό­λυμα, κι ἀπὸ ᾽κεῖ θὰ διοικῇ ὅλο τὸν κόσμο.
Τέτοια πράγματα φαντάζονταν. Γι᾽ αὐτὸ δύο ἀγαπημένοι μαθηταί του, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, τὸν πλησιάζουν καὶ τοῦ λένε· Δάσκαλε, ὅταν θὰ γίνῃς βασιλιᾶς, σὲ παρακαλοῦμε νὰ μᾶς κάνῃς τὸν ἕνα πρωθυπουργὸ καὶ τὸν ἄλ­λο ἀντιπρόεδρο τῆς κυβερνήσε­ως… Ζητοῦ­σαν τὰ πρῶτα ἀξιώματα κοντά του. Πόσο μακριὰ ἦ­ταν ἀπὸ τὸ πνεῦμα του! Κι ὁ Χριστός, ποὺ εἶ­δε πῶς σκέπτονται, τοὺς λέει· «Οὐκ οἴ­δατε τί αἰ­τεῖσθε», δὲν ξέρετε τί ζητᾶ­τε (Μᾶρκ. 10,38). Ναί, θὰ πάω στὰ Ἰεροσόλυμα, ἀλλὰ γιὰ νὰ σταυρω­θῶ, καὶ δεξιὰ κι ἀριστερά μου θά ᾽νε δυὸ λῃ­σταί… Πόσο διαφορετικὰ σκέ­πτον­ταν οἱ μαθηταί! Δὲν εἶχε ἔρθει ἀκόμη τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο νὰ τοὺς φωτίσῃ νὰ καταλάβουν ποιός εἶνε ὁ χαρακτήρας τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ μας.
Μὰ μὴ νομίσετε ὅτι ἄλλαξε ἀπὸ τότε ὁ κόσμος. Ἔτσι σκέπτονται καὶ σήμερα οἱ λεγόμενοι μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ, οἱ χιλιασταί. Ἂν διαβά­­σετε τὰ βιβλία τους, λένε ὅτι, νά ἀπὸ ὥ­ρα σὲ ὥρα θά ᾽ρθῃ ὁ Χριστός, θὰ γκρεμίσῃ ὅ­λα τὰ κράτη, θὰ κάνῃ τὴν πιὸ μεγάλη αὐτοκρα­τορία· θὰ ἐγκατασταθῇ μονίμως στὰ Ἰερο­σό­λυμα κι ἀπὸ ἐκεῖ θὰ κυβερνήσῃ χίλια χρόνια ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα· ὅτι θὰ διορίσῃ κυβέρνησι μὲ πρωθυπουργὸ τὸν Ἀβραάμ, ὑπουργὸ τῶν οἰκονομικῶν τὸν Ἰωσήφ, ὑπουργὸ παιδεί­ας τὸν Σολομῶντα κ.τ.λ.. Τέτοιες ἰδέες ἔχουν. Στοὺς χιλιαστάς, ποὺ παρερμηνεύουν καὶ δι­αστρεβλώνουν τὰ νοήματα τοῦ Εὐαγγελίου, ταιριάζει πάλι νὰ πῇ ὁ Χριστός· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε», δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε.

* * *

Ἀλλὰ κ᾽ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, πολλὲς φο­ρὲς ἔτσι χαμηλὰ σκεπτόμεθα· δὲ σκεπτόμεθα ἀνώ­τερα. Θὰ φέρω μερικὰ παραδείγματα, νὰ δῆ­τε ὅτι τὸ μυαλό μας δὲ διαφέρει ἀπὸ τὸ μυα­λὸ τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ τότε. Ὑλικὰ σκέ­πτον­ταν ἐκεῖνοι, ὑλικὰ σκεπτόμεθα κ’ ἐμεῖς.
⃝ Πολλοὶ ζητᾶνε λεπτά! Οἱ μικροί, οἱ μεγά­λοι, οἱ φτωχοί, οἱ πλούσιοι, ὅλοι λεπτὰ θέλουν. Νομίζει ὁ ταλαίπωρος κόσμος, ὅτι αὐτὰ θὰ τοὺς κάνουν εὐτυχισμένους. Ξέρουμε ὅ­μως ἀνθρώπους ποὺ κολυμποῦν στὸ χρῆμα, κ᾽ εἶ­νε δυστυχεῖς· καὶ ξέρουμε ἄλλους ποὺ κάθον­ται σὲ μιὰ καλύβα, ἀλλὰ ἔχουν ἀγάπη μὲ τὴ γυ­ναῖκα καὶ τὰ παιδιά τους κ᾽ εἶνε χαρούμενοι. Μπορεῖ ν᾽ ἀποκτήσῃς ἑκατομμύρια· τί θὰ κατα­λάβῃς; Στὴν Ἀ­μερικὴ ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ πλουσίους τοῦ κόσμου αὐ­τοκτό­νησε. Ἡ εὐτυχία δὲν εἶνε στὰ λε­πτά. Κάποιος ἄλλος στὴν Ἀθήνα, πᾶνε πολλὰ χρόνια, ἀγόρασε λαχεῖο· καὶ πήγαινε στὶς ἐκ­κλησίες, ἄναβε κεριὰ καὶ προσκυνοῦσε παρακαλώντας νὰ τοῦ πέσῃ ὁ πρῶτος λαχνός. Ἔ, τοῦ ἔπεσε, πῆρε ἕνα ἑκατομμύριο. Ἔγινε εὐτυχής; Ἀ­πὸ τὴ χαρὰ ποὺ αἰ­σθάνθηκε τρελλάθηκε καὶ τὸν ἔκλεισαν στὸ φρενοκομεῖο. Τί κέρδισε; Ἔ­­χασε καὶ τὸ μυαλό του. Στοὺς φι­λαργύρους λοιπὸν ὁ Χριστὸς λέει· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε».
⃝ Βλέπεις καὶ μιὰ κοπέλλα ποὺ θέλει νὰ παν­τρευτῇ· περιμένει γαμπρό. Ἀλλὰ τί γαμπρό; Δὲν παίρνει φτωχαδάκι, ἕναν ἐργάτη, ἕνα ψα­ρᾶ, ἕνα βοσκό, ἕνα γεωργό· θέλει πλούσιο, μεγάλο, «πολιτισμένο». Σὲ κάποιο χωριὸ τῶν Πρεσπῶν ἕνας πατέρας ἤθελε νὰ δώσῃ στὴν κόρη του ἕνα τσοπανόπουλο, καλὸ παιδί – τὸ ἤξερα. Ἡ κόρη τὸν περιφρόνησε. ―Αὐτὸν θὰ πάρω ἐγώ; εἶπε. Ἦρθε τότε στὸ χωριὸ ἕνας ἀπ᾽ τὴν Ἀμερική, στολισμένος μὲ τὸ μαντηλά­κι του, τὴ γραβάτα του, τὰ δαχτυλίδια του. ―Αὐτὸν θέλω, πατέρα. ―Βρέ, παιδί μου, δὲν κάνει αὐτός. ―Ὄχι, αὐτὸν θέλω!… Τὸ τσοπα­νόπουλο ἦρθε στὴ μητρόπολι λυπημένο, ἤθελε ν᾽ αὐτοκτονήσῃ. ―Ὄχι! τοῦ λέω. Πήγαινε ν᾽ ἀνάψῃς ἕνα κερὶ στὴν Παναγιά, γιατὶ σὲ γλύτωσε ἀπὸ τέτοια γυναῖκα· αὐτὴ δὲν ἀγαπάει ἄνθρωπο, ἀγαπάει δολλάρια. Ἔννοια της, αὐτή θὰ μετανοήσῃ… Ἔφυγε παρηγορημένος. Ἔγι­νε ὁ γάμος καὶ τὸ ζεῦγος ἀνεχώρησε μὲ ἀ­ερο­πλάνο στὸ Σικάγο. Ἔ, σ᾽ ἕνα μῆνα ἔρχεται τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν κόρη στὸ χωριό· «Πατέρα, ἔλα νὰ μὲ πάρῃς». Πηγαίνει ὁ πατέρας στὸ Σικάγο. Τί ἦταν ὁ γαμπρός· γκάγκστερ, λῃ­στής, κακοῦργος! μιὰ νύχτα πῆγε νὰ τὴ στραγγαλίσῃ. Τώρα κάθεται σ᾽ ἕνα χωριὸ λυπημένη. Ἄ, ἔτσι λοιπόν; θέλεις ἄντρα πλούσιο καὶ «πο­λιτισμένο», καὶ περιφρονεῖς τὸ φτωχαδάκι; Θὰ τιμωρηθῇς. Στὶς νέες αὐτὲς ὁ Χριστὸς ἐ­παναλαμβάνει· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε».
⃝ Ἄλλη περίπτωσι. Ἕνας στὸ χωριὸ καθόταν φρόνιμα. Εἶχε τὸ σπιτάκι του, τὸν πατέρα του, τὴ γυναῖκα του καὶ τέσσερα χαριτωμένα ἀγοράκια. Ἄκουσε ὅμως, ὅτι στὰ ξένα ὅσοι δουλεύ­ουν βγάζουν πολλά, καὶ ἀποφάσισε νὰ φύ­γῃ. Μή! τοῦ λέει ὁ πατέρας. Τίποτα αὐτός· τοὺς ἄφησε ὅλους κ᾽ ἔφυγε στὴ Γερμανία. Ἐκεῖ ἔμ­πλεξε μὲ μιὰ Τουρκάλα· πάει κι ὁ γάμος καὶ ἡ οἰκογένειά του, τελείωσαν. Τί νὰ τὰ κάνῃ με­τὰ τὰ μάρκα; Παραπάνω εἶνε ἡ οἰκογένεια. Σ᾽ αὐ­τοὺς ὁ Χριστὸς λέει· Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε.
⃝ Βλέπεις τώρα κ᾽ ἕναν ἄλλο ποὺ ἔρχεται στὴν ἐκκλησιὰ καὶ παρακαλεῖ. Γιὰ τί παρακαλεῖ; Γιὰ ἐκδίκησι· νὰ κάψῃ ὁ Χριστὸς τὸν ἐχθρό του! Μὰ τέτοια πράγματα ζητᾷς ἀπ᾽ τὸ Χριστό; Ὁ Χριστὸς ἅπλωσε στὸ σταυρὸ τὰ ἅγια χέρια του καὶ συγχώρησε τὸν πιὸ μεγάλο ἐχθρό του. Γι’ αὐτὸ σοῦ ἀπαντᾷ· «Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε».
Βλέπετε λοιπὸν πῶς σκεπτόμεθα;

* * *

Λοιπὸν τί πρέπει νὰ ζητᾶμε; Νὰ ζητᾶμε ὄχι χαλίκια, ὄχι χώματα, ὄχι φίδια, ὄχι σκορπιούς· νὰ ζητᾶμε μεγάλα καὶ ὑψηλὰ πράγματα, νὰ ζητᾶμε διαμάντια. Ποιά εἶνε τὰ διαμάντια; Ἕνα, δύο, τρία, τέσσερα καὶ τελειώνουμε.
⃝ Νὰ ζητοῦμε πρῶτα ἀπ᾽ ὅλα νὰ μᾶς δώσῃ ὁ Θεὸς τὴν πίστι. Ποιά πίστι; Τὴν πίστι τῶν ἁ­γίων καὶ τῶν μαρτύρων, τὴν πίστι τῶν ἀ­γραμμάτων παππούδων καὶ προγόνων μας, ποὺ κά­θε Κυριακὴ ἦταν στὴν ἐκκλησιὰ κι ὁ Θεὸς εὐ­λογοῦσε τοὺς κόπους των. Τώρα δὲν ἐκκλη­σι­άζονται καὶ δὲν ἔχουν εὐλογία. Ὅταν ὑπηρετοῦσα τὴν Κάρυστο τῆς Εὐβοίας, οἱ ψα­ρᾶ­δες ἦταν λυπημένοι· ἕνα μῆνα εἶχαν νὰ πιάσουν ψάρι! Περίεργο πρᾶγμα· μὲ σύγχρονα μέ­σα, καὶ νὰ μὴ πιάνουν; Τότε ἕ­νας γέρος ψα­ρᾶς μοῦ λέει· Ἄχ, πάτερ μου· ὅ­ταν ἤμουν παι­δὶ ὁ πατέρας μου ἔκανε τὸ σταυρό του, ζη­τοῦ­σε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν προλαβαίναμε νὰ ῥίχνουμε τὰ δίχτυα καὶ γέμιζαν ψάρια· τώρα ἀντὶ γιὰ προσευχὴ βλαστημᾶμε Χριστὸ καὶ Παναγιά!… Πίστι ἔχουμε ἀνάγκη.
⃝ Τί ἄλλο νὰ ζητοῦμε· Θεέ μου, δῶσ᾽ μας ὁ­μόνοια, νά ᾽μαστε μονοιασμένοι· στὸ σπίτι, στὸ χωριό, στὴν πατρίδα. Νὰ μὴ μᾶς διαιροῦν τὰ κόμματα. Ἡ Ἐκκλησία φωνάζει «ἀγάπη, ὁμόνοια», ὁ διάβολος «μῖσος, ἐκδίκησι», καὶ εἴδαμε στὸν τόπο μας τὰ θλιβερὰ ἀποτελέσματα.
⃝ Τί ἄλλο νὰ ζητοῦμε; Τὴν εἰρήνη. Μεγάλο πρᾶγμα. Ἐγὼ ποὺ γέρασα πέντε πολέμους εἶ­δα στὶς μέρες μου. Τώρα; Ὦ Θεέ μου, ἔρχεται μεγάλη συμφορά, ὁ τελευταῖος παγκόσμι­ος πόλεμος. Ὅταν τὸ σκέπτομαι παρακαλῶ· Θεέ μου, δῶσ᾽ μας εἰρήνη, λυπήσου τὸν κόσμο.
⃝ Ἄλλο διαμάντι ποὺ πρέπει νὰ ζητοῦμε εἶνε ἡ μετάνοια. Ποιός τὸ ζητάει! Τὸ ζήτησε ἡ ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ποὺ ἑορτάζει σήμερα. Ἔπεσε στὴν ἁμαρτία· μετανόησε ὅμως, ἐξωμολογήθηκε καὶ ἔ­μεινε στὴν ἔρημο κλαίοντας 47 χρόνια. Ποιός ἀπὸ μᾶς κλαίει τὶς ἁμαρτίες του, ποιός πάει στὸν πνευματικό; Ἂν δὲν μετανο­ήσουμε, δὲν εἴμεθα Χριστιανοί. Κ᾽ ἐγὼ ὁ ἐπίσκοπος ἔχω πνευματικὸ πατέρα, καὶ πηγαίνω τὸν βρίσκω κ᾽ ἐξομολογοῦμαι τὰ ἁμαρτήματά μου. Ὅπως Χριστιανὸς δὲν λέγεται ὅποιος δὲ βαπτίστηκε, ἔτσι Χριστιανὸς δὲν εἶνε καὶ ὅ­ποιος δὲν ἐξομολογεῖται τὶς ἁμαρτίες του.

* * *

Αὐτὰ νὰ ζητοῦμε, ἀγαπητοί μου. Αὐτὰ εἶνε τὰ σπουδαῖα. Καὶ πρέπει νά ᾽ρθῃ Πνεῦμα ἅγιο γιὰ ν᾽ ἀνοίξῃ ἡ καρδιά μας νὰ τὰ καταλάβουμε. Νὰ μὴ ζητοῦμε εὐτελῆ ὑλικὰ πράγματα· νὰ ζη­τοῦμε πολύτιμα πνευματικὰ πράγματα. Καὶ τό­τε ὁ Θεός, κοντὰ στὰ μεγάλα καὶ πνευματικά, θὰ μᾶς δώσῃ τὰ μικρά. Ἔτσι θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς κι ἀγαπημένοι καὶ μονοιασμένοι καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς οἰκογένειες καὶ ὡς ἔθνος μέσα στὴν ἀνθρωπότητα, καὶ θὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς τῆς ἐπουρανίου του βασιλείας· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Oμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερο ναο του Ἁγιου Παντελεήμονος χωρίου Ἁγ. Παντελεήμων – Ἀμυνταίου 11-4-1976)

 

 

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΓΟΝΕΩΝ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 6th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 9,17-31)

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΓΟΝΕΩΝ

π. Αυγουστινος ιστΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε Τετάρτη (Δ΄) Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν. Θέλω νὰ στρέψω τὴν προσοχή σας στὸ εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας. Εἶνε ἡ ἱστορία ἑνὸς πατέρα, καὶ συγχρόνως ἡ ἱστορία ὅλων τῶν οἰκογενειαρχῶν ὅλων τῶν αἰ­ώνων κάθε ἐποχῆς καὶ ἰδίως τῆς σημερινῆς.

* * *

Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Ἕνας πατέρας εἶχε ἕ­να παιδὶ ποὺ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀρρώστια φοβερή· τὰ αἴτιά της ἦταν ὄχι φυσικὰ ἀλλὰ ὑ­περφυσικά· ὀνομάζεται δαιμονισμός. Καὶ σήμερα πολλὰ πράγματα ποὺ συμβαί­νουν στὶς οἰκογένειες πιστεύω ὅτι δὲν ἐξηγοῦνται ἀλ­λιῶς· εἶνε δαιμονισμός, ὅπως περιέγραψε ὁ ῾Ρῶ­σος Ντοστογιέφσκυ στὸ ἔργο του Δαιμονισμένοι. Ὅπως τὸ βόδι, ποὺ ἅμα τὸ πιάσῃ ὁ τάβανος δὲν ἡσυχάζει πιὰ ἀλλὰ τρέχει ἀσυγ­κρά­­τητο μὲ τὸ κεφάλι κάτω, ἔτσι μοιάζουν πολλὰ παιδιά. Δὲν ἡσυχάζουν· εἶνε δυστυχισμένα, καὶ πιὸ δυστυχισμένοι οἱ γονεῖς τους.
Τὸ παιδὶ αὐ­τὸ λοιπὸν δαιμονίστηκε, τὸ «τσί­μ­πησε μῦγα» δαιμονική. Ὅταν τό ᾽πιανε κρίσις ἔπεφτε κάτω καὶ χτυπιόταν, σπαρταροῦσε σὰν τὸ ψάρι, ἔβγαζε ἀφροὺς ἀπ᾽ τὸ στόμα κ᾽ ἔτριζε τὰ δόντια. Ὁ πατέρας τὸ εἶχε πάει παντοῦ, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν οὔτε γιατροὶ οὔτε μάγοι οὔτε κανεὶς ἄλλος νὰ τὸ θεραπεύσουν. Ἀ­πελπισμένος πιὰ πῆγε στὸ Χριστό. Καὶ ὁ Χριστός, ποὺ εἶδε τὸ παιδὶ νὰ κυλιέται μπροστὰ στὰ πόδια του, ρώτησε τὸν πατέρα· ―Πόσον και­ρὸ εἶνε ἔτσι τὸ παιδί; Καὶ ὁ πατέρας ἀπήν­τησε· ―«Παιδιόθεν», ἀπὸ μικρό (Μᾶρκ. 19,21).
Γεννᾶται ἡ ἀπορία· γιατί ρωτάει ὁ Χριστός; δὲν ξέρει; Ὡς Θεὸς παντογνώστης ξέρει ὅ­λες τὶς λεπτομέρειες, ἀλλὰ ρώτησε ἐπίτηδες. Ὅπως ὁ δάσκαλος ρωτάει τὸ μαθητὴ ὄχι διότι ἀγνοεῖ, ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸν διδάξῃ κάτι, ἔτσι καὶ ὁ Χριστός, ὁ αἰώνιος διδάσκαλος· ρώτησε, διότι ἀπὸ τὴν ἀπάντησι τοῦ πατέρα ἤθελε νὰ βγάλῃ μιὰ μεγάλη διδασκαλία· ὅτι οἱ γονεῖς πρέπει νὰ ἐνδιαφέρωνται γιὰ τὰ παιδιά τους ἀπὸ νωρίς, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννιῶνται κι ἀ­κούγεται τὸ πρῶτο τους κλάμα, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θηλάζουν καὶ λένε τὶς πρῶτες λέξεις.
Τὸ ἐπεισόδιο λοιπὸν αὐτὸ ἔχει μεγάλη παιδαγωγικὴ σημασία, ἰδίως γιὰ τοὺς γονεῖς. Τότε ἦταν αὐτὸς ὁ πατέρας μὲ δαιμονισμένο τὸ παιδί· σήμερα χιλιάδες παιδιὰ εἶνε δαιμονισμένα. Ποιός φταίει, ποιός εὐθύνεται γι᾽ αὐτό; Εὐθύνη φέρει καὶ ἡ πολιτεία – τὸ κράτος, εὐ­θύνη φέρει καὶ ἡ Ἐκκλησία, εὐθύνη φέρει καὶ ἡ κοι­νωνία· ἀλλὰ σὲ τελευταία ἀνάλυσι τὸ μεγάλο μερίδιο εὐθύνης φέρουν ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα, οἱ γονεῖς. Ἐξετάζοντας τὴ διαγωγὴ τῶν γονέων μποροῦμε νὰ τοὺς κατατάξουμε στὶς ἀκόλουθες τέσσερις κατηγορίες.
Πρώτη κατηγορία γονέων εἶνε οἱ ἀδιάφο­ροι. Γι᾽ αὐτοὺς «πέρα βρέχει». Εἶνε ἄνθρωποι ποὺ συνήθισαν νὰ κάνουν πάντα τὰ κέφια τους. Ἔτσι καὶ στὸ γάμο. Παν­τρεύονται καὶ γεννοῦν παιδιά, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ γεννηθῇ τὸ παιδὶ ἀμελοῦν τὸ χρέος τους ἀπέναντί του· δὲ νοιάζονται γιὰ τὴν ἀνατροφή του. Συνεχίζουν τὴ ζωή τους ὅ­πως πρίν· κυνηγοῦν τὶς δι­ασκεδάσεις καὶ τὰ θεάματα, τρέχουν στὰ κέν­τρα, στὸ χαρτοπαί­γνιο, στὸ ξενύ­χτι, στὸ πιοτὸ καὶ στὸ μεθύσι…. Ὡς πρὸς τὴ διαπαιδαγώγησι τοῦ παιδιοῦ μένουν τελείως ἀδιάφοροι.
Ἔγραψαν οἱ ἐφημε­ρίδες τὸ ἑξῆς φοβερό. Κάποιο εὐκατάστατο ἀντρόγυνο στὴν Ἀθήνα ἔκλεισαν τὰ δυὸ μικρά τους παιδιά, ἡλικίας 3 – 4 ἐτῶν, μέσα στὸ πολυ­τελὲς διαμέρισμά τους, τοὺς ἔδωσαν καὶ ὑ­πνωτικὸ νὰ κοιμηθοῦν, κι αὐ­τοὶ βγῆκαν σὲ κέντρο στὴ Γλυφάδα νὰ διασκεδάσουν. Ξύπνησαν ὅμως τὰ παιδιά, εἶδαν ὅτι ὁ πατέρας καὶ ἡ μάνα λείπουν, ἔβαλαν τὶς φωνὲς μέσ᾽ στὸ σκοτάδι κι ἀναστάτωσαν ὅλη τὴν πολυκατοικία. Οἱ συγκάτοικοι εἰδοποίησαν καὶ ἡ ἀστυνομία ἦρθε καὶ τὰ βρῆκε ὁλομόναχα. Τὸ πρωὶ κατὰ τὶς 5 ἡ ὥρα γύρισαν οἱ προκομμένοι οἱ γονεῖς. Προτίμησαν τὴ διασκέδασι ἀ­διαφορώντας γιὰ τὰ παιδιά τους.
Δὲν εἶνε πολὺς καιρὸς ποὺ ἦρθε στὴ μητρό­πολι ἀπὸ ἕνα χωριὸ μιὰ γυναίκα μὲ πέντε παιδάκια. Εἶμαι δυστυχισμένη, λέει. Ὁ ἄντρας μου μᾶς ἄφησε, πῆγε στὴ Γερμανία τάχα νὰ ἐργαστῇ, καὶ ἕνα χρόνο τώρα οὔτε ἕνα μάρκο δὲν ἔστειλε. Τρώει τὰ λεφτά του μὲ ξένες γυναῖ­κες. Ἔγραψα στὸν πρόξενο ἐκεῖ, μὰ ποῦ νὰ τὸν βρῇ κι αὐτὸς στὴν ἀχανῆ χώρα; Μᾶς ξέχασε…
Αὐτοὶ οἱ γονεῖς δὲ διδάσκονται ἔστω ἀπὸ τὰ ζῷα; Πῆγα σ᾽ ἕνα χωριὸ κι ἄκουσα μιὰ ἀγελάδα νὰ κλαίῃ ὅλη νύχτα. ―Τί ἔπαθε; ρωτῶ. ―Τῆς πῆραν τὸ μοσχαράκι, μοῦ λένε. Δὲν πᾷς νὰ πά­ρῃς ἀπὸ μιὰ προβατίνα τὸ ἀρνάκι της; Δὲν τολμᾷς νὰ πάρῃς τὸ λιονταράκι ἀπὸ τὴ λέαινα; θὰ σὲ ξεσχίσῃ. Ἀνέβηκε κυνηγὸς στὴ φωλιὰ ἑνὸς ἀετοῦ νὰ πάρῃ τὰ πουλιά του, κι ὁ ἀετὸς ἔπεσε πάνω του καὶ τὸν σκότωσε. Τὰ ζῷα ἔ­χουν περισσότερη φροντίδα γιὰ τὰ μικρά τους.
Ὑπάρχουν βέβαια γονεῖς ποὺ φροντίζουν νὰ ἔχουν τὰ παιδιά τους ροῦχα, παπούτσια, κάλτσες, βιβλία, καὶ πρὸ παντὸς φαῒ καλὸ καὶ πλούσιο – γι᾽ αὐτὸ δὲν τὰ νηστεύουν Τετάρτη – Παρασκευή. Φροντίζουν δηλαδὴ γιὰ τὰ ὑ­λικά, καὶ νομίζουν ὅτι ἔτσι τελείωσε ἡ ὑποχρέ­ωσί τους, ἀλλὰ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ κανένας λόγος. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶνε, ὅτι τέτοια παιδιά, ποὺ στεροῦνται τὴν ψυχικὴ καλλι­έρ­γεια, γίνονται ἀνάγωγα καὶ διεστραμμένα.
⃝ Ἡ δεύτερη κατηγορία εἶνε οἱ μοντέρνοι γο­νεῖς. Αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὰ παιδιά· τὸ ἐν­διαφέρον τους ὅμως εἶνε νὰ ἐξελιχθοῦν κα­τὰ τὸ πνεῦμα τοῦ κόσμου, σύμφωνα μὲ τὸ ῥεῦ­μα τῆς ἐποχῆς. Ἡ κόρη τους νὰ ντυθῇ μὲ τὴν τελευταία μόδα· ὁ γυιός τους νὰ μετέχῃ σὲ ὅ­λες τὶς κοινωνικὲς ἐκδηλώσεις καὶ τὰ παιχνί­δια· νὰ μάθουν μουσική, ξένες γλῶσσες, τρόπους εὐγενείας. Θέλουν νὰ ἔχουν παιδιὰ ἐξελιγμένα κατὰ τὰ εὐρωπαϊκὰ καὶ ἀμερικανικὰ πρότυπα, ὄχι χωριάτες. Ἐνδιαφέρονται λοι­πόν, ἀλλὰ λανθασμένα. Ἀδιαφοροῦν γιὰ τὴν πνευματικὴ διάπλασι τῶν παιδιῶν, ἀποφεύγουν νὰ τοὺς δώσουν χριστιανικὴ ἀνατροφή, δὲν τ᾽ ἀ­φήνουν νὰ ἔρθουν σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴ διδασκαλία της. Ἀλλ᾽ ἐὰν τὸ παιδί σου μάθῃ ὅλες τὶς γλῶσσες τοῦ κόσμου, δὲν γίνῃ ὅμως ἄνθρωπος, τί νὰ τὸ κάνῃς;
Τρίτη κατηγορία γονέων εἶνε οἱ ἄθεοι. Αὐτοὶ δὲν πιστεύουν, καὶ εἶνε ὄχι ἁπλῶς ἀδιάφοροι ἀλλὰ καὶ ἐπιθετικοί· πᾶνε κόντρα στὴ χριστια­νι­κὴ διαπαιδαγώγησι τῶν παιδιῶν τους. Θέλουν νὰ ξερριζώσουν ἀπὸ τὴν ψυχή τους τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα καὶ νὰ τὰ κάνουν ἄθεα.
Μιὰ φορὰ σὰν ἱεροκήρυκας, ὅταν πλησιάσα σ᾽ ἕνα χωριό, ἄκουσα μιὰ φοβερὴ βλαστήμια. Πλησιάζω καὶ τί νὰ δῶ· κάτω ἀπὸ ἕνα δέν­τρο ἕνας πατέρας κρατοῦσε τὸ παιδάκι του στὴν ἀγκαλιὰ καὶ τὸ μάθαινε νὰ βλαστημάῃ τὸ Θεό!
Σ᾽ ἕνα χωριὸ τῆς Πτολεμαΐδος ἕνα παιδὶ τε­­λείωσε τὸ σχολεῖο μὲ ἄριστα καὶ παίρνον­τας τὸ ἀπολυτήριο εἶπε στοὺς γονεῖς του, ὅτι θὰ σπουδάσῃ θεολόγος, γιὰ νὰ γίνῃ ἱεροκήρυκας καὶ νὰ πάῃ μάλιστα στὴν Οὐγκάντα ἱεραπόστολος. Κι ὁ πατέρας σήκωσε καρέκλα νὰ τὸ χτυπήσῃ. Ἔκαναν οἰκογενειακὸ συμβούλιο κ᾽ ἔβαλαν τοὺς συγγενεῖς ὅλους νὰ πιέσουν τὸ παιδὶ ν᾽ ἀλλάξῃ ἀπόφασι καὶ νὰ σπουδάσῃ κάτι προσοδοφόρο. Καὶ ἦταν τέτοιος ὁ πόλεμος νεύρων, ὥστε τώρα τὸ παιδὶ ἀπὸ ἀριστοῦχος κατήντησε νὰ εἶνε στὸ ψυχιατρεῖο. Γι᾽ αὐτὸ ὑ­πάρχει σήμερα τόση ἔλλειψις κληρικῶν.
Πρώτη κατηγορία λοιπὸν οἱ ἀδιάφοροι, δευ­τέρα κατηγορία οἱ μοντέρνοι, τρίτη κατηγορία οἱ ἄπιστοι καὶ ἄθεοι, καὶ τετάρτη κατηγορία οἱ εἰδωλολάτρες. Γονεῖς εἰδωλολάτρες εἶ­νε ἐκεῖ­νοι ποὺ κάνουν τὸ παιδί τους εἴδωλο καὶ τὸ λατρεύουν. Σπεύδουν ν᾽ ἀνταποκρι­θοῦν σὲ κάθε ἐπιθυμία του, ἱκανοποιοῦν ὅλες τὶς ἀ­­παιτήσεις του, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ παράλο­γες, δὲν τοῦ χαλοῦν ποτέ χατίρι. Οἱ γονεῖς αὐ­τοὶ δὲν βλέπουν στὸ παιδί τους κάτι ποὺ νὰ θέλῃ δι­όρθωσι, θεω­ροῦν τὸν κανακάρη τους ἰδανικό. Γι᾽ αὐτὸ δὲν φρον­τίζουν νὰ τὸν διαπλά­σουν, νὰ περικόψουν ἐλαττώματα καὶ νὰ καλλιεργή­σουν ἀγαθὰ στοιχεῖα ποὺ λείπουν. Δὲν παιδεύουν, δὲν μαλώνουν, δὲν τιμωροῦν τὸ παιδί. Τὸ ἐπαινοῦν μπροστά του, καὶ καυχῶνται στοὺς ἄλλους γι᾽ αὐτὸ μπροστὰ καὶ πίσω του. Ἂν κάποιος τοὺς ἐνημερώσῃ γιὰ κάποια ἀταξία του καὶ τοὺς ἐπισημάνῃ κάποια ἀδυναμία του, τὸν κάνουν ἐχθρό.
Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς κακῆς ἀγωγῆς εἶνε ὅτι διαπλάθονται φίλαυτοι καὶ ἐγωιστικοὶ τύ­ποι, ἀπαιτητικοὶ καὶ ἐριστικοί, ἀκοινώνητοι καὶ ἀγύμναστοι στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς. Καὶ αὐτὰ τὰ γεύονται πρῶτοι οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς πού, ἀντὶ τῶν τόσων περιποιήσεων, εἰσπράττουν συχνὰ ἀπὸ τὸ κακομαθημένο παιδί τους ἀστοργία καὶ ἀδιαφορία, ὅπως περιγράφει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς στὶς διδαχές του.

* * *

Ὁ σωστὸς γονεύς, ἀγαπητοί μου, οὔτε ἀδι­αφορεῖ γιὰ τὸ παιδί του, ἀλλ᾽ οὔτε τὸ κάνει εἴ­δωλο. Ἐνδιαφέρεται καὶ προσπαθεῖ νὰ τὸ διαπαιδαγωγήσῃ ἀπὸ τὴ μικρή του ἡλικία μακριὰ ἀπὸ τὴ μόδα καὶ τὴν ἀθεΐα. Σκοπός του εἶνε νὰ τοῦ κληροδοτήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ τοῦ διδάξῃ τὴν ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 23-3-1974 Σάββατο ἑσπέρας)

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 20th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

ΠΑΠΑΣ- ΠΡΟΔ. ΠΙΣΤΕΩΣΤί θὰ πῇ ἰδανικό; Μέσα σὲ κάθε ἄνθρωπο, καὶ στὸν πιὸ ἀτελῆ, ὑπάρχει κάποια εἰκόνα εὐτυχίας, ἕνα ὅραμα ζωῆς, ἕνας σκοπὸς πρὸς τὸν ὁποῖο συγκλίνουν ὅλες οἱ σκέψεις καὶ ἐνέργειές του· καὶ σκοπὸς εἶνε ἡ ἰδέα ἐκείνη ποὺ κυριαρχεῖ ἐπάνω σὲ ὅλες τὶς ἄλλες ἰδέες καὶ συναισθήματα καὶ ἀποτελεῖ τρόπον τινὰ τὸν κεντρικὸ ἄξονα γύρω ἀπ᾽ τὸν ὁποῖο στρέφεται ἡ ζωή του. Καὶ ὅπως ἡ ἀξία μιᾶς λεπτεπίλεπτης μηχανῆς, ἑνὸς ρολογιοῦ π.χ., ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τὴν ἀντοχὴ τοῦ ἄξονά του, κάπως ἔτσι καὶ ἡ ἀξία τῆς ζωῆς ἐξαρτᾶται κυρίως ἀπὸ τὴν ἰδέα ἐκείνη ἡ ὁποία κυριαρχεῖ καὶ ῥυθμίζει τὴ ζωή. Καὶ ὅπως ὑπάρχουν ἄξονες ἀπὸ φτηνὸ ὑλικὸ καὶ μὲ μικρὴ ἀντοχή, ποὺ εὔκολα σπάζουν, ἀλλὰ καὶ ἄξονες ἀπὸ ἀνθεκτικὴ ὕλη, ἀδαμάντινοι, ἄθραυστοι, ἔτσι ὑπάρχουν καὶ ἰδανικὰ μικρὰ καὶ μεγάλα, ἀδύνατα καὶ ἰσχυρά, εὔθραυστα καὶ ἄθραυστα, γήινα καὶ οὐράνια, θνητὰ καὶ ἀθάνατα.
Καὶ ποιά εἶνε τὰ ἰδανικά τῆς Ἑλλάδος; θὰ ρωτήσῃ κάποιος. Στὰ τρεῖς χιλιάδες χρόνια τοῦ ἐθνικοῦ της βίου παρελαύνει μπροστά μας σειρὰ πολλῶν ἰδανικῶν· Τρωϊκὸς πόλεμος, Περσικά, Μέγας Ἀλέξανδρος, Βυζάντιο καὶ ἀκρῖτες, Παλιγγενεσία, Μακεδονικὸς ἀγώνας, Βαλκανικοὶ πόλεμοι, Ἀλβανικὸ ἔπος. Πάνω ὅμως ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ εἶνε τὰ πανανθρώπινα, καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα εἶνε τὰ θεῖα, καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια εἶνε τὰ οὐράνια καὶ ἀθάνατα. Ἀπὸ τὰ ὁμηρικὰ χρόνια μέχρι τὴ Μεγάλη Ἰδέα, ποὺ ἐδόνησε καὶ τὴ γενεὰ τῶν πατέρων μας μὲ τὸ «Πάλι μὲ χρόνια μὲ καιρούς, πάλι δικά μας θά ᾽νε», ἀναζητοῦμε τὸ τέλειο. Ποῦ λοιπὸν καταλήγουμε;
Ἀπὸ ὅλα ὅσα προβάλλονται ὡς ἰδανικὰ γιὰ ἕνα λαό, ἐκεῖνο ποὺ ἀξίζει νὰ γίνῃ τὸ ἰδανικὸ τῆς Ἑλλάδος, ὁ πολικός της ἀστέρας, εἶνε ἡ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ.
Αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία, ποὺ τόσο ὑποτιμᾶται σήμερα ἀπὸ κάποιους μορφωμένους, πιστεύω ὅτι συγκεντρώνει ὅλα τὰ γνωρίσματα τοῦ ὑψίστου ἀγαθοῦ καὶ ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ βαθύτερα αἰτήματα τοῦ λαοῦ μας. Αὐτὴ ἔχει τὸ ἀληθινὸ «νέκταρ καὶ τὴν ἀμβροσία». Αὐτὴ κρατάει τὸν Ἄρτο ποὺ μπορεῖ νὰ θρέψῃ καὶ νὰ χορτάσῃ τὸν ἄνθρωπο ὑλικὰ καὶ πνευματικά, σὲ ἀντίθεσι μὲ τὰ «κεράτια» (Λουκ. 15,16), μὲ τὰ ὁποῖα προσπαθοῦν ἄλλοι νὰ χορτάσουν τὴν πεινασμένη ἀνθρωπότητα. Αὐτὴ δείχνει τὸν οὐρανὸ ὡς τὴν αἰώνια πατρίδα καὶ αὐτὴ πάλι μὲ τὰ ὑπέροχα διδάγματά της γιὰ ἐλευθερία, ἀδελφότητα, ἀγάπη καὶ δικαιοσύνη μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ τὸν ἄνθρωπο νὰ στήσῃ τὴν ἰδανικὴ πολιτεία. Στὴν πολιτεία αὐτὴ τὸ ἐλατήριο τῆς ἰδιοτελείας θ᾽ ἀντικατασταθῇ μὲ τὸ ἐλατήριο τῆς ἀγάπης ποὺ θυσιάζεται γιὰ τοὺς ἄλλους, μὲ πρότυπο τὸν Θεάνθρωπο, ὁ ὁποῖος «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν» (Ματθ. 20,28). Ζωηρὴ εἰκόνα τῆς πολιτείας αὐτῆς μᾶς ἔδωσαν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί· μιᾶς πολιτείας στὴν ὁποία, ὅπως λέει ὁ ἀθάνατος Χρυσόστομος, ὁ ἰδιοτελὴς καὶ καταραμένος λόγος «αὐτὸ εἶνε δικό μου» κι «αὐτὸ εἶνε δικό σου» εἶχε καταργηθῆ καὶ ἀντικατασταθῆ μὲ τὴ φράσι «ἅπαντα κοινά» (Πράξ. 4,32). Ναί, μόνο ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ ὁποία στὴν ἰδεώδη ζωὴ τῶν μοναχικῶν ἀδελφοτήτων τῶν πρώτων αἰώνων πραγματοποίησε τὸ κοινόβιο, τὸ ἑκούσιο κοινόβιο, καὶ ἐγκαθίδρυσε ἐπάνω στὴ γῆ ἀγγελικὸ πολίτευμα, αὐτὴ καὶ σήμερα, ὅπως κήρυττε καὶ ὁ ἀείμνηστος μητροπολίτης Τραπεζοῦντος καὶ κατόπιν ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Χρύσανθος, μπορεῖ «διὰ τῆς πρὸς πάντας καὶ πάντα στρεφομένης καὶ πάντα ἐν ἑαυτῇ ἑνούσης θείας ἀγάπης νὰ συμπήξῃ μίαν σταθερὰν καὶ ἀδιάσειστον σοσιαλιστικὴν κοινωνίαν» (Ἡ κοινωνικὴ κρίσις καὶ ἡ Ἐκκλησία, «Ὀρθοδοξία» 1932, σσ. 29-37). Αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία, ἡ «περιβεβλημένη τὸν ἥλιον» (Ἀπ. 12,1), ὡς πανανθρώπινο ἰδανικό, μπορεῖ νὰ συγκινήσῃ ὄχι μόνο τὸ δικό μας ἔθνος ἀλλὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ νὰ νικήσῃ καὶ νὰ θριαμβεύσῃ πάνω ἀπ᾽ ὅλα τὰ λεγόμενα διεθνῆ καὶ οἰκουμενικὰ συνθήματα.
Ἀλλὰ νὰ ἐξηγούμεθα, Ἕλληνες ἀδελφοί. Ὅταν λέμε ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία πρέπει νὰ γίνῃ τὸ ἰδανικὸ τοῦ ἔθνους μας, δὲν ἐννοοῦμε νὰ τὴν κάνουμε μέσο τὸ ὁποῖο νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες γιὰ ἐθνικὴ καὶ πολιτικὴ ἐκμετάλλευσι καὶ νὰ καταντήσουμε ὀρθοδοξοκάπηλοι ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, ὅπως ἔγινε δυστυχῶς στὴν τσαρικὴ ῾Ρωσία.  Ἐκεῖ οἱ πολιτικοὶ ἄρχον­τες, ἐνῷ δὲν εἶχαν καμμιά ἐσωτερικὴ σχέσι μὲ τὴν Ὀρθοδοξία, παρουσιάζονταν στὸν κόσμο ὡς ὑπερασπισταὶ τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ κάτω ἀπὸ τὸ προσωπεῖο της ἔκρυβαν ξένους σκοπούς· ἔκρυβαν καταχθόνια σχέδια γιὰ τὴν πολιτικὴ ἐπικράτησι ἑνὸς ἀκράτου ἐθνικισμοῦ, τοῦ λεγομένου πανσλαβισμοῦ, ὁ ὁποῖος, εἰσδύοντας μὲ τοὺς πράκτορές του σὲ ὅλες τὶς τοπικὲς ὀρθόδοξες ἐκκλησίες, διατάραζε τὴν εἰρηνικὴ ζωὴ τῶν ὀρθοδόξων λαῶν τῆς Ἀνατολῆς.

Ἔχοντας ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες ὡς ἰδανικὸ τοῦ ἔθνους τὴν Ὀρθοδοξία, ὄχι ὡς μέσο ἀλλὰ ὡς σκοπὸ πρὸς τὸν ὁποῖο πρέπει νὰ συγκλίνουν ὅλες οἱ ἐνέργειές μας, πρέπει νὰ εἴμαστε ἀπέναντι στὰ ἄλλα ἔθνη εἰλικρινεῖς καὶ ἀνιδιοτελεῖς ἀπόστολοι τοῦ Ὀρθοδόξου χριστιανισμοῦ. Εἰλικρινεῖς καὶ ἀνιδιοτελεῖς, ὅπως ἦταν οἱ ἀπόστολοι τοῦ Κυρίου, ποὺ δὲν πῆγαν στὰ ἔθνη γιὰ νὰ κηρύξουν τὸ μεγαλεῖο τῆς πατρίδας τους, τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ πῆγαν γιὰ νὰ κηρύξουν «Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τοῦτον ἐσταυρωμένον» (Α΄ Κορ. 2,2) καὶ μὲ τὸ καθαρὸ καὶ ἀμιγὲς ἀπὸ κάθε ἐθνικιστικὴ ἰδέα κήρυγμα νὰ σώσουν ψυχές· διὰ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν προσέφεραν τὴν ὑψίστη ὑπηρεσία στὴν πάσχουσα ἀνθρωπότητα, μέσα στὴν ὁποία οἱ σῳζόμενοι γίνονταν ἡ ζύμη τῆς ἀναμορφώσεως καὶ ἀναπλάσεως τοῦ ἀρχαίου κόσμου. Τὰ ἁμαρτωλὰ «ἐγώ», ἀτομικὰ καὶ ὁμαδικά, πρέπει, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, νὰ νικῶνται καὶ νὰ ἐξαφανίζωνται μπροστὰ στὴν Ὀρθοδοξία, καὶ αὐτὴ νὰ κυριαρχῇ στὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐνέργειές μας. Αὐτὴ καὶ μόνη διὰ τῆς φωτεινῆς διδασκαλίας καὶ τοῦ ὑποδειγματικοῦ βίου μας νὰ προβάλλεται στὰ μάτια ὅλων πρὸς δόξαν Θεοῦ. Καὶ ὅταν τέτοιες εἶνε οἱ διαθέσεις τῆς καρδιᾶς μας ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας, τότε θὰ χαιρώμαστε ὅταν καὶ ἄλλα ἔθνη κηρύττουν μὲ λόγια καὶ μὲ ἔργα τὴν Ὀρθοδοξία καὶ σημειώνουν μεγαλύτερη κι ἀπὸ μᾶς ἐπίδοσι στὸ κήρυγμά της. Γιατὶ ἡ Ὀρθοδοξία δὲν εἶνε εἶδος μονοπωλίου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς· εἶνε οἰκουμενικὴ ἰδέα καὶ ζωή, στὴν ὁποία καλοῦνται ὅλα τὰ ἔθνη νὰ συμμετάσχουν ἰσότιμα γύρω ἀπὸ τὴν κοινὴ τράπεζα τοῦ οὐρανίου Πατρός.
Στρατὸς Ὀρθοδοξίας. Στὸ μεγαλειῶδες σχέδιο τῆς Θείας Προνοίας νὰ κηρυχθῇ ἡ χριστιανικὴ πίστι σὲ ὅλο τὸν κόσμο ὅπως αὐτὴ διατηρήθηκε ἀναλλοίωτη μέσα στὴν Ὀρθοδοξία, ἡ Ἑλλάδα μπορεῖ νὰ προσφέρῃ μεγάλες ὑπηρεσίες. Ὄχι μόνο γιατὶ τὸ Εὐαγγέλιο εἶνε γραμμένο στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ ἀπ᾽ αὐτὴν μεταφράστηκε σὲ χίλιες καὶ πλέον γλῶσσες καὶ διαλέκτους, ὄχι μόνο γιατὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς μεγάλους πατέρες καὶ διδασκάλους στὰ ἑλληνικὰ ἔγραψαν τὰ ἀθάνατα συγγράμματά τους, ἀλλὰ καὶ γιατὶ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος, στενοχωρούμενα ἀπὸ τὴ φτώχεια ποὺ συνοδεύει τὴν Ἑλλάδα, ἔχουν βγῆ ἀπὸ τὴν πατρίδα τους καὶ βρίσκονται σκορπισμένα καὶ στὶς πέντε ἠπείρους. Ποῦ πάνω στὴ γῆ δὲν βρίσκεται Ἕλληνας; Γύρω στὰ δύο ἑκατομμύρια εἶνε οἱ Ἕλληνες τοῦ ἐξωτερικοῦ. Συμπαγεῖς Ἑλληνικὲς κοινότητες μὲ ὡραίους ναοὺς βρίσκονται στὰ μεγαλύτερα ἀστικὰ κέντρα τοῦ νέου κόσμου. Ἕλληνες ὑπηρετοῦν στὰ ἱστορικὰ πατριαρχεῖα τῆς Ἀνατολῆς. Ἕλληνες καὶ μέχρι τὴν Κορέα καὶ τὴν Ἰαπωνία καὶ τὴ Νότιο Ἀφρικὴ καὶ τὰ νησιὰ τῶν Φιλιππίνων. Ἂν στὶς καρδιὲς ὅλων αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀνεζωογονεῖτο ἡ φλόγα τῆς Ὀρθοδοξίας, τότε ἡ Ὀρθοδοξία θὰ διαδιδόταν καὶ θὰ δοξαζόταν στὸν κόσμο διὰ τῶν Ἑλλήνων· καὶ ἂν δοξαζόταν, θ᾽ ἀντιδόξαζε αὐτοὺς ποὺ τὴν δόξασαν μὲ μιὰ δόξα ἄφθαρτη καὶ αἰώνια. Ποιά δόξα μεγαλύτερη ἀπ᾽ αὐτὴν θὰ μποροῦσε νὰ φιλοδοξήσῃ ἡ φυλή μας;
Ἀπὸ μακρινὲς χῶρες, στὶς ὁποῖες οἱ κάτοικοι ζοῦν «ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου» (Ἠσ. 9,2 = Ματθ. 4,16. Λουκ. 1,79), ἔρχονται συγκινητικὰ μηνύματα ποὺ μᾶς προσκαλοῦν σὲ πνευματικὴ βοήθεια. Διότι καὶ μέχρι σ᾽ αὐτοὺς φτάνει ἡ φήμη τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀλλὰ ἐδῶ εἶνε τὸ σπουδαιότατο ἐρώτημα. Εἴμαστε ἆραγε προετοιμασμένοι γιὰ μία τέτοια παγκόσμια ἀποστολή; Ἔχουμε κάνει τὴν Ὀρθοδοξία κανόνα τῆς ζωῆς μας, ἰδανικὸ τοῦ ἔθνους μας; Μποροῦμε νὰ προβάλουμε τὴν πατρίδα μας ὡς πρότυπο Ὀρθοδόξου κράτους, ἢ μήπως ἡ Ὀρθοδοξία μας ἐξαντλεῖται στὴν τήρησι μερικῶν ἐξωτερικῶν τύπων, σὲ ἑορτὲς καὶ πανηγύρια κοσμικοῦ μᾶλλον παρὰ θρησκευτικοῦ χαρακτῆρος;

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ (Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΦΥΛΑΞΙΣ ΤΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 20th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ Α΄ Νηστειῶν

Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Α΄. Ὁ θησαυρὸς

2. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΛΗΣΤΑIΗ σημερινὴ Κυριακή, ἀγαπητοί μου, πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ὀνομάζεται Κυρι­ακὴ τῆς Ὀρ­θοδοξί­ας. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἡ μία καὶ μόνη ἀληθινὴ Ἐκ­κλη­σία τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς, πανηγυρίζει τὴ νίκη καὶ τὸ θρίαμβό της κατὰ τῶν αἱρέσεων.
Ἀφ᾽ ὅ­του συνῆλθε ἡ Ἑβδόμη (Ζ΄) Οἰκουμενι­κὴ Σύν­οδος τὸ 787 μ.Χ. στὴ Νίκαια καὶ κατε­δίκασε τοὺς εἰκονομάχους, ἔγινε ἡ ἀναστήλω­σις καὶ ἐπαναφορὰ τῶν ἁγίων εἰκόνων στὴ λατρεία καὶ καθιερώθηκε νὰ τελῆται λαμ­­πρὴ πανήγυρις. Ἐ­τελεῖτο στὰ χρόνια τοῦ Βυζαντίου καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τελῆ­ται μέχρι σήμερα σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ὀρ­θοδο­ξίας, παντοῦ ὅπου ἡ φλόγα τῆς νικηφόρου πίστεως διατηρεῖται ἀ­κμαία στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν.
Μετὰ τὴ δοξολογία τῆς ἡμέρας, στὸ τέλος τοῦ ὄρθρου, ὅλος ὁ κλῆρος καὶ ὁ πιστὸς λα­ὸς κάνουν ἱερὰ λιτανεία μὲ στάσεις σὲ τέσσερα ση­­μεῖα καὶ δεήσεις γύρω ἀπὸ τὸ ναό. Βγαίνουν ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἐν πομ­πῇ, ὑψώνουν τὸν τίμιο σταυρὸ ὁ ὁποῖος προ­­πορεύεται, κρατοῦν στὰ χέρια τὶς ἱερὲς εἰκόνες καὶ ψάλλουν τὸ ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας·
«Τὴν ἄχραντον εἰκόνα σου προσκυνοῦμεν, Ἀγαθέ, αἰτούμενοι συγχώρησιν τῶν πταισμάτων ἡμῶν, Χριστὲ ὁ Θεός· βουλήσει γὰρ ηὐ­δό­κησας σαρκὶ ἀνελθεῖν ἐν τῷ σταυρῷ, ἵνα ῥύ­σῃ οὓς ἔπλασας ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐ­χθροῦ· ὅθεν εὐχαρίστως βοῶ­μέν σοι· Χαρᾶς ἐπλήρωσας τὰ πάντα, ὁ Σωτὴρ ἡμῶν, παραγενόμενος εἰς τὸ σῶ­σαι τὸν κόσμον».
Στὸ τέλος τῆς λιτανείας μνημονεύ­ονται τὰ ὀ­νόματα καὶ μακαρίζονται οἱ ψυχὲς ὅλων ἐκείνων τῶν ὁ­μολογητῶν καὶ ἡ­ρώων τῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι μὲ σύνθημα τὸ «Ὀρθοδοξία ἢ θάνατος» ἀγωνίσθηκαν διὰ μέσου τῶν αἰ­ώνων ἐ­πάνω στὶς ἐπάλξεις τῆς Ἐκκλησίας μὲ σκοπὸ νὰ κρατήσουν ἀκεραία καὶ ἀνόθευτη τὴν πίστι, καὶ ἀναθεματίζονται οἱ ἀμετανόητοι αἱρετικοί, ποὺ κήρυξαν πλανεμένες διδασκαλίες. Αὐτὰ περιλαμβάνονται στὸ «Συνοδι­κὸν τῆς ἁγίας καὶ οἰκουμενικῆς Ζ΄ Συνόδου ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας», ποὺ βρίσκεται στὸ βιβλίο τοῦ Τριῳδίου καὶ θὰ ἦταν εὐχῆς ἔργον νὰ διαβάζεται στοὺς ναούς μας, ὅπως παλαιότερα, πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς πίστεως.
Τὴν ἡμέρα αὐτὴ τελεῖται τὸ ἱερὸ μνημόσυ­νο τῶν ἀναριθμήτων ἐκείνων ἡρώων τῆς Ὀρ­θο­­δόξου πίστεως, οἱ ὁποῖοι τώρα ἀποτελοῦν φωτεινὸ νέφος ποὺ λάμπει σὰν οὐράνιο σέλας σὲ ὅλη τὴν οἰκουμένη. Μερικοὶ ἀπὸ αὐ­τοὺς εἶνε ἰδιαιτέρως γνωστοί, διότι σὲ κρίσιμες στι­γμὲς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας στά­θηκαν μονομάχοι τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ ὀρθοπραξίας· ὁ Μέγας Ἀθανάσιος κατὰ τῶν ἀρειανῶν, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος κατὰ τῶν ἠθικῶν παρεκτροπῶν, ὁ ἅγιος Κύριλλος κατὰ τῶν νεστοριανῶν, καὶ σὲ μεταγενέστερα χρόνια οἱ ἅ­γιοι Μέγας Φώτιος κατὰ τῶν λατίνων, Γρηγόριος Παλαμᾶς κατὰ τῶν βαρλααμι­τῶν καὶ Μᾶρ­κος ὁ Εὐγενικὸς κα­τὰ τοῦ πάπα. Αὐτοὺς τοὺς ἁγίους πατέρας ἀ­νευ­φημοῦμε λέγοντας·
«Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων, εὐσε­βῶν βασιλέων, ἁγιωτάτων πατριαρχῶν, ἀρ­χιερέων, διδασκάλων, μαρτύρων, ὁμολογη­τῶν, αἰωνία ἡ μνήμη».
Χάρις στοὺς ἀκούραστους καὶ ἀκατάβλητους κόπους καὶ τὶς μαρτυρικὲς θυσί­ες τῶν ἀειμνή­στων ἐκείνων ἀν­δρῶν ἔχουμε ἐμεῖς σήμερα τὸν ἀνεκτίμητο θησαυρὸ ποὺ λέγεται ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ. Πρὸς αὐτοὺς ἂς ἀτενίζουμε, ὥσ­τε νὰ συ­νεχίσουν νὰ μᾶς ἐμπνέουν τὸ φρόνημα καὶ οἱ ἀ­γῶνες τους, γιὰ νὰ μείνουμε κ᾽ ἐμεῖς ἀνυποχώρητοι στὶς ἠθικὲς ἀρχὲς τῆς ἁγίας ζωῆς τους καὶ στὴν ἀκρίβεια τῆς πίστεώς τους. Δι­ότι αὐτὸ εἶνε Ὀρθοδοξία, καὶ αὐτοὶ εἶνε οἱ διδάσκαλοι καὶ ὁδηγοί μας σ᾽ αὐτήν.
Γι᾽ αὐτὴ τὴν Ὀρθοδοξία καυχώμεθα ἐν Κυρίῳ οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες. Εἶνε ὁ πολύτιμος μαργαρίτης μας, ἡ ἀνεκτίμητη παρακαταθήκη μας, καὶ καλούμεθα νὰ τὴ φυλάξουμε, γιὰ νὰ μείνῃ αὐτὴ τὸ ἰδανικὸ τῆς πατρίδος μας.
Ἀλλὰ τί εἶνε αὐτὴ ἡ Ὀρθοδοξία, ὑπὲρ τῆς ὁ­ποίας ἔχυσε ποταμοὺς αἱμάτων τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων; Ἰδοὺ ἐρώτημα, ἰδοὺ ζήτημα ποὺ ἀ­ξίζει ν᾽ ἀπασχολήσῃ κάθε Ἕλληνα. Διότι ἡ Ὀρ­θοδοξία δὲν εἶνε κάτι ἀδιάφορο γιὰ τὴν Ἑλλά­δα, δὲν εἶνε μιὰ παρωνυχίδα· ἀποτελεῖ τὸ πολύτιμο διαμάντι τῆς χώρας αὐτῆς.

* * *

Ὀρθοδοξία! Ποιός ἐκκλησιαστικὸς ῥήτωρ θὰ μποροῦσε νὰ ἐκφωνήσῃ τὸν πανηγυρικό της ἐπαξίως; Θά ᾽πρεπε ν᾽ ἀναστηθοῦν σήμερα ἀπὸ τοὺς τάφους τους ὁ Μέγας Ἀθανάσι­ος, ὁ ἱερὸς Φώτιος καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, γιὰ νὰ σαλπίσουν μὲ τὶς ἠχηρὲς σάλπιγγές τους πρὸς ὅλο τὸ Ὀρθόδοξο ποίμνιο τὸ «Φύλακες, γρηγορεῖτε!», νὰ ἀφυπνίσουν στὰ στήθη καὶ τῶν πλέον ἀδιαφόρων ση­μερινῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων τὴν κοιμωμένη συνείδησι τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὦ μακάρια πνεύματα, πόσο βαθειὰ εἴχατε στὶς καρδιές σας τὸ βίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας!
Αὐτὸ τὸ βίωμα, ἡ καρδιὰ τῆς Ὀρθοδοξίας, βρίσκεται σ᾽ ἐκεῖνο ποὺ φωνάζει ὁ ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν καὶ κῆρυξ τοῦ χριστιανισμοῦ, ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Ἀδελφοί, στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾽ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 2,15).
Σύμφωνα μὲ τὸ κήρυγμα τῶν ἀποστόλων ὁ χριστιανισμὸς δὲν εἶνε μιὰ ἐφεύρεσι ἀνθρωπίνης διανοίας, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ τροποποι­ῆται καὶ ν᾽ ἀλλάζῃ κάθε εἰκοσιτετράωρο. Δὲν εἶνε μιὰ φιλοσοφία, ἀπὸ ᾽κεῖνες ποὺ λάμ­πουν στὸν οὐρανὸ τῆς διανοήσεως σὰν φωτεινὰ με­τέωρα σκέψεως κ᾽ ἔπειτα σβήνουν κ᾽ ἐξαφανίζονται στὸ ἔρεβος. Ὁ χριστιανισμὸς εἶνε κά­τι ἀπείρως περισσότερο, κάτι τελείως διαφορετικό. Εἶνε δύναμις ὑπερφυσική. Εἶνε ἀποκάλυψις ἑνὸς ὁλοκλήρου κόσμου ἀληθει­ῶν, στὶς ὁποῖες δὲν μποροῦσε νὰ ἀνέλθῃ μόνο του τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα μὲ τὰ φτερὰ τῆς διανοήσεως.
Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ἔκθαμβος ἐμ­πρὸς στὸ μεγαλεῖο ποὺ ἔλαμπε ἀπ᾽ ὅλες τὶς πλευρὲς τῆς ζωῆς τοῦ θείου Διδασκάλου, ἔ­κανε τὴν ὁμολογία «Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», ὁ Θεάνθρωπος εἶπε· «Μάκαριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷ­μα οὐ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ᾽ ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. 16,16-17). Δηλαδή· Πέτρε, σὲ μακαρίζω, διότι αὐτὸ ποὺ ὁμολογεῖς, ὅτι ἐγὼ εἶ­μαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, δὲν εἶνε κάτι ποὺ σὲ δίδαξαν ἄνθρωποι, δὲν εἶνε καρπὸς μελέτης καὶ φιλοσοφικῆς σκέψεως· εἶνε ἀποκάλυψις, ἄνωθεν φωτισμός, ποὺ σὲ κάνει νὰ βλέπῃς ὅ,τι δὲν μποροῦν νὰ δοῦν ὅλοι οἱ φιλόσοφοι τοῦ κόσμου. Κράτα λοιπὸν καλὰ τὴν ὁμολογία σου, τὴν πίστι ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἡ πίστις θὰ γίνῃ ὁ βράχος ὁ ἀ­σάλευτος, ἐπάνω στὸν ὁποῖο θὰ οἰκοδομήσω τὴν Ἐκκλησία μου, καὶ ἡ Ἐκκλησία μου, ἡ ὁ­ποία στηρίζεται ἐπάνω σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, θὰ μείνῃ ἀσάλευτη. Αὐτὴ ἡ Ἐκκλησία θὰ πολεμηθῇ μὲ λύσσα ἀφάνταστη, ἀλλὰ ὅλες αἱ σκοτεινὲς δυνάμεις, ποὺ θὰ ἐκβράσῃ ὁ ᾅδης γιὰ νὰ τὴ διαλύσουν, θὰ συντριβοῦν σὰν ἀφρισμένα κύματα ἐπάνω στὸ βράχο αὐτόν. Θὰ διαλυθοῦν οἱ ἀφροὶ τοῦ μίσους, θὰ κονιορτοποιηθοῦν τὰ ὅπλα τῶν ἐχθρῶν, καὶ ἡ Ἐκκλησία ἡ Ὀρθόδοξος, ἡ ὁποία θὰ κρατῇ τὴν ὀρθὴ πίστι γιὰ τὸ πρόσωπό μου, θὰ ὑψώσῃ νικηφόρως τὴ σημαία της στὰ πέρατα τοῦ κόσμου. «Πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (ἔ.ἀ. 16,18).

* * *

Καὶ ἡ ἱστορία εἴκοσι αἰώνων, ποὺ διέρρευσαν ἀπὸ τότε, ἐπαληθεύει, ἀγαπητοί μου, τὴ μεγάλη αὐτὴ προφητεία τοῦ Κυρίου. Πολέμιοι τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως παρουσιάστηκαν πολλοί, ἀναρίθμητοι, οἱ ὁποῖοι, παρ᾽ ὅλα τὰ ποι­κίλα μέσα ποὺ χρησιμοποίησαν, ἕναν ἀντικειμε­νικὸ σκοπὸ εἶχαν ὅλοι ἀπὸ κοινοῦ, τὴν ὁλοκληρωτικὴ διάλυσί της. Μὲ φωτιὰ καὶ σίδερο, μὲ φρικτὰ καὶ ἀπερίγραπτα μαρτύρια, προσπάθησαν νὰ ἐξαλείψουν τὴν πίστι τρομοκρατών­τας καὶ ἐξοντώνοντας μαζικὰ τοὺς φορεῖς αὐ­τῆς τῆς πίστεως. Ἀλλὰ δὲν κατώρθωσαν τίπο­τα. Ὅπου ἔπεφτε ἕνας, ἐκεῖ 10, 100, 200 σηκώ­νονταν γιὰ νὰ τὴν ὑπερασπίσουν.
Ἡ Ὀρ­θοδοξία ἔρριχνε καθημερινῶς τὶς ῥίζες της σ᾽ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Ὑψωνόταν σὰν δέντρο πανέμορφο καὶ καρποφόρο, καὶ κάτω ἀπ᾽ τὴ σκιά του μυριάδες ψυχὲς μ᾽ ἕνα στόμα καὶ μιὰ καρδιὰ ὑμνοῦσαν καὶ δοξολογοῦσαν τὸν ἐν Τριάδι Θεόν. Καὶ ὁ χριστιανισμὸς παρουσι­αζόταν ἀδιάσπαστος, ἑνωμένος μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία σὰν μάνα φιλόστοργη εἶχε συγκεντρώσει κάτω ἀπ᾽ τὰ φτερά της ὅλα τὰ παιδιά της.
Γιὰ τὴν ἔνδοξη αὐτὴ Ἐκκλησία μποροῦσε ὁ ποιητὴς νὰ πῇ· «Ἆρον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς σου, Σιών, καὶ ἴδε· ἰδοὺ γὰρ ἥ­κασί σοι θεοφεγγεῖς ὡς φωστῆρες ἐκ δυσμῶν καὶ βορρᾶ καὶ θαλάσσης καὶ ἑῴας τὰ τέκνα σου, ἐν σοὶ εὐ­λογοῦντα Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας» (καν. Πάσχ. ᾠδ. η΄).

Η ΔΙΑΦΥΛΑΞΙΣ ΤΟΥ ΘΗΣΑΥΡΟΥ

Σήμερα Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας εἴδαμε, ἀγαπητοί μου, τὴ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας πού, πα­ρὰ τοὺς διωγμοὺς ποὺ δέχθηκε ἀπ᾽ τὰ πρῶ­τα βήματά της, ἐπεκτεινόταν καὶ κρατοῦ­σε ὅλους τοὺς Χριστιανοὺς στὴν ἀγκάλη της.

* * *

Ἀλλ᾽ ἀλλοίμονο! Μόλις κόπασαν οἱ διωγμοί, ἄλλης φύσεως ἐχθροὶ ἐπετέθησαν. Αὐτοὶ δὲν ἦταν ὅπως οἱ πρῶτοι. Αὐτοὶ εἶχαν γεννη­θῆ καὶ γαλουχηθῆ στοὺς κόλπους της, ἦταν γραμμέ­νοι στὸ μητρῷο της, μετεῖ­χαν στὶς ἱερὲς συνά­ξεις, κοινωνοῦσαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, δέχονταν ὅ,τι μὲ τὸ φωτισμὸ τοῦ ἁγίου Πνεύματος δίδασκε ἡ Ὀρθοδοξία, ἦταν ἕτοιμοι καὶ νὰ μαρτυρήσουν ὑπὲρ αὐτῆς.
Ἀλλὰ ξαφνικὰ Read more »

ΠΟΘΕΝ ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 20th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Β΄ Κυριακὴ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 2,1-12)

ΠΟΘΕΝ ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ;

π. Αυγουστινος ιστ.Θa προσπαθήσω νὰ μιλήσω σὰν πατέρας στὰ παιδιά, τὰ ἀγαπημένα παιδιὰ τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξετε.
Ἐὰν πῇ κάποιος, ὅτι τὸ ρολόϊ ποὺ φορᾶτε στὸ χέρι σας δὲν ἔγινε ἀπὸ τεχνίτη, ἀλλὰ φύτρωσε σ᾽ ἕνα χωράφι, ποιός θὰ τὸν πιστέψῃ; Οὔτε ἕνας. Ἐὰν σᾶς πῇ ἕνας ἄλλος, ὅτι τὸ σπί­τι ποὺ κάθεστε χτίστηκε χωρὶς τεχνίτη, μόνα τους μαζεύτηκαν οἱ πέτρες, ἡ ἄμμος, τὸ τσιμέν­­το, τὸ σίδερο, καὶ ἔτσι φύτρωσε τὸ σπίτι, σὰν τὰ μανιτάρια, θὰ τὸ πιστέψετε; Ὄχι. Ἐὰν σᾶς πῇ κάποιος ἄλλος, ὅτι τὸ αὐτοκίνητό σας, ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τόσα ἐξαρτήματα, ἔτσι φυτρω­σε, θὰ τὸ πιστέψετε; Ὄχι. Τὸ ρολόϊ κάποιος τό ᾽φτειαξε, τὸ σπίτι κάποιος τό ᾽χτισε, τὸ αὐτο­κίνητο κάποιος τὸ κατασκεύασε. Ὅπως λοιπὸν δὲ μπορεῖς νὰ παραδεχθῇς, ὅτι τὸ ρολόϊ ἔγινε μόνο του, τὸ σπίτι ἔγινε μόνο του καὶ τὸ αὐτοκί­νητο ἔγινε μόνο του, ἔτσι εἶνε λογικῶς ἀπαράδεκτο νὰ ποῦμε, ὅτι καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μόνος του. Ποιός τὸν ἔκανε; Φτάνει καὶ μόνο ὁ ἄνθρωπος ν᾽ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχει Θεός.

Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Ἂν τὸν ἐξετάσουμε σωματικῶς, εἶνε τὸ πιὸ τέλειο ἐργοστάσιο. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο ἐργοστάσιο σὰν τὸ σῶμα μας. Ἐργοστάσιο εἶνε. Κι ὅπως τὸ ἐργοστάσιο θέλει καύσιμα, γιὰ ν᾽ ἀνάψουν καὶ θερμανθοῦν οἱ λέβητες καὶ νὰ κινηθοῦν οἱ μηχα­νές, ἔτσι καὶ τὸ σῶμα μας θέλει καύσιμα. Καὶ ποιά εἶνε τὰ καύσιμα ποὺ ῥίχνουμε κάθε μερα; Ἡ τροφή· τὸ νερό, τὸ ψωμί, τὸ λάχανο, τὰ ὄσπρια, τὸ κρέας, ὅλα αὐτά. Καὶ τί γίνεται· πη­γαίνουν αὐτὰ στὸ στομάχι, καὶ ἐν συνεχείᾳ γί­νονται αἷμα. Πῶς; Μυστήριο. Γι᾽ αὐτὸ βλέπεις, ὅταν ἀρρωστήσῃ κανεὶς καὶ κινδυνεύῃ, ζητοῦν νὰ γίνῃ μετάγγισις αἵματος ἀπὸ ἄλλον ἀνθρώ­πινο ὀργανισμό. Μὴ σᾶς γελάσῃ κανείς· ἡ ἐπι­στήμη μέχρι σήμερα δὲ μπόρεσε νὰ παρασκευ­άσῃ αἷμα. Πῶς οἱ διάφορες τροφὲς γίνονται αἷμα; πῶς χτυπάει ἡ καρδιά; πῶς ἀναπνεόυν οἱ πνεύμονες; πῶς λειτουργοῦν τὰ νεφρά; πῶς ἀκούει τὸ αὐτί; πῶς βλέπει τὸ μάτι;… Μυστή­ρια! Μία εἶνε ἡ ἀπάντησι· τά ᾽φτειαξε ὁ Θεός. Ἐκεῖνος ἔφτειαξε τὸν ἄνθρωπο, ὅπως λέει κι ὁ ἀπόστολος σήμερα στὴν ἀρχή (βλ. Ἑβρ. 1,10).
Ὁ ἄνθρωπος ὅμως δὲν εἶνε μόνο σάρκες· στομάχι, ἔντερα, νεφρά, φλέβες, νεῦρα, ποὺ ζυγίζουν 70-80 κιλά. Δὲν εἶνε μόνο κοιλιά, ὥσ­τε νὰ λέῃ «Φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀ­ποθνῄσκομεν» (᾽Ησ. 22,13· Α΄ Κορ. 15,32). Πέρα ἀπὸ τὰ κύτταρα καὶ ὅλα τὰ ὑλικὰ συστατικά, μέσα στὸν ἄνθρωπο ὑπάρχει σκέψις, μυαλό, συνεί­δησις· ὑπάρχει γλῶσσα, ὑπάρχει θρησκεία, ὑ­πάρχει Θεός. Μὴν ἀκοῦτε τί διδάσκει ἡ ἀθεΐα, ἰδίως στὰ σχολεῖα καὶ πανεπιστήμια. Κλεῖστε τ᾽ αὐτιά σας. Νὰ πιστεύετε, ὅτι ὁ Θεὸς «ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν» (Γέν. 1,1) κι ὅτι τὸ μεγαλύτερο δημιούργημα, τὸ ἀριστούργημα τῆς δημιουργίας, εἶνε ὁ ἄνθρωπος.

* * *

Μὰ γιατί τὰ λὲς αὐτὰ τώρα; θὰ ρωτήσετε. Διότι τὸ εὐαγγέλιο σήμερα μιλάει γιὰ ἕναν ἄν­θρωπο ποὺ παρέλυσε. Χέρια εἶχε καὶ χέρια δὲν εἶχε, πόδια εἶχε καὶ πόδια δὲν εἶχε. Ἦταν ἀκίνη­τος στὸ κρεβάτι, σὰ νεκρός. Βλέποντας τὸν παράλυτο αὐτόν, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο, νὰ βογγοῦν κι ἀναστενάζουν, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· Γιατί ὑ­πάρχει ἡ ἀσθένεια; Γιατί ὁ ἄνθρωπος καταν­τᾷ σ᾽ αὐτὰ τ᾽ ἀξιοθρήνητα χάλια; Ὁ ἕνας ἐγκε­φαλικὸ ἐπεισόδιο, ὁ ἄλλος καρδιά, ὁ ἄλλος παραλυσία, ὁ ἄλλος κάτι ἄλλο. Πῶς; Ποιά ἡ αἰτία; Ἔτσι ἔφτειαξε ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο;
Ὄχι. Ὁ ἄνθρωπος βγῆκε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Θεοῦ ὅπως ἕνα ὁλοκαίνουργιο αὐτοκίνητο, ποὺ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἐργοστασιο τῆς Γερμανί­ας καὶ εἶνε τὰ πάντα ἐν τάξει, τέλεια. Ἀλλὰ τί ἔπαθε; Ὅπως τὸ αὐτοκίνητο τρέχει καὶ ξαφνι­κὰ σταματάει, γιατὶ ὑπέστη κάποια βλάβη, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος ὑπέστη βλάβη. Καὶ ποιά εἶνε ἡ βλάβη αὐτή; Ὅτι μπῆκε μέσα του ἡ ἁ­μαρτία. Πρῶτα ὁ ἄνθρωπος ἀνέπνεε καθαρὸ καὶ ἀμόλυντο ἀέρα, ἔπινε νερὸ κρυστάλλινο, ἔτρωγε χόρτα καὶ καρποὺς τῶν δέντρων, χυμοὺς φρούτων ποὺ δὲν ἦταν ῥαντισμένα μὲ φάρμακα. Ζοῦσε σ᾽ ἕνα παράδεισο. Πρὸ τῆς ἁ­μαρτίας ὁ ἄνθρωπος μποροῦσε νὰ ζήσῃ ὄχι ἑ­κατὸ χρόνια, ἀλλὰ αἰώνια. Τώρα σπανίως βλέπουμε ἀνθρώπους αἰωνόβιους. Ὅλα πλέον τὰ ἐμόλυνε ἡ ἁμαρτία. Ὅπως ἕνα αὐτοκίνητο, ποὺ ἔχει ζωὴ εἴκοσι χρόνια, ἅμα δὲν τὸ κυβερ­νήσῃς καλά, τὸ καταστρέφεις καὶ μετὰ τὸ πᾷς σὲ συνεργεῖα ἢ τὸ πετᾷς στὸ ῥέμα, ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν πρόσεξε τὸν ἑαυτό του, μπῆκε μέσα του ἡ ἁμαρτία, κι ἀπὸ τότε ἀρχίζουν οἱ ἀ­σθένειες, παρουσιάστηκαν τὰ μικρόβια. Ἕως τότε μικρόβιο καὶ ἀσθένεια δὲν ὑπῆρχαν πάνω στὴ γῆ, γιατρὸς καὶ φάρμακα δὲν ἐχρειάζοντο. Ὁ ἄνθρωπος ἦταν ὑγιέστατος.
Ἀπὸ τὴν ἁμαρτία λοιπὸν προῆλθε ἡ ἀσθένεια. Μάλιστα. Ὅπως ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ δέν­τρου βγαίνουν τὰ κλαδιὰ καὶ τὰ φύλλα, ἔτσι ἡ ἁμαρτία εἶνε ἡ ῥίζα τῆς δυστυχίας ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, ἡ ῥίζα τῶν ἀσθενει­ῶν. Ἐὰν ἀφαιρέσῃς τὴν ἁμαρτία, ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶνε ὑγιὴς κατὰ πάντα, ψυχὴ καὶ σῶμα.
Ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε ἡ ῥίζα τῶν ἀσθενειῶν, τὸ ἀποδεικνύει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Τί λέει;
Ὁμιλεῖ γιὰ ἕνα παράλυτο ποὺ ζητοῦσε θεραπεία. Πῆγε σὲ γιατρούς, πῆρε φάρμακα, ἔκανε μπάνια, ὅλα τὰ μέσα χρησιμοποίησε. Ἀ­δύνατον νὰ θεραπευθῇ. Ἀθεράπευτος ἦταν. Κάπου ἄκουσε, ὅτι ὁ Χριστὸς κάνει καλὰ τὸν κόσμο. Ζήτησε νὰ τὸν δῇ. Πῶς ὅμως νὰ πάῃ; Πό­δια εἶχε καὶ πόδια δὲν εἶχε. Τότε τέσσερις καλοὶ ἄνθρωποι τὸν πῆραν στὰ χέρια, τὸν σήκω­σαν σὰ νεκρό, καὶ τὸν πῆγαν στὸ Χριστό. Ὅλοι τώρα περίμεναν – τί; Ὁ Χριστὸς νὰ τὸν κάνῃ καλά. Τὸν ἔκανε; Ὄχι. Πρῶτα τοῦ εἶπε· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μᾶρκ. 2,5).
Τί σημαίνουν τὰ λόγια αὐτά; Γιατί ὁ Χριστὸς θεραπεύει πρῶτα ὄχι τὸ σῶμα ἀλλὰ τὴν ψυχή; Γιὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ὁ παράλυτος κατήντη­σε σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀθλιότητα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Εἶχε ἁμαρτήσει, εἶχε κάνει κάποια ἁμαρτία, καὶ λόγῳ τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς (πορνεία, μοιχεία, ἢ κάτι ἄλλο), κατήντησε στὴν παραλυσία. Τὸ σημερινὸ λοιπὸν θαῦμα δείχνει, ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἀσθενειῶν μας εἶνε ἡ ἁμαρτία.
Ὅτι αὐτὸ εἶνε ἀλήθεια τὸ ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα. Στὴν Ἀθήνα εἶνε ἕνα μεγάλο νοσοκομεῖο μὲ πλῆθος ἀσθενεῖς. Εἶνε παράλυτοι. Καὶ δὲν εἶνε γέροι· εἶνε νέοι 18, 20, 25 χρο­νῶν, ἀπόφοιτοι λυκείων, φοιτηταί κ.τ.λ., καὶ κοντά τους βλέπεις νὰ στέκεται ἡ μάνα καὶ νὰ κλαίῃ. Οἱ νέοι αὐτοί, ποὺ μποροῦσαν νὰ πετάξουν σὰν ἀετοὶ καὶ νὰ περάσουν τὰ βουνά, καὶ νὰ πηδήσουν σὰν τὰ ἐλάφια, καὶ νὰ δουλέψουν στὰ χωράφια, τοὺς βλέπεις τώρα νὰ μὴ μποροῦν νὰ κουνήσουν τὸ χέρι τους, νὰ μὴ μποροῦν οὔτε τὸ κουτάλι νὰ πιάσουν καὶ τοὺς ταΐζει νοσοκόμος. Ἂν ρωτήσετε πῶς τὸ ἔπαθαν αὐτό, θ᾽ ἀκούσετε· Ἀνάθεμα στὰ κα­κὰ βιβλία, στὸν αἰσχρὸ κινηματογράφο, στὴν ἀθλία τηλεόρασι, στὰ ναρκωτικά, στὰ νυκτερινὰ κέντρα. Ἐκεῖ ἄκουσαν καὶ εἶδαν, ἤπιαν ποτὰ καὶ δοκίμασαν ναρκωτικά, καὶ ἔτσι σὲ κάποια στιγμὴ ἄρχισαν νὰ παραλύουν καὶ τώρα εἶνε στὸ Ἄσυλο τῶν Ἀνιάτων.
Ὅσοι κατοικοῦν στὴν ὕπαιθρο ἂς δοξάσουν τὸ Θεό, ποὺ ἔχουν καθαρὸ ἀέρα. Στὴν Ἀθήνα οἱ ἄνθρωποι βγαίνουν στὰ μπαλκόνια, κοιτάζουν τὸν οὐρανό, βλέπουν τὸ σύννεφο τῶν καυσαερίων καὶ φοβοῦνται· ὅλοι λαχταροῦν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν πόλι καὶ νὰ βγοῦν ἔξω. Τὸ εἶπε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός· θὰ ἀδειάσουν οἱ πόλεις!…

* * *

Καλά, θὰ πῆτε, μόνο στὶς πολιτεῖες εἶνε ἁ­μαρτωλοὶ οἱ ἄνθρωποι; Ὄχι βεβαίως. Ἁμαρτωλοὶ εἶνε καὶ στὴν ὕπαιθρο καὶ παντοῦ. Γι᾽ αὐτὸ ὅλοι ἔχουμε ἀνάγκη θεραπείας. Μὴν ἀπελπιστοῦμε. Ὁ Χριστὸς θεραπεύει καὶ σώματα καὶ ψυχές. Ὅπως λοιπὸν κοιτάζεις τὸ κορμί σου νὰ εἶνε καλά, καὶ μόλις αἰσθανθῇς τὸν ἑαυτό σου ἀδιάθετο τρέχεις στὸ γιατρό, ἔτσι ὅταν αἰσθανθῇς τὴν ψυχή σου ἀιδάθετη, νὰ ὑποφέρῃ ἀπὸ κάποιο πάθος, κάποια ἁμαρτία, τρέξε στὸν πνευματικό, στὸν ἐξομολόγο.
Τώρα τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ νὰ μὴ μεί­νῃ κανείς ἀνεξομολόγητος. Νὰ πᾶτε νὰ ἐξομολογηθῆτε. Πέσετε στὰ γόνατα, κλάψτε καὶ πέστε στὸν πνευματικό· Ἡμάρτησα, «ἥμαρτον» (Λουκ. 15,21). Καὶ θ᾽ ἀκούσετε τότε τὸ χαρμόσυνο ἐκεῖνο λόγο, ποὺ εἶπε ὁ Χριστός, ποὺ εἶνε ὠκεανὸς ἀγάπης καὶ ἐλέους· «Τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου» (Μᾶρκ. 2,5).
Τὶς ἅγιες αὐτὲς ἡμέρες ὅλοι στὴν ἐκκλησία, στοὺς Χαιρετισμούς. Τὶς νηστεῖες νὰ τη­ρῆτε, σαρακοστές, Τετάρτες καὶ Παρασκευές. Μὴ ζῆτε σὰν τὰ ζῷα· νὰ ζῆτε σὰν ἄνθρωποι Χριστιανοί, μὲ ἀνωτέρους πόθους καὶ νοσταλγίες, εἰς τρόπον ὥστε νὰ σᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς τὸ Πάσχα ― τὴ Λαμπρὴ ν᾽ ἀκούσετε κ᾽ ἐ­σεῖς τὸν ὕμνο· «Τὴν ἀνάστασιν σου, Χριστὲ Σωτήρ, ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς· καὶ ἡ­μᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν».

†ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στον ιερό ναὸ  Γενεσίου τῆς Θεοτόκου Λεπτοκαρυῶν – Φλωρίνης 14-3-1982)

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 20th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ Γ΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 8,34 – 9,1)

Η ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

«Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;»(Mαρκ. 8,36-37)

______

_____

ΕΝΑ, ἀγαπητοί μου, ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα προβλήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τοὺς σοφοὺς ἀποτελεῖ τὸ ἐρώτημα· Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Εἶνε κι αὐτὸς ἁπλῶς ἕνα ζῷο μὲ κατώτερες ὀρέξεις; Ποιά ἡ ἀρχή του, ἀπὸ ποῦ προέρχεται; Ποιός ὁ σκοπὸς καὶ ὁ προορισμός του; Ποιά τὰ συστατικὰ καὶ ποιά τὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς του; Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος; Στύβουν τὰ μυαλά τους οἱ σοφοί. Καὶ γιὰ ν᾿ ἀπαντήσουν ἔγραψαν καὶ γράφουν βιβλία τόσα, ποὺ γιὰ νὰ τὰ διαβάσῃς πρέπει νὰ ζήσῃς χίλια χρόνια.
Ἀλλ᾿ ἂν τὰ ζυγίσουμε ὅλα αὐτὰ τὰ βιβλία, εἶνε ἕνα ἄχυρο μπροστὰ στὰ λόγια ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο. Λόγια, ποὺ ἂν καθήσουμε ἔστω πέντε λεπτὰ καὶ τὰ σκεφτοῦμε σοβαρά, εἶνε ἱκανὰ νὰ κάνουν καὶ τὸν πιὸ ἁμαρτωλὸ ν᾿ ἀλλάξῃ πορεία, σήμερα Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν εἶνε γραμμένα μὲ μελάνι, ἀλλὰ μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶνε αὐτὰ ποὺ ἀκούσαμε· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36). Αὐτὰ τὰ λόγια δίνουν τὴ λύσι στὸ πρόβλημα ἄνθρωπος. Μᾶς λένε ποιά εἶνε ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ποιά, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἀξία του; Ποῦ ἔγκειται ἡ ἀξία καὶ σὲ τί συνίσταται τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου;

* * *

Ἀπὸ ἀπόψεως σωματικῆς ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπερέχει. Ὁ ὄγκος του, τὸ σωματικό του περίβλημα, εἶνε μικρό. Ἂν σταθῇ ἕνας ἄνθρωπος μπροστὰ σ᾿ ἕνα βουνὸ ὅπως οἱ Ἄλπεις ἢ τὰ Ἰμαλάϊα, ὁ ὄγκος του μπροστά τους εἶνε ἐλάχιστος. Κι ἂν πάλι συγκρίνουμε τὰ μεγάλα βουνὰ μὲ τὴ γῆ, θὰ δοῦμε ὅτι κι αὐτὰ μπροστά της εἶνε σὰν τὶς προεξοχὲς τῆς φλούδας ἑνὸς πορτοκαλιοῦ. Κι ἂν πάλι συγκρίνουμε τὴ γῆ μὲ τὰ ἄστρα καὶ τὰ πλανητικὰ συστήματα, θὰ δοῦμε ὅτι ὁ ὄγκος της εἶνε ἕνας κόκκος ἄμμου. Ἑπομένως ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸ σύμπαν εἶνε κάτι ἀπειροελάχιστο, σχεδὸν μηδέν. Ἂν πάρῃς ἕνα νεκρὸ ποὺ μόλις ξεψύχησε καὶ τὸν πᾷς στὸ χημεῖο νὰ τὸν ἀναλύσῃς στὰ συστατικά του, θὰ δῇς ὅτι ὁ ἄνθρωπος τῶν 65 κιλῶν εἶνε· 45 κιλὰ νερό, λίπος γιὰ νὰ φτειάξῃς 7 σαπούνια, σίδερο γιὰ 1 καρφί, φώσφορο γιὰ μερικὰ κουτιὰ σπίρτα, μαγνήσιο γιὰ 1 καθαρτικό, κάρβουνο γιὰ μερικὰ μολύβια, καὶ ἀσβέστη γιὰ νὰ βάψῃς ἕνα μικρὸ δωμάτιο. Ὅλα δηλαδὴ τὰ συστατικά του ὡς σῶμα εἶνε εὐτελέστατα, μηδαμινά, δὲν ἔχουν ἀξία οὔτε μιᾶς λίρας. Καὶ ὅμως· μιὰ λίρα ἀξίζει ὁ ἄνθρωπος;
Ὦ Χριστέ! Σ᾿ εὐχαριστοῦμε, γιατὶ ἦρθες στὸν κόσμο καὶ ἔρριξες φωτοβολίδες μέσα στὸ ἔρεβος· εἶπες τὰ λόγια αὐτά, ποὺ δὲν ὑπάρχει ζυγαριὰ νὰ τὰ ζυγίσῃ κανείς· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;». Ὥστε ἡ ἀξία τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶνε στὸ σῶμα τὸ εὐτελέστατο. Ἡ ἀξία του εἶνε κάτι ἄλλο.
Ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε αὐτὸ ποὺ φαίνεται. Ὄχι, ἀδελφοί μου. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε κυρίως αὐτὸ ποὺ δὲν φαίνεται. Πίσω ἀπὸ τὸ πρόσωπό του, στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς του, κρύβεται κάποιο ἀόρατο μηχάνημα. Ὁ ἄνθρωπος μέσα του εἶνε προπαντὸς σκέψις, διάνοια. Κάθεται στὸ γραφεῖο του καὶ μὲ τὸ διαβήτη μετράει τὶς ἀποστάσεις, ζυγίζει τοὺς ἡλίους, ὑπολογίζει τὴν τροχιὰ τῶν ἀστέρων· γίνεται μαθηματικός, ἀστρονόμος, μέγας ἐπιστήμων.
Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶνε μόνο διάνοια. Ἀλλοίμονο ἂν εἶνε μόνο διάνοια. Εἶνε καὶ καρδιά, εἶνε καὶ αίσθημα. Καὶ τὸν βλέπεις σὲ μιὰ στιγμή, ἐκεῖ ποὺ διασκεδάζει, ποὺ γλεντάει κι ἀπολαμβάνει τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, ὅταν ὁ ταχυδρόμος τοῦ φέρῃ ἕνα γράμμα καὶ μαθαίνῃ ὅτι πέθανε ἡ μητέρα του, τί συμβαίνει; Μεταβάλλεται, ἀλλάζει· δὲν ἔχει διάθεσι νὰ μιλήσῃ πιά, κλείνεται καὶ κλαίει καὶ πενθεῖ.
Ὁ ἄνθρωπος εἶνε διάνοια, εἶνε καρδιὰ καὶ ασθημα. Προπαντὸς  ὅμως ―τὸ σπουδαιότερο ἀπ᾿ ὅλα― εἶνε θέλησις. Ὤ ἡ θέλησι τοῦ ἀνθρώπου! Τὸ ζῷο εἶνε ὑπόδουλο στὰ ἔνστικτά του. Τὸ ζῷο πεινᾶ; θὰ φάῃ. Ὁ ἄνθρωπος πεινᾷ, ἀλλὰ λέει Ἄλτ! εἶνε Μεγάλη Παρασκευή, θὰ νηστέψουμε. Τὸ ζῷο νυστάζει; θὰ κοιμηθῇ στὴν ὥρα του, μὲ τὸ ρολόι. Ὁ ἄνθρωπος λέει Ἄλτ! δὲ᾿ θὰ κοιμηθῶ· εἶμαι νοσοκόμος κι ἀπόψε θ᾿ ἀγρυπνήσω στὸ προσκέφαλο τοῦ ἀρρώστου. Τὸ ζῷο ἔχει τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντηρήσεως. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει κι αὐτὸς τὸ ἔνστικτο αὐτό, ἀλλὰ λέει· Ἄλτ! ὄχι· θὰ θυσιάσω τὴ ζωή μου, ὄχι μιὰ ζωὴ ἀλλὰ χίλιες ζωές, γιὰ μεγάλα ἰδανικά. Τὴν 25η Μαρτίου ἑορτάζουμε ἕνα ἔπος, μιὰ ἀλησμόνητη σελίδα τῆς ἱστορίας τοῦ ἔθνους μας, τὸ 1821. Γιά διαβάστε τοὺς βίους τῶν ἡρώων. Τί ἦταν ἐκεῖνο ποὺ τοὺς ἠλέκτριζε; ἡ ὕλη, τὸ χρῆμα, τὰ ταπεινὰ καὶ μικρὰ συμφέροντα, τὰ ἔνστικτα, οἱ ὁρμές των; Κάτι τὸ ἀνώτερο. Ἕνας ξένος ἐπισκέφθηκε τὸν Κανάρη στὰ γεράματά του καὶ τὸν ρωτάει· ―Δὲ᾿ μοῦ λές, γερο – Κω᾿σταντῆ, πῶς κατώρθωσες ἐκείνη τὴ νύχτα νὰ κολλήσῃς τὸ πυρπολικὸ στὴ ναυαρχίδα καὶ νὰ τὴν τινάξῃς στὸν ἀέρα; Καὶ ὁ ἥρωας ἀπαντᾷ· ―Ἁπλούστατα, ἔκανα τὸ σταυρό μου καὶ εἶπα· Ἀπόψε, Κω᾿σταντῆ, θὰ πεθάνῃς γιὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὑλισταὶ καὶ ἄθεοι, σᾶς ἐρωτῶ· Τί εἶνε ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὰ ἔνστικτα, τὶς ἐπιθυμίες καὶ τὶς ὁρμές του, καὶ νὰ φθάνῃ στὸ ὕψος τοῦ ἡρωϊσμοῦ καὶ τοῦ μαρτυρίου; Εἶνε τὰ κύτταρα, τὰ κόκκαλα, τὰ στομάχια, τὰ ἔντερα; Ὄχι, ἀδελφοί μου. Πέρα ἀπὸ αὐτὰ εἶνε ἡ ψυχὴ ἡ ἀθάνατη. Καὶ γι᾿ αὐτὴν ὁμιλεῖ ὁ Χριστὸς ὅταν λέει· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;».

* * *

Ἀδελφοί μου, θὰ τελειώσω μὲ μιὰ εἰκόνα.
Θέλετε, λέει κάποιος, νὰ δῆτε τὴν ἀξία τῆς ψυχῆς; Φτειάξτε μὲ τὴ φαντασία σας μιὰ ζυγαριά, ζυγαριὰ μεγάλη, γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ ζυγίσουμε μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα. Καὶ τὴ ζυγαριὰ αὐτὴ νὰ τὴν κρεμάσετε ἀπὸ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, νὰ τὴν κρατᾶνε στὰ χέρια τους ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι. Καὶ στὸν ἕνα δίσκο τῆς ζυγαριᾶς βάλτε ὅ,τι πανάκριβο ὑπάρχει στὸν κόσμο. Ἐλᾶτε, σεῖς οἱ γυναῖκες, καὶ φέρτε ὅλα τὰ σκουλαρήκια, τὰ χρυσαφικά, τὰ τιμαλφῆ ποὺ ἔχετε. Κ᾿ ἐσεῖς οἱ τραπεζῖτες, οἱ φιλάργυροι Ἰοῦδες, ἀνοῖξτε τὰ χρηματοκιβώτιά σας καὶ φέρτε ὅλα τὰ χρήματα καὶ στοιβάξτε τα στὸν διο δίσκο. Κ᾿ ἐσεῖς ἐργατικοὶ ἄνθρωποι – τὸ προλετάριο, σκάψτε βαθειὰ στὰ σπλάχνα τῆς γῆς καὶ βγάλτε ἀπὸ μέσα ὅλο τὸ χρυσάφι καὶ τὸ ἀσήμι, καὶ βάλτε τα κι αὐτὰ ἐκεῖ. Κ᾿ ἐσεῖς ναῦτες – ναυτικοί, μὲ τὰ σκάφανδρά σας βυθισθῆτε στὰ βάθη τῶν ὠκεανῶν καὶ πάρτε ἀπὸ ᾿κεῖ τοὺς ἀμυθήτους θησαυροὺς ποὺ κρύβονται. Κ᾿ ἐσεῖς ἀεροπόροι – ἀστροναῦτες, πετάξτε μὲ τὰ διαστημόπλοιά σας στὰ ὕψη τοῦ διαστήματος καὶ πάρτε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς πλανῆτες, ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἄστρα, ὅ,τι ἔχει ὅλο τὸ σύμπαν. Καὶ ὅλα αὐτὰ βάλτε τα στὸν διο δίσκο. Κι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τί νὰ βάλετε; Μιὰ ψυχή. Τίνος; Τὴν ψυχὴ ἑνὸς βασιλιᾶ; Ὄχι. Τὴν ψυχὴ ἑνὸς στρατηγοῦ; Ὄχι. Τὴν ψυχὴ ἑνὸς μεγάλου ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ γράφουν οἱ ἐφημερίδες; Ὄχι. Νὰ βάλετε τὴν ψυχὴ ἑνὸς ταπεινοῦ ἀνθρώπου, ἑνὸς φτωχοῦ καὶ ἀσημάντου. Ἔ λοιπόν, μόλις ἡ ψυχὴ ἀγγίξῃ μὲ τὴ φτερούγα της τὸ δίσκο, ἀμέσως ἡ ζυγαριὰ θὰ κλίνῃ πρὸς τὸ μέρος της! Ὦ ψυχή, ὦ θησαυρὲ ἀνεκτίμητε! «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;».
Ἀγαπητοί μου! Λένε, ὅτι ὁ βασιλιᾶς τῆς Μακεδονίας Φίλιππος, πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, εἶχε μιὰ σπουδαία συνήθεια. Τετρακόσα χρόνια πρὸ Χριστοῦ αὐτός, εἶχε διατάξει ἕνα στρατιώτη του καὶ κάθε πρωῒ στεκόταν μπροστά του κλαρῖνο καὶ τοῦ ἔκανε μία ὑπενθύμισι. Τοῦ εἶπε· Κάθε πρωΐ, μόλις ἀνατείλῃ ὁ ἥλιος, θὰ κτυπᾷς στὸ δωμάτιό μου, θὰ χαιρετᾷς καὶ θὰ μοῦ λές· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ»· Φίλιππε, θυμήσου ὅτι εἶσαι θνητός, ὅτι μιὰ μέρα θὰ πεθάνῃς.
Κ᾿ ἐγὼ τώρα, ὡς στρατιώτης ὄχι τοῦ Φιλίππου ἀλλὰ τοῦ παμβασιλέως Χριστοῦ, παρουσιάζομαι ἐνώπιον ὅλων σας, ἐν ὄψει τῆς ἡμέρας τῆς κρίσεως, καὶ σᾶς εἰδοποιῶ· Ἔχετε ψυχὴ ἀθάνατη! Τὴν ψυχὴ αὐτὴ φυλάξτε την μὲ κάθε θυσία. Καὶ μὴ ξεχνᾶτε ποτέ στὴ ζωή σας τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας ποὺ εἶνε γραμμένα μὲ τὸ αἷμα Του· «Τί ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μᾶρκ. 8,36-37). Ἐὰν μὲ ἀκούσετε, καλῶς· ἐὰν δὲν μὲ ἀκούσετε, σεῖς θὰ εἶστε ὑπεύθυνοι. Ἡ εὐθύνη θὰ εἶνε δική σας καὶ μόνο δική σας.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ναὸς Ἁγίου Κωνσταντίνου Κολωνοῦ – Ἀθηνῶν 20-3-1960)

ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΟΛΑΣΗ & ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 14th, 2013 | filed Filed under: VIDEO p. AYGOYST., ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

OMIΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ
ΣΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΤΗΣ ΜΕΛΛΟΥΣΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ

___

 

_____

Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω (Ματθ. 25,31-46)

Έγινε στον ¨Αγιο Βασίλειο, στο Μπραχάμι Αθηνών, στις 5-3-1967.

Το Ευαγγέλιο φωνάζει σ’ όλους μας ότι· θα γίνει Παγκόσμια Δίκη είτε μας αρέσει είτε όχι…
Γιατί μένουμε αδιάφοροι;
_Μοιάζουμε σαν έναν διαβάτη που βγαίνει από το σπίτι και δεν ξέρει που θα πάει…
Μπαίνει στο λεωφορείο ή στο τρανό και  τον ρωτούμε: Πού πας; Και απαντά· Δεν ξέρω. Υπάρχει διαβάτης που δεν ξέρει που πηγαίνει;…..
Αν ρωτήσουμε ένα παιδάκι που πάει στο σχολείο·
Μικρέ μου που πας; Στο Δημοτικού. Μετά που θα πας; Στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο.
Και αν ρωτήσουμε ένα παιδί που πάει στο Πανεπιστήμιο· Που θα πας μετά το Πανεπιστήμιο· Θα πάω στρατιώτης, θα βρώ δουλειά, θα παντρεύτω, θα…θα…, θα πάρω σύνταξη, θα γεράσω… Και μετά;…. Τέλος; 
Όχι δεν τελειώνει η ζωή μας στον τάφο… Αυτό μπορεί να το πει ο άθεος, εσύ που πας στην Εκκλησία όχι.
Ο τάφος είναι η αρχή μιας νέας ζωής…
Υπάρχει Θεός Δίκαιος και θα τιμωρήσει τους εγκληματίας και αυτούς που παραβαίνουν τον Νόμο του…
Δεν υπάρχει δικαιοσύνη στον κόσμο… Οι μεγάλοι εγκληματίες είναι σφήκες, τρυπούν το αραχνόπανω της ανθρωπίνης δικαιοσύνης και φεύγουν…. Θα μείνουν ατιμώρητοι; Όχι.  Η Δικαιοσύνη του Θεού απαιτεί να πληρώσουν με τόκο και επιτόκιο τα εγκλήματά τους…

ΕΠΑΝΟΔΟ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 10th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

ΕΠΑΝΟΔΟ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ (ΕΛΛΑΣ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ)

Διὰ πίστεως…ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ. παρεμβολὰς ἔκλειναν ἀλλοτρίων (Ἐβρ. 11,34)

Οἱ ἡμέρες, οἱ μῆνες, τὰ ἔτη, οἱ αἰῶνες, ἀγαπητοί μου φεύγουν μὲ ταχύτητα ἀστραπῆς, φεύγουν και δὲν π. Αυγ. αγ. Νικολα.ἐπιστρέφουν, ὅπως τὰ ὁρμητικὰ ῥεύματα τῶν ποταμῶν, ποὺ δὲν ἐπιστρέφουν πλέον στὶς πηγές τους. Πῶς περνοῦν τὸν χρόνο τους οἱ ἄνθρωποι και ποιά τὰ ἔργα των; Ἕνας Ὅμηρος γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀπ᾽ αὐτοὺς θὰ ἔλεγε, ὅτι ἡ γῆ ἀναστενάζει γιὰ τὸ ἄχρηστο βάρος των. Οἱ ἄνθρωποι «ἄχθη ἀρούρης»[ποὺ σημαίνεια: βάρος της γης. Μικρά, ἀσήμαντα, μηδαμινὰ τὰ ἔργα των. Οἱ περισσότεροι ζοῦν μὲ τὸ πρόγραμμα μιᾶς ὑλιστικῆς ἀπολαυστικῆς ζωῆς τῶν αἰσθήσεων, μὲ τὸ γνωστὸ ἐπικούρειο πρόγραμμα· «Φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γὰρ ἀποθνήσκομεν». Ἀλλὰ εὐλογητὸς ὁ Θεός! Κατὰ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου συμβαίνουν καὶ κάποια ἐξαιρετικὰ καὶ σπάνια γεγονότα, ποὺ ταράσουν τὸν βοῦρκο τῆς ὑλιστικῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ξυπνοῦν τὰ πνεύματα ἀπὸ τὸ λήθαργο, κεντοῦν τις συνειδήσεις, ἐπηρεάζουν τη ζωή τῶν ἀτόμων, τῶν λαῶν, καὶ τῶν ἐθνῶν, γεγονότα ποὺ θεωροῦνται ὡς σταθμοὶ καὶ ἀφετηρίες γιὰ τὴν ἔναρξη νέου τρόπου ζωῆς τῶν ἀνθρώπων. Γιὰ ἐμᾶς τοὺς νεώτερους Ἕλληνες γεγονὸς ἐξαιρετικῆς σημασίας γιὰ τὴν ζωή τοῦ ἔθνους εἶνε ἡ ἐπανάσταση τοῦ 1821, ποὺ ἡ ἐπέτειος ὡρίσθηκε να συνεορτάζεται μὲ τὴν μεγάλη θρησκευτικὴ ἑορτή, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ποὺ εἰς τοὺς ναοὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ψάλλεται· «Εὐαγγελίζου γῆ χαρὰν μεγάλην· αἰνεῖτε οὐρανοὶ Θεοῦ τὴν δόξαν». Κατὰ τὴν σεπτὴν αὐτὴν ἡμέρα καὶ τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων εὐαγγελίζεται τὸ μήνυμα τῆς πολιτικῆς του ἐλευθερίας.

Ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1821 ὄχι μόνον ὑπὸ Ἑλλήνων ἱστορικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ξένων συγγραφέων ἐχαρακτηρίσθηκε ὡς τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τοῦ περασμένου αἰῶνος, ποὺ ἡ εὐργετικὴ  του ἐπίδρασι ἦτο τόσο μεγάλη, ὥστε ξεπέρασε τὰ ὁρια τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐξαπλώθη σαν μια λάμψι, ὡς μία ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ ἀκτινοβολία καὶ ἐφώτισε τὰ Βαλκάνια, τὴν Ἀνατολή, τὴν Εὐρώπη καὶ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα.

Ἐπάνοδος στὴν Πίστι. Ἀγαπητοί μου! Τὰ παραδείγματα ἀειμνήστων ἀνδρῶν, τῶν ἡρῴων τοῦ 1821, εἶνε δείγματα τῆς πίστεώς των· μιᾶς πίστεως ἡ ὁποία, θερμὴ ὡς «κόκκος σινάπεως» κατὰ τὸ λόγο τοῦ Κυρίου, εἶχε τὴ δύναμι νὰ μετακινῇ βουνὰ ἀπὸ ἐμπόδια (Ματθ. 17,20. βλ. καὶ Λουκ. 17,6), νὰ θαυματουργῇ καὶ νὰ προκαλῇ τὸν παγκόσμιο θαυμασμό.
Ἔκτοτε διέρρευσαν δύο περίπου αἰῶνες. Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ἡ πίστις, ὄχι ὁποιαδήποτε πίστις ἀλλὰ ἡ Ὀρθόδοξος πίστις, ἡ ὁποία σὰν ἥλιος θέρμαινε καὶ ζωογονοῦσε τὰ τέκνα ἐκεῖνα τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πίστις αὐτὴ διατηρεῖται σήμερα μέσα στὴν ἐλεύθερη πατρίδα στὴ ζέσι καὶ τὴ θερμότητα ποὺ εἶχε κατὰ τὴν ἡρωικὴ ἐκείνη ἐποχή, ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ αὐτήν, τὴν ἐποχὴ τῆς Τουρκοκρατίας; Μερικοί, ποὺ κρίνουν ἐπιπόλαια τὴ θρησκευτική μας ζωή, ὑποστηρίζουν ὅτι ἡ πίστι στὶς ἡμέρες μας ἀκμάζει· καὶ μύριες ἀποδείξεις, λένε, ἀποτελοῦν τὰ θρησκευτικὰ περιοδικά, τὰ βιβλία, οἱ χιλιάδες νέοι καὶ νέες ποὺ συγκλονίζονται κυριολεκτικὰ ἀπὸ τὰ χριστιανικὰ ἰδεώδη…
Ἐμεῖς, χωρὶς νὰ εἴμαστε ἀπαισιόδοξοι, διαφωνοῦμε μὲ τὴν κρίσι αὐτὴ καὶ λέμε, ὅτι τὸ θρησκευτικὸ συναίσθημα σήμερα στὴν πατρίδα μας περνάει κρίσι ἄνευ προηγουμένου. Τὰ αἴτια; Δὲν εἶνε τοῦ παρόντος ἡ λεπτομερὴς ἔρευνα τοῦ προβλήματος αὐτοῦ. Ἕνα μόνο ἐδῶ τονίζουμε· ὅτι ἡ πίστις τῶν μὲν λεγομένων θρησκευτικῶν ἀτόμων εἶνε χλιαρὴ ὅσο ποτέ ἄλλοτε, τῶν δὲ ὑπολοίπων οἱ συνειδήσεις κυμαίνονται μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας. Θρησκευτικὴ κοινωνία μὲ ὅλο τὸ βάθος τῆς ἐννοίας στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει. Αἰσχροὶ βλάσφημοι τῶν θείων, στελέχη μασονικῶν στοῶν, κράχτες ἀπιστίας καὶ ἀθεΐας, ἀλειτούργητοι ἐκλέγονται ὡς βουλευταὶ μὲ τὶς ψήφους τῶν ὀρθοδόξων, γιὰ νὰ πλήξουν μὲ τὸ ἐγχειρίδιο τῆς ἐξουσίας τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία. Ποῦ εἶνε σήμερα τὸ ἀγωνιστικὸ πνεῦμα τῶν ὀρθοδόξων τῶν παλαιοτέρων χρόνων, ποὺ ἔκαναν καὶ κυβερνῆτες ἀδιάφορους νὰ σκέπτωνται σοβαρὰ ἐπάνω στὰ προβλήματα τῆς πίστεως; Ἀλλοίμονο! Ἡ χλιαρότης καὶ ἡ ἀδιαφορία τῆς μεγάλης πλειοψηφίας τοῦ λαοῦ μας εἶνε τόσο μεγάλη, ὥστε, ἂν δὲν ληφθοῦν γενναῖα καὶ ῥιζοσπαστικὰ μέτρα γιὰ τὴν ἀναζωπύρωσι τῆς ἱερῆς φλόγας, τὸ ὄνομα τῆς Ὀρθοδοξίας στὶς ἡμέρες μας θὰ γίνῃ ὄνομα κενό, ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι θὰ καταντήσουν ἄνθη ἄοσμα καὶ ἄχρωμα, ποὺ δὲν θὰ μπορῇ ἕνας ξένος ἐπισκέπτης νὰ διακρίνῃ ἂν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀνήκουν στὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησία, μιὰ Ἐκκλησία ποὺ ἄλλοτε ἐπὶ Τουρκοκαρτίας συγκροτοῦσε γνησία θρησκευτικὴ κοινωνία, ἀληθινὸ «βασίλειον ἱεράτευμα» (Ἔξ. 19,6 = Α΄ Πέτρ. 2,9), καὶ μὲ τὸ ἄδολο γάλα τῆς Ὀρθοδοξίας γαλούχησε κ᾽ ἐξέθρεψε γενεὲς γενεῶν ἡρώων καὶ μαρτύρων.
Ἐὰν –μὲ ἀναζωπύρωσι τοῦ χαρίσματος τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως ποὺ φέρουμε μέσα μας– δὲν συντελεσθῇ ἀφύπνισι τῶν συνειδήσεών μας, ὑπάρχει φόβος μιὰ μέρα οἱ Ἕλληνες νὰ εἶνε καὶ παπικοὶ καὶ προτεστάντες καὶ χιλιασταὶ καὶ ὀπαδοὶ ποικίλων αἱρέσεων καὶ δοξασιῶν, καὶ μόνο ὀρθόδοξοι νὰ μὴν εἶνε· ὑπάρχει φόβος ἡ λυχνία τῆς Ὀρθοδοξίας νὰ μετακινηθῇ ἀπὸ τὸν τόπο μας καὶ νὰ πάῃ στὰ βάθη τῆς Ἀφρικῆς καὶ τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς. Καὶ τότε σκοτάδι θὰ καλύψῃ τὴν ἀγαπητή μας πατρίδα. Τότε οἱ λόγοι, ποὺ εἶπε παλαιότερα ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων ὁ ἀείμνηστος βουλευτὴς τῶν Ἰονίων νήσων Ἰακωβᾶτος, θ᾽ ἀποδειχθοῦν προφητικοί· «Ἅμα δύσῃ ἐν Ἑλλάδι ὁ ἥλιος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἄλλο τι δὲν [ἀπο]μένομεν εἰμὴ ἀγέλη περιγραφομένη ἐν τῷ ψαλμῷ τῷ λέγοντι· “Ἔθου σκότος, καὶ ἐγένετο νύξ· ἐν αὐτῇ διελεύσονται πάντα τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ. σκύμνοι ὠρυόμενοι τοῦ ἁρπάσαι καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς” (Ψαλμ. 103,20-21). Ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς, ἂν ἀπογυμνωθοῦμε ἀπ᾽ τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπομένουμε μιὰ ἀγέλη κτηνῶν, ποὺ ἡ φροντίδα τους πλέον δὲν θὰ εἶνε παρὰ γιὰ τὸ «ἁρπάσαι καὶ ζητῆσαι παρὰ τῷ Θεῷ βρῶσιν αὐτοῖς».

Ὦ ἀδελφοὶ Ἕλληνες! Ἡ Ὀρθοδοξία, νά ἡ ὄντως ΜΕΓΑΛΗ ΙΔΕΑ, ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀπὸ τὴν ἐθνική μας Μεγάλη ἰδέα. Ἰδέα καθαρμένη ἀπὸ φθαρτὰ στοιχεῖα, ὑψηλή, καθολική, αἰωνία, ποὺ εἶνε προωρισμένη νὰ βασιλεύσῃ. Αὐτῆς τῆς Ὀρθοδοξίας ἂς γίνουμε ταπεινοὶ ὑπηρέτες, φρουροί, ἀγωνισταὶ καὶ στρατιῶτες, γιὰ νὰ συμβασιλεύσουμε δι᾽ αὐτῆς ὄντως καὶ ἐμεῖς. Σύνθημά μας ἂς εἶνε οἱ ἑξῆς ἐμπνευσμένοι λόγοι ἑνὸς ἥρωος τῆς Ὀρθοδοξίας, τοῦ σοφοῦ Ἰωσὴφ Βρυεννίου· «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σοι, πατροπαράδοτον σέβας· οὐκ ἀφιστάμεθά σου, μῆτερ εὐσέβεια· ἐν σοὶ ἐγεννήθημεν, ἐν σοὶ ζῶμεν, καὶ ἐν σοὶ κοιμηθησόμεθα· εἰ δὲ καλέσοι καιρός, καὶ μυριάκις ὑπὲρ σοῦ τεθνηξόμεθα».
Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες! Ἑορτάζοντας καὶ πανηγυρίζοντας τὴν ἐπέτειο τῆς ἐθνικῆς μας ἑορτῆς, ἕνα εἶνε τὸ ἄριστο μνημόσυνο ποὺ ἔχουμε νὰ κάνουμε· νὰ ἐπανέλθουμε τὸ συντομώτερο στὴν πίστι τῶν πατέρων μας καὶ νὰ τὴ ζήσουμε μὲ συνέπεια σὲ ὅλες τὶς ἐκδηλώσεις τῆς ἀτομικῆς καὶ ἐθνικῆς μας ζωῆς.

(ἀπὸ τὸ βιβλίο Ἐθνικὰ προβλήματα, Τὸ ἰδανικὸν τοῦ ἔθνους, Ἀθῆναι 1961, σσ. 328-329, μτγλ.)

Τὸ πολεμικὸ ᾆσμα τῶν ἀγωνιστῶν ἦτο

  • Γιὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν Πίστι τὴν ἁγία
    καὶ τῆς Πατρίδος τὴν ἐλευθερία
    γι αὐτὰ τὰ δύο πολεμῶ
    κι᾽ ἂν δὲν τ’ ἀποκτήσω
    τί μ’ ὠφελεῖ νὰ ζήσω;

Ἡ σημαία των ὁ τίμιος σταυρός. ὰ …μήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

OI ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΚΑΙ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 10th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου (Ματθ. 6,14-21)

OI ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΚΑΙ Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ

«Θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν» (Mατθ. 6,20)

PANTOKRAT. istΑΚΟΥΣΑΤΕ, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ καὶ ἅγιο εὐαγγέλιο. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ ἀκοῦμε μόνο. Χρειάζεται καὶ νὰ τὸ πιστεύουμε καὶ νὰ τὸ ἐφαρμόζουμε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε· «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω», ὅποιος ἔχει αὐτιὰ γιὰ ν᾿ ἀκούῃ ἂς ἀκούῃ (Ματθ. 11,15). Μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἔχετε αὐτιὰ ἀνοιχτὰ στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τολμῶ νὰ μιλήσω.

* * *

Ὅποιος διαβάζει ἐπιπόλαια, θὰ νομίσῃ ὅτι τὸ εὐαγγέλιο σήμερα ἔχει μέσα πράγματα ἀντιφατικά. Διότι ἐνῷ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος λέει «Μὴ θησαυρίζετε» (Ματθ. 6,19), ἀπὸ τὸ ἄλλο λέει «Θησαυρίζετε» (ἔ.ἀ. 6,20). Δὲν εἶνε αὐτὰ ἀντίθετα, δὲν ἔρχονται σὲ σύγκρουσι μεταξύ τους; Ὅποιος ὅμως προσέχει βαθύτερα, θὰ πεισθῇ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίφασι· τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ἔχουν μεταξύ τους συμφωνία καὶ ἁρμονία. Διότι ὅταν λέει ὁ Χριστὸς γιὰ «θησαυρούς», ἐννοεῖ δύο εἰδῶν, κάνει διάκρισι. Ὑπάρχουν θησαυροὶ – χαλίκια, καὶ θησαυροὶ – διαμάντια. Διαλέξτε καὶ πάρτε. Καὶ οἱ ἄνθρωποι τί διαλέγουν; Περίεργο πρᾶγμα. Αὐτοὶ ποὺ φημίζονται γιὰ τὴν ἐξυπνάδα τους, ἀποδεικνύονται ἀνόητοι· διαλέγουν τὰ χαλίκια.
Ποιά εἶνε τὰ χαλίκια καὶ ποιά τὰ διαμάντια; Τὰ ξεχωρίζει καλὰ ὁ Κύριος. Ὅταν λέει «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυρούς», ἐννοεῖ τοὺς ὑλικοὺς θησαυρούς. Ἐννοεῖ τὰ χωράφια, τὰ σπίτια κ.τ.λ., καὶ πρὸ παντὸς τὸ χρῆμα.
Καὶ ὅμως τὸ χρῆμα κυνηγοῦν ὅλοι. Ρώτησαν κάποτε γιὰ τὴ λίρα, γιατί εἶνε κίτρινη, καὶ κάποιος ἀπήντησε μεταξὺ ἀστείου καὶ σοβαροῦ· Τὴν κυνηγοῦν πολλοὶ καὶ …κιτρίνισε ἀπὸ τὸ φόβο της. Δὲν εἶνε πολλὲς μέρες ποὺ σ᾿ ἕνα χωριὸ τῆς Μακεδονίας, μ᾿ αὐτὸ τὸ κρύο ποὺ τὸ θερμότερο δείχνει κάτω ἀπὸ τὸ μηδέν, χωριάτες μὲ ἀξίνες βγῆκαν καὶ πῆγαν σ᾿ ἕνα ἔρημο ἐξωκκλήσι. Σκάβανε ὅλη τὴ νύχτα γιὰ νὰ βροῦν, λέει, θησαυρό· ἕως ὅτου τοὺς ἔπιασε ἡ ἀστυνομία. Νὰ τοὺς πῇς νὰ ἔρθουν στὴν ἐκκλησία σὲ κάποια ἀγρυπνία, δὲν τὸ κάνουν· ἐκεῖ;… Δίψα χρήματος, λύσσα χρήματος!
Θὰ ρωτήσετε· Καταδικάζει ἡ Ἐκκλησία τὸ χρῆμα; Ὄχι. Εἶνε χρήσιμο καὶ ἀναγκαῖο. Μ᾿ αὐτὸ ἐξυπηρετεῖται ἡ κοινωνία· ἀγοράζεις ψωμί, ροῦχα, φάρμακα…. Σπουδαία ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα. Ποιά εἶνε ἡ ἔννοια τῆς λέξεως χρῆμα; Χρῆμα θὰ πῇ ἕνα πρᾶγμα χρήσιμο, κάτι ποὺ τὸ μεταχειρίζεται, τὸ χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος. Συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ μένῃ σὰν τὸ στάσιμο νερὸ ποὺ σαπίζει, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἀφήνῃς ἀχρησιμοποίητο. Τὸ χρῆμα πρέπει νὰ χρησιμοποιῆται. Εἶνε μέσο, ὄχι σκοπός. Ἐὰν κάποιος τὸ ἔχῃ ὡς μέσο, κανείς δὲν τὸν κατηγορεῖ (ἐφ᾿ ὅσον τὸ ἀποκτᾷ μὲ τὸν ἱδρῶτα του). Ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν τὸ χρῆμα ὡς μέσο, ὡς ὄργανο· τὸ ἔκαναν σκοπό. Καὶ μεταξὺ μέσου καὶ σκοποῦ ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Σκοπὸς πλέον τὸ χρῆμα. Τὸ λατρεύουν, ἔγινε θεός, «μαμωνᾶς» (Ματθ. 6,24). Δὲ᾿ λατρεύουν τὸ Χριστὸ σήμερα, τὸ χρυσὸ λατρεύουν· εἶνε χρυσολάτραι, ὄχι Χριστολάτραι. Πηγαίνουν στὸ δικαστήριο καὶ παλαμίζουν τὸ Εὐαγγέλιο, κάνουν ἀπάτες, νοθεῖες, πλαστογραρίες· παίρνουν τὸ ψωμὶ ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ὀρφανοῦ καὶ τῆς χήρας· ἐγκληματοῦν μὲ κίνητρο τὸ χρῆμα. Μήπως καὶ τῶν πολέμων ἐλατήριο δὲν εἶνε τὸ χρῆμα; Αὐτὸ τὸ κίνητρο, αὐτὴ τὴν προσκόλλησι καταδικάζει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, μὲ ἄλλα λόγια τὴ φιλαργυρία καὶ τὴν πλεονεξία. Read more »

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 10th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Τυροφάγου

ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΟΠΛΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

 

ΧριστιανΑΥΡΙΟ, ἀγαπητοί μου, ἀρχίζει ἡ ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ποὺ διαρκεῖ σαράντα μέρες. Πρώτη μέρα εἶνε ἡ Καθαρὰ Δευτέρα, τελευταία τὸ Σάββατο τοῦ Λαζάρου.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ ν᾿ ἀγωνισθοῦμε. Ἔχουμε ἐχθρούς. Οἱ δὲ μεγαλύτεροι ἐχθροί μας εἶνε τρεῖς· πρῶτος ἡ σάρκα μὲ τὶς κακὲς ἐπιθυμίες της, δεύτερος ὁ κόσμος μὲ τὰ φόβητρα καὶ τὰ θέλγητρά του, καὶ τρίτος ὁ σατανᾶς, ποὺ ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πέτρ. 5,8).
Καλούμεθα λοιπὸν σ᾿ ἕνα πνευματικὸ πόλεμο. Κι ὅπως οἱ στρατιῶτες ἔχουν ὅπλα, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς, στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νὰ εμαστε ὡπλισμένοι μὲ ὅπλα ποὺ ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὀνομάζει σήμερα «ὅπλα τοῦ φωτός» (Ῥωμ. 13,12). Τὰ δὲ ὅπλα ποὺ μᾶς συνιστᾷ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία τὴν περίοδο αὐτὴ εἶνε τέσσερα.

* * *

_Πρῶτο ὅπλο ἡ νηστεία. Μερικοὶ μοντέρνοι λένε, ὅτι ἡ νηστεία δὲν εἶνε τίποτα· τὴν ἔκαναν οἱ παπᾶδες καὶ δεσποτάδες, γιὰ νὰ κρατοῦν τὸ λαὸ ὑποταγμένο. Αὐτὸ εἶνε ψέμα. Ἡ νηστεία εἶνε ἀρχαῖος θεσμός. Εἶνε, ὅπως λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, «συνηλικιῶτις» τοῦ ἀνθρώπου, τόσο παλαιὰ ὅσο κι ὁ ἄνθρωπος. Ὅταν ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, τοὺς εἶπε νὰ τρῶνε ἀπὸ τοὺς καρποὺς ὅλων τῶν δέντρων τοῦ παραδείσου ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα. Ἔ, αὐτὸ δὲν εἶνε νηστεία; Ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα δὲν τήρησαν τὴν ἐλαφρὰ αὐτὴ νηστεία καὶ τιμωρήθηκαν· «ἐξεβλήθησαν τοῦ παραδείσου», ὅπως ἀκοῦμε στοὺς ὕμνους σήμερα.
Νήστεψαν ὁ Μωϋσῆς, ὁ Ἠλίας, ὅλοι οἱ προφῆται καὶ πατριάρχαι καὶ δίκαιοι τῆς παλαιᾶς διαθήκης. Νήστευαν οἱ Ἑβραῖοι, νήστευαν ὅλοι οἱ λαοί. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὴ νηστεία συνιστᾷ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὴ συνιστᾷ μὲ τὰ λόγια του ποὺ ἀκούσαμε σήμερα (βλ. Ματθ. 6,16-18), καὶ ἀκόμα περισσότερο μὲ τὰ ἔργα καὶ τὸ παράδειγμά του. Μετὰ τὴ βάπτισί του ὁ Χριστὸς πῆγε στὴν ἔρημο, ἔμεινε σαράντα μέρες, πάλεψε μὲ τὸ σατανᾶ καὶ τὸ νίκησε· κ᾿ ἐκεῖ ἔκανε νηστεία αὐστηρά, τόσες μέρες οὔτε ἔφαγε οὔτε ἤπιε τίποτα. Ἡ νηστεία λοιπὸν στηρίζεται στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ νηστεύῃ.
Ἀλλὰ καὶ ἡ ἰατρικὴ συνιστᾷ τὴ νηστεία, ὡς φάρμακο. Ἕνας σοφὸς ἰατρὸς εἶπε, ὅτι οἱ ἄνθρωποι «σκάβουμε τὸ λάκκο – τὸν τάφο μας μὲ τὰ πιρούνια καὶ τὰ κουτάλια». Συναντοῦμε τὴ νηστεία καὶ στὴ φύσι ἀκόμη, στὰ ζῷα. Ἡ χελώνα, τὸ φίδι, ὁ βάτραχος πέφτουν σὲ μακρὰ χειμερία νάρκη· στὸ διάστημα αὐτὸ νηστεύουν βεβαίως. Παγκόσμιος νόμος ἡ νηστεία.
Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄνθρωποι ἀπέφευγαν τὰ κρέατα καὶ τὶς λιπαρὲς οὐσίες. Στὸν Πόντο ἀπὸ τὴν Καθαρὰ Δευτέρα ὁ χασάπης κρεμοῦσε τὸ μαχαίρι του, ἔκλειναν τὰ κρεοπωλεῖα, καὶ μόνο τὸ Μέγα Σάββατο τὸ ἔπιανε πάλι. Τώρα γίναμε τὸ πιὸ κρεοφάγο ἔθνος· γέμισε ἡ Ἑλλάδα ψησταριές. Δὲ᾿ φτάνουν τὰ ντόπια ζῷα, εἰσάγουμε κι ἀπ᾿ ἔξω καὶ φεύγει συνάλλαγμα. Τρῶμε ἐμεῖς τὸν περίδρομο, τὴν ὥρα ποὺ πέρα στὴν Ἀσία καὶ τὴν Ἀφρικὴ ἑκατομμύρια παιδάκια πεθαίνουν. Ἔννοια σου ὅμως, θὰ τὸ πληρώσουμε αὐτό. Θά ᾿ρθουν πάλι χρόνια πείνας· θὰ γίνῃ ὁ λόγος τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ· «μιὰ χούφτα ἀλεύρι-μιὰ χούφτα χρυσάφι».
Ὅλοι νὰ νηστεύουν. Ἐξαιροῦνται μόνο ἄρρωστοι, ἡλικιωμένοι καἱ γυναῖκες ποὺ θηλάζουν παιδιά. Ἡ Ἐκκλησία μας εἶνε φιλάνθρωπος· δὲ᾿ θέλει νὰ ἐξοντώσῃ τὸν ἄνθρωπο. Ἀποστολικὸς κανὼν λέει, ὅτι αὐτοὶ ἀπαλλάσσονται· ὅλοι οἱ ἄλλοι ὀφείλουν νὰ νηστεύουν.
  _Ἕνα ὅπλο ἡ νηστεία. Ἄλλο ὅπλο ἡ προσευχή. Πάντοτε νὰ προσευχώμεθα, ἰδιαιτέρως ὅμως τώρα. Στὴν ἐκκλησία κάθε βράδυ ψάλλεται τὸ «Κύριε τῶν δυνάμεων…» στὸ Μέγα ἀπόδειπνο. Τετάρτη καὶ Παρασκευὴ τελεῖται προηγιασμένη. Παρασκευὴ βράδυ «Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια…» καὶ Χαιρετισμοί.
Προσευχὴ καὶ ἐκτὸς τοῦ ναοῦ· πρωῒ καὶ βράδυ, πρὶν καὶ μετὰ τὸ φαγητό· στὸ δρόμο, στὸ αὐτοκίνητο, στὸ ἀεροπλάνο, παντοῦ. Οἱ πρόγονοί μας ἔλεγαν· «Πέφτω κάνω τὸ σταυρό μου καὶ ἄγγελος εἶνε στὸ πλευρό μου».
Προσευχὴ ὅμως καὶ στὸ σπίτι, οἰκογενειακή, πατέρας-μητέρα-παιδιά. Δεῖξτε μου μιὰ οἰκογένεια ποὺ προσεύχεται ἔτσι, νὰ πέσω νὰ φιλήσω τὰ πόδια τους. Ἔχουμε σπίτια ὡραῖα, τηλεοράσεις, φαγητά, ψυχαγωγίες, πορνεῖες, μοιχεῖες, καρναβάλια…· Θεὸ δὲν ἔχουμε. Γι᾿ αὐτὸ ἔρχονται τιμωρίες, σύμφωνα μὲ τὰ ἱερὰ βιβλία.
Δὲν προσεύχεσαι; ἄνθρωπος δὲν εἶσαι. Δὲν προσεύχεσαι; οὔτε ζῷο εἶσαι. Τὰ πουλιὰ ὑμνοῦν τὸ Θεό. Κι ὁ σκύλος τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο καὶ κουνάει τὴν οὐρά του σὰ᾿ νὰ σοῦ λέῃ εὐχαριστῶ. Καὶ ὁ ἄνθρωπος; Ὅλα τοῦ τὰ δίνει ὁ Θεός, κι αὐτὸς τὴ μπουκιὰ ἔχει στὸ στόμα καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημάει.
  _Τὸ τρίτο ὅπλο εἶνε ἡ ἐλεημοσύνη. Τὰ χρήματά σου μὴν τά ᾿χῃς μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό σου, τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου· αὐτὸ εἶνε φιλαυτία. Νὰ εἶσαι ἐλεήμων. Πόσο ἐλεήμων; Τὸ Εὐαγγέλιο ἔχει τρεῖς βαθμῖδες ἐλεημοσύνης. Πρώτη, νὰ τὰ δώσῃς ὅλα (βλ. Λουκ. 18,22)· αὐτὸ ἔκαναν οἱ ἀπόστολοι, οἱ μάρτυρες, οἱ ἀσκηταί. Δὲ᾿ μπορεῖς νὰ τὰ δώσῃς ὅλα; Ἔ, τότε κάνε κάτι εὐκολώτερο, δῶσε τὰ μισά· αὐτὸ λέει ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος (βλ. ἔ.ἀ. 3,11). Οὔτε τὰ μισὰ μπορεῖς; Ἔ, τότε δῶσε τὸ ἓν δέκατον· ὅπως ἔκαναν οἱ Ἰουδαῖοι· ἑκατὸ μάζεψες; δῶσε τὰ δέκα στὸ φτωχό. Οὔτε κι αὐτὸ ὅμως κάνεις. Ἀλλὰ τί; Τὸ σύνθημα τοῦ διαβόλου· ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τίποτα γιὰ τὸν ἄλλο! Σὲ κάποιο χωριὸ ὁ παπᾶς ἔκανε ἔρανο γιὰ ἕνα δυστυχισμένο καὶ μάζεψε μόνο 1.000 δραχμές. Τὸ ίδιο βράδυ ἦρθαν στὸ κέντρο ξένες ντιζὲζ καὶ χορεύανε· νέοι – γέροι βλέπανε τὰ γυμνὰ κρέατα. Κι ὅταν ἔφυγαν αὐτές, μέτρησαν τὰ λεφτὰ ποὺ μάζεψαν· ἦταν, παρακαλῶ, 350.000 δραχμές. Πολὺ ὡραῖα! Γιὰ τὸ διάβολο 350.000, γιὰ τὸ Χριστό; τίποτα σχεδόν…
  _Είπαμε λοιπόν, νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη. Ὁ Χριστὸς ὅμως ζητάει κάτι ἀκόμα. Τὸ λέει σήμερα τὸ Εὐαγγέλιο. Ποιό εἶνε; Νὰ συγχωρήσῃς τὸν ἐχθρό σου (βλ. Ματθ. 6,14-15). Εἶνε τὸ τέταρτο ὅπλο, τὸ δυσκολώτερο ἀπ᾿ ὅλα.
Ρωτάει ὁ πνευματικὸς μιὰ ψυχή· ―Μήπως ἔχεις μὲ κανέναν ἔχθρα; ―Ἔχω, μὲ μιὰ γειτόνισσα. ―Τί σοῦ ἔκανε; ―Αὐτὸ κι αὐτό. ―Πόσο καιρὸ ἔχεις νὰ τῆς μιλήσῃς; ―Εἶνε τώρα δέκα χρόνια… Ἔρχεται ἄλλη. ―Ἔχεις κανένα ἐχθρό; ―Αὐτὴ ἡ πεθερά μου μ᾿ ἔψησε! καλημέρα δὲν τῆς λέω… Ἔρχεται ἡ πεθερά· ―Ἄ, αὐτὴ ἡ νύφη μου!… Ἔρχεται ὁ γείτονας· ―Ἔχω μῖσος στὸν τάδε. ―Ἔ, τώρα πρέπει νὰ συχωρεθῆτε. ―Ἄ, αὐτὸ δὲ᾿ γίνεται, παπούλη· βάλε μου κανόνα ὅ,τι θέ᾿ς, ν᾿ ἀνάβω κεριά, νὰ κάνω μετάνοιες, ἀλλὰ συχώρησι δὲ᾿ δίνω. Μ᾿ ἔχει κάψει, δὲ᾿ θέλω νὰ τὸ βλέπω οὔτε νὰ τὸν ἀκούω… Τί λέει ὅμως τὸ Εὐαγγέλιο! Ρώτησαν κάποιον ἄπιστο, ποιό εἶνε τὸ πιὸ ὡραῖο ἀπ᾿ ὅσα γράφει τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ ἀπήντησε· Αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Χριστός, νὰ συχωράῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλο. Συχωρᾷς; εἶσαι Χριστιανός. Δὲ᾿ συχωρᾷς; κρῖμα στὶς νηστεῖες σου, στοὺς ἐκκλησιασμούς σου, στὶς μετάνοιες σου, σ᾿ ὅλα ὅσα κάνεις. Τὸ λέει καθαρὰ τὸ εὐαγγέλιο σήμερα· Συγχωρεῖς, θὰ συγχωρηθῇς· δὲ᾿ συγχωρεῖς, δὲ᾿ θὰ συγχωρηθῇς. Ἀπόψε θὰ μᾶς καλέσῃ ἡ Ἐκκλησία ὅλους· προτοῦ νὰ μποῦμε στὴ νηστεία, νὰ συχωρέσουν οἱ νύφες τὶς πεθερές, οἱ πεθερὲς τὶς νύφες, οἱ ἄντρες τοὺς γείτονές τους, οἱ μικροὶ τοὺς μεγάλους, οἱ μεγάλοι τοὺς μικρούς. Ἔτσι ὅλοι σὰν ἀδέρφια, σὰν μιὰ οἰκογένεια ἀγαπημένη, ν᾿ ἀρχίσουμε τὸ ἱερὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς.
Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς λέει· Ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ πεθάνῃ προτοῦ νὰ συμφιλιωθῇ μὲ τὸν ἐχθρό του· χίλιοι παπᾶδες καὶ χίλιοι δεσποτάδες νὰ διαβάσουν εὐχὲς στὸν τάφο του, δὲ᾿ συγχωρεῖται.

* * *

Στὰ ὅπλα λοιπόν, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί! Εὔκολα πιάνει κανεὶς τὰ πολεμικὰ ὅπλα, ποὺ εἶνε ὅπλα θανάτου, καταστροφῆς, ἀπωλείας· δύσκολα πιάνει τὰ πνευματικὰ ὅπλα, «τὰ ὅπλα τοῦ φωτός» ποὺ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος σήμερα.
Μὴ μείνουμε χωρὶς τὰ ὅπλα μας· τὴ νηστεία, τὴν προσευχή, τὴν ἐλεημοσύνη, καὶ τὴ συγχώρησι. Ἂς νηστέψουμε, ὅπως ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στὴν ἔρημο. Ἂς προσευχηθοῦμε, ὅπως ὁ Χριστὸς τὴ νύχτα στὴ Γεθσημανῆ. Ἂς ἐλεήσουμε, ὅπως ὁ Κύριος σκόρπισε στὸν κόσμο τ᾿ ἀγαθά του. Καὶ ἂς συγχωρήσουμε ἀπ᾿ τὴν καρδιά μας κάθε ἐχθρό, ὅπως Ἐκεῖνος, ποὺ πάνω ἀπ᾿ τὸ σταυρὸ εἶπε γιὰ τοὺς σταυρωτάς του· «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23,34).
Ἀπὸ αὔριο στὰ ὅπλα! Νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη, συγχώρησις. Αὐτὰ τὰ τέσσερα νὰ ἔχουμε, καὶ τότε ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι θὰ μᾶς σκεπάζουν καὶ ὁ Θεὸς θά ᾿νε πάντα μαζί μας εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Γεωργίου Λακκιᾶς [Λεβαίας\ – Ἀμυνταίου 28-2-1982)

Неделя о Суде — Божественный суд – ΤO ΘΕΙΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 28th, 2013 | filed Filed under: Pоссию-ΡΩΣΙΚΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Неделя о Суде — Божественный суд

«Тогда сядет на престоле славы Своея …» (Мф. 25,31)

«Τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ…»

Κυριακή της Απόκρεω – Το θείο δικαστήριο

http://apologet.spb.ru/gr

THS B Parousias(Слово старца † Епископа Флоринского Августина Канциоту)
(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Евангельское зачало нынешнего дня, которая звучит словно гром, говорит нам о том, что Христос придет со всякой славой и величием. И Его будут сопровождать святые ангелы. Как цари во время своих мирских выходах являются с войсками и во всей земной славе, так и Царь ангелов и архангелов явится во всей Своей славе и величии. Труба архангела вострубит, и ее услышат в каждом земном уголке, а гробницы умерших откроются.
Миллионы и миллиарды людей будут предстанут перед Его страшным Престолом, чтобы над ними был совершен Суд. Разве это сказка? Если вы считаете это сказкой, то тогда вычеркните себя из христианской веры. Но является ли это истиной? Это истина!
Это настолько истинно, насколько истиной является то, что есть солнце, что существуют звезды, что существуешь ты сам, что завтра настанет понедельник, что мы находимся здесь, а не в каком-то другом городе. Точно также как дважды два это четыре, точно также и в сердце христианина должна быть абсолютная и полная вера в то, что придет Христос. Уже однажды Он пришел. И он придет вновь для того, чтобы судить меня в то самое время, как я вам говорю, придет судить и вас, которые меня слушают, и весь мир.
Придет Христос. И что же Он сделает? Он разделит мир. Как говорит об этом Господь достаточно простым языком в притче. Как пастух вечером входит в овчарню, отделяя овец от козлов, как земледелец во время жатвы отделяет зерна от плевел, при этом последние он бросает в печь, и пшеницу собирает в житницы (складах). И, как рыбак, когда он вынимает свою сеть, он затем отделяет хорошая рыба и отбрасывает бесполезное и ненужное; Подобным же образом и Великий Рыбак и Великий Земледелец и Великий Пастырь человечества, Христос, разделит человечество, произведет разделение.

-Почему Он произведет разделение? Read more »

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΣΩΤΟΙ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 27th, 2013 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου. Εκφωνήθηκε στις 20-2-1949, από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Λαρίσης. Περιέχεται στο βιβλίο του Μητροπολίτου «ΕΚ ΤΟΥ ΑΝΕΣΠΕΡΟΥ ΦΩΤΟΣ» σελ. 148, έκδοση 1950

ΟΙ ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΑΣΩΤΟΙ

« Καὶ ἐκεῖ δεισκόρπισε τὴν οὐσίαν αὑτοῦ ζῶν ἀσώτως» (Λουκ. ιε΄, 13)

Ασωτου ιστἩ σημερινή, ἀγαπητοί μας ἀκροαταί, ἡ σημερινὴ Κυριακή, ἡ Β΄ Κυριακὴ τοῦ Τριῳδίου, εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν γλῶσσαν ὀνομάζεται Κυριακὴ τοῦ Ἀσώτου, ἔλαβε δὲ ὡς γνωστόν, τὸ ὄνομα αὐτὸ ἀπὸ τὴν περίφημον παραβολὴν τοῦ Κυρίου, τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, τὴν παραβολὴν τοῦ Ἀσώτου, ἡ ὁποία ἐχαρακτηρίσθη ὡς ὁ ἀδάμας καὶ ἡ κορωνὶς ὅλων τῶν ἐν ταῖς Ἁγίαις Γραφαῖς ἀναφερομένων παραβολῶν.
Περὶ τῆς παραβολῆς αὐτῆς σοφὸς συγγραφεὺς εἶπεν, ὅτι καὶ ἐὰν ἀκόμη οὐδεμίαν ἄλλην διδασκαλίαν ἔκαμνεν ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἔφθανεν ἡ παραβολὴ αὕτη ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι Ἐκεῖνος, Ὅστις τὴν εἶπε, δὲν ἦτο ἁπλῶς ἕνας μέγας φιλόσοφος, ἀλλὰ Ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ πλήρωμα τῆς Θεότητος κατεσκήνωσε σωματικῶς. Διότι μόνον ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἔπλασε τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ γνωρίζει λεπτομερῶς τὰς μυστηριώδεις αὐτῆς κινήσεις, τὰ σκοτεινὰ σπήλαια καὶ τὰς ἀβύσσους, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ καταπέσῃ αὕτη, ἀλλὰ καὶ τὰ φωτεινὰ ὕψη, εἰς τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἀνέλθῃ, μόνος ὁ Θεὸς ὁ καρδιογνώστης θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς δώσῃ τὴν πιστὴν εἰκόνα, τὴν ἀκτινογραφίαν οὕτως εἰπεῖν, τῆς καρδίας τοῦ ἀποστάτου καὶ τοῦ ἐπιστρέφοντος ἀνθρώπου, τὴν παραβολὴν τοῦ ἀσώτου, ὁμοίαν τῆς ὁποίας ματαίως θ’ ἀναζητήσωμεν εἰς τὴν παγκόσμιον φιλολογίαν. Μέσα εἰς τὰς πλήρεις οὐσίας λέξεις τῆς παραβολῆς συμπτύσεται ὅλον τὸ δρᾶμα τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλὰ καὶ ὑποδεικνύεται ἡ λύσις τῆς τραγῳδίας μας. Θὰ ἤξιζε δὲ διὰ τοῦτο ἡ ἀμίμητος αὐτὴ παραβολὴ καὶ μὲ εἰκόνας καὶ μὲ ποιήματα καὶ μὲ καθημερινὴν μελέτην καὶ ἀποστήθισιν νὰ γίνῃ πνευματικὸν κτῆμα τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων, καὶ αἱ ἀθάνατοι ἰδέαι αὐτῆς νὰ ριζώσουν εἰς τὴν καρδίαν παντὸς τέκνου τῆς γῆς. Ὤ! Ὁποῖον θησαυρὸν ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ εἰς τὰς χεῖράς μας καὶ δυστυχῶς δὲν θέλομεν νὰ τὸν ἐκμεταλλευθῶμεν. Δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον θὰ ἔπρεπε νὰ ὀνομασθῶμεν ἄσωτοι, ὡς μὴ χρησιμοποιοῦντες τὸ θαυμάσιον μέσον τῆς σωτηρίας, τὸ ὁποῖον προσφέρει ἡ παραβολή.
Εἰς τὰ ὀλίγα λεπτὰ τὰ ὁποῖα διαθέτει ἡ ραδιοφωνικὴ αὐτὴ ἐκπομπὴ εἶνε φύσει ἀδύνατον ν’ ἀναπτύξωμεν ὅλον τὸ περιεχόμενον τῆς θαυμασίας αὐτῆς παραβολῆς. Ἀλλ’ ἄς προσπαθήσωμεν νὰ δώσωμεν ἔστω μίαν ἀμυδρὰν εἰκόνα τοῦ ἀσώτου, τοῦ συγχρόνου ἀσώτου, ὅπως παρουσιάζεται σήμερον μὲ τὰς μυρίας παραλλαγάς του εἰς τὴν γενεάν μας.

***

Οἱ ἄσωτοι, ἀγαπητοί μας, σήμερον δὲν εἶνε ἕνας καὶ δύο, ἀλλὰ εἶνε πολλοί, ἀναρίθμητοι. Ποῖον πρῶτον καὶ ποῖον δεύτερον τῶν συγχρόνων ἀσώτων ν’ ἀναφέρωμεν; Ὁ αἰών μας ἐπλημμύρισεν ἀπὸ ἀσώτους. Ἄσωτοι ἐν πρώτοις ὑπάρχουν ἐντὸς τῆς οἰκογενείας. Εἶνε τὰ παιδιὰ τῶν εὐπόρων ἐκείνων γονέων, τὰ ὁποῖα ἀκολουθοῦν τὰ ίχνη, μιμοῦνται κατὰ γράμμα τὸν ἄσωτον υἱὸν τῆς παραβολῆς καὶ μέ διεφθαρμένους συντρόφους σπαταλοῦν ἑκατομμύρια, περιουσίας ὁλοκλήρους. Ἄσωτοι υἱοί! Πόσοι τοιοῦτοι υἱοὶ ὑπάρχουν εἰς τὰς Ἀθήνας, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι σπουδάζουν ἐπιστήμην οἱ αἰώνιοι αὐτοὶ φοιτηταὶ διημερεύουν καὶ διανυκτερεύουν εἰς τὰ πολυώνυμα κέντρα τῆς ἀκολασίας καὶ ὡς βδέλλαι ἀφαιμάσουν τὰ πατρικά βαλάντια καὶ δημιουργοῦν οἰκογενειακά δράματα. Ἐξ αἰτίας τοιούτων ἀσώτων υἱῶν ἐξηνεμίσθησαν περιουσίαι, διελύθησαν οἰκογένειαι καὶ καατέβησαν προώρως εἰς τὸν τάφον πικραμένοι οἱ πατέρες καὶ αἱ μητέρες καὶ ἀπέθανον εἰς τὸ φθισιατρεῖον νεάνιδες, αἱ ὁποῖαι ἠπατήθησαν οἰκτρῶς ὑπὸ τῶν συγχρόνων τούτων Δὸν Ζουὰν καὶ ἐμαράνθησαν ὡς τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ. Ἄσωτοι υἱοί! Ἀλλὰ ἄσωτοι εἶνε καὶ αἱ ἄφρονες ἐκεῖναι θυγατέρες, αἱ ὁποῖαι περιφρονοῦν τὰς αὐστηρὰς καὶ τιμίας παραδόσεις τῆς ἑλληνικῆς οἰκογενείας, ἀποτινάσσουν προώρως τὸν πατρικὸν ζυγὸν καὶ ὡς κοῦκλαι, ὡς πλαγγόνες, ὡς θυγατέρες λόρδων ἄνεργοι περιφέρονται εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ τὰς πλατείας καὶ δίδουν παρὸν εἰς ὅλας τὰ κοσμικὰ κέντρα καὶ γελοῦν καὶ καγχάζουν μὲ τὸν πρῶτον τυχόντα καὶ χαρτοπαίζουν καὶ καπνίζουν καὶ σπαταλοῦν πολύτιμον χρόνον, τὸν ὁποῖον αἱ ἀρχαῖαι πρόγονοι αὐτῶν Ναυσικαῖ καὶ Πηνελόπαι διέθετον εἰς καθημερινὰς ἐργασίας διὰ τὴν εὐπρέπειαν τοῦ ἑλληνικοῦ οικου, ὅστις ἔλαμπε ἀπὸ τὴν καθαρότητα καὶ τὴν ἀπέριττον τάξιν. Ἄσωτοι υἱοὶ καί θυγατέρες. Ἀλλὰ καὶ τὸ ― θλιβερώτερον ― ἄσωτοι μητέρες καὶ πατέρες! Καὶ ἄσωτοι πατέρες εἶνε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμπλέκονται εἰς παρανόμους σχέσεις καὶ λησμονοῦν τὰς ἱερὰς ὑποχρεώσεις τοῦ οἰκογενειάρχου καὶ ἀφήνουν κλαίουσαν τὴν σύζυγόν των, τὸ ίνδαλμα τῶν νεανικῶν των χρόνων, καὶ τὰ τέκνα των νηστικά, γυμνά, ἔκθετα εἰς ὅλους τοὺς ἀνέμους τῆς κοινωνικῆς δυστυχίας μὲ τὸ στῖγμα τῆς πατρικῆς ἐγκαταλείψεως. Ἄσωτοι καὶ αἱ μητέρες καὶ αἱ σύζυγοι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μὲ τὴν ἐλαφροτέραν συνείδησιν θραύουν τὸν ἱερὸν δεσμὸν τοῦ γάμου καὶ ρίπτουν εἰς τὸν βούρκον τῆς ἀτιμίας τὰ ἱερὰ στέφανα καὶ χωρὶς ἐντροπὴν συνοικοῦν μὲ νέους ἄνδρας. Εἰς χιλιάδας ἀνέρχονται αἱ παράνομοι συμβιώσεις τῶν ἀσώτων τούτων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι θέτουν ἐν κινδύνῳ τὸν θεσμὸν τῆς οἰκογενείας καὶ κλονίζουν τὰ θεμέλια τῆς Πατρίδος. Ἑλλάς! Θρήνησε διὰ τοὺς ἀσώτους τούτους υἱοὺς καὶ θυγατέρας σου!
Ἄσωτοι ἐντὸς τῆς οἰκογενείας! Ἀλλὰ καὶ πόσοι ἄσωτοι ὑπάρχουν εἰς τὴν εὐρυτέραν ἐκείνην οἰκογένειαν, ἡ ὁποία ὀνομάζεται Ἑλληνικὴ κοινωνία! Ἴδετε! Παρελαύνει νέα φάλαγξ ἀσώτων. Ἄσωτοι εἶνε ἀκόμη, ὅσοι διὰ μίαν ματαίαν ἐπίδειξιν, διὰ μίαν ἑορτὴν τοῦ ὀνόματός των, διὰ μίαν διασκέδασιν, διὰ μίαν νύκτα κραιπάλης καὶ ὀργίων οἱ νέοι αὐτοὶ Λούκουλοι σπαταλοῦν ἐν μέσῳ πεινῶντος καὶ πάσχοντος λαοῦ τόσα, ὅσα θὰ ἠδύναντο νὰ τραφοῦν διὰ ἕνα μῆνα ἑκατοντάδες οἰκογένειαι προσφύγων ἀδελφῶν μας, θυμάτων τῆς τελευταίας ἐθνικῆς μας τραγωδίας. Ἄσωτοι οἱ εὐκόλως πλουτοῦντες καὶ αἰσχρῶς σπαταλῶντες, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀρχαῖος πρόγονός μας Διογένης ἔλεγεν ὅτι οἱ ἄσωτοι αὐτοὶ ὁμοιάζουν μὲ τὰς συκᾶς ποὺ φυτρώνουν εἰς κρημνοὺς καὶ δυσβάτους τόπους καὶ τῶν ὁποίων τοὺς καρποὺς δὲν γεύονται ἄνθρωποι, ἀλλὰ τὰ ὄρνεα κατατρώγουν. Καὶ τας περιουσίας τῶν ἀσώτων αὐτῶν ὄχι ὀρφανὰ καὶ χῆραι ἀλλὰ γύναια ἁμαρτωλὰ καὶ σύντροφοι ἔκφυλοι καὶ κόλακες ἐλεεινοὶ καταβροχθίζουν, ὧν σύνθημα εἶνε τὸ: ζεῖ χύτρα, ζῇ φιλία». Δηλαδὴ βράζει ἡ χύτρα τοῦ συμφέροντος; διατηρεῖται καὶ ἡ φιλία. Ἀναρίθμητοι οἱ φίλοι τοῦ ἀσώτου! ἔπαυσεν ἡ χύτρα τοῦ συμφέροντος νὰ βράζῃ; Ἐν τῳ ἅμα οἱ σύντροφοι τοῦ ἀσώτου κάμνουν πτερὰ καὶ ἐξαφανίζονται. Read more »