Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ’ Category

O Χριστoς τo κεντρο της ανθρωποτητος

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαι 1st, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ Μυροφόρων  (Μᾶρκ. 15,43 – 16,8)

O Χριστoς τo κεντρο της ανθρωποτητος

IoVerin_2frescoΗ θρησκεία μας, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε ἕ­να παραμύθι, ἕνα ψέμα. Εἶνε ἡ μόνη ἀλη­θινὴ στὸν κόσμο. Δὲν τὸ λέμε ἐμεῖς· τὸ ἀποδεικνύουν τὰ πράγματα, ἡ ἱστορία εἴκοσι αἰώνων. Εἶνε δέντρο ποὺ δὲν τὸ φύτεψε ἄνθρω­πος ἀλλὰ ὁ Θεός. Κι ὅ,τι φυτεύει ὁ Θεός, ὅλοι οἱ δαίμονες δὲν θὰ μπορέσουν νὰ τὸ ξερριζώσουν. Θὰ σπάσουν τὰ τσεκούρια τους ἐπάνω του, μὰ ἡ ῥίζα του μένει ἀνεκρίζωτος.
Εἶνε ἀληθινὴ ἡ θρησκεία μας, διότι αὐτὸς ποὺ τὴν ἵδρυσε δὲν εἶνε ἁπλῶς ἕνας μεγάλος ἄν­θρω­πος, ὅπως τόσοι ἄλλοι· εἶνε ὁ ἀληθι­νὸς Θεός. Ὅτι εἶνε ὁ Θεὸς τὸ ἀποδεικνύουν καὶ τὸ φωνάζουν τὰ ἄπειρα θαύματά του, ἡ ἁγία ζωή του, ἡ ἄφθαστη διδασκαλία του, καὶ τέλος τὸ ὅτι ὄντως ἀνέστη ἀπὸ τὸν τάφο. Τὸ χάρο καν­είς δὲ μπόρεσε νὰ τὸ νικήσῃ, οὔτε πλούσιος οὔτε ἐπιστήμονας οὔτε στρατηγὸς οὔτε βασι­λιᾶς. Τὸ χάρο πάλεψε καὶ τὸ νίκησε μόνο ὁ Χριστός· αὐτὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός.

Μὰ ἀφοῦ εἶνε ἀληθινὸς Θεός, θὰ ρωτήσε­τε, γιατί δὲν τὸν πιστεύουν ὅλοι; Δὲν θά ᾽πρε­πε νὰ ὑπάρχῃ οὔτε ἕνας ἄπιστος. Καὶ ὅμως ἀ­πὸ τὴν ὥρα ποὺ γεννή­θηκε καὶ βγῆ­κε στὸ δημόσιο βίο μέχρι ποὺ σταυρώθηκε καὶ ἀναστή­θηκε, ὁ κόσμος διαιρέθηκε ἀπέναντί του.

* * *

Πράγματι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν χωριστῆ σὲ δυὸ παρατάξεις. Ἄλλοι μισοῦν τὸ Χριστὸ ὅσο τίποτε ἄλλο καὶ ἄλλοι τὸν λατρεύουν. Ἄλλοι εἶνε μὲ τὸ μέρος του καὶ ἄλλοι ἐναντίον του.
Ποιοί τὸν μίσησαν; Τὸν μίσησε ὁ Ἡ­ρῴδης. Μόλις ὁ Χριστὸς γεννήθηκε μέσα στὰ ἄ­χυρα τοῦ στάβλου, αὐτὸς ταράχτηκε καὶ τρόχισε τὰ μα­χαίρια του νὰ τὸν σφάξῃ. Τὸν φθόνησαν ἔ­πειτα οἱ φαρισαῖοι καὶ γραμματεῖς, ὁ Ἄννας καὶ ὁ Καϊάφας οἱ ἀρχιερεῖς. Τέλος ὁ μὲν Πιλᾶ­τος τὸν ἀδίκησε, οἱ δὲ ῾Ρωμαῖοι στρατιῶτες τὸν σταύρωσαν. Ὅλοι αὐτοὶ τὸν μίσησαν.
Καὶ ποιοί τὸν ἀγάπησαν; Οἱ ταπεινοὶ τῆς γῆς. Οἱ βοσκοί, ποὺ φύλαγαν τὴ νύχτα στὴ Βη­θλεὲμ τὰ πρόβατά τους καὶ ἄκουσαν τὸ ὁ­λόγλυκο τραγούδι τῶν ἀγγέλων «Δόξα ἐν ὑ­ψί­στοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. 2,14). Καὶ μέχρι σήμερα τέτοιοι ἄνθρωποι τὸν ἀγαποῦν. Στὰ ψη­λὰ βου­νὰ τῆς Πίνδου γνώρισα τσοπάνηδες, ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ πᾶνε στὴν ἐκκλησιά, ἀλλ᾽ ἅμα ἄκουγαν ἀπὸ μακριὰ νὰ χτυπᾷ ἡ καμ­πάνα, τοὺς ἔβλεπες νὰ γονατίζουν στὰ ἐξωκκλήσια καὶ νὰ βρέχουν τὴ γῆ μὲ δάκρυα.
Τὸν ἀγάπησαν ἀκόμα οἱ ἄνθρωποι τοῦ μόχθου, οἱ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, οἱ δουλευτάδες, αὐτοὶ ποὺ κοπιάζουν καὶ μοχθοῦν στὴ γῆ. Τὸν ἀγάπησαν ἰδίως οἱ ψαρᾶδες τῆς Γαλιλαίας, ποὺ ἔρριχναν τὴ νύχτα τὰ δίχτυα τους, γιὰ νὰ πιάσουν ψάρια καὶ νὰ ζήσουν τὶς οἰκογένειές τους· αὐτοὶ τὸν πίστεψαν καὶ τὸν ἀκολούθησαν. Καὶ μέχρι σήμερα, περισσότερο κι ἀπ᾽ τοὺς βοσκοὺς καὶ τοὺς γεωργούς, τὸν πιστεύ­ουν αὐ­τοὶ ποὺ δουλεύουν στὴ θάλασσα, οἱ ναυτικοί, ποὺ πλέουν μέσ᾽ στὰ ἄγρια πελάγη. Σπανί­ως θὰ βρῇς ναυτικὸ ἄπιστο καὶ ἄ­θεο. Μπρὸς στὰ πελώρια κύματα, ἐκεῖ στὸν Ἀτλαντικὸ ὠκεανό, ὅταν ἡ τρικυμία μαίνεται, ἡ ἀθεΐα σβήνει. Ὅλοι λένε «Παναγία Δέσποινα…», «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…»· ὅλοι ἔχουν μέσ᾽ στὰ καράβια τους τὴν εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου, τὴν εἰ­κό­να τῆς Παναγίας, τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ.
Τὸν ἀγάπησαν λοιπὸν οἱ βοσκοὶ καὶ οἱ ἐρ­γα­τικοὶ ἄνθρωποι. Τὸν ἀγάπησαν ἀκόμα, περισ­σότερο ἀπὸ αὐτούς, – ποιοί; Τὰ παιδιά. Ὤ τὰ ἀθῷα παιδιά! Ἅμα ἔβλεπαν καὶ ἄκουγαν τὸ Χριστό, ἔτρεχαν πίσω του ὅπως τὰ ἀρνάκια πί­­σω ἀπὸ τὴν προβατίνα. Καὶ ὁ Χριστὸς τά ᾽παιρ­νε στὴν ἀγκαλιά του καὶ τὰ εὐ­λο­γοῦσε. Τὰ παι­διὰ ἦταν πάντα κοντά του. Τὴν ἡ­μέρα μάλιστα τῶν Βαΐων πῆραν κλαδιὰ στὰ χέρια καὶ ἔψαλλαν καὶ ὑμνοῦσαν τὸ Χριστό. Αὐτὸ προκάλεσε τὴν κακία τῶν ἀρχόν­των. Βλέπον­τας τὰ παιδιὰ καὶ τὸν κόσμο νὰ ζητωκραυγάζουν εἶπαν στὸ Χριστό· Πές τους νὰ σωπάσουν. Καὶ τότε ἐκεῖνος ἀπήντησε· Ἂν αὐτοὶ σωπάσουν, καὶ οἱ πέτρες θὰ φωνάξουν (Λουκ. 19,40).
Τὸν ἀγάπησαν ἐπαναλαμβάνω οἱ βοσκοί, οἱ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι, οἱ ναυτικοί, τὰ ἀθῷα παιδιά. Τὸν ἀγάπησαν ―ἕνα σκαλὶ παραπάνω― ποιοί; Τὸ φωνάζει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο – τί νὰ κάνουμε, αὐτή εἶνε ἡ ἀλήθεια. Παραπάνω κι ἀ­πὸ τοὺς δώδεκα μαθητὰς ἀγάπησαν τὸ Χριστὸ οἱ γυναῖκες. Ποιές γυναῖκες; Ὄχι γυναῖ­κες τοῦ συρμοῦ, ἐκεῖνες ποὺ χόρευαν στὰ πα­λάτια τοῦ Ἡρῴδη ντυμένες στὸ μετάξι, στὴν πολυτέλεια καὶ στὸ λοῦσσο· ὄχι νυχτερίδες τοῦ διαβόλου σὰν αὐτὲς ποὺ φωλιάζουν τώρα στὰ κέντρα διασκεδάσεως. Ὄχι αὐτές. Ἄλλες γυναῖκες. Δόξα τῷ Θεῷ ὑπάρχουν πάντα. Εἶ­νε οἱ νοικοκυρές, οἱ μανάδες ποὺ γέννησαν κι ἀνέθρεψαν παιδιὰ καὶ ξέρουν τί θὰ πῇ ζωή.
Τὸ Χριστὸ ἀγάπησαν ἰδίως οἱ γυναῖκες ποὺ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· οἱ μυροφόρες. Αὐ­τές, ἐνῷ ἀκόμα ἦταν νύχτα καὶ κανείς δὲν τολμοῦσε νὰ βγῇ ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι κ᾽ ἐνῷ τὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ φρουροῦσαν στρατιῶτες τῆς ῾Ρώμης, δὲν φοβήθηκαν οὔτε τῆς νύχτας τὰ σκοτάδια οὔτε τοὺς ῾Ρωμαίους στρατιῶτες οὔτε τοὺς γραμματεῖς καὶ φαρισαίους. Σὰν νὰ εἶχαν φτερὰ στὰ πόδια ―δὲν ἦταν γυναῖκες πλέον αὐτές, ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι ἦταν―, ἔφθασαν ἐκεῖ ποὺ ἦταν θαμμένος ὁ Χριστὸς καὶ ἔφεραν τὰ πολύτιμα δῶρα τους, τὰ μύρα.
Καὶ μέχρι σήμερα ἡ θρησκεία ―ἂς τὸ ποῦ­με― στηρίζεται στὴν καρδιὰ τῆς γυναίκας. Πηγαίνετε σὲ ὁποιαδήποτε ἐκκλησία, σὲ χωριὰ καὶ σὲ πόλεις· θὰ δῆτε, ὅτι τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ ἐκκλησιάσματος ἀποτελοῦν οἱ γυναῖκες. Αὐτὲς ἐκκλησιάζονται, νηστεύουν, ἐξομολογοῦν­ται, κοινωνοῦν. Οἱ ἄντρες εἶνε σκληροὶ σὰν τὸν Ἡρῴδη, τὸν Ἄννα καὶ τὸν Καϊάφα. Καμμιά γυναίκα δὲν βλέπουμε στὰ Εὐαγγέλια νὰ πρόδωσε τὸ Χριστό, καμμιά δὲν τὸν σταύρωσε, καμμιά δὲν τὸν βλαστήμησε. Ἄντρες τὰ ἔκαναν αὐτά· ἄντρας ἦταν ὁ προδότης, ἄντρας αὐτὸς ποὺ τὸν ἀρνήθηκε, ἄν­τρες αὐτοὶ ποὺ τὸν κάρφωσαν. Οἱ γυναῖκες ἦταν πάντα κοντὰ στὸ Χριστό. Καὶ θὰ μείνουν μέχρι τέλους. Καὶ ἂν ὁ κόσμος ἀλλάξῃ κ᾽ ἐγ­καταλείψουν ὅλοι τὸ Χριστό, κοντά του θὰ μείνῃ πάντα ἡ μανούλα του, ἡ γυναίκα, ἡ ἁγία γυναίκα. Αὐτὴ εἶνε ἡ θρησκεία μας, ἀγαπητοί.
Σᾶς εἶπα κατηγορίες ἀνθρώπων ποὺ ἀγάπησαν τὸ Χριστό· εἶνε οἱ βοσκοί, οἱ ἐργατικοὶ ἄνθρωποι ποὺ δουλεύουν στὴ γῆ καὶ στὴ θάλασσα, τὰ παιδιά, οἱ μυροφόρες γυναῖκες. Καὶ μόνο αὐτοί; Τὸν ἀγάπησαν ἀκόμη καὶ οἱ ἄγριοι. Ἄνθρωποι ἄξεστοι, ποὺ δὲν εἶχαν σχολειὰ καὶ πανεπιστήμια καὶ δὲν ἔμαθαν γράμματα, ποὺ ἔζησαν μὲ τραχύτητα καὶ ἦταν μαθημένοι στὸ ἔγκλημα καὶ τὸ φόνο. Ἕνα χαρακτηριστικὸ παράδειγμα εἶνε ὁ ἅγιος Χριστοφόρος, ποὺ ἑορτάζει στὶς 9 Μαΐου. Ἦταν σὰν τὸ ἄγριο δέντρο, ποὺ ὁ Χριστὸς τὸ μπόλιασε καὶ ἔγινε ἥμερο. Ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια ἀνθρωποφάγων. Ἦταν γίγαντας, ψηλὸς δυόμισυ μέτρα, μὲ γερὰ μπράτσα καὶ γροθιές. Τὸν πῆρε σωματοφύλακα ἕνας βασιλιᾶς. Μιὰ μέρα ὅ­μως εἶδε τὸ βασιλιᾶ νὰ τρέμῃ μπροστὰ σ’ ἕνα μάγο, ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ διάβολο. Ἀφήνει λοιπὸν τὸ βασιλιᾶ καὶ πηγαίνει νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ μάγο, ποὺ τὸν θεώρησε πιὸ δυνατό. Ἀργότερα ὅμως, περνώντας ἀπὸ μιὰ ἐκκλησία, εἶδε καὶ τὸ μάγο νὰ παραλύῃ μπροστὰ στὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ. Τότε ἄφησε καὶ τὸ μάγο καὶ ζήτησε νὰ ὑπηρετήσῃ τὸ Χριστό. Πίστεψε, μετανόησε, ἐξωμολογήθηκε, βαπτίστη­κε, ἔγινε Χριστιανὸς καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Χριστοφόρος. Ἔζησε ζωὴ ἐνάρετη, ἔκανε θαύματα, καὶ τέλος μαρτύρησε γιὰ τὸ Χριστό.

* * *

Θὰ πῇ ἴσως κάποιος, ὅτι αὐτὰ συνέβαιναν σὲ ἄλλες ἐποχές, «τῷ καιρῷ ἐκείνῳ». Λάθος. Καὶ σήμερα, ἀγαπητοί μου, βλέπουμε νὰ πιστεύουν στὸ Χριστὸ ἰθαγενεῖς τῆς ᾽Αφρικῆς καὶ τῆς Ἀσίας. Ἄγριοι, ποὺ τρῶνε ἀνθρώπους, δέχονται τὸ κήρυγμα καὶ βαπτίζονται στὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκλεκτοὶ ἱεραπόστολοι, λαμπρὰ παιδιά, φθάνουν ἐκεῖ, μὲ κίνητρο ὄχι τὰ λεπτὰ ἀλλὰ τὸν πόθο νὰ φωτίσουν τοὺς ἐν σκότει. Διακινδυνεύουν μέ­σα σὲ ἀντίξοες συν­θῆκες, καὶ πολλοὶ θυσιάζονται. Κηρύττουν τὸ εὐαγγέλιο. Κι ὅταν οἱ ἄ­γριοι ἀκοῦνε γιὰ τὸ Χριστό, πολλὲς φορὲς κλαῖ­νε. Γίνονται Χριστιανοὶ καλύτεροι ἀπὸ μᾶς. Καὶ ὑπάρχει φόβος ἡ Ὀρ­θοδοξία νὰ φύγῃ ἀπὸ μᾶς τοὺς «πολιτισμένους» καὶ νὰ πάῃ στοὺς ἀγρίους.
Δόξα σοι, Χριστέ, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων! Τὰ ἄστρα θὰ πέσουν, ὁ ἥ­λιος θὰ σκοτισθῇ, ὁ κόσμος θὰ γίνῃ ἄνω – κά­τω, μὰ ὁ Χριστὸς θὰ μείνῃ. Ὅλα φωνάζουν· Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός.
Παιδιὰ ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, ἀγαπῆστε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπ᾽ τοὺς γονεῖς σας. Γυναῖκες ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, ἀγαπῆστε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπ᾽ τοὺς ἄντρες σας. Ἄντρες ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε, ἀγα­­πῆστε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπ᾽ τὶς γυναῖκες σας. Ὅλοι ν᾽ ἀγαπήσουμε τὸ Χριστὸ πάνω ἀπ᾽ ὅλα. Γιατὶ ὁ Χριστὸς δὲν ἀπέθανε. Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Αὐτῷ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου στον ιερό ναό του Αγίου Χριστοφόρου, κοιν. Ἁγ. Χριστοφόρου – Ἑορδαίας 9-5-1976)

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑ Η ΠΙΣΤΙ ΜΑΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 22nd, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ (Ἰωάν. 20,19-31)

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΨΕΜΑ Η ΠΙΣΤΙ ΜΑΣ

Ψηλ.ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτή. Εἶνε ἡ δευτέρα Κυριακὴ τοῦ Πάσχα ἢ Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ. Καὶ λέγεται Κυριακὴ τοῦ Θωμᾶ, γιατὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας ὥρισε νὰ δια­βά­ζεται τὸ εὐαγγέλιο ποὺ ὁμιλεῖ γιὰ τὸ Θωμᾶ.

* * *

Τί ἦταν ὁ Θωμᾶς; κανένας πλούσιος, κανένας ἐπιστή­μων, κανένας διάσημος τῆς ἐπο­χῆς ἐκείνης; Τίποτε. Ἕνα ἀγράμματο φτωχα­δάκι ἦταν. Καὶ ὅμως ἔγινε πασίγνωστος. Καὶ ἐνῷ μεγάλοι καὶ τρανοὶ λησμονήθηκαν, αὐτὸς ζῇ στὴ μνήμη ὅλων. Τί συνέ­βη ἆραγε; Κάτι ἄλ­λαξε στὴ ζωὴ τοῦ Θωμᾶ, καὶ τὸ πτωχαδάκι ἔγινε μιὰ μεγάλη φυσιογνωμία. Τί συνέβη;
Μιὰ μέρα ἄκουσε νὰ τὸν καλῇ μιὰ φωνή. Μιὰ φωνὴ πιὸ γλυκειὰ κι ἀπ’ τὴ φωνὴ τῆς μά­νας, φωνὴ ποὺ ἀπευθύνεται σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο καὶ μακάριοι ὅσοι τὴν ἀκοῦνε. Εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ μας. Εἶδε ὁ Χριστὸς τὸ Θωμᾶ καὶ διέκρινε ὅτι μέσα του κρύβεται ἕνα διαμάντι. Διαμάντι ἦταν ἡ καλή του διάθεσι. Ἔλα μαζί μου, τοῦ εἶπε ὁ Χριστός. Κι ἀμέσως ὁ Θωμᾶς ἄφησε τὰ πάν­τα καὶ τὸν ἀκολούθησε. Κάθησε τρία χρόνια κοντά του. Ἄκουσε τὰ λόγια του, λόγια ποὺ δὲν ἀκούστηκαν ποτέ ἄλλοτε στὸν κόσμο. Εἶδε τὰ θαύματά του, ποὺ εἶνε ἄ­­πειρα – ἀμέτρητα. Εἶδε τὴν ἁγία ζωή του. Ἔ­τσι πίστεψε καὶ εἶπε· Αὐτὸς εἶνε ὁ Χριστός, ἐκεῖνος ποὺ λένε οἱ προφητεῖες ὅτι θὰ ἔρθῃ. Πίστεψε, ὅτι ὁ Ναζωραῖος θὰ συντρίψῃ τὶς λεγεῶνες τῆς ῾Ρώμης, θὰ διώξῃ τοὺς κατακτητάς, θὰ στήσῃ θρόνο μεγάλο, θὰ ἱδρύ­σῃ βασί­λειο, τὴν πιὸ μεγάλη αὐτοκρατορία, καὶ θὰ γίνῃ ὁ βασιλεὺς τῆς ἀνθρωπότητος.
Αὐτὰ πίστεψε καὶ ἦταν χαρούμενος. ᾿Αλλ’ ὅ­ταν τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης στὴ Γεθ­σημανῆ ―ἦταν κι αὐτὸς ἐκεῖ― εἶδε νὰ πιά­νουν τὸ Χριστό, νὰ τὸν δένουν χωρὶς νὰ προβάλλῃ καμμιά ἀντί­στασι, νὰ τὸν φέρνουν στὸν Ἄννα, στὸν Κα­ϊάφα, στὸ πραιτώριο, νὰ τὸν ῥα­πίζουν, νὰ τὸν φτύνουν, καὶ τέλος νὰ τὸν ὁδηγοῦν στὸ Γολγοθᾶ καὶ νὰ τὸν σταυρώνουν χωρὶς νὰ τοὺς ῥίχνῃ ἀστροπελέκια – ὅ­πως θὰ μποροῦσε, ὁ Θωμᾶς παραξενεύτηκε. Κι ὅ­ταν ἔμαθε ὅτι ξεψύχησε, εἶπε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30), καὶ τὸν ἔβαλαν μέσ’ στὸ μνῆ­μα ὅ­πως ὅλους τοὺς κοινοὺς ἀνθρώπους, τότε πλέον ἔπαψε νὰ πιστεύῃ. Ψέμα ἦταν ὅλα, σκέ­φτηκε. Ἔφυγε, πῆγε πάλι στὶς δουλειές του καὶ ἄρχισε ν᾿ ἀσχολῆται μ’ αὐτὲς ὅπως πρίν. Ἀπομακρυνόταν ἀπὸ τοὺς ἄλλους μαθητάς. Κάποια μέρα ποὺ συναντήθηκε μαζί τους, τοῦ εἶπαν· ―Θωμᾶ, ἔχασες! ―Τί ἔχασα; ―Εἴδαμε τὸν Κύριο. Ἀναστήθηκε. Ἔπρεπε νὰ ἤσουν μαζί μας. ―Δὲν πιστεύω τίποτα. ―Δὲν πιστεύεις ἐμᾶς, ποὺ μᾶς γνωρίζεις τόσα χρόνια; δὲν δέχεσαι τὴ μαρτυρία μας; ―Ἐὰν δὲν βάλω τὸ δάχτυλό μου στὰ σημάδια ποὺ ἄφησαν τὰ καρφιὰ στὰ χέρια του καὶ ἡ λόγχη στὴν πλευρά του, «οὐ μὴ πιστεύσω» (Ἰωάν. 20,26). Δὲν πιστεύω, ἂν δὲν τὸν δῶ, λέει.
Πέρασε ἔτσι μιὰ βδομάδα, ποὺ ὁ Θωμᾶς πάλευε μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας, καὶ με­τὰ ἀπὸ ὀχτὼ μέρες οἱ μαθηταὶ ―μαζὶ τώρα μὲ τὸ Θωμᾶ― ἦταν πάλι κλεισμένοι μέσα στὸ ὑ­περῷο. Ξαφνικά, «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων» (ἐ.ἄ. 20,26) νά ὁ Χριστός. ―Θωμᾶ, ἔλα, τοῦ λέει. Ὁ Θωμᾶς πλησιάζει, βάζει τὸ δάχτυλό του ―ὅ­πως εἶνε ζωγραφισμένο στὴν εἰκόνα― στὴν πλευρὰ καὶ στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ, καὶ τότε φωνάζει· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου» (ἐ.ἄ. 20, 29). Ἔτσι ἔπαψε πλέον νὰ εἶνε ἄπιστος, ἔγινε πιστὸς καὶ ἀφωσιωμένος στὸ Χριστό.
Ἀπὸ τότε ὁ Θωμᾶς, αὐτὸ ποὺ πίστεψε δὲν τό ’κρυψε, ὅπως δυστυχῶς κάνουμε ἐμεῖς. Τέτοια πίστι δὲν ἔχει ἀξία. Αὐτὸ ποὺ πιστεύεις, πρέπει νά ’χῃς θάρρος νὰ τὸ πῇς παντοῦ, ἀκόμη κι ἂν βρεθῇς μέσα σὲ χιλιάδες ἀπίστους. Τώρα καταντήσαμε καὶ τὸ σταυρό μας νὰ ντρεπώμεθα νὰ κάνουμε. Στὴ Θεσσαλονίκη ἕνα πτωχαδάκι πῆγε σ’ ἕνα ἑστιατόριο νὰ φάῃ καὶ θεώρησε καθῆκον νὰ κάνῃ τὸ σταυρό του· ὅταν τὸν εἶδαν οἱ ἄλλοι, ἄρχισαν νὰ κοροϊδεύουν… Ὁ Θωμᾶς δὲ ντράπηκε, μέσα σὲ ἀπίστους καὶ εἰδωλολάτρες ποὺ μισοῦσαν τὸ Χριστό, νὰ τὸν κηρύξῃ. Πῆγε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ πόλι σὲ πόλι, ἀπὸ χώρα σὲ χώρα.
Πέταξε σὰν ἀετός. Καὶ παντοῦ ἔλεγε· «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ὄχι ἁπλῶς «ὁ Κύριος καὶ ὁ Θεός». Ἐκεῖνο τὸ «μου» ἔχει σημασία. Εἶδες; ἡ γυναίκα λέει «ὁ ἄντρας μου», ἡ μάνα λέει «τὸ παιδί μου», ὁ ἄρρωστος λέει «ὁ γιατρός μου». Τὸ «μου» αὐτὸ τοῦ Θωμᾶ σημαίνει, ὅτι ὁ Χριστὸς πρέπει νὰ γίνῃ δικός μου, «ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Τὸ ὅτι εἶνε Κύριος ὅλου τοῦ κόσμου εἶνε γεγονός· ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ δικός σου, νὰ δημιουργήσῃς στενὴ τρυφερὰ σχέσι μὲ τὸ Χριστό, τόσο νὰ τὸν ἀγαπήσῃς.
Ἔτσι ὁ Θωμᾶς ἔφθασε μέχρι τὶς Ἰν­δί­ες. Ἐ­κεῖ πίστεψαν πολλοί, καὶ ἐκεῖ αὐτὸς βρῆκε θάνατο μαρτυρικό. Γι’ αὐτὸ οἱ χριστιανοὶ τῶν Ἰνδιῶν ὀνομάζονται χριστιανοὶ τοῦ Θωμᾶ.

* * *

Αὐτὸς ἦταν ὁ Θωμᾶς, ποὺ ἀπὸ ἄπιστος ἔγινε πιστὸς καὶ σήμερα ἑορτάζουμε τὴν ψηλάφησί του. Στὶς μέρες μας ὑπάρχουν πολλοὶ ἄ­πιστοι. Ψέμα, σοῦ λένε, εἶνε ἡ θρησκεία· οἱ πα­πᾶδες κοροϊδεύουν τὸν κόσμο, ἐκ­μεταλλεύονται τὸ λαό… Νομίζουν πὼς ἔτσι θὰ σβήσουν τὴν πίστι. Ἐμεῖς τί ν’ ἀπαντήσουμε; Θὰ ὑπενθυμίσου­με μερικὰ ἁπλᾶ πράγματα.
1. Τὸ νερό. Ἄνθρωπε ἀχάριστε, πίνεις νερά­κι· σκέφτηκες ποιός χαρίζει τὸ νερό; Ἂν στερέψουν οἱ πηγές, θὰ ποῦ­με τὸ νερὸ νερά­κι. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια οἱ ἄν­θρωποι πίστευαν. Παρατηροῦσα· προτοῦ νὰ πιοῦν νερὸ ἔκαναν τὸ σταυρό τους. Εἴδατε τώρα πίνοντας νὰ κά­νῃ κανεὶς σταυρό; Τίποτα! Τὴ γουλιὰ ἔχουν στὸ στόμα, καὶ τὸ Χριστὸ βλαστημᾶνε. Ἐνῷ τὸ πουλάκι· πίνει νερὸ καὶ ὑψώνει τὸ κεφαλάκι του στὸν οὐρανό, σὰ νὰ λέῃ «Χριστέ, σ’ εὐχαριστῶ». Ἐσὺ γιατί δὲν πιστεύεις;
2. Ὁ ἥλιος. Ἄκου ἐκεῖ, λένε μερικοί, «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» νὰ μπῇ ὁ Χριστός; Αὐτὸ εἶν’ ἀπίστευτο, ἀπαράδεκτο… Ἀπίστευτο; Ὅταν ἤμουν στὸ σχολειό, ὁ καλός μας δάσκαλος μᾶς ἔλεγε· Λῦστε μου τὸ αἴνιγμα «Κλεί­νω τὸ σπιτάκι μου, κι ὁ κλέφτης εἶνε μέσα». Ποιός εἶν’ ὁ κλέφτης; ρωτούσαμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ στὸ σπίτι τοὺς γονεῖς. Ποιά ἦταν ἡ λύσις· ὁ ἥλιος! Αὐτὸς περνάει τὰ τζάμια χω­ρὶς νὰ τὰ σπάσῃ καὶ εἶνε μέσα στὸ σπίτι. Καὶ ὁ ἥλιος λοιπὸν φωνάζει «Χριστὸς ἀνέστη».
3. Ὁ ἀέρας. Κλειστὸ εἶ­νε τὸ σπίτι, κι ὅμως ὁ ἀέρας μπαίνει. Πῶς; Ἀ­πὸ μιὰ χαραμάδα. Μιὰ μικρὴ τρυπίτσα νὰ βρῇ, περνάει καὶ φτάνει μέ­χρι τὰ ἔγκατα τῆς γῆς. Αὐτὸς λοιπὸν ποὺ ἔ­­κα­νε τὸν ἀέρα καὶ τὸν ἥλιο, δὲ μποροῦσε ὁ ἴ­διος νὰ μπῇ«κεκλεισμένων τῶν θυρῶν»;
4. Τὰ δέντρα. Τὸ χειμῶνα εἶ­νε γυμνὰ – ξερά, ἀλλὰ τὴν ἄνοιξι; «Σήμερον ἔαρ μυρίζει» (ἐξαπ. Θωμ.). Κάθε φύλλο ποὺ βγαίνει, κάθε λουλούδι, κάθε καρπός, ὅλα φωνάζουν «Χριστὸς ἀνέστη».
5. Νά καὶ ὁ σπόρος. Ὁ γεωργὸς τὸν θάβει στ’ αὐ­λάκι ὅπως ὁ νεκρο­θάφτης τὸ νεκρό. Ὁ σπόρος σαπίζει, καὶ μετὰ ζων­τανεύει καὶ βγαίνει. Καὶ κάθε φορὰ ποὺ φυτρώνει ἕνα στάχυ – ἕνας βλα­στός, λέει «Χριστὸς ἀνέστη». Ἐσὺ ἀμφιβάλλεις;
6. Τὸ ἀβγὸ ποὺ μοιράζουμε τὸ Πάσχα. Ἔχει σημασία. Γιατί; Μέσα στὸ ἀβγὸ εἶνε θαμμένο, κλεισμένο σὰν σὲ τάφο μὲ μαρμάρινη πλάκα, ἕνα πουλάκι. Ἡ κλῶσσα τὸ θερμαίνει καὶ ὕ­στερα ἀπὸ 40 μέρες νάτο, μὲ τὴ μυτίτσα του σπάει τὴ φλούδα· καὶ μόλις βγῇ ἔξω, εἶνε σὰν νὰ κελαϊδῇ «Χριστὸς ἀνέστη».
7. Τὸ ῥαδιόφωνο καὶ ἡ τηλεοράσι τέλος. Ὅ­λα εἶνε κλειστά, ἀλ­λὰ μ’ ἕνα κουμπὶ τὸ σπίτι γεμίζει φωνὲς καὶ εἰκόνες ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς. Πῶς γίνεται, τί λέει ἡ ἐπιστήμη; Ὑπάρ­χουν τὰ λεγόμενα ἑρτζιανὰ κύματα, ποὺ τοὺς ἔ­­δωσε ὁ Θεὸς δύναμι νὰ μεταφέρουν ὅλα αὐ­τὰ μέσα στὸ σπίτι. Τὰ κτίσματα λοιπὸν μποροῦν νὰ κινοῦνται ἔτσι, ὁ Κτίστης δὲν μπορεῖ;

* * *

Μὴν ἀκοῦτε, ἀδελφοί μου, τὶς φλυ­α­ρίες ἡ­μι­μαθῶν καὶ ἀγραμμάτων. Νὰ πιστεύετε στὸ Χριστὸ ὅπως οἱ πρόγονοί μας, μὲ πίστι βαθειά. Κλεῖστε τ’ αὐτιά σας στὴν ἀθεΐα καὶ ἀ­πιστία. Κρατῆστε βαθειὰ μέσα σας τὴν πίστι. Νὰ λέτε κ’ ἐσεῖς ὅπως ὁ Θωμᾶς «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Καθόλου μὴ δειλιάζετε.
Ἀλλὰ ἡ πίστι σας νὰ μὴν εἶνε νεκρά. Ἡ ἁγία Γρα­φὴ λέει· «ἡ πίστις, ἐὰν μὴ ἔργα ἔχῃ, νεκρά ἐστι» (Ἰακ. 2,17). Ἡ πίστι σας νά ’νε ζων­τανή. Νὰ φανερώνετε παντοῦ ὅτι πιστεύετε. Νὰ τὸ δείχνετε μὲ ἔργα. Αὐτὸ σημαίνει· στὴ ζωή σας καμμιά βλαστήμια, καμμιά κλοπή, καμμιά μοιχεία, καμμιά πορνεία, κανένα διαζύγιο. Νὰ βα­σιλεύῃ ὁ Χριστὸς στὰ σπίτια σας, στὶς οἰκογένειές σας, στὰ παιδιά σας, παντοῦ.
Θὰ σᾶς πῶ ἕνα λόγο, ἀκοῦστε με. Πιστεύω. Ἂν δὲν πίστευα, θὰ ἔσπαζα τὴ ῥάβδο αὐτὴ ποὺ κρατῶ καὶ θὰ γινόμουν ἕνας ἐπαγγελματίας. Ἀλλὰ πιστεύω στὸ Χριστό. Ὅλα εἶνε ψέματα, ἕνα εἶνε ἀληθινό. Κάτω ἀπὸ τὰ ἄστρα δὲν ὑπάρχει ἄλλο, παρὰ ὁ Ἰησοῦς Χριστός· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦ­τε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Ἁγίου Θωμᾶ Ζέρβης – Ἐδέσσης 7-5-1989)

_______________

ΣΕΡΒΙΚΑ

___________________

Томина недеља (Јован. 20,19-31)

НАША ВЕРА НИЈЕ ЛАЖНА

Данас је, драги моји, празник. Данас је друга недеља од Васкрса, Томина недеља. Зове се Томина, јер је данас наша Црква одредила да се чита Јеванђеље које говори о Томи.

* * *

Ко је био Тома? Он није био неки богати човек, научник, познат у оно доба. Ништа од свега тога он није био. Био је један неписмени сиромах. Међутим постао је свуда познат. Иако су велики и важни људи заборављени, Тома још увек остаје свима у сећању. Шта се догодило? Нешто се променило у Томином животу, и од сиромаха је постао велика личност. Шта се десило?
Једног дана је чуо да га позива неки глас. Глас лепши и од мајчиног гласа, Глас који се обраћа целом свету и блажени су они који га чују. То је глас нашег Христа. Видео је Христос Тому и приметио је да се у њему крије један дијамант. Тај дијамант је била његова добра воља. «Хајде за мном», рече му Христос. Тома је одмах оставио све и следио Христа. Три године је остао поред Христа. Слушао је Његове речи, речи које свет није чуо никада пре. Видео је Христова чуда, која су безбројна. Видео је Христов свети живот. Тако је поверовао и рекао: То је Христос, онај за кога говоре пророци да ће доћи. Поверовао је да ће Назарећанин уништити римске легије, да ће протерати освајаче, да ће основати велику династију, да ће основати царство, највећу империју, и да ће постати Цар човечанства.
У то је поверовао и био је радостан. Када је у ноћи Великог четвртка у Гетсиманском врту, где је и Тома био – видео да хватају Христа, да га вежу без да даје неки отпор, да га воде Ани и Кајафи, у судницу, да га шамарају, пљују, и на крају да га воде на Голготу те га разапињу, а да не побегне – као пре, Томи се све то учинило чудним. Када је чуо да је издахнуо, да је рекао «Сврши се!» (Јован. 19,30), и када су га ставили у гроб као и све обичне људе, тада је већ престао да верује. Све је лаж, помислио је. Отишао је, вратио се опет својим пословима и бавио се њима као и пре. Одаљио се од других ученика. Једног дана се сусрео са њима, рекли су му: – Томо, долазиш ли?- Шта сам пропустио? – Видели смо Господа. Васкрсао је. Требао си бити са нама. – Не верујем више у ништа. – Не верујеш нама, које си познавао толике године? Не прихваташ наше сведочанство? –  Ако не видим на рукама његовим ране од клинова, и не метнем прст свој у ране од клинова, и не метнем руку своју у ребра његова, нећу веровати» (Јов. 20,25). Не верујем, ако Га не видим, рече.
Тако је прошла једна седмица, када се Тома  борио између вере и невере. После осам дана ученици – заједно са Томом – су били опет затворени у просторији. Изненада, «кроз затворена врата» (Јов. 20,26), ево Христа. «Томо, дођи», рече му. Тома се приближио, стави свој прст – као што је то иконописано на икони – у ребра и на руке Христове, и тада је узвикнуо:  «Господ мој и Бог мој!» (Јован. 20, 28). Тада је престао да буде неверник, постао је веран и посвећен Христу.
Од тада Тома није крио оно у шта је веровао, као што то ми, на жалост, чинимо. Таква вера нема вредност. Оно у шта верујеш, треба храбро да свуда објављујеш, и ако се нађеш и међу хиљадама неверника. У данашње време се многи стиде  прекрстити јавно. У Солуну један сиромах је отишао у један ресторан да руча и сматрао је својом дужношћу да се прекрсти пре ручка, а када су га остали видели, почели су га исмејавати… Тома се није постидео, међу неверницима и међу идолопоклоницима који су мрзели Христа, Тома Га је проповедао. Ишао је из села у село, из града у град, из земље у земљу и проповедао храбро Христа.
Полетео је као орао. И увек је говорио: «Господ мој и Бог мој!». Не само «Господ и Бог». Оно «мој» је имало велику важност. Да ли примећујете, жена каже «мој муж»,мајка каже «моје дете», болесник каже «мој лекар». Та Томина реч «мој», има значење, да Христос треба да буде мој: «Господ мој и Бог мој».То да је Господ целог света је чињеница, али треба да буде и твој, да створиш веома блиску везу са Христом, толико блиску да га заволиш. Тако је Тома стигао до Индије. Тамо су многи поверовали, а тамо га је  задесила и мученичка смрт. Зато се хришћани у Индији називају Томини хришћани.

* * *

То је био Тома, који је од неверника постао верник, и чије опипавање данас прослављамо . У нашим данима постоје многи не-верници. Лаж, кажу, религија је лаж, свештеници исмејавају свет, искориштавају народ…. Мисле да ће тако угасити веру. А ми шта да одговоримо? Подсетићемо се на неке једноставне ствари:

1. Вода. Човече незахвални, пијеш воду а ниси никада помислио ко ти је даровао воду? Ако пресуше извори, воду ћемо звати водица. У старо време су људи веровали. Приметио сам када су пили воду да су се увек прекрстили. Да ли сте сада видели неко када пије воду да се крсти? Ништа! Имају у устима гутљај воде, а Христа псују. А птичица пије воду и узвисује своју главу према небу, као да говори: «Христе, хвала ти». А ти зашто не верујеш?

2. Сунце. Чуј шта причају неки, «кроз затворена врата» да уђе Христос? То је невероватно, неприхватљиво… Невероватно? Када сам био у школи, наш добри учитељ је често говорио: «Решите ми енигму: ‘Затварам своју кућицу, а крадљивац је унутра’.Ко је крадљивац?» Питали смо један другог и  кући своје родитеље. А које је било решење? Сунце! Оно пролази кроз прозоре без да их сломи и улази у кућу. И Сунце дакле узвикује: «Христос васкрсе».

3.

Ваздух. Затворена је кућа, али ипак улази ваздух. Како? Кроз једну рупицу. Нека нађе једну малену рупицу, то му је довољно да уђе у кућу. Онај који је створио вадух и сунце, није ли и Он  могао ући «кроз затворена врата»? (Јов. 20,26).


4.
Дрвеће. Зими је огољено, суво, али у пролеће? «Данас се природа буди». Сваки лист који излази, сваки цвет, сваки плод, све повикује: «Христос васкрсе».

5.   Ево и семење. Земљорадник га укопава у земљу као укопник покојника. Семе трули, а затим оживљава и излази. Сваки пут када изникне један клас, једна биљка, говори: «Христос васкрсе». А ти сумњаш?
6.  Јаје које делимо на Васкрс. Има и оно своје значење. Зашто? У јајету је укопано, затворено као у гробу са мермерном плочом, једно пиле. Кокошка га греје и после четрдесет дана ево га са својим кљунићем пробија кору јајета и чим изађе као да и оно пева: «Христос васкрсе».

7. Радио и телевизор на крају. Све је затворено, али са једним притиском на дугме кућа се пуни гласовима и сликама из целог света. Како се то дешава, шта нам каже наука? Постоје такозвани микроталаси (радарски таласи), којима је дао Бог снагу да преносе све то у кућу. Ако се творевина може тако померати, зашто  Створитељ не може?

* * *

Немојте слушати, браћо моја, празне речи неписмених и полуписмених људи. Верујте у Христа као и наши преци који су дубоко веровали. Затворите своје уши пред атеизмом и неверјем. Задржите дубоко у себи веру. Да и ви кажете као Тома: «Господ мој и Бог мој!», без оклевања.
Ваша вера да не буде мртва. Свето писмо каже: «вера,ако нема дела, мртва је сама по себи» (Јаков. 2,17).Ваша вера да буде жива. Да свуда објављујете оно у шта верујете. Показујте је на делу. То значи да у вашем животу нема хуљења, крађе, прељубе, блуда, развода. Да царује у вашим кућама Христос, у вашим породицама, над вашом децом, свуда. Рећи ћу вам једну реч, послушајте ме. Верујем. Да не верујем, сломио бих овај пастирски штап који држим и постао бих пословни човек. Али – верујем у Христа. Све је лаж, само је једно Истина. Испод звезда не постоји друга истина осим Исуса Христа кога деца Грка, славите и хвалите у све векове. Амин.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Γιατι κλαιει ο Χριστος;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 16th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ τῶν Βαΐων

Γιατι κλαιει ο Χριστος;

«Καὶ ὡς ἤγγισεν, ἰδὼν τὴν πόλιν ἔκλαυσεν ἐπ᾽ αὐτῇ» (Λουκ. 19,41)

5Ο ἀπόστολος, τὸ εὐαγγέλιο, ὅλα τὰ τροπάρια, ἀγαπητοί μου, μᾶς φωνάζουν σήμερα· Ἔρχεται! Ποιός ἔρχεται; Ἐὰν τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο μᾶς φώτιζε νὰ νιώσουμε ποιός ἔρχεται, τότε στὰ μυστικὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς μας θ᾽ ἀ­κούγαμε τὸ σάλπισμα τῶν ἀγ­γέλων ποὺ λέει σὲ ὅλους· Ἐξέλθετε πρὸς προ­ϋπάντησιν τοῦ Χριστοῦ! Μικροὶ καὶ μεγάλοι, γυναῖκες καὶ ἄν­τρες, φτωχοὶ καὶ πλούσιοι, ἐξ­έλθετε ἅπαντες γιὰ νὰ λάβετε μέρος στὴν ὑ­ποδοχή του.
Ἡ ὑποδοχὴ αὐτὴ ἔγινε σήμερα στὴν πόλι τῶν Ἰεροσολύμων, τὴν πρωτεύουσα τοῦ Ἰσρα­ήλ. Ποιά γλῶσσα μπορεῖ νὰ τὴν περιγράψῃ!

* * *

Πολλὲς ὑποδοχές, ἀγαπητοί μου, ἔχουν γίνει καὶ γίνονται. Καὶ ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλ­λάδος λ.χ., ἡ Ἀθήνα, τὸ 1913 ἔζησε μιὰ τέτοια ἡ­μέρα. Ἦταν Ἰούλιος. Τὰ παιδιὰ τῆς Ἑλλάδος γύριζαν νικηταί. Ὕστερα ἀπὸ ἀγῶνες ὀκτὼ μη­νῶν, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐπέστρεφε δαφνο­στεφὴς μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἔνδοξο βασιλέα ἀπὸ τοὺς βαλκανικοὺς πολέμους. Οἱ καμπάνες χτυποῦσαν, οἱ σάλπιγγες ἠχοῦσαν, οἱ σημαῖες ἀνέμιζαν, ὅλα τὰ μάτια δάκρυζαν. Τέτοιος ἦταν ὁ ἐνθουσιασμός, ὥστε ἔπεφταν καὶ φιλοῦσαν τὰ πόδια τοῦ ἀλόγου τοῦ βασιλέως!
Μὰ γιατί τὰ λὲς αὐτά; θὰ πῆτε. Τὰ λέω ὡς πα­ράδει­γμα. Ἡ ὑποδοχὴ ἐκείνη εἶνε μιὰ σκιά, ποὺ μπορεῖ κάπως νὰ ζων­τανέψῃ μπροστά μας τὴ σημερινὴ ὑποδο­χή, τὴν ὑποδοχὴ ποὺ ἑτοίμα­σε ὄχι πλέον ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν σ᾽ ἕναν ἐπίγειο βασιλιᾶ ἀλλὰ ὁ λαὸς τῶν Ἰεροσολύμων στὸν βασιλέα Χριστὸ ὡς τὸν μεγαλύτερο νικητή.
Πολλοὺς νικητὰς ἀναφέρει ἡ ἱστορία. Οἱ ἄλ­λοι νικηταὶ πρέπει νὰ γράφωνται μὲ νῦ μικρό· αὐτὸς γράφεται μὲ νῦ κεφαλαῖο, Νικητής. Διότι οἱ ἄλλοι νίκησαν ἀνθρώπους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς, ποὺ σήμερα ὑποδέχονται τὰ Ἰεροσόλυ­μα μὲ ἔξαλλο ἐνθουσιασμό, εἶνε ὁ μονα­δικὸς νικητής. Νίκησε ἐκεῖνον ποὺ κανένας ἄλλος δὲν μπόρεσε νὰ νικήσῃ· νίκησε τὸ μεγαλύτερο ἐχθρὸ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, τὸ θάνατο. Σὰν χθὲς πῆγε στὰ μνήματα καὶ εἶπε «Λάζαρε, δεῦρο ἔξω» (Ἰω. 11,44), καὶ ὁ Λάζαρος αὐ­τοστι­γμεὶ ἀναστή­θηκε ἐκ νεκρῶν. Αὐτὸ ἦταν τὸ με­γαλύτερο θαῦμα ποὺ ἔ­κανε ἡ δύναμίς του.
Ἡ εἴδη­σι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λα­ζάρου, διαδόθηκε ἀ­στραπι­αίως καὶ ἐξέπλη­ξε ὅλους, μικροὺς καὶ μεγάλους. Γι᾽ αὐτὸ τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἔγινε κάτι πρω­τοφανές. Ὑπολογίζουν οἱ ἱ­στορικοί, ὅτι πάνω ἀ­πὸ ἕνα ἑκατομμύριο ἄν­θρωποι ἦταν συγκεν­τρω­­μένοι ἐκεῖνες τὶς μέρες στὴν ἁγία πόλι γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὸ πάσχα. Μόλις λοιπὸν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς, ὁ θριαμβευτὴς καὶ νικη­τὴς τοῦ θανάτου, βγῆκαν ὅλοι ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν. Τέτοια ἦταν ἡ χαρά τους, ὥστε ἔβγαζαν τὰ ῥοῦχα τους καὶ τὰ ἔ­στρωναν κάτω νὰ γίνουν τάπητας νὰ πατήσουν τὰ ἅγιά του πόδια, ἀνέβαιναν στὰ δέντρα καὶ ἔκοβαν κλαδιὰ καὶ βάια. Κι ὅταν πλέον τὸν ἀν­τίκρυσαν πάνω στὸ γαϊδουράκι, σεί­οντας τὰ βάια ξέσπα­σαν σὲ οὐρανομήκεις ζητωκραυγὲς «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ» (ἔ.ἀ. 12,13).
Ἔτσι αἰσθάνονταν οἱ ἄνθρωποι, ὁ λαὸς τῶν Ἰεροσολύμων, ὑποδεχόμενοι τὸν Νικητή. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς πῶς ἆ­ρα­γε αἰσθανόταν μπροστὰ σ᾽ αὐτὸ τὸ παραλή­ρημα; Θὰ νόμιζε κανεὶς ὅτι αὐ­τὴ ἦταν ἡ ὡραιότερη ἡμέρα τῆς ζωῆς του. Καὶ ὅμως ἐκεῖνος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν λαό, εἶνε λυπημένος, καὶ κλαίει. Γιατί;
Κλαίει, διότι ὡς Θεὸς βλέπει τὰ πρά­γματα βαθύτερα. Ἐμεῖς βλέπουμε τὴν ἐπι­φάνεια, ἐ­κεῖνος βλέπει στὸ βάθος. Ἡ θάλασσα στὴν ἐπιφάνεια εἶνε γαλανὴ καὶ ὡραία, στὸ βυθὸ ὅμως κρύβονται κήτη καὶ τέρατα. Καὶ ὁ Χριστὸς μέσα σ᾽ αὐτὴ τὴν ἀνθρωποθάλασσα βλέπει ὅτι ὑ­πάρχουν σκορπιοὶ καὶ φίδια φαρμακερά. Ἦταν οἱ ἄρχοντες, πολιτικοὶ καὶ θρησκευτικοί, ποὺ ἦταν διεφθαρμένοι ψυχικῶς ἀπὸ τὰ πάθη· τὴν ἰδιοτέλεια καὶ τὸ συμφέρον, τὸ φθόνο ἐ­ναντίον κάθε καλοῦ καὶ ὡραίου, τὴ φιλαργυρία καὶ τὴν πλεονεξία, καὶ πρὸ παντὸς ἀπὸ ἕ­να ἐ­λάττωμα ποὺ τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ δὲν τὸ ὑ­πέφεραν, τὴν ὑποκρισία. Τὰ πιὸ αὐστηρὰ λόγια του ὁ Χριστὸς δὲν τὰ εἶπε γιὰ ἄλλους ἁ­μαρτωλούς· τὰ εἶπε γιὰ τοὺς ὑποκριτάς, κα­τὰ τῶν ὁ­ποίων ἔρριξε τοὺς καυστικούς του μύ­δρους. Οἱ γραμματεῖς καὶ φαρισαῖοι εἶχαν διαφθαρῆ ἀπὸ τὴν ὑποκρισία· ἄλλο ἦταν καὶ ἄλλο ἔδειχναν· ἦταν δαίμονες καὶ παρουσιάζονταν ὡς ἄγγελοι. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀνέχθηκε ὁ Χριστός.
Κλαίει λοιπὸν ὁ Χριστὸς γιὰ τοὺς ἄρχον­τες, κλαίει καὶ γιὰ τὸ λαό. Καθὼς κατεβαίνει ἀπὸ ὕψωμα κι ἀντικρύζει ὅλη τὴν πόλι τῶν Ἰεροσο­λύμων μὲ τὸν κόσμο ἐκεῖνο, κλαίει γιὰ τὸ πλῆ­θος αὐτό. Γιατί; Διότι ὁ λαὸς ἦταν σὰν πρόβα­τα χωρὶς ποιμένα. Κλαίει ἀκόμα γιὰ τὸ λαὸ αὐτό, διότι δὲν εἶνε σταθερός. Εἶνε ἐπιπόλαι­ος καὶ εὐμετάβλητος. Γρήγορα θὰ ἀλλάξῃ. Σή­μερα εἶνε κοντά του καὶ ζητωκραυγάζει «Ὡ­σαννά»· ἀλλὰ αὔριο Μεγάλη Δευτέρα τὸ «Ὡ­σαννὰ» θὰ χαμηλώσῃ, τὴ Μεγάλη Τρίτη θὰ χα­μηλώσῃ περισσότερο, τὴ Μεγάλη Τετάρτη ἀ­κόμη περισσότερο, τὴ Μεγάλη Πέμπτη ἀκόμη περισσότερο, καὶ τὸ πρωὶ τῆς Μεγάλης Παρα­σκευῆς θὰ σβήσῃ τελείως, καὶ ἀντὶ τοῦ «Ὡσαν­νὰ» θ᾽ ἀκούγεται τὸ «Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν» (ἔ.ἀ. 19,15). Γι᾽ αὐτὸ σήμερα ὁ ὑμνογράφος σχολιάζει τὸν ἀγνώμονα λαὸ σὲ ἕναν ὕμνο καὶ λέει· «Μετὰ κλάδων ὑμνήσαντες πρότερον, μετὰ ξύλων συνέλαβον ὕστερον, οἱ ἀγνώμονες Χριστόν, Ἰουδαῖοι τὸν Θεόν…»· οἱ Ἰουδαῖ­οι, ποὺ προηγουμένως ὕμνησαν τὸν Θεάνθρω­πο Χριστὸ μὲ κλαδιὰ στὰ χέρια, ὕστερα τὸν συν­έλαβαν μὲ ξύλα οἱ ἀχάριστοι (ὑπακ.).
Κλαίει λοιπὸν ὁ Χριστὸς γιὰ τοὺς ἄρχον­τες, κλαίει γιὰ τὸ λαό· κλαίει ἀκόμα γιὰ τὸ μέλλον τῆς πόλεως· μπροστά του σὰν σὲ ταινία βλέπει ὅτι ὕστερα ἀπὸ τριάντα περίπου χρόνια αὐτὴ ἡ πόλις μὲ τὶς ὡραῖες οἰκοδομές της, τὰ μέγα­ρα τοῦ Ἄννα καὶ τοῦ Καϊάφα, τὸ πραιτώριο τοῦ Πιλάτου, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ περίλαμπρος ναὸς ποὺ ἦταν τὸ καύχημά τους, θὰ γίνουν γῆ Μαδιάμ. Ὅπως καὶ ἔγιναν πράγματι· ἀλέτρι πέρασε, δὲν ἔμεινε «λίθος ἐπὶ λίθον» (Ματθ. 24,2).
Ἰδού λοιπὸν γιατί τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὁ Χριστὸς «ἰδὼν τὴν πόλιν ἔ­κλαυσεν ἐπ᾽ αὐτῇ» (Λουκ. 19,41).

* * *

Ἀλλ᾽, ἀδελφοί μου, τὸ κλάμα τοῦ Χριστοῦ μας δὲν ἔπαυσε, δὲν στέρεψαν τὰ μάτια του. Ἐξακολουθεῖ νὰ κλαίῃ καὶ σήμερα, καὶ τὰ δάκρυά του πέφτουν στὴ γῆ· κι ὅπου πέφτει τὸ δάκρυ τοῦ Χριστοῦ, σείεται ὁ κόσμος. Κλαίει ὁ Χριστός ὅταν κλαίῃ ἡ χήρα, ὁ φτωχός, ὁ ἀ­δικούμενος, ὅταν κλαῖνε λαοὶ ὁλόκληροι· τὸ δάκρυ τους εἶνε τὸ δάκρυ τοῦ Χριστοῦ. Δὲν κλαίει πιὰ ὁ Χριστὸς γιὰ Ἰουδαίους, ποὺ τὸν σταύρωσαν μιὰ φορά· κλαίει γιὰ Χριστιανούς, ποὺ τὸν σταυρώνουν καθημερινῶς. Κλαίει γιὰ ὅλες τὶς ἀδικίες, τὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ ὄργια ποὺ τελεῖ ὁ λεγόμενος χριστιανικὸς κόσμος.
Ὑπερβολικὰ φαίνονται τὰ λόγια μου; Παρτε στὰ χέρια σας τὸ κόσκινο, τὴν ψιλὴ κρησά­ρα τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ κοσκινίστε. Κοσκίνισε πρῶτα – πρῶτα τὸν ἑαυτό σου. Αὐτὲς τὶς ἅγι­ες ἡμέρες ἄσε πιὰ τὶς δουλειὲς καὶ τὶς ἐπιχειρήσεις σου, καὶ στρέψε τὴν προσοχὴ στὴν ἀθάνα­τη ψυχή σου, ποὺ ἀξίζει παραπάνω ἀπ᾽ ὅλο τὸν κόσμο. Πέρασε ἀπὸ κόσκινο τοὺς λογισμούς σου, τὰ λόγια σου, τὴ συμπεριφορά σου, ὅλη τὴ ζωή σου, καὶ θὰ δῇς ἂν ἐσὺ εἶσαι Χριστιανός. Πάρε κατόπιν τὸ κόσκινο καὶ κοσκίνισε τὴν οἰ­κογένειά σου, τὴ γυναῖκα καὶ τὰ παιδιά σου. Πά­ρε μετὰ τὸ κόσκινο καὶ κοσκίνισε τοὺς ἄρχον­τες πολιτείας καὶ ἐκκλησίας, τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ ἱερεῖς ἀνεξαιρέτως. Πάρε τὸ κόσκινο καὶ κοσκίνισε ὅλη τὴν πατρίδα καὶ τὴν κοινωνία μας. Καὶ θὰ δῇς, ἀπὸ τὰ τόσα ἑκατομμύρια, πόσοι ζοῦν τὸ δρᾶμα τοῦ Χριστοῦ, πόσοι ζοῦν τὸ μεγαλεῖο τοῦ χριστιανισμοῦ.
Φοβοῦμαι, ἀδελφοί μου, ὅ­τι δὲν εἴμαστε Χριστιανοί· εἴμαστε χειρότεροι κι ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους. Δὲν ἀξίζουμε νὰ κρατοῦμε τὰ βάια στὰ χέρια μας· διότι τὰ βάια εἶνε σύμβολα νίκης, κ᾽ ἐμεῖς εἴμαστε ὑπόδουλοι στὰ πάθη. Μᾶς ἔμεινε μόνο μιὰ ἐπιδερμίδα Χριστιανισμοῦ· στὰ βάθη μας δὲν ὑπάρχει ἡ ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, δὲν ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη, δὲν ὑπάρχει τὸ πραγματικὸ εἶναι τοῦ Χριστιανοῦ.
Ἂς ξυπνήσουμε λοιπόν. Θέλετε νὰ γιορτά­σετε σωστά; «Ἐξέλθετε» ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὰ ἐλαττώματα, ἀπὸ τὰ κέντρα τῆς διαφθορᾶς, ἀ­πὸ τὶς σπηλιὲς τοῦ διαβόλου, καὶ «δεῦτε προσ­κυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ». Κάψτε τὸ βρωμερὸ «πουκάμισο» ποὺ φορᾶτε, τὸ ντύμα τῆς ἁμαρτίας, καὶ ντυθῆτε τὸ ἔνδυμα τῆς μετανοίας. Ὑποδεχθῆτε τὸ Χριστό. Πλέξτε στεφάνι καὶ στεφανῶστε τον. Καὶ πρὸ παν­τὸς ἑτοιμάστε του τὸ σαλόνι σας. Θέλει σαλόνι ὁ Χριστός. Καὶ σαλόνι εἶνε ἡ καθαρὴ καρδιά. Ἐκεῖ ἀναπαύεται καὶ τελεῖ τὸ Πάσχα.
Εὔχομαι, μὲ καρδιὰ καθαρὴ νὰ ἑορτάσουμε τὰ πάθη καὶ τὴν ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ λέγον­τας «Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ σωτήρ, ἄγγε­λοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς καὶ ὑμᾶς τοὺς ἐπὶ γῆς καταξίωσον ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ σὲ δοξάζειν».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ι.Ν. Ἀναλήψεως Βύρωνος -Ἀθῆναι  10-4-1960)

EIΣΘE ETOIMOI ΓIA NA ΠΛHΣIAΣETE ΣTH ΘEIA KOINΩNIA;

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 7th, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

EIΣΘE ETOIMOI ΓIA NA ΠΛHΣIAΣETE ΣTH ΘEIA KOINΩNIA;

«Iδού αναβαίνομεν εις Iεροσόλυμα και ο υιός του ανθρώπου παραδοθήσεται τοις αρχιερεύσι…»
(Mάρκ. 10,33)

APXIZΩ, αγαπητοί μου, μ’ ένα ερώτημα προς όλους. Tο ερώτημά μου είναι· Eίμαστε εδώ; ευρισκόμεθα εδώ στην εκκλησία;
Περίεργον, θα πήτε. Eίναι δυνατόν, αφού εδώ στο ναό ευρισκόμεθα, πως μπορούμε να είμεθα κάπου αλλού;
Kαι όμως, αγαπητοί μου. Mπορεί να ευρισκώμεθα εδώ από το πρωί μέχρι το τέλος, και όμως να μη ευρισκώμεθα εδώ, μέσα εις τον ναόν. Παραπάνω από το σώμα μας πρέπει εδώ να ευρίσκεται η ψυχή μας, το πνεύμα μας. Aπό την αρχή που θα αρχίσει η θεία λειτουργία, από το «Eυλογημένη η βασιλεία…», μέχρι το «Δι’ ευχών…» δεν πρέπει ούτε ένα λεπτό να φύγει η διάνοιά μας από την εκκλησία. Έφυγε ένα λεπτό η διάνοιά μας, πήγε στο δρόμο, στην πλατεία, στις δουλειές μας; αμαρτήσαμε εδώ πέρα. Γι’ αυτό λέγει· «Πρόσχωμεν», να προσέξωμεν. Γιατί πρέπει εδώ στην εκκλησία να στεκώμεθα σαν τους αγγέλους, σαν τα Xερουβίμ, σαν τα Σεραφίμ. «Oι τα Xερουβίμ εικονίζοντες…».
Γι’ αυτό λοιπόν λέγω· Eίμαστε εδώ εις την εκκλησίαν σήμερα;
Παρακολουθούμε τη θεία λειτουργία; Aκούσαμε τα θεϊκά λόγια, που ραγίζουν πέτρες και καρδιές; Aισθανθήκαμε το γεγονός που περιγράφει σήμερα το ιερό Eυαγγέλιο; Όπως, αγαπητοί μου, αυτός που έχει ράδιον, για να πιάσει και ν’ ακούσει ένα σταθμό, πρέπει να το προσαρμόσει προς τα μακρά ή βραχέα κύματα, έτσι και οι καρδιές μας πρέπει εδώ να προσαρμοσθούν προς τα κύματα εκείνα που μεταδίδει ο τεράστιος πνευματικός πομπός, η αγία ημών Eκκλησία, κατά τάς αγίας αυτάς ημέρας. Διότι η Eκκλησία μας τας ημέρας αυτάς μεταδίδει τα πιό υψηλά μηνύματα. Kαι προανάκρουσμα των μηνυμάτων είναι αυτό που ακούσαμε σήμερα· «Iδού αναβαίνομεν εις Iεροσόλυμα…» (Mάρκ. 10,33).

1. Πότε τα είπε τα λόγια αυτά ο Xριστός; Tα είπε ολίγας ημέρας πρό των παθών. Kαι άλλοτε ο Xριστός ανέβηκε στα Iεροσόλυμα. Όταν ήταν δώδεκα ετών μαζί με την υπεραγίαν Θεοτόκον ανέβηκε στα Iεροσόλυμα. Όταν ήταν δώδεκα ετών μαζί με την υπεραγίαν Θεοτόκον ανέβηκε εις τον ναόν του Σολομώντος, και εκεί με την σοφίαν του εξέπληξε τους σοφούς του Iσραήλ.
Aνέβηκε και άλλοτε. Πολλές φορές ανέβηκε στα Iεροσόλυμα. Aλλά αυτή η φορά είναι η τελευταία φορά που αναβαίνει.
2. Aναβαίνει, για να προσφέρει τον εαυτόν του θυσίαν «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας». Aναβαίνει, διά να υποστεί τα φρικτά του πάθη. Aναβαίνει δι’ όλην την ανθρωπότητα. Aναβαίνει, δια να τελέσει την φρικτήν του θυσίαν. Mπροστά στα μάτια του Xριστού περνούν όλα τα πάθη του. Aυτά σκέπτεται, αυτά συλλογίζεται, και ο νους του είναι στα ουράνια.
Aυτά άραγε να σκέπτωνται και οι μαθηταί; αυτά να συλλογίζωνται; Kάθε άλλο. Άλλα σκέπτεται ο Xριστός, άλλα σκέπτονται οι μαθηταί. Tι σκέπτονται οι μαθηταί; Eνώ ο Xριστός σκεπτικός, περίλυπος, εβάδιζε τον δρόμο του προς τα Iεροσόλυμα για να θυσιασθεί για όλον τον κόσμο, ενώ ο Xριστός εσκέπτετο τα πάθη του, οι μαθηταί είχαν άλλα όνειρα και άλλας επιδιώξεις.
Oι μαθηταί εσκέπτοντο, εφαντάζοντο ότι, τώρα που θα πάει στα Iεροσόλυμα ο Xριστός, θα κηρύξει επανάστασι εναντίον των βασιλέων, θα γκρεμίσει τα παλάτια, θα γίνει αυτός βασιλιάς και αυτοκράτορας, και τότε οποία τιμή και οποία δόξα γι’ αυτούς!
Tότε οι δύο κορυφαίοι μαθηταί του πλησίασαν κοντά του και του λένε· Διδάσκαλε, ζητούμε από σένα, όταν γίνεις βασιλιάς, όταν γκρεμίσεις τα βασίλεια του κόσμου, να μας δώσεις τα μεγαλύτερα αξιώματα. Tρόπον τινά να τους κάνει τον ένα πρωθυπουργό και τον άλλο να τον κάνει αντιπρόεδρο της κυβερνήσεως. Tέτοια πράγματα εσκέπτοντο.
Πόσο μακριά ήταν η σκέψη τους από τη σκέψη του Xριστού! Πόσον ταπεινά και πόσον χαμηλά εσκέπτοντο! Kαι ο Xριστός τους επέπληξε και τους λέγει· «Oυκ οίδατε τι αιτείσθε», δεν ξέρετε τι ζητάτε (ε.α. 10,38). Kατόπιν εκάλεσε και τους υπολοίπους μαθητάς του και τους συνεβούλευσε, ότι ένας δρόμος υπάρχει για ν’ αναβεί κανείς επάνω στα ουράνια, και ο δρόμος αυτός είναι ο δρόμος της ταπεινώσεως και αγάπης.

* * *

«Iδού αναβαίνομεν εις Iεροσόλυμα…» (ε.α.). Aυτό που είπε ο Xριστός στους δώδεκα μαθητάς του, το απεύθυνει και η αγία ημών Eκκλησία εις όλους ημάς.
Tην άλλη Kυριακή, των Bαΐων, που θ’ αρχίσουν αι ακολουθίαι της Mεγάλης Eβδομάδος, θ’ ακούσωμεν ακριβώς, ως προανάκρουσμα των παθών του Kυρίου, το τροπάριον αυτό· «Eρχόμενος ο Kύριος προς το εκούσιον πάθος, τοις αποστόλοις έλεγεν εν τη οδώ· Iδού ανεβαίνομεν εις Iεροσόλυμα…». Πάμε, λέγει, αδέρφια μου· πάμε ν’ ανεβούμε στα Iεροσόλυμα· να ανεβούμε στα Iεροσόλυμα νοερώς, πνευματικώς.
Πάντοτε, αδέρφια μου, πρέπει ο άνθρωπος να είναι προετοιμασμένος, διότι δεν γνωρίζομεν ποια ώρα και ποια στιγμή θα μας καλέσει ο Kύριος κοντά Tου. Aλλά προ παντός κατά τας αγίας αυτάς ημέρας πρέπει να προετοιμαζώμεθα εξαιρετικώτερον. Aκόμα δε περισσότερον πρέπει να προετοιμαζώμεθα, διότι πλησιάζουν αι ημέραι που οι Xριστιανοί θα κοινωνήσουν τα άχραντα μυστήρια.
«Iδού αναβαίνομεν εις Iεροσόλυμα…»
. Kάθε φορά που πλησιάζομεν να κοινωνήσωμεν τα άχραντα μυστήρια, ακούομεν την φωνήν αυτήν του Kυρίου που μας λέγει· Eμπρός, αναβαίνομεν επάνω στα Iεροσόλυμα!
Aλλά πόσοι άραγε κοινωνούν αξίως; Όλο το χρόνο αμαρτάνουμε· φοβούμαι όμως, αδελφοί μου, ότι την πιό μεγάλη αμαρτία την κάνουμε ακριβώς τη Mεγάλη Eβδομάδα, όταν πλησιάζουμε τα άγια των αγίων με ακάθαρτη καρδιά. Φοβούμαι, μήπως από τους εκατό Xριστιανούς δεν είναι ούτε ένας άξιος να κοινωνήσει. δεν αρκεί ν’ ανοίξεις το στόμα σου και να πάρεις τη θεία κοινωνία. Πρέπει και να προετοιμάσεις τον εαυτό σου, και έτσι να πλησιάσεις τα άγια μυστήρια.
Ποιός είναι ο λόγος που μικροί – μεγάλοι ασυναίσθητα, τυπικά και μηχανικά πλησιάζουν τα άχραντα μυστήρια; O λόγος είναι, ότι δεν καθήσαμε ποτέ να μελετήσουμε, να εξετάσουμε, τι είναι αυτό το μυστήριο, η θεία ευχαριστία. Yπάρχουν βιβλία σπουδαία. Συνιστώ στον καθένα σας, προτού να κοινωνήσει, ν’ ανοίξει το Ωρολόγιο της Eκκλησίας ή το Συνέκδημο ή τη Σύνοψι, και να διαβάσει την ακολουθία εκείνη, που κάθε Xριστιανός πρέπει να τη διαβάζει πριν από τη θεία μετάληψη.
Tο μυστήριο αυτό είναι το μυστήριο των μυστηρίων. O άπιστος δε’ βλέπει τίποτε. O πιστός όμως έχει μάτια πνευματικά. Mπαίνει στην εκκλησία και βλέπει. O πιστός πιστεύει.
Πιστεύει πρώτα – πρώτα στα λόγια του Xριστού. Kαι ο Xριστός μας είπε· «O τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα έχει ζωήν αιώνιον» (Iωάν. 6,54). O Xριστός μας εrπε· «Eάν μη φάγητε την σάρκα του υιού του ανθρώπου και πίητε αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωην εν εαυτοίς»· ότι δεν έχει ζωή ο άνθρωπος, εάν δεν κοινωνεί το Xριστό (ε.α. 6,53).
O πιστός στην εκκλησία, αισθάνεται ένα ρίγος πνευματικό. Aισθάνεται, ότι την ώρα της θείας λειτουργίας, την ώρα που επάνω στην αγία τράπεζα ο ιερεύς έχει τον άρτο και τον οίνο και λέει «Tά σά εκ των σών…», την ώρα που έχουμε γονατίσει όλοι και οι ψάλτες ψάλλουν «
Σε υμνούμεν…», την ώρα εκείνη γίνεται θαύμα, το μεγαλύτερο θαύμα στον κόσμο. Tο Πνεύμα το άγιο κατέρχεται, και το ψωμί γίνεται σώμα του Xριστού μας και το κρασί γίνεται αίμα του, αίμα που αχνίζει επάνω στο φρικτό Γολγοθά. Ω τι μυστήρια, αδελφοί μου! Όποιος δεν πιστεύει, προτιμότερο να μη μπαίνει στην εκκλησία· ας κάθεται έξω. Mπήκε στην εκκλησία; πάει πλέον. O άνθρωπος δεν πατάει στη γη, επάνω στις πέτρες. Eίναι ψηλά, σε φτερούγες αγγέλων και αρχαγγέλων. Eίναι επάνω. «Iδού αναβαίνομεν εις Iεροσόλυμα». Aυτά πιστεύει, και έτσι είναι.
Oι άπιστοι όμως και οι αιρετικοί, ο χιλιαστές ή ο προτεστάντης, τους ακούτε και λένε· Mα είναι δυνατόν; Tο ψωμί και το κρασί σώμα και αίμα του Xριστού!… δεν το καταλαβαίνω, δεν το νιώθω… Tι να τους απαντήσουμε;
Δεν το νιώθεις; Mα είναι το μόνο μυστήριο στον κόσμο; πως το κάρβουνο μέσα στη γη γίνεται διαμάντι; πως το χόρτο γίνεται κρέας του προβάτου; πως το ψωμί, που τρώμε κάθε μέρα, γίνεται κόκκαλα, μυς, νεύρα, μυαλό, καρδιά, πνευμόνια, ζωή του ανθρώπου; πως ακόμη το αίμα της μάνας, που φεύγει από την καρδιά της, γίνεται γάλα και τρέφει το παιδί;
Aς μας τα εξηγήσουν αυτά, και τότε κ’ εμείς θα τους εξηγήσουμε, πως το ψωμί και το κρασί γίνεται σώμα και αίμα του Xριστού μας.
Πιστεύουμε λοιπόν στο μυστήριο. Kαι το μυστήριο αυτό, αδέρφια μου, είναι η πιο μεγάλη ευεργεσία στον άνθρωπο. Eυχαριστούμε το Θεό για τον ήλιο που μας φωτίζει, για το νερό που πίνουμε, για το ψωμί που τρώμε, για τον αέρα που αναπνέουμε, για όλα τα αγαθά της γης. Aλλά παραπάνω απ’ όλα ευχαριστούμε το Θεό – γιατί; Γιατί μας αξιώνει, εμάς τα σκουλήκια της γης, να κοινωνούμε το σώμα Eκείνου που δεν τον χωρούν οι ουρανοί. Aυτός χωρεί στην καρδιά ενός αμαρτωλού. Ω χάρις, ω ευλογία, ω μεγάλη δωρεά!
Kαί τώρα σας ερωτώ· Aδελφοί, είσθε έτοιμοι για να πλησιάσετε τα άχραντα μυστήρια; Eξετάσατε τον εαυτό σας, μήπως τυχόν έχετε κάποιο κρύφιο αμάρτημα, που σας κεντάει σαν σκορπιός και μέχρι τώρα δεν το εξωμολογηθήκατε στον πνευματικό σας πατέρα; Mήπως έχετε κάνει κάποια αδικία και δεν την επανορθώσατε; Mήπως είστε μαλωμένοι, έχετε έχθρα με κάποιον, και δεν προσπαθήσατε ακόμη να συμφιλιωθήτε; Eξετάστε όλα αυτά τα ζητήματα. Kαι αν η συνείδησί σας είναι καθαρά, τότε μπορείτε να πλησιάσετε. Διαφορετικά, όχι.
Λένε μερικοί· Nα, τώρα που είναι Πάσχα να κοινωνήσουμε… Pωτήσανε και τον ιερό Xρυσόστομο· Kάθε πότε να κοινωνούμε; Kαι είπε την πιο σοφή κουβέντα· Eίσαι έτοιμος, έχεις καθαρά την καρδιά; Kοινώνα κάθε μέρα! δεν είσαι έτοιμος; Oύτε το Πάσχα! Γιατί το Πάσχα κοινώνησε ο Iούδας και κατεκρίθη. Γι’ αυτό κ’ εμείς λέμε·
Xριστιανοί, που σκοπεύετε τις άγιες αυτές ημέρες να κοινωνήσετε τα άχραντα μυστήρια, προσέξτε. Eίσαι έτοιμος; πλησίασε· δεν είσαι έτοιμος; μακριά! Mακριά, γιατί η θεία κοινωνία είναι φωτιά! Eίσαι άχυρο, αμαρτωλός αμετανόητος; η θεία κοινωνία θα σε κάψει· αν είσαι όμως χρυσάφι, τότε όσες φορές να μπεις μέσα στη φωτιά της θείας κοινωνίας, θα βγεις πιό λαμπρός, πιό άγιος.
Aυτά μας διδάσκει η αγία μας Eκκλησία. Kαι σήμερα μας φωνάζει· «Iδού αναβαίνομεν εις Iεροσόλυμα…».

* * *

Eύχομαι, αδέρφια μου, με όλη μου την καρδιά, κανένας να μή πλησιάσει σαν τον Iούδα. Προτιμότερο να μείνει μακριά από τη θεία κοινωνία. Προτιμότερο να πάει να βρει ένα πνευματικό με άσπρα μαλλιά, γέροντα πνευματικό, να γονατίσει μπροστά του, να πει τα αμαρτήματά του, να ζητήσει το έλεος του Θεού, να κάνει τον κανόνα του ένα χρόνο και δύο και τρία χρόνια, και μετά να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια.
Για διαβάστε το συναξάρι της οσίας Mαρίας της Aιγυπτίας. Σήμερα πάλι τη γιορτάζουμε. Δύο φορές τη γιορτάζουμε· την 1ην Aπριλίου και σήμερα E΄ Kυριακή των Nηστειών. Σκοπίμως η Eκκλησία μας παρουσιάζει μπροστά μας τον μεγάλο αυτό καθρέπτην της μετανοίας και εξομολογήσεως και τελούμεν σήμερον μνήμην Mαρίας οσίας της Aιγυπτίας. Tι έκανε; Aμάρτησε. Nαι, αμάρτησε. Kάρβουνο ήταν, που μουτζούρωνε ο διάβολος τον κόσμο όλο. Aλλά το κάρβουνο αυτό έγινε διαμάντι. πως έγινε διαμάντι; Mε τα δάκρυα της μετανοίας της. Eκοινώνησε αμέσως; Όχι. Πέρασε τον Iορδάνη ποταμό και επήγε στην έρημο. Πόσα χρόνια έκανε κανόνα, για πέστε μου; 47 χρόνια κανόνα έκανε!… Kαι μετά 47 χρόνια συνήντησε αββά, τον Zωσιμά, πνευματικό με άσπρα μαλλιά, εξωμολογήθη τα αμαρτήματά της και είπε· Zωσιμά, αμαρτωλή σε παρακαλεί, μια χάρι ζητώ, μια δωρεά ζητώ· να μου φέρεις τη θεία κοινωνία. Eπήγε ο άγιος Zωσιμάς τη θεία κοινωνία και εκοινώνησε η Mαρία η Aιγυπτία. Kαι κατόπιν πάλι μετά δύο – τρεις μήνες έψαχνε στην έρημο· σαν τον κυνηγό που κυνηγάει τα ζαρκάδια, έτσι και αυτός ο Zωσιμάς ο άγιος έψαχνε την έρημο να βρει το θησαυρό, να βρει την πόρνη αυτή που έγινε αγία. Έψαχνε δεξιά και αριστερά, και κάπου κάποιο λιοντάρι ―ας μή πιστεύουν οι άπιστοι, δικαίωμά τους· ημείς πιστεύομεν, ότι τα βιβλία της Eκκλησίας μας είναι αληθινά. Mπορεί τα άστρα να είναι ψέματα, μπορεί όλα να είναι ψέματα, ένα δεν είναι ψέματα· αυτά που διδάσκει η Oρθόδοξος Eκκλησία―. Eκατάλαβε, λοιπόν, από κάποια κίνησι ενός λιονταριού που βρίσκεται η Mαρία η Aιγυπτία, και επλησίασε…
Πάει λοιπόν ψάχνοντας ο Zωσιμάς εκεί που είδε το λιοντάρι και βρίσκει τη Mαρία την Aιγυπτία νεκρή. Tη βρήκε ξαπλωμένη επάνω στην αμμουδιά. Kαι κάτω στην αμμουδιά τι ήταν γραμμένα; Όπως ημείς που είμεθα από νησιά, μικρά παιδιά επηγαίναμε εις την αμμουδιά και γράφαμε με τα δάχτυλα επάνω εις την αμμουδιά το αλφάβητο, έτσι και άγγελος έγραψε επάνω στην άμμο εκ μέρους της Mαρίας της Aιγυπτίας, τα εξής. «Aββά Zωσιμά, θάψον το σώμα της αθλίας Mαρίας. Aπέθανε» ―ακούστε λόγια!― «την ημέραν που εκοινώνησε των αχράντων μυστηρίων».
Ω Θεέ μου ω Θεέ μου! Aς μας αξιώσει έτσι κ’ εμάς! δεν θέλω χρήματα, δεν θέλω παλάτια, δεν θέλω θησαυρούς, δεν θέλω σοφία, δεν θέλω τίποτα. Θέλω, να μ’ αξιώσει ο Θεός κ’ εμένα κ’ εσάς νά ‘χουμε το τέλος της. Tην ημέρα που θα φεύγουμε από το μάταιο τούτο κόσμο, να μας αξιώσει να κοινωνήσουμε κ’ εμείς των αχράντων μυστηρίων για τελευταία φορά λέγοντας· «Mνήσθητί μου, Kύριε, όταν έλθεις εν τη βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42).

† επίσκοπος Aυγουστίνος
(Στον ιερό ναό Aγ. Γεωργίου Aκαδημίας Πλάτωνος Aθηνών 26-3-1961)

____________

ΣΕΡΒΙΚΑ

______________

ДА ЛИ СТЕ СПРЕМНИ ДА СЕ ПРИБЛИЖИТЕ СВЕТОМ ПРИЧЕШЋУ?

«Ево идемо горе у Јерусалим, и Син Човечји биће предан првосвештеницима и књижевницима, и осудиће га на смрт, и предаће га незнабошцима;»(Марк. 10,33).

Започињем, драги моји, са једним питањем за све нас. Моје питање је следеће: Да ли смо овде? Да ли се налазимо овде у цркви? Чудно питање, рећи ћете ми. Да ли је могуће  да смо у исто време у храму и на неком другом месту? Заиста, драги моји, тако је. Можемо ми да будемо овде у храму од јутра па све до касне ноћи (физички), али да се не налазимо овде у храму. Више него наше тело, треба овде да се налази наша душа, наш дух. Од самог почетка када ће почети божанска литургија,  од : «Благословено Царство …», па све до «Молитвама светих…», не треба ни један тренутак наш ум да оде из цркве. Ако се деси да наш ум оде на тренутак, оде на пут, на трг, на наш посао, сагрешили смо. Зато се и каже «Пазимо», опомиње нас да пазимо. Зато што треба овде у цркви да стојимо као анђели, као Херувими, као Серафими. « Иже Херувимитајно образујушче и животворјашчеј Тројицје.. …». Због свега тога и говорим: Да ли смо ми данас овде присутни у цркви? Пратимо ли ми божанску литургију? Чули смо божанске речи, које комадају камење и  дирају срца? Да ли смо осетили приказ који се описује у светом Еванђељу? Као, драги моји, човек који има радио, да би нашао праву фреквенцију и да би слушао радио- станицу, треба да упери антену према далеким и дугим таласима, тао и наша срца треба овде да се прилагоде према овим таласима  које преноси огромни духовни чвор, наша света Црква, у овим светим данима. Зато што наша Црква у овим данима преноси најузвишеније поруке. Наговештај наредних догађаја је и ово што смо данас чули: «Ево идемо горе у Јерусалим…»(Марк. 10,33).

1. Када је Христос рекао те речи? Рекао их је мало пре мука. И пре је Христос ишао у Јерусалим. Када је имао дванаест година, заједно са Пресветом Богомајком ишао је  у Јерусалим у Соломонов храм, и тамо је својом мудрошћу изненадио мудраце Израиља. Ишао је Он и касније. Пуно пута је ишао у Јерусалим. Међутим, овај пут је то био последњи пут, када је ишао у Јерусалим.

2. Иде у Јерусалим, да себе да као жртву «за живот и спасење света». Иде да поднесе страшне муке. Иде због целог човечанства. Иде, да се изврши његова страшна жртва. Пред очима Христовим пролазе све Његове муке. Мисли на то, о томе размишља, а ум Његов је на небесима. Да ли су о томе мислили ученици, да ли су о томе и они размишљали? Никако. О једним стварима су размишљали ученици, а о другим Христос. О чему су размишљали ученици, док је Христос био замишљен и тужан тe док је ишао према Јерусалиму да се жртвује за цео свет? Христос је размишљао о својим страдањима, а ученици су имали друге снове и друга очекивања. Ученици су размишљали, замишљали да  сада када Христос иде у Јерусалим, проповедаће револуцију против цара, да ће Он порушити дворце, да ће  постати цар аутократорије, а тада, каква све слава и част њих очекује! Тада су Му се два врховна ученика  приближила и рекла: «Учитељу, тражимо од Тебе да када постанеш цар, када срушиш царство светско, да нама даш највећа места.» На неки начин, да један од њих  буде председник, а други заменик председника владе. О таквим стварима су ученици размишљали. Колико је само њихово размишљање било далеко од размишљања Христова! Колико  ниско су размишљали! Христос им због тога рече: « Не знате шта иштете! » (Марко. 10,38). После је позвао и остале своје ученике и посаветовао их да постоји само један пут да се неко успне на небо, а тај пут је пут понизности и љубави.

* * *

«Ево идемо горе у Јерусалим…»(Марк. 10,33). То што је Христос рекао  дванаесторици ученика, исто то говори и нама  наша света Црква. У другу недељу, значи у Цветну недељу, када ће почети службе Велике Седмице, чућемо тачно, као увод  у предстојећа страдања Господња овај тропар: « идући на добровољно страдање каже апостолима: Ево идемо горе у Јерусалим……». Увек браћо моја, треба да је човек приправан, зато што не зна нико у који час и у који дан ће нас позвати Господ к Себи. Пре свега у ове свете дане треба да смо посебно припремљени. Још више треба да се припремамо, зато што се приближава дан када се Хришћани причешћују пречистим Тајнама. «Ево идемо горе у Јерусалим…»(Марк. 10,33). Сваки пут када се приближавамо причешћивању пречистим Тајнама, чујемо глас Господа који нам говори: «Ево идемо горе у Јерусалим…»(Марк. 10,33). Међутим, колико нас се причешћује достојно? Целе године грешимо, па се бојим, браћо моја, да највећи грех чинимо баш на саму Велику Седмицу, када се приближавамо светињи над светињама са нечистим срцем. Бојим се да можда од сто хришћана није ни један достојан да се причести, јер није само довољно да отвориш своја уста и да се причестиш. Треба и да припремиш себе и тако да примиш свете Тајне. Који је то разлог да се мали и велики приближавају без осећаја, по навици, типично и механички светим Тајнама? Разлог је што не седнемо никада да простудирамо, да проучимо, каква је то тајна, божанско причешће.

Постоје веома важне књиге. Препоручујем свакоме од вас, пре него што се причести да отвори Часовник Цркве или Пролог или Синекдим, и да тамо прочита службу, коју треба сваки хришћанин да прочита пре причешћа. То је тајна над тајнама. Неверник не види ништа. Верник има духовне очи. Улази у цркву и види. Верник зато верује. Верује прво у речи Христове. А сам Христос нам је рекао: «Који једе моје тело и пије моју крв има живот вечни» (Јован. 6,54). Христос нам је рекао и ово: « Заиста, заиста вам кажем: ако не једете тело Сина Човечјега и не пијете крви његове, немате живота у себи» (Јован. 6,53).Верник у цркви осећа један духовни чин. Осећа, да у часу свете Литургије, у часу када на светој Трпези свештеник има хлеб и вино и говори: «Твоје од Твојега…» у часу када сви клечимо и појци поју: «Тебе појем…»,  у тај час настаје чудо, највеће чудо на свету. Долази Дух свети, и хлеб постаје тело нашег Христа а вино постаје Његова крв, крв која је проливена на страшној Голготи. О, каква тајна, браћо моја! Ако неко не верује, боље да не улази у цркву, нека седи напољу. Ако ли је ушао у цркву, готов је. Човек не хода земљом, по камењу. Он је високо, на крилима анђела и арханђела. Он је горе. «Ево идемо горе у Јерусалим…»(Марк. 10,33). У то верује и заиста је тако. Да ли чујете шта говоре јеретици, хилиасте, протестанти: Да ли је могуће? Хлеб и вино да је тело и крв Христова!… не разумемо то, не осећам то… Шта да им одговоримо? Не осећаш то? Да ли је то једина тајна на свету? Како од угља који се налази у земљи, настаје дијамант? Како трава постаје месо овчје? Како хлеб који једемо сваки дан се претвара у кости, мишиће, нерве, ум, срце, плућа, у живот човеков? Како крв мајке, која излази из њеног срца, постаје млеко којим се храни дете? Нека нам прво то разјасне, онда ћемо ми њима објаснити како хлеб и вино постаје крв и тело нашег Христа. Дакле, верујемо у Тајну. А та тајна, браћо моја, је највеће доброчинство човеку. Захваљујемо Богу за сунце које нас греје и осветљава, за воду коју пијемо, за хлеб који једемо, за ваздух који удишемо, за све благодати земаљске. Пре свега треба да захвалимо Богу- за шта? Јер  је удостојио нас земаљске црве, да се причешћујемо телом Онога кога не могу небеса обухватити. Он стаје у срце једног грешника! О каква радост, какав благослов, велика благодат! И сада вас питам: Браћо, да ли сте спремни да се приближите светим тајнама? Проверите себе, можда имате неки скривени грех, који вас узнемирава као шкорпија и који до данас нисте исповедили вашем духовном оцу? Можда сте некада учинили неку неправду и нисте је исправили? Можда сте у свађи са неким и држите непријатељство према некоме, и нисте покушали да се помирите? Проверите сва та питања. И само онда ако је ваша савест чиста, можете да се приближите. Иначе, не, никако. Кажу неки: Ево сада када је Васкрс да се причестимо….  Питали су и св. Јована Златоуста. Колико често да се причешћујемо? Рекао им је најмудрију реч: Ако си спреман и имаш чисто срце? Причешћуј се сваки дан! Не само на Васкрс! Зато што је на Васкрс се причестио и Јуда и пресудио си. Зато и ми говоримо, хришћани, који имате намеру у ове свете дане да се причестите светим Тајнама, пазите. Да ли сте спремни? Приђи ако си спреман, ако ниси спеман, иди даље! Далеко, зато што је божанско причешће ватра! Ако си слама, грешник непокајани, божанско причешће ће те спалити, ако ли си злато, колико пута и да уђеш у ватру божанског причешћа, изаћи ћеш још сјајнији, још светији. То нас учи наша света Црква. И данас нам узвикује: «Ево идемо горе у Јерусалим…»(Марк. 10,33).

* * *

Желим, браћо моја, свим срцем да се нико не приближава као Јуда. Боље да неко и остане далеко од причешћа. Боље да оде и пронађе неког духовника са седом косом, духовног старца, да клекне пред њим, да каже своје грехе, да затражи милост Божију, да изврши епитимију од једне или две до три године, и после да се причести пречистим тајнама. Прочитајте само синаксар о преподобној Марији Египћанки. Данас је опет славимо. Два пута је прослављамо, 1-ог априла и данас у пету недељу Часног поста. Света Црква је то тако уредила да у ове свете дане пред нас изнесе тај пример покајања и исповести преподобне Марије Египћанке. Шта је она учинила? Сагрешила је. Да, сагрешила је. Била је црна као угаљ, којим нечастиви умрља цео свет. Међутим тај угаљ је постао један дијамант, како се претворио у дијамант? Са сузама њеног покајања. Да ли се она одмах причестила? Не. Прешла је реку Јордан и отишла у пустињу. Колико је година вршила епитимију, реците ми? Пуних 47 година!… После тих 47 година сусрела је аву Зосима, духовника са седом косом. Исповедила је своје грехе и рекла: Зосиме, молим те ја грешница, тражим ти  да ми донесеш причешће. Отишао је Зосим по причешће и тек се онда причестила. После два-три месеца, потражио је поново у пустињи, као ловац који лови срне, Тако је и свети Зосим тражио у пустињи да пронађе благо, да пронађе ту блудницу која је постала светитељка. Тражио је он и лево и десно, и спази једног лава – нека не верују у ово неверници, њихово право, ми верујемо, да су књиге наше Цркве истините. Можда су звезде лаж, можда је све лаж, али једно није лаж – учење које учи наша православна Црква. Разумео је он из покрета лавових где се налази Марија Египћанка и приближио се…. Пронашао је мртву. Нашао је испружену на песку. А поред ње је било написано нешто. Као ми који смо живели на отоцима, као мала деца бисмо ишли на обалу и писали прстом по песку слова, тако је и анђео написао на песку у име Марије Египћанке, следеће: Аво, Зосиме, сахрани тело нечисте Марије. Умрла је – чујте речи! – у дан када се причестила светим тајнама. О Боже мој, о Боже мој! Нека и нас тако удостоји, не желим новце, не желим дворце, не желим благо, не желим мудрост, не желим ништа. Желим само да удостоји Бог и мене и вас да имамо њен крај. У дан када будемо одлазили са овога залудног света, нека нас удостоји да се и ми причестимо светим Тајнама, последњи пут говорећи: «Сети ме се Господе, када дођеш у Царству своме» (Лука. 23,42).

† επίσκοπος Aυγουστίνος
(Св. Георгије  Платонова Академија у  Атини 26-3-1961)

Προσέξτε τὸ παιδί!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Απρ 2nd, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ

Κυριακὴ Δ΄ Νηστειῶν (Μᾶρκ. 9,17-31)
3 Ἀπριλίου 2011

Προσεξτε το παιδι!

«Καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· Παιδιόθεν»(Μᾶρκ. 9,21)

9) PAIDIA.istΕνας δυστυχισμένος πατέρας ἔφερε, ἀγαπητοί μου, στὸν Κύριο τὸ γυιό του, ποὺ ἔπασχε πολύ. Πονηρὴ δύναμις, «ἀκάθαρτον πνεῦμα» (Μᾶρκ. 9,25), κυριαρχοῦσε πάνω του. Ὑπὸ τὴν ἐπίδρασί του ὁ νέος δὲν μιλοῦσε, δὲν ἄκουγε. Ἐπάνω δὲ στὶς φρικτὲς στιγμὲς τοῦ δαιμονικοῦ παροξυσμοῦ ἔσπαζε τὰ δεσμά του, ἔβγαζε ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα, ἔτριζε τὰ δόντια καὶ ἔπεφτε στὴ φωτιὰ ἢ στὸ νερό.

Ὁ Κύριος ῥίχνει ἕνα βλέμμα γεμᾶτο συμπάθεια στὴ δυστυχισμένη αὐτὴ ὕπαρξι καὶ ἀπευθύνει στὸν πατέρα ἕνα ἐρώτημα. Ἕνα ἐρώτημα, ποὺ θά ᾽πρεπε νὰ τὸ προσέξουμε ὅλοι ὅσοι ἐρχόμαστε ὁπωσδήποτε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸ παιδί. Διότι δὲν εἶνε ἐρώτημα τυχαῖο, ὅπως τυχαία δὲν εἶνε καμμία λέξι στὴν ἁγία Γραφή. Ἐρωτᾷ ὁ Κύριος, ὄχι γιατὶ ἀγνοεῖ καὶ θέλει νὰ μάθῃ λεπτομέρειες τῆς ζωῆς τοῦ δαιμονισμένου νέου, ἀλλὰ γιατὶ θέλει νὰ δώσῃ στὴν ἀνθρωπότητα ἕνα σπουδαιότατο μάθημα. Ἐρωτᾷ τὸν πατέρα· «Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ;», ἀπὸ πότε δηλαδὴ συνέβη στὸ παιδὶ αὐτὸ τὸ κακό; Καὶ ὁ πατέρας ἀπαντᾷ μὲ μία λέξι· «Παιδιόθεν», ἀπὸ μικρὸ παιδὶ δηλαδή (ἔ.ἀ. 9,21).
Αὐτὸ τὸ «παιδιόθεν», ποὺ βγῆκε ἀπ᾽ τὰ πικραμένα χείλη ἑνὸς πατέρα, εἶνε τὸ τρομερὸ «κατηγορῶ» ἐναντίον ὅλων ἐκείνων ποὺ παραμελοῦν τὴν ἀνατροφὴ τοῦ παιδιοῦ. Ὑπάρχει μεγαλύτερο ἔγκλημα ἀπὸ αὐτό; «Παιδιόθεν»! Ἂς σκεφτοῦμε λίγο ἐπάνω στὴ λέξι αὐτή.

* * *

Δὲν ὑπάρχει, ἀγαπητοί μου, κακία, ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ ὁπωσδήποτε τὴν ἀρχή της στὴν παιδικὴ ἡλικία. Ὅπως δὲν ὑπάρχει ποταμὸς χωρὶς πηγές, ἔτσι δὲν ὑπάρχει ἔγκλημα, κακία ἀτιμία ποὺ νὰ μὴν ἔχῃ τὴν προέλευσί της στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀμφιβάλλετε; θέλετε παραδείγματα; Ἰδού.
⃝ Τὸ παιδί, ποὺ σήμερα κρατάει ἕνα λάστιχο – μιὰ σφεντόνα καὶ χτυπάει ἀλύπητα τὰ πουλιὰ καὶ γκρεμίζει τὶς φωλιές τους, ἐκδηλώνει τὰ πρῶτα σπέρματα τῆς σκληρότητος. Αὔριο τὸ παιδὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ ὁ ἀνάλγητος καὶ ἀπάνθρωπος ἐκεῖνος νέος ἢ ἄντρας, ποὺ δὲν θὰ δυσκολεύεται νὰ κρατάῃ μαχαίρια, δυναμῖτες, μπουκάλια πετρελαίου καὶ βενζίνης, γιὰ νὰ γκρεμίζῃ καὶ νὰ καίῃ σπίτια φτωχῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ κατακρεουργῇ ἀθῷα νήπια.
⃝Τὸ ἄλλο ἐκεῖνο παιδί, ποὺ σήμερα κλέβει μικροπράγματα τῆς γειτονιᾶς καὶ τὰ μεταφέρει θριαμβευτικὰ στὸ σπίτι καὶ οἱ γονεῖς του δὲν τὸ τιμωροῦν καὶ δὲν τὸ ὑποχρεώνουν νὰ τὰ ἐπιστρέψῃ, ἀλλὰ γίνονται κλεπταποδόχοι, αὔριο ὁ μικρὸς αὐτὸς κλέφτης θὰ γίνῃ ἕνας περιβόητος διαρρήκτης, ποὺ μὲ ἀντικλείδια θ᾿ ἀνοίγῃ χρηματοκιβώτια καὶ θ᾽ ἀναστατώνῃ τὴν ἀστυνομία.

⃝ Καὶ τὸ τρίτο ἐκεῖνο παιδί, ποὺ σήμερα στὴν αὐλὴ τοῦ σπιτιοῦ του μὲ τὶς ἐπιδοκιμασίες τῶν «προκομμένων» γονέων του βλέπετε νὰ παίζῃ μὲ τὰ γειτονόπουλα τυχερὰ παιγνίδια καὶ μὲ δολιότητα νὰ ξαφρίζῃ τὰ χρήματα τῶν μικρῶν συμπαικτῶν του, μὴν παραξενευτῆτε ἂν αὔριο ἀκούσετε ὅτι ἔγινε ἕνας αἰσχρὸς χαρτοπαίκτης ποὺ παίζει τὰ πάντα, κι αὐτὴν ἀκόμη τὴν τιμὴ τῆς οἰκογενείας του.

Δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ φέρουμε ἄλλα παραδείγματα. «Παιδιόθεν» ἀρχίζουν ὅλες οἱ κακίες· ἡ σκληρότης, ἡ τάσι πρὸς τὴν κλοπὴ καὶ τὸ ψέμα, ἡ ὀκνηρία καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ δαιμόνια πού, ἂν κυριαρχήσουν μέσα στὸν ἄνθρωπο, τὸν κάνουν ν᾿ ἀλλάζῃ χρώματα, ν᾿ ἀφρίζῃ, νὰ τρίζῃ τὰ δόντια καὶ νὰ παρουσιάζῃ ὄψι ἀτίθασου θηρίου, τὴν εἰκόνα τοῦ δαιμονισμένου νέου τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελίου. Ἕνας σοφὸς κοινωνιολόγος ἔλεγε· «Ὅλοι σχεδὸν οἱ κακοποιοὶ τοῦ μέλλοντος, οἱ λωποδῦτες, οἱ κλέφτες, οἱ ἐμπρησταί, οἱ δολοφόνοι, βρίσκονται σήμερα στὰ σχολεῖα μας. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν θὰ ὑπάρξουν καὶ μεγαλύτεροι κακοῦργοι, ποὺ διαπράττουν ἐθνικὰ ἐγκλήματα. Ὅλοι αὐτοὶ εἶνε σήμερα μαθηταὶ τῶν σχολείων μας, ἀνατρέφονται ἀπὸ μᾶς· ἡ διάπλασί τους ἐξαρτᾶται ἀπὸ μᾶς καὶ εἶνε ἁπλὸ ζήτημα ἀνατροφῆς». Στὶς λίγες αὐτὲς γραμμές, ὅπως ἔγραφε τὸ ἄριστο περιοδικὸ «Τὰ πάτρια», «τόμους ὁλοκλήρους δύνανται ν᾿ ἀνεύρωσιν οἱ ἄξιοι τοῦ ὀνόματος διδάσκαλοι, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐθύνης τὸν ἀκάνθινον στέφανον, ὁ ὁποῖος δέον νὰ πληγώνῃ μέχρις αἵματος τὸ μέτωπόν των διὰ τῶν σκέψεων περὶ τοῦ μέλλοντος τῶν μαθητῶν».

* * *

Ἀδελφοί μου! Ἂν θέλετε νὰ καταλάβετε τὴ σημασία ποὺ κλείνει ἡ λέξις «παιδιόθεν», ῥίξτε ἕνα βλέμμα στὴν κοινωνία μας καὶ θὰ δῆτε ὅτι τὸ κακὸ ποὺ μαστίζει τὸν τόπο μας ἄρχισε…«παιδιόθεν». Ποιοί διαπράττουν, σᾶς ἐρωτῶ, τὰ ἀπαίσια ἐγκλήματα, ἐμπρὸς στὰ ὁποῖα φρικιᾷ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου; Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον νέοι ἡλικίας 18 ἕως 25 ἐτῶν. Πρὶν δηλαδὴ ἀ πὸ 10-15 χρόνια οἱ νέοι αὐτοὶ ἦταν παιδιὰ ποὺ φαίνονταν ἀγγελούδια, ἔπαιζαν, καὶ οἱ γονεῖς τὰ χαίρονταν καὶ οἱ γέροντες τὰ κρατοῦσαν στὴν ἀγκαλιά τους. Ποιός μποροῦσε νὰ προβλέψῃ, ὅτι τὰ παιδιὰ αὐτὰ θὰ γίνονταν οἱ δράκοι ποὺ ζητοῦν νὰ πνίξουν ὅλους;
Καὶ ὅμως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ φθάσουμε στὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου. Ἐὰν ὡς σύνθημα τῆς ἀνορθώσεώς μας ἦταν τὸ «παιδιόθεν», ἐὰν δηλαδὴ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ γεννιέται ἕνα παιδί, ἢ μᾶλλον πρὶν γεννηθῇ ὁ νέος ἄνθρωπος, λαμβάνονταν ὅλα τὰ μέτρα ποὺ θὰ ἐξασφάλιζαν τὴν ὑγιῆ διάπλασιτῆς νεολαίας μας, σήμερα ὁ τόπος μας δὲν θὰ εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ βλέπῃ φαινόμενα καννιβαλισμοῦ, νέους ἄθρησκους καὶ ἀπάτριδες, νέους μὲ λεγεῶνες δαιμονίων, ποὺ ἀφρίζουν ἀπὸ μῖσος καὶ τρίζουν τὰ δόντια καὶ δημιουργοῦν κοινωνικὸ χάος.
«Παιδιόθεν»! Ἐὰν σὲ κάθε χωριὸ ὑπῆρχε κατηχητικὸ σχολεῖο καὶ ὁ ἱερεὺς κάθε Κυριακὴ χτυποῦσε τὴν καμπάνα καὶ καλοῦσε ὅλα τὰ παιδιὰ τῆς ἐνορίας γιὰ νὰ διδάξῃ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶνε ὁ μόνος ποὺ ἐξευγενίζει καὶ ἐκπολιτίζει τὶς ψυχές· ἐὰν κάθε δάσκαλος ἦταν μία ἠθικὴ καὶ θρησκευτικὴ προσωπικότητα, ὑπόδειγμα καὶ καθρέφτης τῆς ἀρετῆς· ἐὰν οἱ γονεῖς, ἀντὶ νὰ διαμαρτύρωνται διότι ὁ μικρός τους τιμωρήθηκε κάπως αὐστηρότερα ἀπὸ τὸ δάσκαλο, βοηθοῦσαν στὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ σχολείου· ἐὰν οἱ πρόεδροιτῶν κοινοτήτων καὶ οἱ δήμαρχοι τῶν πόλεων ἐνδιαφέρονταν γιὰ τὰ παιδιὰ περισσότερο ἀπὸ τὰ γεφύρια καὶ τοὺς δρόμους· ἐὰν τὸ κράτος σφράγιζε τὰ ποικίλα διαφθορεῖα καὶ στὴ θέσι τους ἄνοιγε γυμναστήρια καὶ ἀναγνωστήρια· ἐὰν λαμβάνονταν εὐεργετικὰ μέτρα γιὰ τὶς οἰκογένειες τῶν πολυτέκνων, ποὺ εἶνε τὰ βάθρα τοῦ ἔθνους· ἐὰν μὲ λίγα λόγια κάποιος, ὅπως στὴν ἀρχαία Σπάρτη ὁ Λυκοῦργος, κατώρθωνε νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴ τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ παιδὶ καὶ ἔλεγε «Ἑλλάδα, φτωχή μου πατρίδα, κοίταξε τὰ παιδιά σου· αὐτὰ εἶνε οἱ θησαυροί σου», τότε τὰ πράγματα θὰ ἦταν πολὺ διαφορετικά. Δὲν θὰ φοβόταν ὁ ἕνας ἄνθρωπος τὸν ἄλλο. Ὅλοι θὰ ζοῦσαν σὰν ἀδέρφια μέσα στὴ μεγάλη καὶ τιμημένη αὐτὴ οἰκογένεια ποὺ λέγεται Ἑλλάς. Τολμῶ νὰ πῶ, ὅτι λίγοι ἀστυνομικοὶ θὰ ἦταν ἀρκετοὶ νὰ φυλάξουν ὁλόκληρη πόλι, διότι ὁ καθένας θὰ ἦταν φύλακας τοῦ ἑαυτοῦ του, τῆς ἠθικῆς τάξεως τῆς κοινωνίας, καὶ δὲν θὰ ἐπέτρεπε στὸν ἑαυτό του καμμία ἀσχημία καὶ παράβασι νόμου ἀπὸ αὐτὲς ποὺ τώρα ἀναγράφονται καθημερινῶς στὰ βιβλία καὶ τὰ ἡμερολόγια τῶν ἀστυνομικῶν τμημάτων. Λευκὰ θὰ ἦταν τὰ δελτία τῆς ἀστυνομίας, τὸ ἔγκλημα θὰ ἐξαλείφετο ἀπὸ τὴν κοινωνία.

* * *

Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ! Ἀκόμη δὲν χάθηκε τὸ πᾶν. Τὸ «παιδιόθεν»μπορεῖ νὰ γίνῃ θεμέλιο τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. Ἐν μέσῳ τῶν ἐρειπίων ἀκούγεται μία φωνὴ σωτήριος· «Ἑλλάς, φέρε  τὰ παιδιά σου σ᾽ ἐμένα!». Εἶνε ἡ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅ πως κάτω ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τοῦ ἥλιου σκοτώνονται ὅλα τὰ μικρόβια, ἔτσι κάτω ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τῆς θείας διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ σκοτώνονται ὅλα τὰ ἠθικὰ μικρόβια τῶν κακιῶν καὶ οἱ νέοι ἀνακτοῦν τὴν ψυχική τους ὑγεία.
Ὁ Χριστός, ποὺ εἶχε τὴ δύναμι νὰ βγάλῃ τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ νέο τοῦ εὐαγγελίου, εἶνε ὁ ἴδιος καὶ σήμερα. Δὲν ἔχει χάσει οὔτε ἕνα πολλοστημόριο ἀπὸ τὴν ἄπειρη δύναμί του, μὲ τὴν ὁποία πρὸ 20 αἰώνων θαυματουργοῦσε στὴ Γαλιλαία. Ἀρκεῖ νὰ πιστέψουμε καὶ νὰ προσευχώμαστε λέγοντας ὁ καθένας μας τὴν προσευχὴ τοῦ πατέρα τοῦ δαιμονιζομένου· «Πιστεύω, Κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ»(ἔ.ἀ. 9,24). Ἀρκεῖ πρὸ παντὸς οἱ διδάσκαλοι καὶ οἱ καθηγηταὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ κρεμάσουν στὶς αἴθουσες τῶν σχολείων τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουν αὐτὸν πάντοτε πρό  τυπο παιδαγωγοῦ, μελετώντας καὶ ἐμβαθύνοντας διαρκῶς σ᾽ ἐκεῖνο ποὺ ἐκεῖνος διακήρυξε· «Εἷς ὑμῶν ἐστιν ὁ διδάσκαλος, ὁ Χριστός· πάντες δὲ ὑμεῖς ἀδελφοί ἐστε… Μηδὲ κληθῆτε καθηγηταί· εἷς γὰρ ὑμῶν ἐστιν ὁ καθηγητής, ὁ Χριστός»(Ματθ. 23,8-10).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Β΄ μέρος γραπτῆς ὁμιλίας· μετεδόθη ὡς ἐκπομπὴ ἀπὸ τὸν ῾Ραδιοφωνικὸ Σταθμὸ Λαρίσσης τὴν 3-4-1949. Διαίρεσις, μεταγλώττισις καὶ μικρὰ σύντμησις 3-4-2011.

ΣHMEIA ΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Μαρ 1st, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΣHMEIA ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΕΛΕΥΣΙΣ-ΚΥΡΙΟΥΚάθε φορά, ἀγαπητοί μου, ποὺ ἀκοῦμε τὸ εὐαγγέλιο, πρέπει νὰ προσέχουμε. Καὶ ἂν κάθε εὐαγγέλιο πρέπει νὰ τὸ ἀκοῦμε μὲ προ­σο­χὴ καὶ δέος, πολὺ περισσότερο τὸ σημε­ρινὸ εὐαγγέλιο, τῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεων (βλ. Ματθ. 25,31-46). Εἶνε τρομερὸ εὐαγγέλιο! Ὅποιος τ᾽ ἀ­κούει ἢ τὸ διαβάζει, νομίζει ὅτι ὁ οὐρανὸς ἀ­στράφτει καὶ βροντᾷ κ᾽ ἡ γῆ σείεται. Τί λέει;
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς βεβαι­ώνει, ὅτι θὰ ἔρθῃ πάλι στὴ γῆ. Αὐτὸ πιστεύου­με καὶ αὐτὸ ὁμολογοῦμε στὸ Σύμβολο τῆς πίστεώς μας. Θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος. Πῶς; Ὄχι πλέον ὑ­πὸ τὸ ταπεινὸ σχῆμα τοῦ νηπίου στὴ φάτνη· θὰ ἔρθῃ ὡς κυ­ρί­αρχος τοῦ παντός, παντοκράτωρ, βασιλεὺς τοῦ σύμπαντος, ὑλικοῦ καὶ πνευματικοῦ. Θὰ ἔρθῃ συνοδευόμενος ἀπὸ μυριάδες ἀγγέλων καὶ ἀρ­χαγγέλων, καὶ θὰ προηγῆται ὁ τίμιος σταυ­ρὸς (βλ. Ματθ. 24,30) ποὺ θὰ λάμπῃ περισσότερο κι ἀπ᾽ τὸν ἥ­λιο. Θὰ ἔρθῃ γιὰ νὰ κρίνῃ ὅ­λους, κ᾽ ἐμένα ποὺ σᾶς μιλῶ κ᾽ ἐσᾶς ποὺ μ᾽ ἀ­κοῦτε καὶ ὅ­λους ἐν γένει τοὺς ἀνθρώπους, ἀ­πὸ Ἀδὰμ μέχρι συν­­τελείας τῶν αἰώνων. Θὰ γί­νῃ κρίσις παγ­κόσμι­ος. Μὴν ἀμφιβάλλει κανείς.
Ἕνα ἀπὸ τὰ δύο συμβαίνει· ἢ ὑπάρχει Θε­ὸς ἢ δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ Θεός, τότε οὔ­τε κόλασις ὑπάρχει οὔτε παράδεισος οὔτε μέλλουσα κρίσις, καὶ πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ τὸ σύν­θημα τῶν ἐπικουρείων καὶ τῶν ὑλιστῶν «Φά­γω­μεν καὶ πίωμεν, αὔ­ριον γὰρ ἀποθνῄσκο­μεν» (᾿Ησ. 22,13. Α´ Κορ. 15,32). Ἀλλ᾽ ὑπάρχει· ὅσο βέβαιο εἶνε ὅτι ὑ­πάρχει ἡμέρα καὶ ἥλιος καὶ γαλαξίες, τόσο βέ­βαιο εἶνε ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἐὰν λοιπὸν ὑ­πάρ­χῃ Θεός, τότε πρέπει νὰ παραδεχθοῦμε, ὅ­τι ὁ Θεὸς εἶνε «δίκαιος καὶ δικαιοσύνας ἠ­γάπησεν» (Ψαλμ. 10,7), καὶ ὡς δίκαιος θὰ κάνῃ κρίσι.
Δὲν θὰ περιγρά­ψουμε τὸ πῶς θὰ διεξαχθῇ ἡ κρίσις. Ἕνα ἄλλο θέμα θέλω νὰ θίξω, κι αὐ­τὸ εἶνε τὸ ἑξῆς· τί θὰ προηγηθῇ τῆς δευτέ­ρας παρουσίας, ποιά θὰ εἶνε τὰ σημεῖα της, πῶς θὰ καταλάβουμε ὅτι πλησιάζει; Μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ «σημεῖα τῶν καιρῶν» (Ματθ. 16,3) θὰ ὑπενθυμίσω.

* * *

⃝ Πρῶτον. Λέει ὁ Χριστός, ὅτι θὰ κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιο σὲ ὅλη τὴν κτίσι, σ᾽ ὅλη τὴν οἰκουμέ­­­νη (ἔ.ἀ. 24,14). Κηρύχθηκε; ἀπὸ τὰ δισεκατομμύ­ρια, ποὺ ἔχει ὁ πλανήτης, πόσοι εἶνε Χριστι­α­­νοί; Μόλις τὸ ἕνα δισεκατομμύριο, κι αὐτοὶ ὄχι ὅλοι ὀρθόδοξοι. Πολυπληθεῖς λαοὶ τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς δὲν ἄκουσαν τὸ μήνυμα τοῦ Χρι­στοῦ· ἄλ­λοι εἶνε μωαμεθανοί, ἄλλοι βουδδισταί, ἄλ­λοι εἰδωλολάτρες· ἕνας κό­σμος ὁλόκληρος περιμένει. Ἑτερόδοξοι κήρυκες ἀπὸ εὐρωπαϊκὲς χῶ­ρες πηγαίνουν νὰ τοὺς ἐκχριστιανί­σουν. Ἡ πατρίδα μας, ποὺ κά­ποτε ἔστελ­νε ἱεραποστόλους μέχρι τὸ Δού­ναβι, παιδιὰ ἐκ­­λεκτὰ ὑψηλῶν οἰκογενειῶν, τώρα δὲν στέλνει. Κι ἂν παρουσιαστῇ κανένα παιδὶ μὲ τέτοιο ζῆλο, ὁ πατέρας του ἀντὶ νὰ χαίρεται πάει νὰ σκάσῃ. Θὰ ἔρθῃ λοιπὸν ἡμέρα ποὺ ὁ πλανήτης μας θὰ ἔχῃ εὐαγγελισθῆ ἀπ᾽ ἄκρου εἰς ἄκρο. Δὲν ἦρθε ἀκόμα ἡ ἡμέρα αὐτή.
⃝ Ἄλλο καταπληκτικὸ σημεῖο τῶν καιρῶν. Οἱ Ἑβραῖοι πολὺ ταλαιπωροῦν τοὺς ὀρ­θοδόξους στοὺς Ἁγίους Τόπους καὶ σήμερα (συκοφαντί­ες, σκευωρίες, ἐπιθέσεις). Ἀλλὰ δὲ θὰ κατισχύ­σουν. Αὐτοί, ποὺ ἀνέκαθεν, αἰῶ­νες τώρα, μισοῦν καὶ διώκουν τὴν Ἐκ­κλησία, θὰ ἔρθῃ ὥ­ρα, ―τὸ λέει ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος― ποὺ θὰ πιστέ­ψουν· οἱ Ἰουδαῖοι θὰ γίνουν Χριστι­ανοί (βλ. ῾Ρωμ. 11,25-36). Θὰ προσπαθήσουν προηγουμένως νὰ ξανα­στήσουν τὸ ναό τους, κι ἀ­φοῦ ἀ­πογοητευθοῦν ἀπὸ τὸν ἀντίχριστο θὰ ζη­τήσουν νὰ βα­πτισθοῦν. Καὶ ἡ ἡμέρα αὐτή, ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι θὰ ἐπιστρέψουν στὸ Χριστὸ καὶ θὰ ποῦν «Ἥ­μαρ­τον» (Λουκ. 15,21), θά ᾽νε εὐλογία γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.
⃝ Ἕνα ἄλλο σημάδι θὰ εἶνε «ἡ ἀποστασία» (Β΄ Θεσ. 2,3). Τί θὰ πῇ ἀποστασία; Οἱ ἄνθρω­ποι, στὴ μεγά­λη πλειονότητά τους, θὰ φύγουν ἀπ᾽ τὸ Θεό. Μέσα στοὺς 1.000 – τί λέω, μέσα στοὺς 10.000, μέσα σὲ μιὰ ὁλόκληρη πόλι, σὲ μιὰ ὁ­λόκληρη κοινωνία, ἕνας θὰ μεί­νῃ! Θὰ λιγοστέψουν πολὺ οἱ πιστοί. Οἱ πολλοὶ θὰ γίνουν ἄπιστοι, ἄθεοι, ὑλισταί, εἰ­­δωλολάτρες· οἱ Χριστια­νοὶ θά ᾽νε τόσο λίγοι ὅπως καὶ οἱ ἑπτὰ ἐκεῖνες χιλιάδες ποὺ ἔμειναν πιστοὶ στὸ Θεὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ προ­φήτου Ἠλία (βλ. Γ΄ Βασ. 19,18. ῾Ρωμ. 11,4), τόσο λίγοι ὅσο καὶ στὴν ἐ­ποχὴ τοῦ κατακλυ­σμοῦ. Τὸ εἶπε ὁ Χρι­στός, οἱ ἡμέρες αὐτὲς θὰ εἶνε «ὥσπερ αἱ ἡμέραι Νῶε» (Ματθ. 24,37)· ὅπως τότε λίγοι σώθηκαν ἀ­πὸ τὸν κατακλυσμό, ἔτσι καὶ τώ­ρα. Ἀλλὰ καὶ ἕνας νὰ μείνῃ πάνω στὴ γῆ, αὐ­τὸς θὰ εἶνε ὁ νικητής! Δὲν θὰ νικήσουν οἱ πολλοί, θὰ νικήσουν οἱ λίγοι, ἀφοῦ ὅμως διωχθοῦν ἀπηνῶς.
⃝ Τὰ συμφέροντα καὶ ἡ ὑπερηφάνεια θὰ ὑποδαυλίζουν τὰ πάθη καὶ τὰ κράτη θὰ συγκρούωνται. Ὁ Κύριος προειδοποίησε· Θ᾽ ἀκοῦτε γιὰ «πολέμους καὶ ἀκοὰς πολέμων» (Ματθ. 24,6-7). Αὐτὰ δὲν ἀκοῦμε ἤδη καθημερινῶς;
⃝ Θὰ συμ­βοῦν, εἶπε ἐπίσης, «λιμοί» (μὲ γιῶτα), δηλαδὴ πεῖνα (Ματθ. 24,7). Σὲ ἡμέρες ἀκαταστασίας πολλοὶ θὰ στεροῦνται καὶ τὴν ἀναγκαία τροφή.
⃝ Θὰ παρουσιαστοῦν ἀκόμη «λοιμοί» (μὲ ὄμικρον γιῶτα), δηλαδὴ ἀσθένειες (ἔ.ἀ.), πρωτοφανεῖς καὶ τρομερές, ποὺ θὰ θερίζουν τὴν ἀνθρω­πότητα. Στὶς μέρες μας ἔχουμε ἤ­δη δύο σοβα­ρὲς ἀσθένειες, ποὺ προσπαθεῖ ἡ ἐπιστήμη νὰ τὶς νικήσῃ χωρὶς ἀποτέλεσμα ὣς τώρα. Ἡ μία εἶνε ὁ καρκί­­νος. Ἡ ἄλλη, νέα ἀσθένεια χειρότερη ἀπὸ τὸν καρκίνο, εἶνε τὸ ἔιτζ, μάστιγα τοῦ αἰῶ­νος. Ἡ Ἐκκλησία εὐλογεῖ τὸ γάμο καὶ διδάσκει, ἄντρες καὶ γυναῖκες νὰ μὴν ἔχουν ἄ­θεσμες σαρκικὲς σχέσεις. Ποιός ἀκούει; Τώρα ὅμως, μὲ τὴ μεταδοτικὴ αὐτὴ ἀσθένεια, θὰ τρέμῃ ὁ ἄντρας νὰ πλησιάσῃ τὴ γυναῖκα. Τέτοιες ἀσθένειες εἶνε προφητευμένες (βλ. Ἀπ. 16,2).
⃝ Τοὺς ἀνθρώπους ἀκόμα πρὶν τὴ δευτέρα παρουσία θὰ τοὺς βρῇ καὶ θὰ τοὺς ταλανίσῃ μία «θλῖψις μεγάλη», ἀβάσταχτη, ποὺ δὲν ξανάγινε οὔτε θὰ ξαναγίνῃ (Ματθ. 24,9,21-22. Μᾶρκ. 13,19-20).
⃝ Καθὼς οἱ ἄνθρωποι θὰ ταλαιπωροῦνται, θὰ ζητοῦν πνευματικὸ ὁδηγό· ἀλλὰ τότε θὰ ἐμ­φα­νισθοῦν «ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται», ποὺ θὰ κάνουν καὶ θαύματα, ὥστε νὰ πλανήσουν «εἰ δυνατὸν καὶ τοὺς ἐκλεκτούς» (Ματθ. 24,11,24).
⃝ Καὶ τὸ χειρότερο σημεῖο ποιό θὰ εἶνε· ὁ ἀν­τίχριστος, «ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας…, ὁ ἄνομος» (βλ. Β΄ Θεσ. 2,1-2). Αὐτὸς θὰ ἔρθῃ. Θὰ εἶνε πρόσωπο ποὺ θὰ συγκεντρώσῃ στὰ χέρια του ὄχι μόνο τὴν πολιτικὴ ἀλλὰ καὶ τὴ θρησκευτικὴ ἐξουσία. Θὰ κυριαρχήσῃ σὲ ὅ­λο τὸν κόσμο καὶ θὰ πιέζῃ τοὺς ἀνθρώπους. Πολὺς λόγος γίνεται γιὰ τὸ 666 (βλ. Ἀπ. 13,18), ποὺ κι αὐτὸ εἶνε σημάδι ὅτι ἔρχεται ἡ ἡμέρα τοῦ ἀν­τιχρίστου. Μερικοὶ λένε ὅτι γεννήθηκε ἤδη. Δὲν γνωρίζω· ἕνα γνωρίζω, ὅτι θὰ ἔρθῃ. Ὁ ἅγι­ος Κύριλλος Ἰ­εροσολύμων σὲ μία σπουδαία ὁμι­λία του λέει, ὅτι αὐτοὶ ποὺ θὰ μαρτυρήσουν στὴν ἐποχὴ τοῦ ἀντιχρίστου θὰ εἶνε ἀνώτεροι ἀπὸ τοὺς μάρτυρας τῶν προηγουμένων αἰώνων.
⃝ Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη τοῦ ἀντιχρίστου ὁ Θεὸς δὲ θ᾽ ἀφήσῃ ἀβοήθητους τοὺς δούλους του. Θὰ ἔρθουν στὴ γῆ, γιὰ νὰ ἐνισχύσουν τὴν παράταξι τῶν ὀλίγων πιστῶν τέκνων του, δύο ἔξοχοι ἄνδρες, ὁ Ἐνὼχ καὶ ὁ Ἠλίας (πρβλ. ἔ.ἀ. 11,3-12).
⃝ Γενικὸ χαρακτηριστικὸ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων εἶνε, ὅτι θὰ πληθυνθῇ ἡ ἀνομία καὶ θὰ ψυ­γῇ ἡ ἀγάπη στοὺς περισσοτέρους (Ματθ. 24,12). Θὰ παγώσῃ ἡ ἀγάπη γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον.
⃝ Μία κατηγορία σημείων ποὺ ἐπίσης θὰ προηγηθοῦν τῆς δευτέρας παρουσίας εἶνε τὰ ἔκ­τα­κτα φυσικὰ φαινόμενα στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ. Στὸν οὐρανό· θὰ σκοτεινιάσῃ ὁ ἥλιος ὅπως τὴ Μεγάλη Παρασκευή· «ὁ ἥλιος σκοτισθήσε­ται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται» (Ματθ. 24,29. βλ. & Λουκ. 21,25-26). Στὴ γῆ· θὰ γίνουν μεγάλοι «σει­σμοὶ κατὰ τόπους» (Ματθ. 24,7. Μᾶρκ. 13,8. Λουκ.21,11). Κλέβε σὺ καὶ χτί­ζε οὐ­ρανοξύστες· σὲ μιὰ στιγμὴ ἕνας σεισμὸς τὰ ἰσοπεδώνει ὅλα. Ἀκόμη θὰ μολυνθοῦν τὰ νερὰ καὶ θὰ ψοφοῦν τὰ ψάρια (βλ. Ἀπ. 8,10-11). Τὸ εἴδαμε αὐτό· μὲ τὸ Τσερνομπὶλ ἔτρεμε ὁ κόσμος νὰ πιῇ ἕνα ποτήρι νερό, μήπως φαρμακωθῇ. Θὰ καῇ ἀκόμη ἕνα τρίτο τῶν δασῶν (βλ. ἔ.ἀ. 8,7).

* * *

Αὐτὰ εἶνε, ἀγαπητοί μου, συνοπτικὰ τὰ σπου­δαιότερα σημεῖα. Με­ρικὰ ἔγιναν, ἀλλὰ πολλοὶ δὲν τὰ κατάλαβαν· «ὁ δὲ παράνομος Ἰούδας οὐκ ἠβουλήθη συνιέναι» (γ΄ ἀντίφ. ὄρθρ. Μ. Παρ.). Ὁ Χριστὸς μᾶς λέει «Γρηγορεῖτε καὶ προσ­εύχεσθε» (Ματθ. 26,41). Ἔρ­χεται ὁ ἀντίχριστος· ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι καὶ νὰ περιμέ­νουμε πότε νὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος. Ναί, θὰ ἔρθῃ, γιὰ νὰ βάλῃ τάξι στὸν κόσμο. Ὑ­πάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾽ ἀκούει ὅλα, ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα. Θὰ δικαστοῦμε ἀκόμα καὶ γιὰ ἕνα λόγο, καὶ θὰ ἀμειφθοῦμε ἀκόμα καὶ γιὰ ἕνα ποτήρι νερὸ ποὺ θὰ δώσουμε. Τρομερὰ ἡ ἡμέρα ἐκείνη.
Εὔχομαι, ἀγαπητοί μου, ὅταν ἔρθῃ ἡ μέρα ἐ­κείνη, κανείς ἀπὸ μᾶς νὰ μὴν ἀκούσῃ τὴν τρο­με­ρὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ μας «Πορεύεσθε ἀπ᾽ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ». Ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, κλῆρος καὶ λαός, ἄντρες γυναῖκες καὶ παιδιά, ἀγράμματοι καὶ ἐγγράμματοι, φτωχοὶ καὶ πλούσιοι, ν᾽ ἀκούσουμε τὴ χαρμόσυνο φω­νή του· «Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. 25,41,34).

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Oμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στην Αγία Τριάδα Πτολεμαϊδος 22-2-1987

H δευτερα παρουσια

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 28th, 2011 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Kυριακή της Aπόκρεω

H δευτερα παρουσια

Β΄ΠαρουσιαΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω. Ἂν πιστεύαμε, σήμερα θὰ είχαμε πόνο στὴν καρδιὰ καὶ δάκρυα στὰ μάτια. Ἂν πιστεύαμε, θὰ κρατούσαμε στὸ χέρι κομποσχοίνι σὰν ἐκεῖνο ποὺ κρατοῦσε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος στὴν ἔρημο καὶ θὰ ἤμεθα πεσμένοι στὰ γόνατα καὶ θὰ παρακαλούσαμε τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους νὰ μᾶς σώσουν. Γιατί; Γιατὶ ἡ σημερινὴ Κυριακὴ διαφέρει ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες. 52 Κυριακὲς ἔχει ὁ χρόνος καὶ κάθε Κυριακὴ ἔχει τὸ εὐαγγέλιό της. Ἀλλὰ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶνε τὸ φοβερώτερο ἀπ᾿ ὅλα. Ὅταν τ᾿ ἀκοῦς νομίζεις πὼς ἀστράφτει καὶ βροντάει ὁ οὐρανός, νομίζεις ὅτι πέφτουν ἀστροπελέκια στὰ κεφάλια τῶν ἀμετανοήτων, νομίζεις ὅτι σείεται ἡ γῆ καὶ τὸ σύμπαν. Ἐὰν αὐτὰ ποὺ γράφει τὸ εὐαγγέλιο τὰ πιστεύαμε, θὰ ἦτο πολὺ διαφορετικὰ τὰ πράγματα. Τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο;

* * *

Ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἔρθῃ πάλι. Ἐκεῖνος ποὺ ἦρθε καὶ τὸν περιφρονήσαμε· ποὺ ἔζησε σὰν φτωχός, ὁ φτωχότερος ἀπ᾿ ὅλους· ποὺ δὲν εἶχε σπίτι, δὲν εἶχε ποῦ νὰ γείρῃ τὸ κεφάλι του· ἐκεῖνος ποὺ πείνασε καὶ δίψασε ψάχνοντας νὰ βρῇ τὸ χαμένο πρόβατο· ἐκεῖνος ποὺ τέλος σταυρώθηκε στὸ Γολγοθᾶ· ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος καὶ περιφρονημένος, αὐτὸς θὰ ἔρθῃ πάλι. Θὰ ἔλθῃ ἐν δόξῃ, μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων.
Πότε θὰ ἔρθῃ; Ἄγνωστο. Ὡς «κλέπτης» ἐν νυκτί, λέει ὁ διος (βλ. Ματθ. 24,43· Λουκ. 12,39), ξαφνικὰ σὰν τὴν «ἀστραπή» (βλ. Ματθ. 24,27· Λουκ. 17,24). Ὑπάρχουν ὅμως μερικὰ σημάδια, ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα μποροῦμε νὰ καταλάβουμε πότε θὰ γίνῃ ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου.
Ποιά εἶνε τὰ σημάδια; Είδατε, ἀγαπητοί μου, τὴν ἀμυγδαλιά; Εἶνε γυμνή. Ὅταν ἡ ἀμυγδαλιὰ βγάλῃ λουλούδια καὶ ἀσπρίσῃ καὶ φαίνεται σὰ᾿ νύφη στολισμένη, λές· Ἔρχεται ἡ ἄνοιξι. Ἔτσι κι ὅταν δοῦμε μερικὰ σημάδια στὸν κόσμο, θὰ καταλάβουμε ὅτι ἔρχεται ὁ βασιλεὺς τοῦ κόσμου. Τὰ σημάδια αὐτὰ μᾶς τὰ εἶπε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὰ ἐξήγησαν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶνε σημεῖα στὸν ἥλιο, στὴ σελήνη καὶ στὰ ἄστρα. Ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ, ἡ σελήνη θὰ χάσῃ τὸ φέγγος της, τὰ ἄστρα θὰ πέσουν (βλ. Ματθ. 24,29· Λουκ. 21,25). Ἀλλὰ καὶ σημεῖα στὴ γῆ. Ἡ γῆ ποὺ πατοῦμε τί εἶνε; Διάφορα στοιχεῖα. Ὅπως ἡ γυναίκα παίρνει τὸ ἀλεύρι, τὸ ζυμώνει μὲ τὸ νερὸ καὶ τὸ κάνει ψωμί, ἔτσι κι ὁ Θεὸς πῆρε τρία πράγματα, χῶμα – φωτιὰ – νερό, τὰ ζύμωσε καὶ ἔκανε τὴ γῆ. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ ἕνωσε τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τῆς γῆς, αὐτὸς θὰ πῇ νὰ διαλυθοῦν πάλι. Παράδειγμα ἡ θάλασσα. Τὰ κύματά της προχωροῦν ἀφρισμένα, ἀλλὰ σταματοῦν στὴν ἀκρογιαλιά. «Ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν» (Ψαλμ. 103,9). Τὴν ἀπέραντη θάλασσα ὥρισε ὁ Θεὸς νὰ τὴν σταματᾷ ἕνα λεπτὸ πραγματάκι, ἡ ἄμμος. Τῆς λέει Ἄλτ, δὲ᾿ θὰ προχωρήσῃς. Τὴν ἡμέρα ὅμως ἐκείνη τὴν φοβερὰ τὰ κύματα ἀφρισμένα θὰ ὑψωθοῦν, θὰ περάσουν τὴν ἀμμουδιά, θὰ προχωρήσουν, θὰ καλύψουν ἐκτάσεις, καὶ μετὰ πάλι θὰ τραβηχτοῦν μὲ θόρυβο, σὰν θεριὸ ποὺ μουγκρίζει. «Σάλος» θαλάσσης θὰ ἀκούγεται, λέει τὸ Εὐαγγέλιο (Λουκ. 21,25). Τὸ νερὸ τῶν ποταμῶν ἐπίσης θὰ λιγοστέψῃ καὶ θὰ ἀλλοιωθῇ. Τὰ δέντρα, λέει ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, θὰ στάζουν αἷμα. Ἀκόμα θὰ γίνῃ κάποιος «σεισμός» (Ἀπ. 16,18)· ὄχι ὅπως οἱ ἄλλοι σεισμοί, ποὺ εἶνε τοπικοί. Αὐτὸς θὰ εἶνε παγκόσμιος, θὰ σεισθῇ ὁλόκληρος ὁ πλανήτης, καὶ μαζὶ μὲ τὰ παλάτια θὰ γκρεμιστοῦν καὶ τὰ καλύβια· δὲ᾿ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον», ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. 24,2). Καὶ μετὰ θὰ σαλπίσῃ «σάλπιγγα μεγάλη» (ἔ.ἀ. 24,31), σάλπιγγα ἀρχαγγέλου ποὺ θὰ λέῃ· Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Καὶ ἀπὸ τοὺς τάφους καὶ κάθε μέρος μὲ τὸ θεῖο πρόσταγμα «οἱ νεκροὶ ἀναστήσονται» (Ἠσ. 26,19· Ἰωάν. 5,21). Αὐτὰ εἶνε μερικὰ ἀπὸ τὰ σημάδια ποὺ θὰ προηγηθοῦν.
Καὶ γιατί θὰ ἔρθῃ πάλι ὁ Χριστός; θὰ ρωτήσετε· ποιός ὁ λόγος; Διπλὸς εἶνε ὁ λόγος. Θὰ ἔρθῃ πρῶτον γιὰ νὰ φανερωθῇ ὅλη ἡ θεότης του. Θυμᾶστε τὴ Μεγάλη Παρασκευή; Ἐπάνω στὸ σταυρὸ φαινόταν ὡς ὁ πιὸ ἀδύνατος ἄνθρωπος. Ἀπὸ κάτω οἱ Ἑβραῖοι σὰν σκυλιὰ λυσσασμένα τὸν ὕβριζαν και τὸν ἔφτυναν. Καὶ μποροῦσε, ἐὰν κουνοῦσε τὸ δαχτυλάκι του μόνο, νὰ κάνῃ κάρβουνο αὐτὴ τὴ γῆ. Δὲν τὸ ἔκανε. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὅμως θὰ παρουσιαστῇ μὲ ὅλη τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς θεότητός του· καὶ τότε αὐτοὶ ποὺ τὸν βλαστήμησαν καὶ τὸν πότισαν ὄξος καὶ χολή, «ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν» (Ἰωάν. 19,37). Δεύτερον θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος γιὰ ν᾿ ἀποδώσῃ δικαιοσύνη. Ἐδῶ στὴ γῆ τώρα δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη. Οἱ ἄνθρωποι στενάζουν ἀπὸ τὴν ἀδικία. Λίμνη εἶνε τὰ δάκρυα τῶν ἀδυνάτων καὶ καταφρονεμένων γιὰ τὴν καταπίεσι καὶ ἐκμετάλλευσι ποὺ δέχονται. Βλέπεις π.χ. ἕναν ὑπάλληλο ποὺ τηρεῖ τὸν ὅρκο του νὰ ζῇ φτωχά, γιατὶ εἶνε τίμιος· καὶ βλέπεις τὸν ἄλλο, ποὺ ἐκμεταλλεύεται τὴ θέσι του, νὰ πλουτίζῃ καὶ νὰ θησαυρίζῃ. Ποῦ εἶνε ἡ δικαιοσύνη; Βλέπεις τὸν πάμπτωχο ἐργάτη νὰ μένῃ σὲ μιὰ παράγκα, καὶ τὸν ἄδικο καὶ ἄσπλαγχνο νὰ ζῇ μέσα στὴν πολυτέλεια καὶ εὐμάρεια. Βλέπεις τὴν τίμια γυναῖκα νὰ ζῇ ἐγκαταλελειμμένη ἀπὸ τὸν ἄντρα της καὶ νὰ τρέχῃ γιὰ νὰ ζήσῃ τὰ παιδιά της, καὶ τὴν ἄτιμη ἀντροχωρίστρα νὰ ζῇ σὰν βασίλισσα.
Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἄδικα θὰ τὰ τακτοποιήσῃ ἡ δευτέρα παρουσία. Θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος γιὰ ν᾿ ἀποδώσῃ δικαιοσύνη στὸν καθένα, νὰ ἀμείψῃ τοὺς δικαίους καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀσεβεῖς. Ναί, θὰ κρίνῃ τὸν κόσμο. Πῶς θὰ τὸν κρίνῃ; Θὰ στήσῃ ζυγαριά, ποὺ θὰ τὰ ζυγίσῃ ὅλα. Πρῶτα – πρῶτα θὰ ζυγίσῃ τὰ ἔργα μας, ὅλα ὅσα κάναμε. Καὶ τὰ φανερὰ καὶ τὰ κρυφὰ ποὺ δὲν τὰ εἶδε μάτι ἀνθρώπου. Θὰ ζυγίσῃ ἀκόμη τὰ λόγια μας. Ποιά λόγια; Τὶς φλυαρίες, κουτσομπολιά, κατακρίσεις, συκοφαντίες, αἰσχρολογίες, βλασφημίες, ψέματα, ψευδορκίες… Αὐτὰ ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα σὰν φαρμάκι ὀχιᾶς. Αὐτὰ ποὺ λέμε ἀπ᾿ τὸ πρωῒ ὣς τὸ βράδυ χωρὶς ἔλεγχο, ὅλα θὰ παρουσιαστοῦν γραμμένα ὅπως στὸ μαγνητόφωνο. Τὸ εἶπε καθαρὰ ὁ Χριστός, ὅτι θὰ δώσουμε λόγο γιὰ κάθε «ἀργὸ» λόγο (Ματθ. 12,36). Δὲν σοῦ ᾿δωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ γίνῃ πριόνι τοῦ διαβόλου· σοῦ τὴν ἔδωσε γιὰ νὰ λὲς τὸ «Κύριε, ἐλέησον» καὶ νὰ σκορπᾷς μύρο μὲ τὰ ὡραῖα σου λόγια. Αὐτὴ τὴ γλῶσσα θὰ τὴ ζυγίσῃ καὶ θὰ τὴν κρεμάσῃ ὁ Χριστός. Κ᾿ ἔπειτα μοῦ ᾿ρχονται στὴν ἐξομολόγησι· «Παπούλη, δὲν ἔκανα τίποτε, δὲ᾿ σκότωσα…». Σκότωσες μὲ τὴ γλῶσσα σου, διέλυσες σπίτια, χώρισες ἀντρόγυνα, ἄναψες φωτιές, κατέστρεψες κόσμο. Ἀλλοίμονο, δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Θὰ ζυγίσῃ ὅμως τότε ἀκόμη καὶ τὶς σκέψεις μας. Ναί. «Ὤ ποία ὥρα τότε!…», ὅπως ἔψαλαν σήμερα οἱ ψάλτες (αἶνοι Κυρ. Ἀπόκρεω), ποὺ ἔπρεπε νὰ τ᾿ ἀκοῦμε καὶ νὰ κλαῖμε. Θὰ ζυγιστοῦν καὶ οἱ σκέψεις μας, ὅλα τὰ πονηρὰ ποὺ διαλογιζόμεθα μέρα καὶ νύχτα.
Αὐτὸ εἶνε τὸ κριτήριο ποὺ θὰ κάνῃ ὁ Χριστός. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔχει μιὰ ὁμιλία στὴ δευτέρα παρουσία. Εἶμαι, λέει, ἁμαρτωλός, καὶ θὰ ἤθελα κ᾿ ἐγὼ νὰ μὴν ὑπάρχῃ κόλασις, γιατὶ τὴ φοβᾶμαι· ἀλλ᾿ ὅμως ὑπάρχει ἡ κόλασις! Γιὰ ὅλα μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλῃς· γιὰ ἕνα δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃς, ὅτι ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις, ὑπάρχει μέλλουσα ζωή, κόλασις καὶ παράδεισος. Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ὑπάρχει ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅλα, ὑπάρχει ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα.

* * *

Ἀδελφοί μου· νὰ ἔχουμε προσοχὴ στὸν βίο μας. Μιά φορὰ περνᾶμε ἀπὸ τὴ φλούδα αὐτὴ τῆς γῆς. Ἂς ἀποφεύγουμε τὸ κακὸ καὶ ἂς κάνουμε τὸ καλό· αὐτὸ θὰ μείνῃ. «Μακάριοι οἱ νεκροὶ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνῄσκοντες ἀπ᾿ ἄρτι», ὅτι «τὰ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ᾿ αὐτῶν» (Ἀπ. 14,13). Ἂς προσέξουμε, διότι δὲν ξέρουμε πότε ἔρχεται ὁ Κύριος. Εμαστε τώρα πιὸ κοντά. Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα σημάδια, ποὺ επαμε, ὑπάρχει καὶ ἕνα ποὺ ἔγινε στὶς μέρες μας καὶ δὲν τὸ προσέξαμε. Κάπου μιὰ προφητεία λέει, ὅτι ὅταν πλησιάζει ἡ δευτέρα παρουσία οἱ Ἑβραῖοι θὰ φτειάξουν κράτος. Ἔ, τὸ ἔφτειαξαν στὶς ἡμέρες μας, τὸ 1948. Μήπως, λοιπόν, ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα γίνῃ ἡ δευτέρα παρουσία;
Μακάρι ὅταν ἔρθῃ νὰ μᾶς βρῇ μέσ᾿ στὴν ἐκκλησία, τὴν ὥρα ποὺ γίνεται ἡ θεία λειτουργία, τὴν ὥρα ποὺ κοινωνοῦμε τὰ ἄχραντα μυστήρια, τὴν ὥρα ποὺ ἀκοῦμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Μακάρι νὰ μᾶς βρῇ στὸ σπίτι μέσα ἀγαπημένους ὅλους, συζύγους καὶ παιδιά. Μακάρι νὰ σὲ βρῇ τὴν ὥρα ποὺ κάνεις ἐλεημοσύνη. Μὴ μᾶς βρῇ ποτέ στὴν ἀτιμία καὶ τὴ διαφθορά.
Εθε ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ μετάνοια σὲ ὅλους μας, μικροὺς καὶ μεγάλους, κι ὅταν φθάσῃ ἡ τελευταία μας ὥρα νὰ σφραγίσουμε τὴ ζωή μας μὲ τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγίου Γεωργίου Περάματος – Πειραιῶς τὴν 12-2-1961.

___________

ΣTA ΡOYMANIKA

___________

MITROPOLITUL AUGUSTIN DE FLORINA:
PREDICĂ LA DUMINICA ÎNFRICOŞĂTOAREI JUDECĂŢI

CE ESTE IADUL?

(ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΚΟΛΑΣΗ;)

„Duceţi-vă de la mine, blestemaţilor, în focul cel veşnic care este pregătit diavolului şi îngerilor lui”

(Matei 25, 41)[…]

Când va veni acea zi din urmă, se va face despărţire! Precum ciobanul în fiecare seară, când îşi întoarce turma, – am văzut lucrul ăsta cu ochii mei – pune într-o parte oile şi într-alta caprele, aşa ne va despărţi şi pe noi, oamenii, Hristos. Va lua o sită şi ne va cerne; şi tot ce este netrebuincios va merge în foc, tot ce este grâu va merge în hambar. Va despărţi omenirea în două mari tabere: una va fi a drepţilor, iar alta, a păcătoşilor. Şi păcătoşilor, care vor merge în stânga Lui, Hristos le va spune cuvinte înfricoşătoare: „Duceţi-vă de la mine, blestemaţilor, în focul cel veşnic care este pregătit diavolului şi îngerilor lui” (Matei 25, 41).
Auziţi ce zice? Blestem, „blestemaţi”! Cine? Cei care nu au urechi să audă şi inimi să simtă cuvintele lui Hristos, cei care nu varsă o lacrimă pentru păcatele lor, cei care nu păzesc poruncile şi mai ales porunca iubirii. Acestora, blestem, şi de-a dreptul, fără echivoc, le-a spus că nu vor avea parte de milă: „Duceţi-vă de la mine, blestemaţilor, în focul cel veşnic…”.
Eu, fraţii mei, sunt un păcătos şi mă tem de iad. Voi sunteţi sfinţi şi nu vă temeţi? Există suflet nemuritor şi un Judecător care ne va judeca sufletul în ziua judecăţii. Şi atunci Hristos va spune un cuvânt pe care nu l-a spus nicicând altădată. El care a fost numai dragoste şi iertare şi până şi pentru răstignitorii Săi a zis: „Părinte, iartă-le lor” (Luca 23, 34), acum este Acelaşi, venind din cer şi spunând înaintea întregii lumi: „Duceţi-vă de la Mine, blestemaţilor, în focul cel veşnic care este pregătit diavolului şi îngerilor lui”.
Acest blestem duce la iad. Dar ce este iadul? Este o pedeapsă. Ce pedeapsă? Trei lucruri este iadul: primul, despărţire, al doilea, pedeapsa veşnică şi al treilea, sălăşluire împreună cu demonii.
– Despărţire. Ce fel de despărţire? Tremură femeia să nu se despartă de bărbat, tremură bărbatul să nu se despartă de femeie, tremură mai înainte de toţi mama să nu se despartă de copil. Nimeni nu poate să trăiască fără persoane iubite. Trăim prin iubire: trăim pentru că există persoane care ne iubesc. Dacă va lipsi iubirea lor, viaţa devine de netrăit. Însă mai mult şi decât mamă, şi decât tată, şi decât toţi este Dumnezeu, pricina şi izvorul a tot binele. Dacă despărţirea de oamenii iubiţi face viaţa de netrăit, cu atât mai mult despărţirea de Dumnezeu! Să nu ne despărţim de Dumnezeu! Pentru că asta înseamnă iad.
– Apoi, acest iad este pedeapsă veşnică. Nu este o pedeapsă de câteva zile, de câteva săptămâni, nici de câţiva ani. Cum să o descriu? Un mare poet al Apusului a făcut o icoană, ca să ne ofere o idee despre veşnicie. Închipuiţi-vă, zice, o mare. Şi, apoi, o pasăre misterioasă care vine din vreme în vreme, cum vin în fiecare an berzele, iar în fiecare iarnă rândunelele – acum, se apropie vremea în care ne vor veni. Însă această pasăre a veşniciei, imaginaţi-v-o că vine nu după un an, ci după o mie de ani. Şi imaginaţi-vă că ia anul acesta o picătură din această mare. Şi, apoi, după o mie de ani, că ia o a doua picătură. Şi, apoi, după o altă mie de ani, că ia a treia picătură… Câţi ani, câte milioane şi zeci de milioane trebuie să treacă până când pasărea va lua şi ultima picătură din mare? Matematicienii zic că va veni ceasul şi clipa în care pasărea va lua cu pliscul ei şi ultima picătură. Da, se termină şi marea şi râurile. Dar veşnicia? O, veşnicia! De aceea este înfricoşător cuvântul: „Duceţi-vă de la mine, blestemaţilor, în focul cel veşnic …”.
– În sfârşit, iadul nu este doar despărţire de Dumnezeu şi pedeapsă veşnică; iadul este şi sălăşluire împreună cu demonii. Femeia rabdă lângă un bărbat hulitor şi mitocan, rabdă bărbatul lângă o femeie răufăcătoare şi stricată, rabdă tatăl atunci când are copii obraznici, rabdă cel ce e obligat să trăiască împreună cu cei răi. Cine a făcut închisoare? În anii grei, toţi dintre noi care au fost arestaţi şi aruncaţi în temniţe şi în lagăre erau obligaţi să trăiască împreună cu tot felul de criminali. Cum să nu sufere cineva în astfel de medii, cum le-a descris rusul Dostoievski, în lucrarea sa «Ocnele»! Aşadar, vrei lângă tine un tovarăş bun. Însă acolo, în iad, cine îţi va ţine companie? Demonii! Cele mai oribile şi scârboase din toate fiinţele.
Astfel va fi iadul, fraţii mei, unde vor fi aruncaţi cei blestemaţi în focul cel veşnic.

***

Credem acestea? Nu! Generaţia noastră necredincioasă şi stricată le consideră minciuni! Ne aflăm în anii necredinţei. În anii de demult, bunica spunea nepotului ei: Copilaşul meu, să nu spui minciuni, că te vei duce în iad… Preotul analfabet spunea turmei lui: – Luaţi aminte, nu furaţi, nu necinstiţi, nu ucideţi, că vă veţi duce în iad… Le era frică de iad. Şi pământul era un rai. Din clipa în care am încetat să ne temem de dumnezeiescul tribunal şi am chicotit şi am crăpat de râs şi am izgonit din sufletul nostru marile adevăruri despre rai şi iad, de atunci acest pământ s-a transformat în iad. Nu vrei să auzi de iad? Iată iadul! Şi nu te temi de iad? Iadul, însă, vine. Vine veşnică pedeapsă pentru toţi câţi au păcătuit în această lume a păcatului.
Dar în faţa iadului cum de mai există dispoziţie şi chef, încât unii să danseze şi să se distreze, iar alţii să înjure şi să necinstească? Nu, fraţii mei! Să trăim după Dumnezeu, să trăim după Evanghelie. Să ne pregătim dinainte sufletele noastre. Şi vă doresc ca Dumnezeu să ne învrednicească să ajungem în Marea Săptămână şi să sărbătorim Cinstitele Patimi ale Domnului şi slăvita Lui Înviere. Amin.

(SURSA: “Ne vorbeşte părintele Augustin, Mitropolitul de 104 ani”, vol. 2)

AΣ ΒΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ!

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 27th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

AΣ ΒΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ!

«Εἶπεν ὁ Κύριος· Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8,12)

- p. Ayg. kΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ ἐπάνω στὸ εὐαγγέλιο θέλω νὰ σᾶς πῶ. Δὲν θὰ μιλήσω σὲ ὅλο τὸ εὐαγγέλιο, ἀλλὰ μόνο στὴν ἀρχή του.
O Χριστὸς μιὰ μέρα εἶδε τὸν ἥλιο νὰ βγαίνῃ. Καὶ μὲ ἀφορμὴ τὴν ἀνατολή, ποὺ εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον καταπληκτικὰ θεάματα, καθὼς εἶδε τὸ φῶς νὰ σκορπίζεται σ᾿ ὅλη τὴν πλάσι, εἶπε· «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰωάν. 8,12). Μὲ ἀφορμὴ τὸ ῥητὸ αὐτὸ ἂς δοῦμε κ᾿ ἐμεῖς ἕνα ὑψηλὸ θέμα. Θὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ φῶς. Εἶνε θέμα κάπως δύσκολο, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω νὰ τὸ κάνω ὅσο μπορῶ πιὸ ἁπλό.

* * *

Τὸ φῶς, ἀγαπητοί μου, εἶνε δύο εἰδῶν· ὑπάρχει φῶς ὑλικὸ καὶ φῶς πνευματικό. Τὸ ὑλικὸ φῶς ποιό εἶνε· εἶνε ἕνα κεράκι ποὺ φωτίζει μέσ᾿ στὴ νύχτα, εἶνε τὸ καντήλι ποὺ καίει μὲ τὸ λάδι τὸ εὐλογημένο, εἶνε τὸ ἠλεκτρικὸ φῶς ποὺ παράγεται ἀπὸ ἐνέργεια ετε τοῦ νεροῦ ετε καύσεως μὲ κάρβουνο ἢ πετρέλαιο. Ἀλλὰ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα τὰ φῶτα, ἡ μεγαλυτέρα πηγὴ φωτὸς εἶνε ὁ ἥλιος. Σκεφτήκατε ποτὲ τί εἶνε ὁ ἥλιος; Καὶ μόνο αὐτὸς φτάνει ν᾿ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Θαυμαστὸς εἶνε ὁ ἥλιος. Γιατί εἶνε θαυμαστός;
ϗ Εἶνε θαυμαστὸς πρῶτα γιὰ τὸ μέγεθός του. Τὸν βλέπετε σὰ᾿ μιὰ μπάλλα ποὺ παίζουν τὰ παιδιά. Τόσο μικρὸς εἶνε; Ὤ εἶνε πολὺ μεγάλος. Φαίνεται ἔτσι, ἐπειδὴ εἶνε πολὺ μακριὰ ἀπὸ μᾶς. Λένε οἱ ἀστρονόμοι ὅτι, γιὰ νὰ φθάσουμε ἐκεῖ, πρέπει νὰ ταξιδεύουμε ἐπὶ 250 χρόνια! Ἂν δηλαδὴ μπῇς σὲ διαστημόπλοιο καὶ ξεκινήσῃς, ὥσπου νὰ φτάσῃς ἐκεῖ θὰ ἔχῃς πεθάνει· τὰ δισέγγονα ἢ τρισέγγονά σου θὰ φτάσουν στὸν ἥλιο – ἂν μπορέσουν βέβαια νὰ πλησιάσουν, λόγῳ τῆς θερμοκρασίας του. Ἔχει λοιπὸν μέγεθος τεράστιο. Λένε οἱ ἀστρονόμοι, ὅτι πρέπει νὰ βάλουμε τὴ Γῆ 1.000.300 φορές, γιὰ νὰ φτειάσουμε τὸν ἥλιο!
ϗ Εἶνε ἀκόμη θαυμαστὸς ὁ ἥλιος γιὰ τὸ φῶς ποὺ ἀκτινοβολεῖ σὲ ὅλο τὸν κόσμο. Χωρὶς τὸ ἡλιακὸ φῶς τίποτε δὲν ζῇ. Βλέπεις τὰ ἄνθη; βλέπεις τοὺς καρποὺς τῶν δέντρων; βλέπεις τὰ σπαρτὰ πού ᾿νε τώρα πράσινα; Ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ νερό, ἀλλὰ περισσότερο ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἥλιο. Ὁ ἥλιος τὰ μεστώνει, τὰ ὡριμάζει, τὰ κάνει χρυσᾶ. Τὰ μῆλα ποὺ τρῶς, τὰ ἀχλάδια, τὰ πορτοκάλια, εἶνε «κονσέρβες ἥλιου» ὅπως εἶπε κάποιος. Εἶνε ζυμωμένα μὲ τρία πράγματα· χῶμα, νερὸ καὶ ἥλιο. Χωρὶς ἥλιο, τίποτα δὲν παράγεται. Ἂν σβήσῃ ὁ ἥλιος, ὅλες οἱ ΔΕΗ τοῦ κόσμου νὰ δουλεύουν μέρα – νύχτα, δὲ᾿ μποροῦν ν᾿ ἀναπληρώσουν τὸ ἡλιακὸ φῶς οὔτε μιᾶς ὥρας. Καὶ τὸ φῶς αὐτὸ ―παρακαλῶ― μᾶς προσφέρεται δωρεάν.
ϗ Θαυμαστὸς ὁ ἥλιος γιὰ τὸ μέγεθός του, θαυμαστὸς γιὰ τὸ φῶς του. Εἶνε ἀκόμη θαυμαστὸς γιὰ τὴ θέσι του. Μένει σὲ ὡρισμένη ἀπόστασι, ὑπακούει στὸ δρομολόγιο τοῦ Θεοῦ. Ὑποθέστε, ὅτι ὁ ἥλιος ἀπομακρύνεται καὶ τὸν βλέπουμε σὰν ἕνα ἀστεράκι ποὺ οἱ ἀκτῖνες του δὲ᾿ φτάνουν στὴ γῆ. Τότε τί θὰ γίνῃ; Θὰ παγώσουν ὅλα, θὰ φτάσῃ τὸ θερμόμετρο ἑκατὸ ὑπὸ τὸ μηδέν, θὰ γίνουν κρύσταλλο τὰ ποτάμια, οἱ λίμνες, τὰ πάντα, κ᾿ οἱ ἄνθρωποι θὰ πεθάνουν. Ἂν πάλι ὑποθέσουμε, ὅτι ὁ ἥλιος φεύγει ἀπὸ τὴ θέσι ποὺ τοῦ ὥρισε ὁ Θεὸς κ᾿ ἔρχεται πιὸ κοντά, τότε θὰ τὸν δοῦμε δέκα φορὲς πιὸ μεγάλο καὶ ἡ θερμοκρασία θὰ φτάσῃ ἑκατὸ πάνω ἀπὸ τὸ μηδέν· τότε ἡ γῆ θὰ γίνῃ κάρβουνο. Ὦ Θεέ μου, ὅλα μὲ σοφία τά ᾿χεις κάνει (βλ. Ψαλμ. 103,24)! Τὸν ἔβαλες τὸν ἥλιο σὲ τέτοια ἀπόστασι, ὥστε οὔτε νὰ καίῃ τὸν ἄνθρωπο, οὔτε νὰ τὸν παγώνῃ, ἀλλὰ νὰ τὸν ζωογονῇ. Ἐν τούτοις ὁ ἄνθρωπος εἶνε ἀχάριστος καὶ ἀγνώμων, ἀλλὰ καὶ ἄπιστος· ἰδίως οἱ λεγόμενοι ἐπιστήμονες. (Σῶσε μας, Κύριε, ἀπὸ γιατρούς, ἀπὸ δικηγόρους, ἀπὸ μηχανικούς, ποὺ βγῆκαν ἀπ᾿ τὰ πανεπιστήμια καὶ διδάσκουν ἀθεΐα). Ἕνας τέτοιος λοιπόν, ἕνας γιατρὸς ἄπιστος, ἦρθε σ᾿ ἕνα χωριό, καὶ ἔλεγε· ―Δὲ᾿ βαριέστε· τί πᾶτε σὲ ἐκκλησιές; τί κάνετε σταυρούς; Ψέματα εἶνε ὅλ᾿ αὐτά, δὲν ὑπάρχει Θεός. Ποιός τὸν εἶδε τὸ Θεό;… Ἤτανε μήνας Ἰούλιος, μεσημέρι, κι ὁ ἥλιος ἔλαμπε στὸν οὐρανό. Τὴν ὥρα ἐκείνη περνοῦσε ὁ παπᾶς, ἄνθρωπος ἀγράμματος ἀλλὰ πολὺ πιστός. Τὸν ἄκουσε, καὶ τοῦ λέει· ―Ἔλα ᾿δῶ, γιατρέ. Ἀνέβα σ᾿ αὐτὸ τὸ πεζούλι καὶ κοίταξε τὸν ἥλιο. ―Μὰ τί εἶν᾿ αὐτὰ ποὺ λές; θὰ στραβωθῶ. ―Ἄ, γιατρέ, λέει ὁ παπᾶς· τὸν ἥλιο δὲ᾿ μπορεῖς νὰ δῇς, τὸ Θεὸ θέ᾿ς νὰ δῇς;… Ἔτσι ὁ ἄπιστος ἀποστομώθηκε.
ϗ Ἕνα ἄλλο θαυμαστὸ πρᾶγμα στὸν ἥλιο εἶνε, πῶς καίει. Ρώτησα ἐπιστήμονα· δὲ᾿ μπόρεσε νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ. Ἡ λαμπάδα καίει μὲ κερί, τὸ καντήλι καίει μὲ λάδι, ἡ λάμπα καίει μὲ πετρέλαιο, ἡ Δ.Ε.Η. καίει μὲ κάρβουνο ἢ νερό· κι ὁ ἥλιος μὲ τί καίει; Μυστήριο. Τώρα τελευταίως λένε, ὅτι καίει μὲ πυρηνικὴ ἐνέργεια.
ϗ Ἀλλ᾿ ὣς πότε θὰ καίῃ; Θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ ὁ ἥλιος θὰ σβήσῃ ὅπως σβήνει ἡ λάμπα, καὶ τότε θὰ ἔρθῃ ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου. Στὰ παλιὰ τὰ χρόνια λάτρευαν τὸν ἥλιο. Καὶ μέχρι σήμερα ὑπάρχουν λαοὶ ποὺ τὸν ἔχουν γιὰ Θεό. Περιηγηταὶ λένε, ὅτι εἶδαν στὴν Ἀφρικὴ τὴν ὥρα τῆς ἀνατολῆς ἕνας ἰθαγενὴς νὰ χτυπάῃ ἕνα τύμπανο ἀπὸ δέρμα λιονταριοῦ, καὶ οἱ ἄλλοι μόλις τ᾿ ἀκοῦνε νὰ πέφτουν καὶ νὰ προσκυνοῦν τὸν ἥλιο. Ἀλλὰ ὁ ἥλιος δὲν εἶνε Θεός· εἶνε κτίσμα τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἐμεῖς, μὲ εὐγνωμοσύνη στὸ Δημιουργό, τὴν ὥρα τῆς ἀνατολῆς τοῦ λέμε· «Δόξα σοι, τῷ δείξαντι τὸ φῶς» (δοξολ.)· δοξασμένος νά ᾿σαι, Κύριε, σ᾿ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὸν ἥλιο! Νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, διότι σᾶς τὸ λέω· ὅπως σβήνει τὸ καντήλι κι ὅπως σβήνει τὸ κερί, ἔτσι θά ᾿ρθῃ ὥρα ποὺ κι «ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ» (Ματθ. 24,29).

* * *

Ὅλα θὰ σβήσουν, ἀγαπητοί μου, κι ὁ ἥλιος καὶ τὸ φεγγάρι καὶ τὰ ἄστρα. Ἕνα ἄλλο ὅμως φῶς δὲ᾿ θὰ σβήσῃ ποτέ, ἕνας ἄλλος ἥλιος θὰ μείνῃ γιὰ πάντα ἄδυτος. Εἶνε τὸ πνευματικὸ φῶς, ὁ πνευματικὸς ἥλιος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό του· «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (ἔ.ἀ.).
Ὁ Χριστὸς εἶνε «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν» (Ἰωάν. 1,9)· κι ὅπως φωτίζει ὁ ἥλιος καὶ σκορπίζει τὰ σκοτάδια κ᾿ ἔρχεται ἡ ἡμέρα λαμπρὰ καὶ βγαίνουν οἱ ἄνθρωποι στὶς ἐργασίες τους, ἔτσι κι ὁ Χριστός ἦρθε μέσ᾿ στὸ σκοτάδι τῆς ἀνθρωπότητος ὡς φῶς, μέγα φῶς. Τί σκοτάδι ὑπῆρχε; σκοτάδι ὄχι φυσικὸ ἀλλὰ σκοτάδι πνευματικὸ καὶ ἠθικό. Διαβάστε τὴν ἱστορία νὰ δῆτε· προτοῦ νὰ ἔρθῃ ὁ Χριστὸς οἱ ἄνθρωποι λάτρευαν τὰ εδωλα. Ἄλλοι λάτρευαν τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι, τὰ ἄστρα· ἄλλοι λάτρευαν τὰ ποτάμια, τὶς λίμνες, τὰ δέντρα· ἄλλοι λάτρευαν τὰ ζῷα, τὰ λιοντάρια, τὰ φίδια· ὅ,τι θέ᾿ς λάτρευαν. Σκοτάδι – μεσάνυχτα εἶχε ὁ κόσμος. Καὶ ξαφνικὰ μέσ᾿ στὸ σκοτάδι, σὰν τὸν ἥλιο, βγῆκε ὁ Χριστὸς καὶ φώτισε τὸν κόσμο.
Πῶς τὸν φώτισε; Πρῶτον μὲ τὴ διδασκαλία του. Κανείς ἄλλος δὲν εἶπε τὰ λόγια ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Ἀνώτερη διδασκαλία δὲν ὑπάρχει. Εἶνε διδασκαλία ἀδιάψευστη· «ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24,35), εἶπε ὁ διος. Τὸν φώτισε ἔπειτα μὲ τὰ θαύματά του· μετρᾷς τὰ ἄστρα; μετρᾷς τὴν ἄμμο; ἄλλο τόσο μπορεῖς νὰ μετρήσῃς τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει, καὶ θὰ κάνῃ εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων καὶ τῶν ἀθέων ὁ Χριστός. Φώτισε ἀκόμη τὸν κόσμο μὲ τὴν ἁγία του ζωή. Ἔζησε ἔτσι, ποὺ κανείς ἀπ᾿ τοὺς ἐχθρούς του δὲ᾿ μπόρεσε νὰ τὸν κατηγορήσῃ ὅταν τοὺς προκάλεσε μὲ τὸ ἀθάνατο ἐκεῖνο· «Τίς ἐξ ὑμῶν ἐλέγχει με περὶ ἁμαρτίας;» (Ἰωάν. 8,46). Ὁ ἥλιος ἔχει κηλῖδες, τεράστιες κηλῖδες, τὶς ὁποῖες παρατηροῦν οἱ ἀστρονόμοι· ὁ Χριστὸς εἶνε ἀκηλίδωτος, ἀναμάρτητος. Νά γιατί εἶνε τὸ φῶς ποὺ φωτίζει μικροὺς καὶ μεγάλους, «πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον» (Ἰωάν. 1,9).

* * *

Σᾶς παρουσίασα, ἀγαπητοί μου, τὸ φυσικὸ φῶς, ποὺ εἶνε ὁ ἥλιος· σᾶς παρουσίασα καὶ τὸ πνευματικὸ φῶς, ποὺ εἶνε ὁ Χριστός. Δυστυχὴς ὅποιος δὲ᾿ βλέπει τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, πιὸ δυστυχὴς ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ Χριστὸ διότι εἶνε τυφλὸς στὴν ψυχή. Καὶ εὐτυχὴς ὅποιος βλέπει τὸν φυσικὸ ἥλιο, ἀπείρως δὲ εὐτυχέστερος ὅποιος γνώρισε τὸ Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Ἔτσι τὸν γνώρισαν οἱ ἀναρίθμητες μυριάδες τῶν ἁγίων ποὺ τιμᾷ ἡ Ἐκκλησία καθημερινῶς.
Ἀδελφοί, ἂς βγοῦμε ἀπὸ τὸ σκοτάδι! τόσο ὡς ἄτομα ὅσο καὶ ὡς σύνολο. Διότι ἀκόμη ἡ ἀνθρωπότης ἀλλὰ καὶ ἡ πατρίδα μας ἔχει σκοτάδι. Ὦ Ἑλλάς, εὐλογημένη χώρα, δὲν εἶνε φῶς ὁ ἄλφα ἢ ὁ βῆτα πολιτικὸς ἢ φιλόσοφος ἢ κοινωνιολόγος. Ἕνας μόνο εἶνε τὸ φῶς. Τρέξε κοντά του. «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός». Τὸ δὲ φῶς εἶνε ὁ Χριστός· ὅν, παῖδες, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου εις τον ιερό ναὸ της  Ἁγίας Εἰρήνης Μελίτης – Φλωρίνης 5-5-1988)

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 14th, 2011 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Λουκά 15, 11-32)

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

ΑΣΩΤΟΥΤΙ ΚΑΝΕΙ, ἀγαπητοί μου, τὸν ἄνθρωπο ν᾿ ἀφήνῃ τὸ δρόμο τῆς ἁμαρτίας καὶ νὰ ἐπιστρέφῃ στὸ Χριστό; Αὐτὸ βλέπουμε σήμερα στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου.

* * *

Ὅταν ὁ Κύριος κήρυττε, ὅπως σημειώνουν οἱ εὐαγγελισταί, «ὁ λαὸς ἅπας ἐξεκρέματο αὐτοῦ ἀκούων» (Λουκ. 19,48), ὅλοι ἐκρέμοντο ἀπὸ τὰ χείλη του, καὶ αὐθόρμητα ἔλεγαν· «Οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰωάν. 7,46). Ὅλοι θαύμαζαν τὸ Χριστό. Πόσοι ὅμως τὸν ἄκουγαν ὄχι μόνο μὲ τὰ αὐτιὰ τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ αὐτιὰ τῆς ψυχῆς; Πόσοι ἐδονοῦντο ψυχικῶς; Πόσοι ἄλλαζαν καὶ ἐπέστρεφαν στὴν εὐθεῖα ὁδό; Λίγοι ἔκαναν πρᾶξι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ. Τί λοιπὸν συνέβαινε σ᾿ αὐτούς;
Τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιστροφῆς αὐτῶν τῶν ὀλίγων βρίσκεται στὸ ἑξῆς. Αὐτοὶ δὲν ἔμεναν ἁπλῶς στὸ θαυμασμό· βύθιζαν συγχρόνως τὸ βλέμμα στὴ δική τους καρδιὰ καὶ παρατηροῦσαν τὴν ἀθλιότητά τους. Ὤ, τί συναισθήματα τοὺς ἔφερνε αὐτὴ ἡ συγκριτικὴ ἐξέτασις! Ἀπέναντί τους ἦταν ἐκεῖνος ποὺ δόλος δὲ᾿ βρέθηκε στὸ στόμα του (πρβλ. Ἰωάν. 1,47), ἐκεῖνος ποὺ ἦταν ἀνεξάντλητος ὠκεανὸς ἀγάπης, ἐκεῖνος ποὺ πονοῦσε στὴ δυστυχία τῶν ἀνθρώπων. Ἔβλεπαν ἕνα μεγαλεῖο, μιὰ μορφὴ ἰδανική. Αὐτοὶ τί ἦταν ἐμπρός του; ἐλεεινοὶ καὶ τρισάθλιοι. Ὁ Χριστὸς ὕψος, αὐτοὶ βάραθρο. Ὁ Χριστὸς κορυφή, ―«ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετὴ αὐτοῦ» (Ἀμβ. 3,3)―, αὐτοὶ ἄβυσσος κακίας καὶ διαφθορᾶς. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ τρομακτικὴ ἀπόστασι, ποὺ τοὺς χώριζε ἀπὸ τὸ Χριστό, τοὺς συγκλόνιζε, τοὺς ἔφερνε σὲ περισυλλογή, τοὺς δημιουργοῦσε τὸν πόθο, τὸν ἔρωτα τοῦ μεγαλείου. Αὐτὸ τοὺς ἔκανε ν᾿ ἀφήσουν τὰ χαμηλά, τὴ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας, καὶ νὰ πετάξουν ψηλά, σὲ κόσμους ὄμορφους, «ἠθικούς, ἀγγελικὰ πλασμένους», νὰ ἑλκύωνται ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ γίνουν μικρόχριστοι ἐπὶ τῆς γῆς. Ἂν οἱ ἄλλοι, τὸ πλῆθος, ἔμειναν στάσιμοι στὰ λιμνάζοντα ἕλη τῆς ἁμαρτίας, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ ὅτι αὐτοὶ θαύμαζαν μὲν τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἔστρεφαν ὅμως τὸ βλέμμα καὶ πρὸς τὰ ἔσω, δὲν ἔβλεπαν καὶ τὴ δική τους ἀθλιότητα. Ἂν ἔστρεφαν τὸ βλέμμα στὴν καρδιά τους, ἡ τρομακτικὴ ἀντίθεσι θὰ τοὺς ὡδηγοῦσε σὲ σοβαρὲς σκέψεις, θὰ τοὺς ἀναστάτωνε, θὰ τοὺς ἔκανε νὰ πάρουν ταπεινωμένοι τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, τῆς ἀλλαγῆς, τῆς σωτηρίας. Θέλετε μερικὰ παραδείγματα;
ϗ Ὅταν ὁ Κύριος πέρασε ἀπὸ τὴν Ἰεριχώ, πολὺς κόσμος ἔτρεξε νὰ τὸν ἀκούσῃ ἀπὸ περιέργεια. Τίνος ὅμως τὴν καρδιὰ διεπέρασε τὸ ἠλεκτρικὸ ῥεῦμα τοῦ λόγου του; τίνος ἡ συνείδησι ξύπνησε; Ποιός ἀπὸ ᾿κεῖνο τὸ συρφετὸ ἔνιωσε τὸ Χριστό; Μόνο ὁ Ζακχαῖος. Αὐτὸς πέταξε λίγο πάνω ἀπὸ τὸ χῶμα καὶ τὴν ὕλη, ἀνέβηκε στὴ συκομορέα, ἀντίκρυσε τὸν Ἰησοῦ καὶ συγκλονίστηκε. Ἔκανε σύγκρισι μὲ τὴ δική του ἀθλιότητα. Ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε οὔτε δραχμὴ στὴν τσέπη, αὐτὸς εἶχε ποσὰ ἀμύθητα· ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶχε ποῦ νὰ γείρῃ τὸ κεφάλι (βλ. Ματθ. 8,20· Λουκ. 9,58), αὐτὸς εἶχε τὸ καλύτερο μέγαρο· ὁ Ἰησοῦς περιώδευε πόλεις καὶ χωριὰ «εὐεργετῶν καὶ ἰώμενος» (Πράξ. 10,38), ἦταν ἡ παρηγοριὰ καὶ ὁ προστάτης τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, αὐτὸς σκόρπιζε θλῖψι καὶ πόνο, ἀφοῦ τοὺς ἔκλεβε τὸ ψωμὶ μὲ τὸ νόμο. Αὐτὴ ἡ τρομακτικὴ ἀπόστασι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Χριστοῦ τὸν συγκλόνισε, καὶ πῆρε ἀποφασιστικὰ τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Ἤθελε νὰ πλησιάσῃ στὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ ποὺ λέει «Πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ.19,21). Καὶ δὲν ἔφθασε μὲν στὸ σημεῖο αὐτό, εἶπε ὅμως· «Τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς» (Λουκ. 19,8). Βρέθηκε, ἐν πάσῃ περιπτώσει, στὴν ὁδὸ ποὺ ὁδηγεῖ στὸ μεγαλεῖο· φάνηκε δὲ πολὺ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν πλούσιο ἐκεῖνο νεανίσκο ποὺ «ἀπῆλθε λυπούμενος» (Ματθ. 19,22· Μᾶρκ. 10,22), ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ἔδειξε τὸ ὕψος τῆς ἀκτημοσύνης.
ϗ Ἄλλο παράδειγμα. Ἂν ἡ Σαμαρεῖτις ἐπέστρεψε στὸ Χριστὸ καὶ ἔγινε ἡ ἁγία Φωτεινή, τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιστροφῆς της βρίσκεται στὸ ὅτι, ὅταν ἀντίκρυσε τὸ μεγαλεῖο τοῦ Χριστοῦ, εἶδε συγχρόνως καὶ τὴ δική της ἀθλιότητα. Διέκρινε ἐμπρός της κάποιον μὲ ἀνώτερο πνεῦμα, ποὺ ἔβλεπε κι αὐτὴν σὰν παιδὶ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἐξέταζε σὲ ποιά φυλὴ ἀνήκει οὔτε τίνος χρώματος εἶνε. Ἐμπρός της εἶχε ἕνα προφήτη, ποὺ τῆς εἶπε μὲ λεπτομέρειες τὰ ἁμαρτήματά της. Τέλος ἡ ὑψηλὴ διδασκαλία του ὅτι «πνεῦμα ὁ Θεὸς» (Ἰωάν. 4,24) κι ὅτι μπορεῖ νὰ λατρεύεται παντοῦ, τὴ συγκλονίζει. Βλέπει ὅμως ἔπειτα καὶ τὴ δική της ἀθλιότητα καὶ τρομάζει. Τί ἦταν αὐτή; Μία πόρνη· πέντε ἄντρες εἶχε ἀλλάξει, κι αὐτὸς ποὺ εἶχε τώρα δὲν ἦταν ἄντρας της. Ἐμπρὸς στὸ Χριστὸ ἔνιωσε ῥάκος. Καὶ ὅμως βλέπει τὸν ἥλιο – Χριστὸ νὰ καταδέχεται ν᾿ ἀγγίζῃ τὸ δικό της βόρβορο. Αὐτὴ ἡ συναίσθησι ὅτι εἶνε μηδέν, ἰδού, ἀγαπητοί μου, τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιστροφῆς της.
ϗ Ἀλλ᾿ ἐκεῖ ποὺ καθαρώτερα φανερώνεται ποιό εἶν᾿ ἐκεῖνο ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐπιστρέφῃ στὸ Θεό, εἶνε ἡ σημερινὴ παραβολή. Ὁ ἄσωτος, ὅταν σώθηκαν τὰ λεφτὰ κι ἀπὸ τὴν πεῖνα κατήντησε χοιροβοσκὸς κ᾿ ἔτρωγε ξυλοκέρατα, βρέθηκε σὲ δύσκολη θέσι. Ἕνα βασιλόπουλο αὐτός, νὰ βόσκῃ χοίρους! Τὸ περιβάλλον ἐκεῖνο τοῦ εἶνε ἀφόρητο. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ εἶχε γίνει ἀκάθαρτος σὰν τοὺς χοίρους ποὺ ἔβοσκε, ἔτσι τοῦ ἄξιζε. Αὐτὴ ἡ ἀπερίγραπτη ἀθλιότης δημιουργεῖ στὴν ψυχή του ἕνα συναίσθημα συντριβῆς. Κλαίει. Ἡ σκέψι του πετᾷ στὸ πατρικό του, ὅπου κι αὐτοὶ ἀκόμα οἱ δοῦλοι περνοῦν καλύτερα. Ὤ τὸ μεγαλεῖο τοῦ πατρικοῦ του σπιτιοῦ, ὤ ἡ δική του ἀθλιότης! Συγκλονίζεται. Καὶ ἀκριβῶς ἐδῶ, ἀγαπητοί μου, μεταξὺ τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς ἀθλιότητος, παίχθηκε τὸ δρᾶμα τῆς ἐπιστροφῆς του.
Ἀπὸ τὰ παραδείγματα αὐτὰ καταλαβαίνουμε, ὅτι τὸ μυστικὸ τῆς ἐπιστροφῆς βρίσκεται σὲ δύο σημεῖα· στὸ θαυμασμὸ τῆς πίστεως καὶ στὴ δική μας αὐτομεμψία.

* * *

Ἀδελφοί μου! Ἡ θρησκεία τοῦ Ἰησοῦ μας ἔχει μεγαλεῖο, ἡ Ἐκκλησία εἶνε ὕψος θαυμαστό. Μέσα σ᾿ αὐτὴν ἀκούγεται τὸ «Ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ἰωάν. 13,34· 15,12), τὸ «Ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» (Ματθ. 6,10), βασιλεία δικαιοσύνης, ἀγάπης, ἀδελφοσύνης, εἰρήνης. Ἀλλὰ δὲν ὠφελεῖ νὰ μείνουμε μόνο σ᾿ αὐτὸ τὸ θαυμασμό. Πρέπει συγχρόνως νὰ στρέψουμε τὴν προσοχὴ καὶ κάπου ἀλλοῦ· νὰ ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ δοῦμε τὴν ἀθλιότητά μας, ν᾿ ἀναλογιστοῦμε σὲ ποιά ἀπόστασι ἀπὸ τὸ μεγαλεῖο αὐτὸ βρισκόμαστε ἐμεῖς, ὅπως ἔκανε ὁ ἄσωτος. Ἂν τὸ κάνουμε αὐτό, θὰ διαπιστώσουμε τὴν τρομακτικὴ ἀντίθεσι. Ἡ διαπίστωσις αὐτὴ θὰ μᾶς βάλῃ σὲ ἀνησυχία καὶ σοβαρὲς σκέψεις. Καὶ ἔτσι μπορεῖ νὰ γεννηθῇ μέσα μας ἡ ὤθησι ν᾿ ἀφήσουμε τὰ χαμηλά, νὰ πάρουμε ταπεινωμένοι τὸ δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς, καὶ βαδίζοντας συνεχῶς πρὸς τὴν κορυφὴ νὰ βρεθοῦμε τέλος στὴν πατρικὴ οἰκία καὶ νὰ δεχθοῦμε ὅπως ὁ ἄσωτος τὸν ἐναγκαλισμὸ τῆς σωτηρίας.
Θαυμασμὸς λοιπὸν καὶ αὐτομεμψία. Ἀλλ᾿ ὑπάρχει σήμερα θαυμασμὸς τοῦ μεγαλείου; Θαυμάζουμε ἐμεῖς τὴν πίστι μας; Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ τὸν θαύμαζαν. Ἀργότερα οἱ ἄνθρωποι θαύμαζαν τοὺς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, τοὺς μάρτυρες, τοὺς ὀσίους. Τὰ περασμένα χρόνια οἱ πρόγονοί μας μελετοῦσαν τοὺς βίους τῶν ἁγίων καὶ θαύμαζαν τὴ ζωή, τὶς ἀρετές, τὰ παθήματα, τὰ μαρτύριά τους. Σήμερα ἐμεῖς τί θαυμάζουμε; Μήπως ἔπαυσε τώρα ἡ θρησκεία μας νὰ ἔχῃ δύναμι καὶ αίγλη; Ὄχι. Ὁ «Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας» (Ἑβρ.13,8). Καὶ ὅμως ἔπαυσε ὁ θαυμασμὸς γιὰ τὴν πίστι μας. Ἄλλα θαυμάζουμε τώρα· πράγματα ἐφήμερα, ἀνθρώπινες θεωρίες ποὺ περιέχουν λάθη, πρόσωπα ἄσωτα καὶ διεφθαρμένα, μὲ δυὸ λόγια τὰ μικρὰ καὶ ἀσήμαντα. Ὅλα τὰ θαυμάζουμε, πλὴν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὤ γενεὰ πονηρὰ καὶ διεστραμμένη!
Ἔπαυσε ὁ θαυμασμὸς πρὸς τὴ θρησκεία μας, ἀλλ᾿ ἔπαυσε καὶ ἡ πρὸς τὰ ἔσω στροφή μας. Παύσαμε νὰ ἐξετάζουμε τὸν ἑαυτό μας, νὰ βλέπουμε τὴν ἀθλιότητά μας. Ἡ ἁμαρτία κανένα δὲν ἀνησυχεῖ. Πώρωσις ἄνευ προηγούμενου ἐπικρατεῖ στὶς συνειδήσεις. Γι᾿ αὐτὸ λίγοι βρίσκονται στὴν ὁδὸ τῆς μετανοίας, μικρὸ – πολὺ μικρὸ εἶνε τὸ ποίμνιο τοῦ Ἰησοῦ.
Ἀδελφοί μου· δύο εἶνε τὰ αιτια τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν περισσοτέρων ἀπὸ τὸ Θεό· ἡ ἔλλειψις θαυμασμοῦ πρὸς τὴ θρησκεία μας καὶ ἡ ἔλλειψις αὐτοεξετάσεως. Ἂς εὐχηθοῦμε, ὅλοι ν᾿ ἀνακαλύψουμε τὸ μυστικό, τὸ δρόμο αὐτὸ τῆς ἐπιστροφῆς καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἄσωτο υἱὸ ν’ ἀναφωνήσουμε κ᾿ ἐμεῖς· «Ἀναστάντες πορευσόμεθα πρὸς τὸν πατέρα…» (Λουκ. 15,18)· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Oμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης στην αίθουσα του συλλόγου των «40 Μάρτυρες» Κοζάνης 9-2-1958)

______________

STA ROYMANIKA

__________________

Οmilie a Mitropolitului Augustin Kantiotis la

Duminica fiului risipitor

(Luca 15, 11 – 32)

PĂCATUL ESTE UN FALIMENT ECONOMIC

„Şi acolo şi-a risipit averea trăind în dezmierdări” (Luca 15, 13)

Astăzi, iubiţii mei creştini, astăzi este sărbătoarea noastră. Astăzi este sărbătoarea fiului risipitor; şi deoarece toţi suntem fii risipitori, de aceea zic că toţi sărbătorim. Să sărbătorim deci, pentru că nu se cuvine să îl imităm doar până într-un punct pe cel risipitor, ci trebuie să-l imităm până la capăt. Risipitorul păşea pe drumul cel rău, şi când a ajuns deja pe  marginea prăpastiei şi era gata să cadă în haosul iadului, un gând l-a mântuit. Ce valoare are în lume un gând! De la gând pornesc toate crimele (căderile), dar şi minunile virtuţii. Aşadar, un singur gând a fost suficient, ca un fulger, şi în ultima clipă a făcut o mântuitoare cotitură; a schimbat direcţia, a schimbat drumul, de acolo unde mergea spre iad, s-a întors spre cer. Tema parabolei risipitorului este nemărginită. Ne prezintă două puteri: o putere este păcatul, iar alta este braţul cel puternic al Domnului, care îl prinde pe păcătos, îl ridică şi îl face copil al lui Dumnezeu şi moştenitor al Împărăţiei Lui. Din toată această minunată parabolă vreau să luaţi aminte doar la un singur lucru. ***
Fraţii mei, păcatul nu este o jucărie; este foc, care arde şi distruge. Nu are urmări doar pentru viaţa care începe după mormânt, ci are urmări chiar de aici, din această viaţă, urmări la care trebuie să fie atent orice om. Păcatul înseamnă şi faliment economic. Distruge economic persoana, familia şi popoarele. Acest lucru îl poate observa chiar şi ateul. Acest lucru îl accentuează parabola atunci când zice că cel risipitor „a împrăştiat averea lui trăind în dezmierdări (desfrânări)” (Luca 15, 13). – Păcatul este un faliment economic. Ca dovadă, întâi şi întâi este cel risipitor. Ce era mai înainte? Un sărăcuţ? Nu. Şi-a luat partea din uriaşa moştenire, a transformat-o în bani lichizi şi şi-a umplut punga. Şi ce a făcut cu ei? Unde i-a cheltuit? Spune Evanghelia: s-a încurcat cu anturaje rele. A început să cheltuiască averea sa în distracţii, în chefuri, la femei păcătoase, în cluburile de destrăbălare. Cheltuia mii şi nu producea nimic. Sfârşitul care a fost? A venit clipa în care a ajuns cerşetor de pâine. A căutat un post de păscător de porci şi fura roşcove. Vedem aici că păcatul este un faliment economic. Cel risipitor a falimentat trăind în păcat. – Exact acelaşi lucru se întâmplă şi astăzi, fraţii mei. O copie fidelă a celui risipitor sunt şi bogaţii de astăzi. Da, nu-i vedeţi? Au şi case, şi vile la ţară, şi bărci, şi conturi, şi cârje de aur şi altele. Şi ce fac cu ele? Aţi văzut pe vreunul din ei să construiască o şcoală, o biserică, să dea zestre vreunei fetiţe lipsite de mijloace materiale, să-i ajute pe săraci, să-şi împrăştie banii ca ploaia? Dacă bogaţii ar fi împrăştiat bunurile lor, s-ar fi rourat pământul uscat de tot. Ei însă ce fac cu ei? Un armator şi-a zidit un sălaş din marmura cea mai preţioasă într-un munte din Bavaria şi acolo urcă cu elicopterul pentru a se desfăta de frumuseţea naturii. Altul şi-a înmulţit luxul care costă sume fabuloase. Pe mese au cufere împodobite cu diamante, care transformă noaptea în zi. Altul îşi face iaht, ca să se învârtă prin Mediterană şi să chefuiască întruna cu desfrânatele. Mă iertaţi de expresie, dar până şi closetele acestui iaht să fie confecţionate din marmură colorată? Toţi aceşti bogaţi de astăzi trăiesc „în dezmierdări”. Şi aceşti bani, care ar fi putut salva lumea, ei îi aruncă diavolului. „Şi-au risipit avuţia lor, trăind în desfrânări”. – Voi, sărăcuţilor, ascultaţi cu mulţumire troparul acesta pe care îl cântă predicatorul împotriva bogaţilor. Însă, iubiţii mei, din nefericire, o cercetare mai profundă a societăţii dovedeşte că risipitori nu sunt doar prinţii bogăţiei. Trebuie să spunem adevărul, că risipitori şi desfrânaţi sunt până şi muncitorii. Sigur că da. Îl vezi pe acest muncitor care are bătături în mâini, care este murdar din fabrică? Este demn de cinste. Dar ce face? Sâmbăta se plăteşte; ia banii lui sfinţi care picură sudori, însă în loc să cumpere cu ei o rochie femeii lui, în loc să ia câteva caiete şi cărţi copilului său, în loc să cumpere puţin lapte, el seara merge la un club păcătos, în tavernă, la cinematograf, la hipodromuri, la minge. Acum, în ultimele zile, diavolul a găsit un şiretlic prin care şterpeleşte portofelele celor mici şi mari şi în special ale claselor muncitoare, şi acest şiretlic sunt jocurile de noroc, cărţile, loteria, pronosport şi alte jocuri asemănătoare. Aşa că nu trăiesc în dezmierdări doar bogaţii; trăiesc în dezmierdări şi muncitorii săraci. Nu este doar nedreptatea, nu este doar sărăcia, este şi dezmierdarea (desfrânarea). Dă-i unui muncitor o sută, şi două sute, şi trei sute de mii de drahme. Dacă e risipitor, nu va rămâne cu nicio drahmă. Însă alt muncitor face economie, şi reuşeşte şi îşi zideşte cu mâinile sale căsuţa. – Păcatul este faliment; faliment al bogaţilor, al săracilor din lumea întreagă. Vreţi un exemplu? Luaţi statele. Deschideţi bugetul, ca să vedeţi ce face păcatul. Costuri astronomice. Şi unde merg? Unde merge cel mai mare procent din bugetele statelor? În poduri, în şcoli, în lucrări folositoare? Nu. Îi cheltuiesc în groaznicele lor uzine pentru avioane, pentru vase de război, pentru bombe atomice, pentru diavolul. Ia gândiţi-vă, ce-ar fi dacă statele risipitoare n-ar mai cheltui aceste milioane de dolari, sau de ruble, sau de lire, pentru distrugere. Să ştergem cuvântul „război” din dicţionar. Ia imaginaţi-vă cheltuirea lor pentru pace! O, ce binecuvântare! Şi stâncile vor scoate rodii, iar Sahara se va transforma în grădină. O, Evanghelie, dacă te-ar fi ascultat şi aplicat oamenii risipitori! „…Şi acolo, umanitatea şi-a risipit averea trăind în dezmierdări”. ***
Iată, iubiţii mei, că păcatul are consecinţe şi în această viaţă. „Plata păcatului este moartea” (Romani 6, 23). Da. În tot timpul anului sunt zile de risipire. Dar dacă există o perioadă, care este prin excelenţă o perioadă de risipire, este această perioadă a Triodului, în care Biserica ne cheamă să ne înveţe lecţiile ei cereşti. În aceste zile sfinte, în care se cuvine să ne pregătim cu toţii pentru a-l primi peste puţin pe Împăratul tuturor, pe Mirele Bisericii, pe Domnul nostru Iisus Hristos, în aceste zile în care se cuvine să fim cu toţii pregătiţi pentru a intra în stadionul Sfintei Patruzecimi, diavolul strânge şi mută cu lopata şi vântură banul pe care-l cheltuiesc oamenii în păcat. Lăsatul secului (cele trei săptămâni înainte de Postul Paştelui) înseamnă chef, dansuri şi distracţii, jocuri, desfrânare şi risipire. Dar nu, fraţii mei. Dacă s-ar coborî vreun înger şi ne-ar cerne pe toţi, şi ar căuta din palate până în colibe, oare va găsi vreun om din a cărui gură să audă: „Greşit-am” (Luca 15, 21) al risipitorului? „Greşit-am”! Să spună şi bogatul şi muncitorul sărac, şi cel de dreapta şi cel de stânga, şi femeia şi bărbatul, şi analfabetul şi omul de ştiinţă, şi tânărul şi bătrânul cu păr alb. Dacă spunem „Greşit-am”, aripi de îngeri ne vor ridica la înălţime, până la cer. Pentru că „bucurie se face înaintea îngerilor lui Dumnezeu pentru un păcătos care se pocăieşte” (Luca 15, 10). Să le simţim acestea, iubiţii mei, şi să le avem ca principii în viaţa noastră. Să ne oprim de la păcat. Să spunem „Halt” diavolului. Ajunge, diavole. De aici înainte cu Hristos, cu cerul. De acum înainte cu sfinţii îngeri şi arhangheli, ca să ne învrednicim de Împărăţia Lui. Fie.

+ Episcopul Augustin
(Omilia Mitropolitului de Florina, Părintele Augustin Kantiotis, în Sfânta biserică a Sfântului Gheorghe N. Ionia, 05.02.1961 )

Sursa: http://sfmariamagdalena.blogspot.com

Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ «ΚΥΡΙΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 3rd, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ τῆς Χαναναίας

(Ματθ. 15,21-28)

Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ «ΚΥΡΙΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ»

  • Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς ανεχώρησεν εις τα μέρη Τυρου και Σιδώνος. και ιδού γυνή Χαναναία από των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζεν αυτώ λέγουσα· ελέησόν με, Κύριε, υιέ Δαυΐδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται. ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον. και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν λέγοντες· απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών. ο δε αποκριθείς είπεν· ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. η δε ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ο δε αποκριθείς είπεν· ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις. η δε είπε· ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών. τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτή· ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! γενηθήτω σοι ως θέλεις. και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης.

ΚΥΡΙΟΣ ΕΥΛΟΓ.ιστ«Εὐλόγει, ἡ ψυχή μου, τὸν Κύριον», εἶνε ἡ προτροπὴ τοῦ προφήτου Δαυΐδ (Ψαλμ. 102,1· 103,1). Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ εἶνε εὐ­γνώ­μων στὸ Θεὸ γιὰ τὶς εὐεργεσίες του. Καὶ μία ἀπὸ αὐ­τές, ἀ­δελφοί μου, εἶνε ὁ ἐκκλησι­ασμός. Μι­κρὸ θεωρεῖτε τὸ ὅτι ἐπιτρέπει σ’ ἐμᾶς τοὺς βρωμεροὺς καὶ ἀκαθάρτους νὰ μπαίνουμε στὸ ναό του; Γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔχουν αὐτιὰ ν’ ἀ­κοῦ­νε, μάτια νὰ βλέπουν, καὶ πρὸ παντὸς καρδιὰ νὰ αἰσθάνωνται δὲν ὑπάρχει ἱερώτερος τόπος, τόπος μεγαλυτέρων συγ­κινήσεων. «Εὐφράνθην», λέει ὁ Δαυΐδ, αἰσθάν­θηκα χαρὰ καὶ ἀγαλ­λίασι, ὅταν μοῦ εἶπαν· Ἔλα νὰ πᾶμε στὸν οἶκο τοῦ Κυρίου (ἔ.ἀ. 121,1). Κι ἀλλοῦ λέει· Προτιμῶ νά ’μαι ἕνα χαλικάκι στὸ οἶκο τοῦ Θεοῦ μου, πα­ρὰ νὰ εἶμαι πρίγ­κιπας στὰ ἀνάκτορα (βλ. ἔ.ἀ. 83,11).
Εἶνε εὐλογία Θεοῦ νὰ βρισκώμαστε μέσα στὸ ναό. Στὸ ναὸ ἀκούγονται φωνὲς ἀπὸ τὰ οὐράνια, ἀπὸ τὰ ὑπερκόσμια· φωνὲς ἁγίων ἀγ­γέλων καὶ ἀρχαγγέλων, φωνὲς μαρτύρων καὶ ἡρώων, φωνὲς προφητῶν καὶ πατριαρχῶν, φω­νὲς εὐαγγελιστῶν. «Σοφία. Πρόσχωμεν» (θ. Λειτ.).
Ἀπ᾽ ὅλες τὶς φωνὲς ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξουμε μία. Εἶνε ἡ φω­νὴ μιᾶς δυστυχισμένης γυναίκας, ποὺ λέει· «Ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ…» (Ματθ. 15,22). Ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν Κύριο, ὅπως βλέ­πουμε στὸ εὐαγγέλιο. Ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε· «Ἐλέησόν με». Μὰ τί εἶ­χε; ἦταν ἄρρωστη, τυφλή, κουφή, παράλυτη; Ὄχι, ἦταν ὑγιής. Ἀλλ’ ἐνῷ αὐτὴ ἦταν ὑγιής, δὲν ἦταν ὑγιὴς ἡ κόρη της. Καὶ ἡ μάνα θὰ προ­τιμοῦσε χίλιες φορὲς νά ’νε ἄρρωστη αὐτὴ πα­ρὰ ἡ κόρη της. Ἡ μεγάλη στοργὴ γιὰ τὸ παιδί της τὴν ἔκανε νὰ λέῃ ὄχι Ἐλέησε τὴν κόρη μου, ἀλλὰ «Ἐλέησόν με». Τὸ καλό, ποὺ θὰ κά­νῃς στὸ παιδί μου, εἶνε σὰ νὰ τὸ κάνῃς σ’ ἐμένα. «Ἐλέησόν με» λοιπόν. Τὸ φωνάζει μιὰ καὶ δυὸ καὶ περισσότερες φορές. «Ἐ­κραύγαζε», λέει τὸ εὐαγγέλιο (ἔ.ἀ.). Καὶ ὁ Κύρι­ος ἐπὶ τέλους τῆς λέει· «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενη­θή­τω σοι ὡς θέλεις». Καὶ ἡ δαιμονιζομένη κόρη θεραπεύθηκε «ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (ἔ.ἀ. 15,28).

* * *

Αὐτό, ἀδελφοί μου, ποὺ εἶπε ἡ Χαναναία, τὸ «Ἐλέησόν με», τὸ λέμε κ’ ἐμεῖς στὴν ἐκκλη­σία ἀπὸ τὴν ἀρ­χὴ τοῦ ὄρθρου ἕως ὅτου τελει­ώσῃ ἡ θεία λειτουργία. Ἂν μετρήσετε, θὰ δῆ­τε ὅτι τὸ «Ἐλέησόν με» ἢ «Κύριε, ἐλέησον» – τὸ ἴδιο εἶνε, τὸ ἐπαναλαμβάνουμε 40, 50, 60 φορές.
Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἑαυτό μου καὶ ὅλους· ἆραγε τὶς δύο αὐτὲς λέξεις τὶς λέμε μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ὅπως ἡ Χαναναία; Μὲ τὴν προσευχὴ αὐ­τή, ποὺ εἶνε ἡ μικρότε­ρη προσευχὴ τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, ζητοῦμε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Τί εἶνε τὸ ἔλεος; «Ἐλέησόν με» σημαίνει, Σπλαχνίσου με, Θεέ μου, καὶ βοήθησέ με. Ἔ­λεος! φωνάζει ὁ κατηγορούμενος ποὺ κάθεται στὸ ἑδώλιο, ἔλεος ζητᾷ ἀπὸ τὸ δανειστή του αὐτὸς ποὺ χρωστάει, ἔλεος ζητᾷ ἀπὸ τὴ φυλακὴ ὁ καταδικασμένος εἰς θάνατον. Ἀλλὰ ἔλεος ζητᾷ κι ὁ ἁμαρτωλός. Ἡ θέσι του εἶνε χειρότερη ἀπ’ ὅλους αὐτούς.
Ζητάει ὁ ἁμαρτωλὸς νὰ τὸν ἐλεήσῃ ὁ Θεὸς γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Γιατὶ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ παρέβη τὸν θεῖο νόμο, ὑπόκειται στὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἂς εἶνε πλούσιος, ἂς ἔχῃ καὶ τὸ μεγαλύτερο ἀξίωμα· πάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι του εἶ­νε κρεμασμένο τὸ σπαθὶ τοῦ ἀρχαγγέλου, ποὺ θυμίζει τὴν ἀπόφασι· «ᾟ ἂν ἡμέρᾳ ἁμαρτήσετε, …θανάτῳ ἀποθανεῖσθε», θὰ πεθάνετε (Γέν. 2,17). Θάνατος λοιπὸν στὸν ἁμαρτωλό!
Ἂν ἐπρόκειτο γιὰ κάθε ἁμαρτία νὰ τιμωρού­μεθα ἀμέσως, πόσοι θὰ ζοῦσαν; Ὅλοι θὰ ἤμε­θα νεκροί, διότι ὅλοι εἴμεθα παραβάται. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ φωνάζει Θάνατος στὸν ἁμαρτωλό! ἀπ’ τὸ ἄλλο μέρος ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἡ ἄπειρος φωνάζει Ἔλεος! Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ παλεύει μὲ τὴ δικαιοσύνη του καὶ τὶς περισσότερες φορὲς τὴ νικᾷ. Ἔ­χουμε πολλὰ τέτοια παραδείγματα.
Μιὰ ἀπὸ τὶς περιπτώσεις αὐτὲς διηγεῖται ἡ Παλαιὰ Διαθήκη· εἶνε ἡ περίπτωσι τῆς πόλεως Νινευή. Οἱ κάτοικοί της εἶχαν ἁμαρτήσει κι ὁ Θεὸς ἀποφάσισε νὰ καταστρέψῃ τὴ μεγά­­λη αὐτὴ πόλι. Πῆγε ἐκεῖ ἀπεσταλμένος ὁ προφήτης Ἰωνᾶς καὶ εἶπε· «Ἔτι τρεῖς ἡμέραι καὶ Νι­νευὴ καταστραφήσεται» (Ἰων. 3,4)· τρεῖς μέρες ἀκόμη καὶ μετὰ ἡ πόλις θὰ καταστραφῇ. Τὸ πίστεψαν αὐτὸ οἱ Νινευΐται καὶ μετανόησαν. Νήστεψαν ὅλοι, ἀπὸ τὸ βασιλιᾶ μέχρι τὰ μικρὰ παιδιά· καὶ τὰ ζῷα ἀκόμα τὰ ἄφησαν νηστικά. Ἀπὸ τὰ ἀνάκτορα κι ἀπὸ τὶς καλύβες ἀ­κουγόταν· Ἐλέησέ μας, Κύριε, ἐλέησέ μας! Κι ὁ Θεὸς ἄκουσε τὴν προσευχή τους, τοὺς συγχώρησε καὶ δὲν κατέστρεψε τὴν πόλι. Τότε ὅμως λυπήθηκε ὁ Ἰωνᾶς, κι ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε· Ἰωνᾶ, ἐσὺ λυπᾶσαι γιὰ ἕνα λουλούδι ποὺ ξεραίνεται στὴ γλάστρα σου, κ’ ἐγὼ νὰ μὴ λυπηθῶ γιὰ τό­σα ἑκατομμύρια ἀνθρώπους; (βλ. ἔ.ἀ. 4,10-11).

* * *

Κ’ ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε ἀνάγκη τὸ ἔλεός του. Διότι ἔχουμε γίνει χειρότεροι ἀπὸ τὴ Νινευή. Ὅ,τι ἁμαρτήματα γίνονταν στὴ Νινευή, τὰ ἴδια κι ἀκόμη χειρότερα γίνον­ται στὶς δικές μας πολιτεῖες. Τί βλέπουν οἱ ἄγγελοι, τί βλέπει ὁ Θεὸς πάνω στὴ γῆ; Πέρα ἀπὸ τὰ σύγχρονα μέσα, τὰ κτήρια, τὶς κατακτήσεις τῆς ἐπι­στήμης, ὁ Θεὸς βλέπει τὸν ἔσω ἄνθρω­πο. Καὶ ὅ­­λοι οἱ ἄνθρωποι εἶνε βουτηγμένοι στὴν ἁμαρ­τία καὶ τὴν ἀκολασία. Ἡ γενεά μας εἶνε ἀξία μεγάλης τιμωρίας. Ποιός σήμερα πιστεύει, ποιός ἀγαπάει τὸ Θεό, ποιός ἐκτελεῖ τὶς ἅγιες ἐντολές του; Ὅπως τὸ παπὶ μόλις γεννηθῇ πέ­φτει στὸ νερὸ καὶ κολυμπάει, ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μόλις πέσῃ ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μά­νας του ἀμέσως εἶνε μέσα στὸ πονηρό, στὴν ἁμαρτία. Ἀ­κοῦς μικρὰ παιδιά, ποὺ ἀκόμη δὲ μποροῦν νὰ μιλήσουν, νὰ λένε λέξεις τέτοιες ποὺ ὅποιος τὶς ἀκούει κοκκινίζει. Βλέπεις νέους ν᾽ ἀσχημο­νοῦν στοὺς δρόμους σὰν σκυλιά, νὰ κάνουν πράγματα φρικτά. Βλέπεις κορίτσια, ποὺ ἂν οἱ γονεῖς ἤξεραν ποῦ πηγαίνουν – τί κάνουν, θὰ ἔλεγαν· προτιμότερο νὰ μὴ ἐγεννῶντο. Βλέπεις ἄντρες ν’ ἀφήνουν τὶς γυναῖκες τους στὸ δρόμο. Βλέπεις γυναῖ­κες νὰ διαλύουν τὸ γάμο, νὰ πατοῦν τὰ στέφανά τους. Βλέπεις ἀπ’ τὸ ἕνα μέρος φτωχοὺς νὰ ὑποφέρουν κι ἀπὸ τὸ ἄλλο πλουσίους νὰ σπαταλοῦν σὲ μιὰ νύχτα ἑκατομμύρια γιὰ τὸ κέφι τους. Καὶ τί δὲ βλέπει ὁ οὐρανός!
Ὑπῆρχε ἐποχὴ ποὺ σὲ ὅλη τὴν πατρίδα μας διαζύγιο δὲν ἔβγαινε. Ἦταν ἐποχὴ ποὺ δὲν πή­γαιναν στὰ δικαστήρια, δὲν ὑπῆρχε ὅρκος, ὁ λόγος ἦταν συμβόλαιο. Κανείς δὲν τολμοῦσε τότε νὰ βλαστημήσῃ τὸ Θεό. Τώρα ἀλλοίμονο. Θά ᾽πρεπε, γι᾽ αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματα, καμμιὰ νύχτα νὰ σείσῃ ὁ Θεὸς τὴν Ἑλλάδα.
Ὅ,τι κάνουμε, ὅ,τι λέμε, ὅ,τι σκεπτόμεθα ἐδῶ, εἶνε γραμμένα στὰ βιβλία τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ τὰ πληρώσουμε μὲ τόκο. Ἀναβάλλει τὴν ὀργή του ὁ Θεός, γιατὶ εἶνε μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ μᾶς ἀνέχεται. Γίναμε χειρότεροι ἀπὸ τὰ ζῷα, χειρότεροι κι ἀπὸ τὸ διάβολο. Τὸ δαχτυλάκι του μόνο νὰ κουνήσῃ ὁ Ἐ­σταυρωμένος, κάρβουνο θὰ γίνῃ ἡ γῆ. «Δόξα τῇ μακροθυμίᾳ σου, ἐσταυρωμένε Κύριε».

* * *

Τί πρέπει νὰ κάνουμε, ἀδελφοί μου; Νὰ λέμε τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Ἔχει μεγάλη δύναμι, ὅταν λέγεται μὲ καρδιὰ καθαρή.
Κάποτε ἕνας τσοπᾶνος ἀγράμματος πῆγε καὶ βρῆκε ἕναν καλόγερο πνευματικὸ νὰ ἐξομολογηθῇ. Εἶπε τὰ ἁμαρτήματά του ὅλα καὶ τὰ δάκρυά του ἔπεφταν ἀπὸ τὰ μάτια του σὰν κορόμηλα. Στὸ τέλος λέει· ―Γέροντα, ἐκεῖ στὸ βουνὸ ποὺ εἶμαι, πές μου μιὰ προσευχὴ νὰ τὴ λέω στὸ Θεό. Τοῦ ἄνοιξε τὰ βιβλία καὶ προσπάθησε νὰ τοῦ μάθῃ τὸ «Πιστεύω», τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Αὐτὸς τὰ ξεχνοῦσε, δὲ μποροῦσε νὰ μάθῃ τίποτα. ―Τότε, παιδί μου, τοῦ λέει, θὰ σοῦ μάθω μιὰ μικρὴ προσευχή, νὰ τὴ λὲς παντοῦ πρωῒ – μεσημέρι – βράδυ, καὶ φτάνει αὐτή. Δυὸ λέξεις εἶνε· «Κύριε, ἐλέησον». Ὅ­ταν ὅμως ὁ τσοπᾶνος γύρισε στὸ βουνὸ ξέχασε τί τοῦ εἶπε ὁ πνευματικός, κι ἀντὶ νὰ λέῃ «Κύριε, ἐλέησον» ἔλεγε «Κύριε, μὴ μὲ ἐλεήσῃς». Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ καρδιά του ἦταν καθαρή, ἡ προσευχή του ἔκανε θαύματα.
Τὸ «Κύριε, ἐλέησον» , ἀδελφοί μου, κάνει θαύματα. Ἂς λέμε λοιπὸν «Κύριε, ἐλέησον» γιὰ τοὺς ἄρχοντάς μας, «Κύριε, ἐλέησον» γιὰ τοὺς στρατιῶτες μας, «Κύριε, ἐλέησον» γιὰ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά μας, «Κύριε, ἐλέησον» γιὰ τοὺς ἱερεῖς μας, «Κύριε, ἐλέησον» γιὰ ὅλους τοὺς ἁμαρτωλούς. Ὅπως κάθε σπίτι ἔχει ἀπ᾽ ἔξω κουδούνι καὶ χτυ­πᾷς καὶ σοῦ ἀνοίγουν, ἔτσι σὰν κουδούνι τῆς Ἐκκλησίας εἶνε τὸ «Κύριε, ἐλέησον». Τὸ χτυπᾶμε ἐδῶ, καὶ ἡ φωνή μας ἀκούγεται ὣς τὰ οὐράνια.
«Κύριε, ἐλέησον» λοιπόν. Ἂς τὸ λέμε κ’ ἐ­μεῖς θερμά, μὲ πίστι, μὲ μετάνοια, ὅπως ἡ Χαναναία. Καὶ τότε, ὅπως ἐκείνη ἄκουσε «Ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέ­λεις» (Ματθ. 15,28), ἔτσι κ’ ἐμεῖς θ᾽ ἀκούσουμε· Μεγάλη ἡ πίστι σας, ἂς γίνῃ ὅ,τι ζητᾶτε. Δι᾽ εὐ­χῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων ἂς μᾶς ἐλεήσῃ καὶ προστατεύσῃ ὅλους ὁ Κύριος· ἀμή
ν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Ἀναργύρων Ἀττικῆς (Ἀθηνῶν) τὴν 11-2-1962.

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΩΝ ΕΥΣΕΒΩΝ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Φεβ 2nd, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυρ. Τελώνου & Φαρισαίου

(Β΄ Τιμ. 3,10-15)

Ο ΔΙΩΓΜΟΣ ΤΩΝ ΕΥΣΕΒΩΝ

«Οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3,12)

Serbik. SYNODO ιστΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, ἀρχίζει τὸ Τριῴ­διο. Τί εἶνε Τριῴδιο; Ἂν ρωτήσουμε τοὺς κοσμικοὺς ἀνθρώπους, θὰ μᾶς ποῦν· Τριῴδιο ἴ­σον χοροί, διασκεδάσεις, γλέντια, μάσκες, καρ­ναβάλια. Αὐτὸ ὅμως εἶνε πλάνη. Αὐτὸ δὲν εἶ­νε Τριῴδιο· εἶνε ἀντιτριῴδιο, ἀντίθετο μὲ τὸ Τριῴδιο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας. Τρι­ῴ­διο εἶνε μία ἱερὰ περίοδος τοῦ ἐκκλησιαστι­κοῦ ἔτους, περίοδος ἐντατικωτέρας ἀσκήσε­ως. Ὅπως ὁ στρατὸς ἔχει περίοδο ἀσκήσεων, γιὰ νὰ εἶνε οἱ στρατιῶτες πανέτοιμοι διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, ἔτσι καὶ τὸ Τριῴδιο εἶνε περίοδος ἱερῶν ἀσκήσεων τῶν Χριστιανῶν. Τὸ Τρι­ῴ­­διο εἶνε δέκα ἑβδομάδες· πρώτη ἡμέρα εἶνε σήμερα, καὶ τελευταία ἡμέρα εἶνε τὸ Μέγα Σάββατο, ὅταν ὁ ἱερεὺς γεμᾶτος ἐνθουσιασμὸ σκορπάει μέσ᾽ στὸ ναὸ δεξιὰ – ἀριστερά, πάνω – κάτω, φύλλα δάφνης καὶ ψάλλει «Ἀνάστα, ὁ Θεός, κρῖνον τὴν γῆν» (Ψαλμ. 81,8).
Τὸ Τριῴδιο, γιὰ νὰ ἐκφρασθῶ ἁπλούστερα, εἶνε μία σκάλα, ποὺ μᾶς ὑψώνει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Μοιάζει μὲ τὴ σκάλα ποὺ εἶδε ὁ Ἰακώβ, ποὺ τὸ κάτω ἄκρο της πατοῦσε στὴ γῆ καὶ τὸ ἄλλο ἔφτανε στὸν οὐρανό. Μιὰ σκάλα λοιπὸν βλέπουμε μπροστά μας, καὶ σήμερα εἶνε τὸ πρῶτο σκαλοπάτι. Ἐμπρός, πλη­σιάστε καὶ πατῆστε τὸ πρῶτο σκαλοπάτι.
Στὸ πρῶτο σκαλοπάτι στέκεται ὁ τελώνης, ποὺ λέει· «Ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτω­λῷ» (Λουκ. 18,13). Καὶ κοντὰ στὸν τελώνη τοῦ εὐ­αγγελίου στέκεται ὁ ἀπόστολος. Στὸ ἀποστο­λικὸ ἀνάγνωσμα σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦ­λος λέει, ὅτι ἡ ζωὴ εἶνε ἀγώνας, καὶ μᾶς προειδο­ποιεῖ· «Οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β΄ Τιμ. 3,12).
Θὰ πῶ λίγες λέξεις ἐ­πάνω στὸν λόγο αὐτόν.

* * *

Ἂς προσέξουμε, ἀγαπητοί μου. «Οἱ θέλον­τες», λέει. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ὁ χριστιανι­σμὸς εἶνε ἐλευθερία, δὲν βιάζει κανένα. Εἶ­σαι ἐλεύθερος νὰ ἐκλέξῃς ἢ τὸν ἀνήφορο – ἀ­νήφο­ρος καὶ Γολγοθᾶς εἶνε ἡ ὁδὸς τοῦ καθή­κον­τος, ἢ τὸν κατήφορο τῆς κακίας καὶ τῆς δι­αφθο­ρᾶς· ἐλεύθερος νὰ ἐκλέξῃς ἢ τὴν στενὴ καὶ τε­θλιμμένη ἢ τὴν πλατειὰ καὶ εὐρύχω­­ρη ὁδό (Ματθ. 7,13-14)· ἐλεύθερος ν’ ἀκολουθή­­σῃς ἢ τὸ φῶς ἢ τὸ σκότος, ἢ τὸν Χριστὸ ἢ τὸν διάβολο.
Ἐλεύθερος εἶσαι· ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ θὰ ἐκλέξῃς τὴν ὁδὸ τοῦ καθήκον­τος, τῆς ἀρε­τῆς, τοῦ Χριστοῦ μας, τότε πλέον πρέπει νὰ εἶσαι προετοιμασμένος· διότι στὸ δρόμο αὐτὸν θὰ συναντήσῃς πολλὰ ἐμπόδια. Ποιά εἶνε τὰ ἐμ­πόδια; Ἐμπόδια πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Ναί, ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Διότι ἐχθρὸς χειρότε­ρος ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας δὲν ὑ­πάρχει. Θὰ συναντήσῃς δηλαδὴ ἐμπόδια ἀπὸ κακίες καὶ πάθη, ἀπὸ τὸν «παλαιὸν ἄνθρωπον» ποὺ λέει ὁ ἀ­πόστολος Παῦλος (῾Ρωμ. 6,6· Ἐφ. 4,22· Κολ. 3,9). Θὰ συναντήσῃς ἀκόμη ἐμπόδια ἀπὸ τὸν διάβολο, ποὺ μέρα – νύχτα δὲν παύει νὰ μᾶς πειρά­ζῃ μὲ λογισμοὺς καὶ ἐπιθυμίες. Θὰ συναντή­σῃς τέλος ἐμπόδια κι ἀπὸ τὸν κόσμο, ἀπὸ τὰ ὄργανα τοῦ διαβό­λου, κακοὺς καὶ ἀπίστους καὶ διεφθαρμένους ἀνθρώπους, ποὺ μὲ μυρίους τρό­πους ζητοῦν νὰ ἐμποδίσουν τὴν πορεία σου.
«Οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται». Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ἀποστόλου Παύλου ἀποδεικνύεται ἀληθινὸς διὰ μέσου ὅλων τῶν αἰώνων. Θέλετε παραδεί­γμα­τα; Ἀνοῖξτε λοιπὸν τὴν ἁγία Γραφὴ νὰ δῆτε.
Ἐδιώχθη ὁ Ἄβελ, ὁ ἁγνὸς καὶ δίκαιος ἐκεῖ­νος ἄνθρωπος, ἀπὸ τὸν Κάϊν τὸν δολοφόνο ἀ­δελφό του. Ἐδιώχθη ὁ Ἰακὼβ ἀπὸ τὸν Ἠσαῦ καὶ ἀναγκάστηκε νὰ ἐκπατρισθῇ μακριὰ ἀπὸ τὴ γῆ τῶν πατέρων του. Ἐδιώχθη ὁ πάγκαλος Ἰωσὴφ ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του, ποὺ τὸν φθό­νησαν καὶ τὸν πούλησαν στοὺς Αἰγυπτίους καὶ φυλακίστηκε συκοφαντημένος. Ἐδιώχθη ὁ Δαυῒδ ἀπὸ τὸν ἀχάριστο Σαοὺλ καὶ ἀπὸ τὸ παιδί του τὸν Ἀβεσσαλώμ. Ἐδιώχθησαν οἱ προ­­φῆται, ὁ Ἰερεμίας καὶ ὁ Ἠσαΐας· τὸν μὲν Ἰερε­μία τὸν ἔῤῥιξαν σὲ βόθρο, ὁ δὲ Ἠσαΐας πριονίστηκε μὲ πριόνι. Ἐδιώχθησαν οἱ Τρεῖς Παῖ­δες, ἐπειδὴ δὲν προσκύνησαν τὸ εἴδωλο, καὶ τοὺς ἔῤῥιξαν μέσα στὸ καμίνι. Ἐδιώχθη ὁ προ­φήτης Δανιήλ, ποὺ τὸν ἔῤῥιξαν στὸ λάκκο τῶν λεόν­των. Ἐδιώχθη ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος ἀ­πὸ τὴν αἰσχρὰ Ἡρῳδιάδα, καὶ τὸν ἀποκεφάλισαν.
Ἀλλὰ περισσότερο ἀπ᾽ ὅλους ἐδιώχθη ἕ­νας· κανείς ἄλλος δὲν ἐδιώχθη τόσο ὅσο ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Διότι οἱ ἄλλοι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ὑπῆρξαν ἁμαρτωλοί, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἀναμάρτητος, ὁ ἅγιος τῶν ἁγίων. Ἐδιώχθη· νήπιο ἀκόμη ἦταν, καὶ ὁ Ἡρῴδης τρόχισε τὰ μαχαίρια του γιὰ νὰ τὸ σφάξῃ. Ἐδιώχθη ἀπὸ γραμματεῖς καὶ φαρισαίους, τοὺς διαστρεβλωτὰς τῶν ἀληθειῶν τοῦ Θεοῦ, ἐδιώχθη ἀπὸ τὸν Ἄννα καὶ τὸν Καϊάφα, ἐδιώχθη ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο, ἐδιώχθη ἀπὸ ἕναν ἀχάριστο λαὸ ποὺ φώναζε «Σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν» (Λουκ. 23,21).
Τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ μιμήθηκαν ἔ­πειτα οἱ ἀ­πόστολοι. Ὅλοι εἶχαν μαρτυρικὸ τέλος. Κ’ ἐ­κεῖνος ποὺ ἐδιώχθη περισσότερο ἀπ’ ὅλους εἶνε ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως λέει σήμερα. Τὸν ἔῤῥιξαν στὶς φυλακὲς τῆς ῾Ρώμης καὶ ἀπὸ ᾽κεῖ ἔστειλε τὸ μήνυμα αὐτό, «Οἱ θέλοντες εὐσε­βῶς ζῆν… διωχθήσονται».
Ἐδιώχθησαν καὶ οἱ διάδοχοι τῶν ἀποστόλων. Ἐδιώχθη ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπὸ μία μαφία, ποὺ ἐσχεδίαζε τὴν ἐκθρόνισί του· ἐδιώχθη ὁ Γρηγόριος, τὸν ὁποῖο πετροβόλησαν οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ἀρείου· ἐδιώχθη πρὸ παντὸς ὁ Χρυσόστομος, ποὺ πέθανε στὴν ἐξορία λέγον­τας «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».

* * *

Ὅλοι οἱ πιστοὶ διώκονται. Καὶ διὰ μέσου τῶν αἰώνων φθάνουμε στὴν ἐποχή μας. Καὶ σή­μερα διώκονται οἱ Χριστιανοί. Θέλετε παράδειγμα; Κάνετε τὸν κόπο ―ἂν τολμᾶτε―, νὰ περάσετε τὰ σύνορα καὶ νὰ μπῆτε στὴν Ἀλ­βανία, ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἑλληνικὲς πόλεις (τὸ Ἀργυρόκαστρο, ἡ Κορυτσά, ἡ Χειμάρρα…), εὐλογημένα μέρη, τὰ ὁποῖα ἁγιάσαμε μὲ ποταμοὺς αἱμάτων οἱ Ἕλληνες. Ἐκεῖ; μέχρι πρό τινος δὲν χτυποῦσε καμπάνα, δὲν λειτουργοῦσε παπᾶς, δὲν ἐβαπτίζοντο παιδιά, δὲν ἐν­ταφιάζοντο ἐκκλησιαστικῶς νεκροί, οὔτε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σοῦ ἐπέτρεπαν νὰ κά­νῃς. Οἱ Χριστιανοὶ Ἕλληνες ἀντιμετώπιζαν ἐξορίες καὶ στρατόπεδα τοῦ Ἐμβὲρ Χότζα, γιὰ νὰ προστίθενται νέοι μάρτυρες στὸ μαρτυρολόγιο τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος. Καὶ σήμερα μὴ νομίζετε ὅτι ὁ διωγμὸς ἔπαυσε. Συ­νεχίζεται. Ὄχι ἴσως τόσο σκληρά, ἀλλὰ πάν­τως μὲ ποικίλους τρόπους ἡ εὐσέβεια ἐξακολουθεῖ νὰ καταδιώκεται.
Καὶ στὰ λεγόμενα ὅμως φιλελεύθερα καὶ δη­­μοκρατικὰ πολιτεύματα ἡ πίστι τοῦ Χριστοῦ διώκεται. Δὲν πᾶτε στὴ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων; Ἐὰν εἴμεθα Χριστιανοί, τί περιμένετε νὰ δῆτε; Οἱ κομμουνισταὶ εἶχαν τὴν εἰκόνα τοῦ Μάρξ, αὐτὸς εἶνε ἀρχηγός τους. Ἐμεῖς; Οὔτε ἡ εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου ὑπάρχει στὴν αἴθουσα τῆς βουλῆς τῶν Ἑλλήνων! Κι ὅταν κάποιος βουλευτὴς τόλμησε νὰ ὑποδείξῃ ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ εἰκόνα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τὸν εἰρωνεύθηκαν· «ὁ παπᾶς, ὁ παπᾶς!…». Διώκεται λοιπὸν ἡ πίστις μας ἐμ­μέσως καὶ ἀμέσως. Διώκεται ἀπὸ ῥαδιοφωνικοὺς καὶ τηλεοπτικοὺς σταθμοὺς ποὺ μιλοῦν ἐναντίον τοῦ Γρηγορίου τοῦ Ε΄ ποὺ ἀπηγχονί­σθη στὴν πύλη τοῦ πατριαρχείου, διώκεται ἀ­­πὸ φύλλα ἐφημερίδων, διώκεται ἀπὸ παν­τοῦ.
Καὶ μέσα στὴν κοινωνία καὶ μέσα στὸ σπίτι ἀκόμα· ἡ εὐσεβὴς γυναίκα πιέζεται ἀπὸ τὸν ἄπιστο ἄντρα, τὰ παιδιὰ ἐμποδίζονται νὰ πλησιάζουν τὰ κατηχητικὰ σχολεῖα, τὴν ἐξομολόγησι, τὴ θεία κοινωνία. Διώκεται ὁ Ἐσταυρωμένος. Διὰ μέσου τῶν αἰώνων ἡ προφητεία ἐπιβεβαιώνεται· «Οἱ θέλοντες εὐ­σεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται».

* * *

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ἀγαπητοί μου, εἶπε ὅτι ἡ πίστις θὰ διωχθῇ. Δὲν εἶπε ὅμως καὶ ὅτι θὰ συντριβῇ. Ὄχι. Μιὰ ἰδέα, ὅσο τὴν πολε­μᾷς, τόσο ῥιζώνει. Εἶνε σὰν τὸ καρφί, ποὺ ὅσο τὸ χτυ­πᾷς τόσο βαθύτερα ἐμπήγνυται στὴ σάρκα τοῦ ξύλου. Καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ὅ­σο δι­ώκεται, τόσο κατακτᾷ τὶς ψυχές. Καμμία δύνα­μις, τὸ πιστεύω ἀκραδάντως, δὲ θὰ τὴ νικήσῃ. Ὅσοι διωγμοὶ κι ἂν γίνουν, ὅσοι ποταμοὶ αἱμά­των κι ἂν χυθοῦν, ὅσοι Νέρωνες καὶ Διοκλητι­ανοὶ καὶ Ἰουλιανοὶ Παραβάται κι ἂν παρουσια­στοῦν καὶ ὅποια μέσα κι ἂν μεταχειριστοῦν, ἡ πίστι μας ἔχει βαθειὰ ῥίζα· αὐτὸ ποὺ θὰ κά­νουν εἶνε νὰ ἐπισπεύσουν τὸν θρίαμβό της.
Οἱ πιστοὶ «διωχθήσονται», ἀλλ’ οὐ συντριβή­σονται. Ἄλλοι θὰ συντριβοῦν. Θὰ συντριβοῦν οἱ διῶκται. Παρ᾽ ὅλο τὸ αἷμα ποὺ χύνουν, παρ᾽ ὅλη τὴ βία ποὺ ἀσκοῦν, παρ᾽ ὅλα τὰ στρατόπε­δα καὶ τὰ μέσα ἐξοντώσεως ποὺ διαθέτουν, τὸ τέλος τους θά ’νε οἰκτρό. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ μας θὰ μείνῃ – ἰδιαιτέρως δὲ στὴν πα­τρίδα μας τὴν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία μὲ κάθε τρόπο καὶ σὲ ὅλες τὶς σελίδες τῆς ἱστορίας της αἰνεῖ καὶ δοξάζει Χριστὸν εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(«Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης 12-2-1984)

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 20th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΕ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 19,1-10)

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ

ΖΑΚΧΑΙΟΣΠΟΣΟ γρήγορα, ἀγαπητοί μου, φεύγει ὁ χρόνος! Πότε ἦταν Χριστούγεννα; πότε πρωτοχρονιά; πότε Θεοφάνεια; Εὐτυχεῖς ἐκεῖ­νοι ποὺ ἐκμεταλλεύονται καὶ τὸ τελευταῖο λε­­πτὸ καὶ ἐργάζονται τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Πλησιάζει τώρα ν’ ἀνοίξῃ τὸ Τριῴδιο, ἡ πιὸ κατανυκτικὴ περίοδος τοῦ ἔτους.

* * *

Σήμερα, ΙΕ΄ Κυριακὴ τοῦ Λουκᾶ, ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει ἕνα ἔξοχο παράδει­γμα μετανοίας. Εἶνε ὁ Ζακχαῖος. Τὸ ἐπάγγελμά του τελώνης. Ὄχι ἁπλῶς τελώνης, «ἀρχιτελώ­νης» (Λουκ. 19,2)· προϊστάμενος δηλαδὴ μιᾶς φορολογικῆς ὑπηρεσίας, ἢ μᾶλλον ἀρχηγὸς μιᾶς σπείρας λωποδυτῶν ποὺ κατέκλεβε τὸ λαό. Κλέφτες ὄχι ὅπως αὐτοὶ πού ’νε στὰ βου­νά, ἀλλὰ κλέφτες ποὺ δροῦν νομίμως μέσα στὴν κοινωνία. Διότι ὑπάρχει λῃστεία ποὺ γίνεται παρὰ τὸ νόμο, καὶ λῃστεία μὲ τὸ νόμο καὶ τὴ σφραγῖδα τοῦ κράτους. Ὁ Ζακχαῖος ἦ­ταν μιὰ ἀράχνη ποὺ ἅ­πλωνε τὰ δίχτυα της καὶ ἀπομυζοῦσε τὸ αἷμα τοῦ λαοῦ. Ἅρπαγας, πλε­ονέκτης, μισητὸς ἀπὸ ὅλους, λύκος.
Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ λύκος ἔγινε ἀρνί! Εἶνε δυνατόν; Καὶ ὅμως. Ἦταν ἕνα θαῦμα ἠ­θικό, ὄ­χι φυσικό, ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ἄλλο. Ἡ μετα­βολὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ἀπὸ πλεονέκτη σὲ ἐλεήμονα καὶ δίκαιο εἶνε τὸ πιὸ μεγάλο θαῦμα.
Πῶς ἔγινε; Πίστεψε στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, μετανόησε, κι ἀπὸ τότε ἀκολού­θησε τὰ ἴχνη του. Εἶνε ὑπόδειγμα μετανοί­ας. Μακάρι, ἀγαπητοί μου, νὰ ἔχουμε κ’ ἐ­μεῖς τὴ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Διότι κι ἂν δὲν εἴ­μεθα ἔνοχοι γιὰ ἁμαρτήματα σὰν αὐτὰ ποὺ ἔ­κανε αὐτός, εἴμεθα ὅμως ἔνοχοι σὲ ἄλ­λα· συνεπῶς εἴμεθα κ’ ἐμεῖς ἁμαρτωλοί. Ἂς ἀ­κολουθήσουμε λοιπὸν τὸ παράδειγμά του.
Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή μας σὲ τρία σημεῖα τῆς μετανοίας τοῦ Ζακχαίου.
1. Τὸ πρῶτο ποὺ πρέπει νὰ τὸν μιμηθοῦμε γιὰ νὰ ἔχουμε πραγματικὴ μετάνοια, εἶνε τοῦ­το· ὁ Ζακχαῖος εἶχε ἐπιθυμία «ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν» (ἔ.ἀ. 19,3), ἐπιθυμία νὰ γνω­ρίσῃ τὸ Χριστό. Κλεισμένος στὸ τελωνεῖο, ἐ­κεῖ ποὺ μετροῦσε τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ τὰ βιβλία καὶ τὰ κατά­στιχα, ἄκουσε τὸ ὄ­νομα τοῦ Χριστοῦ· ὅτι παρουσιάστη­κε ἕνας πάμπτωχος δι­­δάσκαλος ἀνώ­τερος ὅμως ἀπ’ ὅλους, ὅ­τι τὸν ἀκολου­θοῦν παιδιά, γυναῖ­κες, ἀ­γρότες, ψα­ρᾶ­δες, ὅτι ὁ λόγος του ἑλκύει σὰν μαγνή­της, ὅτι κάνει θαύματα καὶ μόνο ἀγγίζον­τας τοὺς ἀρρώστους. Ἄκουγε ὅλ’ αὐ­τά, καὶ ἀποροῦσε· Πῶς αὐτὸς ὁ Ναζωραῖος χωρὶς δραχμὴ στὴν τσέ­πη κατορθώνει νὰ εἶνε τόσο ἰσχυρός; πῶς ὁ ἀπέν­ταρος καὶ ἀκτήμων ἔχει στὰ χέρια του τέτοια ἐξ­ουσία; Θαύμαζε κ’ ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸν δῇ.
Ἐμεῖς, ἐρωτῶ, ἔχουμε τέτοια ἐπιθυμία; Πρέ­πει νὰ ἔχουμε. Καὶ ὁ μὲν Ζακχαῖος τὸν γνώρισε προσωπικῶς, ἐμεῖς μποροῦμε ἆ­ραγε νὰ τὸν γνωρίσουμε; Μποροῦμε. Διότι ποῦ εἶνε ὁ Χριστός; Στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν ἁ­γία Γραφή· ἐκεῖ θὰ βλέπῃς τὸ γλυκύτατο πρόσωπό του καὶ θὰ δημιουργῇς πνευματικὴ σχέσι μαζί του.
2. Τὸ ἕνα λοιπόν, νὰ ἔχουμε ἐπιθυμία νὰ δοῦμε τὸν Ἰησοῦν. Τὸ δεύτερο σημεῖο· ὅταν ὁ Ζακχαῖος ἄκουσε ὅτι περνάει ὁ Χριστός, ἀ­μέσως ἔκλεισε τὰ κατάστιχα καὶ τοὺς λογαρι­ασμούς, καὶ πετάχτηκε ἔξω. Στοὺς δρόμους γινόταν συλλαλητήριο αὐθόρμητο, πλημμύρα. Αὐτός, κοντὸς στὸ ἀνάστημα, χανόταν μέσα στὸ πλῆθος· πῶς νὰ δῇ τὸ Χριστό; Ἀλλὰ τί κάνει ὁ πόθος! Προϊστάμενος τόσων ὑπαλλήλων, ἀδιαφορεῖ γιὰ τὴν ἀξι­ο­πρέπειά του. Εἶδε στὸ δρόμο μιὰ συκομουριά, καὶ σὰν γατὶ σκαρφάλωσε στὸ δέντρο. Τὸ ἔκανε σκοπιὰ καὶ παρατηρητήριο, κι ἀπὸ ’κεῖ, μέσ’ ἀπ’ τὰ φυλλώματα, παρατηροῦσε μὲ λαχτάρα νὰ δῇ τὸ Χριστό.
Ὅπως λοιπὸν ἐκεῖνος, ἔτσι κ’ ἐμεῖς ν’ ἀνεβοῦμε στὸ δέντρο. Παραβολικῶς ὁμιλῶ. Ποιό εἶνε τὸ δέντρο, ποὺ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀ­νεβαί­νει σ’ αὐτὸ δὲν πατάει πλέον τὴ γῆ ἀλ­λὰ ὑ­ψώνεται μέχρι τὸν οὐρανὸ καὶ γίνεται χερουβὶμ καὶ ἄγγελος; Πνευματικὸ δένδρο εἶνε ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Ὅποιος μπαίνει στὴν ἐκ­κλησία μὲ φόβο καὶ συναίσθησι τῆς ἁμαρτωλότητός του, ἰδιαιτέρως ἐν ὥρᾳ θείας λειτουργίας, αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, τὸν βλέπει καὶ συνομιλεῖ μαζί του.
3. Τὸ πρῶτο λοιπόν, νὰ γνωρίσουμε τὸν Ἰησοῦν· τὸ δεύτερο, νὰ ἐκκλησιαζώμεθα συχνὰ καὶ νὰ ἁγιαζώμεθα. Καὶ τὸ τρίτο, τὸ σπουδαιότερο, ποιό εἶνε; Ὁ Ζακχαῖος δὲν ἀρκέσθηκε μόνο σ’ αὐτά. Ἔκανε κάτι ἄλλο, ἕνα δύσκολο ἔργο· ἄνοιξε τὸ βαλάντιό του. Ὁ Χριστὸς τὸν εἶ­δε καὶ τοῦ λέει· «Ζακχαῖε…» (ἔ.ἀ. 19,5). Πρώτη φορὰ τὸν ἔβλεπε, καὶ τὸν φώναξε μὲ τὸ ὄ­νομά του. (Ὁ Χριστὸς γνωρίζει τὰ ὀνόματά μας. Ὅ­σο ταπεινὸς καὶ ἄσημος κι ἂν εἶσαι, τὸ ὄνομά σου εἶνε γνωστὸ στὸ Θεό). Ζακχαῖε παιδί μου, λέει, «κατέβα κάτω». Ἐκεῖνος ἀμέσως κατ­έ­βη­­κε καὶ τὸν ἀκολουθοῦσε νὰ πᾶνε στὸ σπίτι του. Θὰ πήγαινε λοιπὸν ὁ Χριστὸς στὸ σπίτι τοῦ ἁ­μαρτωλοῦ; δὲν ὑπῆρχαν ἄλλα σπίτια, ἱερέων καὶ φαρισαίων; Ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ πάῃ στὸ σπίτι αὐτό, τὸ πιὸ ἁμαρτωλὸ σπίτι! Ὁ Ζακχαῖος, ἔμεινε ἔκπληκτος. Καθὼς πλησίαζαν στὸ σπίτι, συναισθανόταν ὅτι δὲν εἶνε ἄξι­ος νὰ φιλοξενήσῃ τὸ Χριστό. Θὰ ἄνοιγαν οἱ πόρ­τες ἑνὸς σπιτιοῦ ποὺ κάθε πέτρα του ἔ­σταζε αἷμα, νὰ περάσῃ μέσα ὁ Χριστός; (Ἂν κατέβαινε κ’ ἐδῶ ἕνας ἄγγελος κ’ ἔπαιρνε τὰ σπίτια ὅλα, πολυκατοικίες καὶ μέγα­ρα, καὶ τὰ ἔ­σφιγγε, θὰ ἔσταζαν αἷμα! Λίγα σπίτια ἔχουν χτιστῆ μὲ τὸν τίμιο ἱδρῶτα. Τὰ μεγάλα σπίτια δὲν χτίζονται μὲ τὸ Εὐαγγέλιο· μὲ τὸ διάβολο χτίζονται, μὲ τὰ τριάκοντα ἀργύρια, μὲ κλοπές, κομπίνες, ἀπάτες καὶ πλαστογραφίες).
Τὴν ὥρα ἐκείνη λοιπὸν ὁ Ζακχαῖος εἶδε τὸ σπίτι του δι­αφορετικά, μὲ ἄλλα μάτια. Εἶδε, ὅτι τὸ σπίτι αὐτὸ τό ’χτισαν ἡ πλεονεξία καὶ ἡ ἀ­δικία, καὶ τί ἔκανε; Στάθηκε στὴν πόρτα. «Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, στάσου μιὰ στιγμή», εἶπε. Καὶ προτοῦ νὰ μπῇ μέσα ὁ Χριστός, πῆ­ρε δυὸ μεγάλες ἀποφάσεις, ποὺ δείχνουν ὅτι ἡ μετά­νοιά του ἦταν εἰλικρινής. Ἐὰν ἔπαιρναν ὅλοι τέτοιες ἀποφάσεις, ὁ κόσμος θὰ ἦταν πολὺ διαφορετικός. Ἡ μία ἀπόφασις· «Τὰ μισά», λέει, «ἀπὸ τὰ ὑ­πάρχοντά μου τὰ δίνω στοὺς φτω­χούς». Δὲν ἔδωσε ὅμως μόνο τὰ μισά· ὅλη τὴν περιουσία του τὴν ἔδωσε. Γιατὶ κατόπιν, μὲ τὴν ἄλλη ἀ­πόφασι ποὺ πῆρε, εἶπε· «Καὶ ἂν κάποιον τὸν ἀ­δίκησα σὲ κάτι, εἶμαι πρόθυμος νὰ τοῦ δώσω τετραπλάσια». Ἕνα ἔκλεψα; τέσ­σερα θὰ δώσω. Δέκα ἔκλεψα; σαράντα θὰ δώσω. Ἑκατὸ ἔ­κλεψα; τετρακόσια θὰ δώσω. Ἕ­να ἀρνὶ ἔ­κλεψα; τέσσερα ἀρνιὰ θὰ δώσω. Αὐτὴ ἦταν ἡ μεγάλη ἀπόφασι. Τί τοῦ ἔμεινε ὕστερα ἀπὸ αὐτά; Τίποτα. Ἔμεινε κι αὐτὸς ὁ Ζακχαῖος φτωχὸς ὅ­πως ὁ Ναζωραῖος.
Συγ­κλονιστικὴ ἡ μετάνοια τοῦ Ζακχαίου. Τὴν χαρακτηρίζουν τὰ δύο μεγάλα αἰτήματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως· πρῶτον ἡ δικαιο­σύνη («Δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐ­πὶ τῆς γῆς» Ἠσ. 26,9), καὶ δεύτερον τὸ ἔλεος. Πρῶτα δικαιοσύνη καὶ ἔπειτα ἔλεος. Ἀποζημί­ωσε ὅσους ἀδίκησε. Δὲν πῆρε τὰ κλεμμένα νὰ κάνῃ μ’ αὐτὰ ἐλεημοσύνη, ὅπως κάνουν τώ­ρα μερικοὶ ἐφοπλισταί, ποὺ πήκτωσαν τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια τους – εἶνε βέβαια αὐτὸ μία ἀπόδειξις τῆς δραστηριότητος καὶ τῆς εὐ­φυΐας τους, ὄχι ὅμως καὶ τῆς χριστιανοσύνης τους. Αὐτοί, ἀπὸ τὰ μεγάλα κέρδη ποὺ πραγμα­τοποιοῦν, κάνουν καὶ μερικὲς ἐλεημοσύνες.
Δικαιοσύνη καὶ ἔλεος. Καὶ δίκαιος καὶ ἐλεήμων ἀπεδείχθη ὁ Ζακχαῖος. Καὶ τότε ὁ Χριστὸς ὕψωσε τὰ χέρια καὶ εἶπε· «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο» (Λουκ. 19,9). Τὸ σπίτι αὐτὸ ἦταν ἕτοιμο νὰ καταστραφῇ· δὲν εἶ­χε σωτηρία. Διότι οἱ ἀδικίες εἶνε δυναμίτης. Ὅποιος δη­μιουργεῖ περιουσίες ἀπὸ χρήματα ἄδικα, τινάζει στὸν ἀέρα τὴν οἰκογένειά του.

* * *

Τὸ μεσημέρι στὸ σπίτι ἔχετε τὸ φαγητό σας. Σκεφθῆτε, ἀδέρφια μου, ὅτι ἑκατομμύρια ἄν­θρωποι πάνω στὴ γῆ δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε καὶ πεθαίνουν σὰν τὶς μῦγες ἀπὸ τὴν πεῖνα.
Μπρός, Ζακχαῖοι τῶν ὀρέων καὶ τῶν πόλεων, Ζακχαῖοι μικροὶ καὶ μεγάλοι! Δύο τὰ αἰτήματα· δικαιοσύνη καὶ ἔλεος. Ὅταν τὰ δύο αὐ­τὰ πραγματοποιηθοῦν, τότε ὁ Χριστός, ὅπως στὸ Ζακχαῖο εἶπε «Σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τού­τῳ», τὰ ἴδια λόγια θὰ ἐπαναλάβῃ γιὰ ὅλο τὸν κόσμο. Πάνω ἀπ’ τὸ σταυρὸ θὰ ὑψώσῃ τὰ ἄ­χραντά του χέρια σ’ ἀνατολὴ καὶ δύσι, βορᾶ καὶ νότο, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ».
Ὁ Ζακχαῖος εἶνε ὑπόδειγμα μετανοίας. Ὅ­πως τὸν ἔχουμε μιμηθῆ στὸν βίο τῆς ἁμαρτί­ας, νὰ τὸν μιμηθοῦμε καὶ στὸν βίο τῆς μετανοίας. Μία γνωριμία ἀξίζει· νὰ γνωρίσουμε τὸ Χριστό. Ἂς ἀνεβαίνουμε στὸ δέντρο τῆς ἁγί­ας του Ἐκ­κλησίας. Ἂς μετέχουμε στὴν θεία λειτουργία. Ἂς ἐκκλησιαζώμεθα τακτικά, ἂς ἀνοί­γουμε τὴν καρδιά μας, ἂς τὴν κάνουμε σαλόνι ὅπου θὰ ὑ­ποδεχώμεθα τὸ Χριστό. Καὶ τότε Ἐκεῖνος θὰ εὐλογήσῃ ἐμᾶς, τὰ ἔργα μας, τὶς οἰ­κογένειές μας, τὰ παιδιά μας, τὴ μαρτυρική μας πατρίδα, καὶ θὰ πῇ· «Σήμερον σωτηρία τῷ κόσμῳ γέγονε», διότι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου «ἦλ­θε ζη­τῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός» (ἔ.ἀ. 19,10).

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου εις τον ιερό ναὸ του Ἁγίου Ἀθανασίου Ἄνω Κυψέλης – Ἀθηνῶν 23-1-1977)

___________________________

ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

___________________________

EVANGHELIA DIN DUMINICA A 32-A DUPĂ RUSALII  (LUCA 19: 1-10)

  • 1.      Şi intrând, trecea prin Ierihon.
  • 2.      Şi iată un bărbat, cu numele Zaheu, şi acesta era mai-marele vameşilor şi era bogat.
  • 3.      Şi căuta să vadă cine este Iisus, dar nu putea de mulţime, pentru că era mic de statură.
  • 4.      Şi alergând el înainte, s-a suit într-un sicomor, ca să-L vadă, căci pe acolo avea să treacă.
  • 5.      Şi când a sosit la locul acela, Iisus, privind în sus, a zis către el: Zahee, coboară-te degrabă, căci astăzi în casa ta trebuie să rămân.
  • 6.      Şi a coborât degrabă şi L-a primit, bucurându-se.
  • 7.      Şi văzând, toţi murmurau, zicând că a intrat să găzduiască la un om păcătos.
  • 8.      Iar Zaheu, stând, a zis către Domnul: Iată, jumătate din averea mea, Doamne, o dau săracilor şi, dacă am năpăstuit pe cineva cu ceva, întorc împătrit.
  • 9.      Şi a zis către el Iisus: Astăzi s-a făcut mântuire casei acesteia, căci şi acesta este fiu al lui Avraam.
  • 10.    Căci Fiul Omului a venit să caute şi să mântuiască pe cel pierdut.

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA

LA DUMINICA A 32-A DUPĂ RUSALII

– Luca 19, 1-10 –

SOARTĂ?

„Şi când a sosit la locul acela, Iisus, ridicându-şi ochii, l-a văzut” (Luca 19, 5)

[…]

Un om, care nu are nicio idee despre cuvântul lui Dumnezeu şi judecă lucrurile lumeşte, când aude că Hristos S-a oprit pe cale, Şi-a înălţat ochii şi l-a văzut pe Zaheu în copac, va spune că aşa a fost sortit. Dar oare acest fapt a fost sortit? Şi, în genere, se pune întrebarea: Există soartă?

***

Strămoşii noştri antici, care adorau idolii, aveau printre alte zeităţi şi pe zeiţa Τihi sau Soarta. Confecţionau statui, care o prezentau pe Tihi (Soarta), ca pe o femeie care deţine comori şi le împrăştie unde vrea. Toate le atribuiau Sorţii; şi cele plăcute şi cele neplăcute. – Aşa a vrut soarta, destinul!…

Hristos a nimicit idolii. Şi totuşi există oameni, care pe de o parte se numesc creştini, însă gândesc şi vorbesc ca nişte închinători la idoli. – Soarta, zic. A fost sortit!… Unul e norocos, altul e ghinionist… Şi este atât de înrădăcinată în inimile lor ideea  de soartă, încât aceşti oameni L-au anulat pe Dumnezeu; toate le subordonează sorţii. Dar mai există şi unele femei, care profită de ignoranţa oamenilor şi zic – chipurile, că din câteva semne prevăd viitorul. – Să-ţi spun soarta!… Şi şterpelesc portofelele celor neghiobi.

Dar soartă şi destin  nu există. Acestea sunt fantezii. Să luam de pildă ceea ce s-a întâmplat în Ierihon. Întrebăm: Întâmplarea aceasta a fost sortită? Nu. Pentru că înainte ca Hristos să privească, a premers un şir de acţiuni.

Zaheu era mai-marele vameşilor. Dar când a auzit că a venit Hristos în cetate, i s-a născut dorinţa de a-L cunoaşte pe Hristos. A ieşit în drum, dar pentru că era mic de statură, nu putea să-L vadă. De aceea, a alergat înainte ca un copilaş, s-a căţărat într-un copac şi de acolo aştepta să treacă Hristos, ca să-L vadă. Această dorinţă puternică a lui Zaheu a văzut-o Hristos, Care cunoaşte inimile oamenilor, şi a hotărât să-i îndeplinească dorinţa puternică şi să-i răsplătească bunăvoinţa. Dacă Zaheu n-ar fi avut această râvnă, Hristos nu Şi-ar fi ridicat privirea spre el. Aşadar, evenimentul n-a fost sortit. Zaheu a meritat interesul lui Hristos. Atâţi alţi oameni, care erau în jurul Lui, nu s-au învrednicit de onoarea de care a fost învrednicit Zaheu.

Dar la fel ca în cazul lui Zaheu, aşa şi în alte episoade şi întâmplări din viaţă nu există soartă. Fiecare om este creatorul sorţii lui. Pentru că Dumnezeu a dat omului şi minte şi inimă şi conştiinţă şi libertate, ca să se gândească, să judece şi să ia hotărâri care să fie spre folosul lui şi spre propăşirea lui. Îşi foloseşte bine darurile dumnezeieşti? Va avea o soartă bună, va trăi fericit. Foloseşte rău aceste daruri? Va avea o soartă rea, va trăi mizerabil. Cine e de vină?

Unul se duce şi doarme pe gura unei fântâni. Noaptea, în timp ce doarme, se întoarce pe-o parte, cade în fântână şi se îneacă. Întrebăm: Cauza este inexistenta soartă? Sau el însuşi, care ar fi trebuit să se gândească la asta înainte de a se întâmpla? Din nefericire, acelaşi lucru îl fac mulţi, iar după aceea îşi blesteamă soarta. Vreţi şi alte exemple? Unul se îmbată. În pofida sfatului medicului, în pofida îndemnurilor şi lacrimilor femeii şi copiilor lui, prietenilor şi rudelor lui, acesta continuă să bea. Se îmbolnăveşte. Devine alcoolic. Cele dinăuntru ale lui ard. Moare. Cine e de vină? Soarta inexistentă sau patima băuturii? Altul este jucător la cărţi şi joacă tot timpul. În sfârşit, falimentează şi ajunge la închisoare. Cine e de vină? Soarta sau patima lui? Bine zice poporul: „Cum îţi aşterni aşa vei dormi”. Astfel, prin aceste exemple se demonstrează că omul este creatorul viitorului său, al sorţii lui.

Dar trebuie să mărturisim că există şi lucruri care nu depind de acţiunile omului. Astfel de lucruri sunt de pildă cutremurul, inundaţia, neplouarea, seceta, epidemiile şi alte rele care se întâmplă în viaţa umană. […]

***

Concluzia noastră este că nu există soartă. Omul prin faptele lui bune sau rele este creatorul viitorului său. Dar deasupra tuturor stă Dumnezeu, Care, fără să anuleze voinţa omului, se îngrijeşte cu nesfârşită dragoste de întreaga Lui creaţie, iar mai înainte de toate de om. Aşadar, nu sorţii, nu destinului şi norocului, ci „Pe noi înşine şi unii pe alţii şi toată viaţa noastră lui Hristos Dumnezeu să o dăm” (Dumnezeiasca Liturghie).

(traducere: Frăţia Ortodoxă Misionară „Sfinţii Trei Noi Ierarhi”)

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΑΣΗ

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 16th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΔ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 18,35-43)

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΑΣΗ

TYFLOY IEREIX«Ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· Τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν» (Λουκ. 18,41-43)

ΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, διαβάζεται τὸ Εὐ­αγγέλιο τῆς Δεκάτης Τετάρτης (ΙΔ´) Κυρι­α­­κῆς τοῦ Λουκᾶ. Ἡ περικοπὴ αὐτὴ διηγεῖται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἄπειρα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ ὁ Κύ­ρι­ος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ θαῦμα εἶνε ἡ θεραπεία ἑνὸς τυφλοῦ.
Τί νὰ ποῦμε; Νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸ δυστυχι­σμένο αὐτὸν ἄνθρωπο πού, κοντὰ στὸ ὅτι ἦ­ταν τυφλός, ἦταν ἀκόμα καὶ πάμπτωχος κ’ εἶ­χε καταντήσει ζητιάνος στὰ σταυροδρόμια; Νὰ ποῦμε γιὰ τὴ χαρὰ ποὺ δοκίμασε ὅταν ἄ­κουσε, ὅτι περνάει «ὁ Ἰησοῦς ὁ Να­ζωραῖος» (Λουκ. 18,37); Νὰ ποῦμε γιὰ τὸ φλογερὸ αἴτημά του στὸ Χριστό, τὸ «Κύριε, ἐλέησον»; Ἢ νὰ ποῦμε γιὰ τὴν ἐλεεινὴ συμπεριφορὰ τοῦ κό­σμου πού, ἀντὶ νὰ τὸν βοηθή­σῃ, «ἐπετίμα αὐ­τόν» (ἔ.ἀ. 18,39), τοῦ ’­λεγε Σκάσε, τί φωνά­ζεις;»; Ἢ νὰ ποῦ­με γιὰ τὴ δύναμι τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ ἕ­να παντοδύναμο λόγο εἶπε κι ὁ τυφλὸς «ἀ­νέβλεψε» (ἔ.ἀ. 18,43), κι ὁ κόσμος θαύμασε;
Ἀφήνω ὅλα αὐτὰ καὶ παρακαλῶ νὰ προσ­έξετε ἕνα ἄλλο σημεῖο.

* * *

Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» αὐτοῦ (Γέν. 1,26). Τὸν ἐφω­δί­­ασε μὲ ἔξοχες ἰδιότητες, ἐννοῶ καὶ τὶς σωμα­τικές. Μία ἀπὸ τὶς δωρεὲς τοῦ Κυρίου εἶνε ὅ­τι τὸν προίκισε μὲ πέντε αἰσθήσεις, ἀπὸ τὶς ὁ­­ποῖες σπουδαιοτέρα εἶνε ἀσφαλῶς ἡ ὅρασις.
Τὰ μάτια! Ὑ­πάρχει γι’ αὐτὰ ὁλόκληρη εἰδι­κὴ ἐπιστήμη, τὴν ὁποία διακονοῦν οἱ ὀφθαλμί­ατροι, καὶ μέ­νουν κατάπληκτοι. Φτάνει ἕνα μάτι ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπάρχει Θεός. Ἀρκεῖ αὐτό.
Συναντήθηκα κάποτε μ᾿ ἕναν ἄπιστο ποὺ ἠρνεῖτο ὅτι ὑπάρχει Θεός. Κρατοῦσε μιὰ φωτογραφικὴ μηχανή, ποὺ μόλις τὴν εἶχε ἀγο­ρά­­σει. ―Πῶς βρέ­θηκε, λέω, στὰ χέρια σου αὐτὴ ἡ μηχανή; Ἔμαθα, ὅτι τέτοιες μηχανὲς φυτρώ­νουν σὲ κάποιο χωράφι. ―Μὰ τί λές; μοῦ ἀ­παντᾷ, μόνο τρελλὸς μπορεῖ νὰ τὸ πῇ αὐτό. Τότε τοῦ εἶπα· ―Ἂν εἶνε τρελλὸς ὅποιος λέει ὅτι οἱ φωτογραφικὲς μηχανὲς φυτρώνουν στὸ χωράφι, τότε ἑκατὸ φο­ρὲς πιὸ τρελλὸς εἶνε ἐ­κεῖνος ποὺ λέει ὅτι ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ μάτια του φύτρωσαν μόνα τους. Τί εἶνε τὸ μάτι; Μιὰ τέλεια φωτογραφι­κὴ μηχανή. Πῶς παρα­δέχε­σαι ὅτι ἡ φωτο­γραφικὴ μηχανὴ ἔχει δημιουργό, καὶ δὲν πα­ρα­δέχεσαι τὸ Θεὸ δημιουργὸ γιὰ τὸ μάτι; Τὸ μάτι εἶνε δῶρο, γιὰ τὸ ὁποῖο θά ’πρεπε νὰ τὸν εὐχαριστοῦμε, ὅπως λέει ὁ ποιητής·
«Ὅταν τριγύρω βλέπω τῆς φύσεως τὰ κάλλη,
τὸν ἥλιο, τὴ σελήνη, τ’ ἄστρα τὰ φωτεινά,
τὴ θάλασσα, π’ ἀφρίζει κι’ ἁπλώνεται μεγάλη,
τοὺς ποταμούς, τὰ δένδρα, τοὺς κάμπους, τὰ βουνά,
καὶ τ’ ἄνθη ποὺ στολίζουν ἀγροὺς καὶ μονοπάτια,
Σ’ εὐχαριστῶ, Θεέ μου, ποὺ μοῦ ᾽δωκες τὰ μάτια»
(Ἰω. Πολέμης, Ἀναγνωστικὸ τῆς Ε΄ Δημοτικοῦ, σ. 295).
«Σ’ εὐχαριστῶ Θεέ μου, ποὺ μοῦ ’δωσες τὰ μάτια». Τὸ λέμε; Δὲν τὸ λέμε δυστυχῶς. Μὴν εἴμεθα ἀχάριστοι στὸ Θεό. Καὶ νὰ δείχνουμε συμπάθεια σὲ ὅλους τοὺς τυφλοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ζοῦν μέσα σ’ ἕνα διαρκὲς σκοτάδι.

* * *

Ἀλλ’ ἐκτὸς ἀπὸ τὴν σωματικὴ τύφλωσι ὑ­πάρχει καὶ τύφλωσις πνευματικὴ – ψυχική. Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ εἶνε ἀσυγκρίτως ἀνώτερη ἀ­πὸ τὸ σῶμα, τότε καὶ ἡ τύφλωσις ἡ ψυχικὴ εἶνε ἀπείρως χειροτέρα ἀπὸ τὴν σωματική.
Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτὴ ὅλοι εἴ­μεθα τυφλοί. Μὴ φανῇ παράξενο αὐτό. Ἂν εἴχαμε μάτια ψυ­χικά, ὄχι αὐτὰ τὰ ὑλικὰ μάτια, τί θὰ βλέπαμε! Ὅταν λειτουργοῦσε ὁ ἅγιος Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, οἱ πιστοὶ ἔβλεπαν δίπλα του ἀγ­γέ­λους. Γι’ αὐτὸ στὸ ἀπολυτίκιό του ψάλλουμε «…καὶ ἐν τῷ μέλπειν τὰς ἁγίας σου εὐχὰς ἀγ­γέλους ἔσχες συλλειτουργοῦντάς σοι, ἱερώ­τατε». Ναί· ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι σμίγουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὴ θεία λειτουργία. Ἕ­νωσις γίνεται, ἑνώνονται ἐπίγεια καὶ οὐράνια.
Ποῦ εἶνε λοιπὸν τὰ μάτια αὐτά, τὰ ψυχικά; Τὸ σῶμα ἔχει τὸ μάτι, τὸ πολυτιμότατο αὐ­τὸ ὄργανο. Καὶ ἡ ψυχή; Τὸ μάτι τῆς ψυχῆς ποιό εἶ­νε; Εἶνε ὁ νοῦς, τὸ μυαλό, αὐτὸ τὸ ἄφθαστο κομπιοῦτερ ποὺ ἔπλασε ὁ Θεός. Καὶ ὀρθὰ ἔ­λεγαν οἱ ἀρχαῖοι ὅτι «νοῦς ὁρᾷ καὶ νοῦς ἀ­κού­ει» (Ἐπίχαρμος, παρὰ Μ. Ἰατροῦ, Πόθεν καὶ διατί, σ. 301-2). Πράγματα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ δῇ τὸ σωματικὸ μάτι, τὰ βλέπει ὁ ἄνθρωπος διὰ τῆς ψυ­χικῆς ὁράσεως. Πέθανε ὁ πατέρας μας· καὶ ὅ­μως τὸν βλέπουμε μὲ τὴ φαντασία μας. Εἶνε μακριὰ ὁ συγγε­νής μας, στὴν Αὐστραλία ἢ στὸ Βό­ρειο Πόλο· πάλι τὸν βλέπουμε. «Νοῦς ὁρᾷ».
Ἀλλὰ γιὰ νὰ βλέπῃ ὁ νοῦς, πρέπει νὰ εἶνε καθαρός, ὑγιής. Κ’ ἐκεῖνο ποὺ τυφλώνει τὸ νοῦ εἶνε τὰ πάθη, ποὺ ἐνσπείρει ὁ διάβολος. Τί κι ἂν σπούδασες, τί κι ἂν ἔμαθες γράμματα καὶ ἐπιστῆμες; Ὅταν ὑπάρχῃ κάποιο πάθος, ὁποιοδήποτε (φιλαργυρία, φιληδονία, φιλοδοξία, πορνεία, μοιχεία, ἀκηδία καὶ ἀδιαφο­ρία, ὀργὴ καὶ θυμός, κακία καὶ μῖσος), αὐτὰ τυφλώνουν. Ἕνας ἐμπαθὴς ἄνθρωπος δὲν βλέ­πει· τυφλὸς περπατεῖ μέσα στὸν κόσμο.
Τὰ πάθη τυφλώνουν τὸ νοῦ. Διὰ μέσου αὐ­τῶν ὁ σατανᾶς τυφλώνει «τὰ νοήματα τῶν ἀ­πίστων» (Β΄ Κορ. 4,4), τυφλώνει τοὺς ἀνθρώπους νοητικῶς – ψυχικῶς. Ὁ εἰκοστὸς αἰώνας χαρακτηρίστηκε ὡς «αἰὼν τῶν φώτων»· στὴν πραγματικότητα εἶνε αἰώνας σκότους· διότι ποτέ ἄλλοτε δὲν ἔγιναν τόσα ἐγκλήματα καὶ δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Γι’ αὐτὸ εἶπε κάποιος φι­λόσοφος ποιητής· «Ἰδοὺ ἐγώ, μὲ τόσα φῶτα, τυφλός· τυφλός, ὅπως καὶ πρῶτα».
Οἱ παπποῦδες μας δὲν πήγαν σὲ γυμνάσια καὶ πανεπιστήμια, τοὺς φώτιζε ὅμως ὁ Θεὸς καὶ σ’ ἐμᾶς τὰ ἐγγονάκια ποὺ τοὺς πλησιάζαμε ἔλεγαν σοφὰ λόγια. Λόγια ποὺ μᾶς εἶ­παν καθηγηταὶ πανεπιστημίου τὰ λησμονήσαμε· τὰ λόγια ποὺ μᾶς εἶπε ἡ γιαγιὰ δὲν τὰ λησμονήσαμε. Γιατὶ οἱ ἀγράμματοι ἐκεῖνοι εἶχαν φῶς ―φῶς ποὺ τοὺς φώτιζε ἦταν ἡ ἁγία Τριάδα― καὶ ἔβλεπαν καὶ ἔλεγαν σπουδαῖα πράγματα.
Τέτοιος ἦταν καὶ ὁ Μακρυγιάννης, ἕνας ἀ­πὸ τοὺς ἥρωες τοῦ ’21. Εἶδε ὁράματα. Οἰκογενει­άρχης ἦταν μὲ 7 παιδιά, τὸ κορμί του κό­­σκινο ἀπὸ βό­λια τούρκικα. Ἀγράμματος, μό­­λις ἔ­βαζε τὴν ὑ­πογραφή του καὶ σκάλιζε τὸ ἀλ­φά­βητο. Ἦταν ὅμως φωτισμένος ἄνθρωπος· εἶ­πε καὶ ἔγραψε λόγια σοφά, καὶ εἶδε ὁράματα. Διαβάστε νὰ δῆτε τὰ ὁράματα ποὺ εἶδε.
Τότε ἡ Ἑλλὰς φωτιζόταν ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἁγίας Τριάδος. Μετὰ μᾶς ἦρθαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸ οἱ ἀπόλεμοι, ποὺ δὲν ἔλαβαν μέρος στὸν ἀγῶνα. Ἦρθαν ἀπ’ τὸ Παρίσι, πόλι διαφθορᾶς καὶ ἀκολασίας, καὶ εἶπαν στὴν Ἑλλά­δα «δὲν ὑπάρχει Θεός». Αὐτοὶ οἱ ψευτοκουλτουριάρηδες ἄλλαξαν τὴν πορεία μας, ἔστρεψαν τὴν κοίτη τοῦ ἱστορικοῦ μας ἔθνους πρὸς τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία. Καὶ τότε ὁ Μακρυγιάν­νης εἶπε· Ποῦ καταντήσαμε! Ἐμεῖς οἱ ἀγράμ­ματοι, μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, κάναμε τὸν ἀγῶ­να καὶ νικήσαμε, καὶ τώρα ἔρχονται αὐτοὶ νὰ μᾶς τυφλώσουν, οἱ τάχα φωτισμένοι, ποὺ δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσουν, τί τζιβαϊρικὸ ―στὴ γλῶσσα του―, τί πολύτιμο καὶ ἀνεκτίμητο πρᾶγμα, τί θησαυρὸ ἔχουμε. Ὁ δὲ θησαυρός μας εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ πατρίδα μας.
Δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἐκτιμήσουμε. Μᾶς τύ­φλωσε ὁ σατανᾶς. Καὶ ἐνῷ εἴμεθα τυφλοί, ἔ­χουμε τὴν ἀξίωσι νὰ εἴμεθα ὁδηγοὶ τοῦ ἔθνους. Τέτοιοι ἄθεοι δασκάλοι καὶ καθηγηταὶ ἀνέβηκαν στὶς ἕδρες καὶ θέλουν νὰ διδάξουν τὰ παιδιά μας. Ὀρθῶς εἶπε μιὰ προφητεία· «τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὸν κόσμο». Σ’ αὐτοὺς ἁρμόζει αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «Τυφλὸς τυφλὸν» ἐὰν ὁδηγῇ, «ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται» (Λουκ. 6,39).

* * *

Τελειώνω μ’ ἕνα ἀνέκδοτο ἀπὸ τὴν ἱστο­ρία τῆς Ἐκκλησίας μας. Στὴν Ἀλεξανδρεία ἦταν ἕνας τυφλὸς ποὺ ὠνομαζόταν Δίδυμος. Ἀλλὰ τὸν φώτισε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἔγινε δεινὸς θε­ολόγος, ἄνοιξε σχολή, καὶ πήγαιναν ὅλοι καὶ τὸν ἄκουγαν (ὅπως κ’ ἐδῶ εἶδα κάποιον τυ­φλὸ βοσκὸ ἀπὸ τὴν Ἤπειρο, ὁ ὁποῖος ξέρει ἀπ’ ἔ­ξω τὴν ἁγία Γραφή, κ’ ἔμεινα κατάπληκτος). Ὁ Δίδυμος λοιπὸν ὁ τυφλὸς ἤξερε καλὰ τὰ κεί­μενα τῶν Γραφῶν καὶ δίδασκε. Κάποτε τὸν εἶ­δε ὁ Μέγας Ἀντώνιος καὶ εἶπε· Σὲ μακαρίζω, Δίδυμε, γιατὶ δὲν ἔχεις μάτια σὰν αὐτὰ ποὺ ἔχουν καὶ οἱ κατσαρίδες καὶ οἱ σκορπιοὶ καὶ τὰ φίδια καὶ τὰ λιοντάρια, ἀλλὰ ἔχεις κάτι ἄλλα μάτια πολὺ ἀνώτερα· ἔχεις τὰ μάτια τῆς πίστεως.
Αὐτὰ τὰ λίγα εἶχα νὰ πῶ, ἀδελφοί μου. Ἂς ἀναστενάξουμε, διότι ὅλοι ἔχουμε μειωμένη τὴν πνευματικὴ ὅρασι. Καὶ στὸ ἐρώτημα τοῦ Χριστοῦ «Τί σοι θέλεις ποιήσω;» (Λουκ. 18,41), ν’ ἀπαντήσουμε· Κύριε, δὲν θέλου­με οὔτε χρῆ­μα οὔτε πλούτη οὔτε χρυσό. Θέλουμε μάτια. Μάτια σὰν ἐκεῖνα ποὺ εἶχαν οἱ πρόγονοί μας. Νὰ δοῦμε τὸν ἑαυτό μας, τὸν προορισμό μας, τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς μας. Νὰ δοῦμε ἐσένα τὸν Χριστό· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάν­τας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου, ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ ῾Αγ. Τριάδος Πτολεμαΐδος τὴν 2-12-1990.

____________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

_____________________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA LA
DUMINICA A XXXI-A DUPĂ RUSALII
(Luca 18, 35-43)

CEI CARE ÎMPIEDICĂ BINELE

„Şi cei care mergeau înainte îl certau ca să tacă, iar el cu mult mai mult striga: Fiule al lui David, fie-Ţi milă de mine!”
(Luca 18, 39)


Aţi fost atenţi, iubiţii mei creştini, aţi fost atenţi la Evanghelia de astăzi? Ne istoriseşte că un orb din Ierihon a avut prilejul de a se apropia de Hristos. A auzit că trece Iisus şi cu o dorinţă puternică a început să strige: „Iisuse, Fiul lui David, miluieşte-mă” (Luca 18, 38). Oamenii, care mergeau înainte, deranjaţi de strigătele lui, îi spuneau să tacă. El însă cu o voce mai puternică repeta cererea lui, până când Domnul a făcut minunea, i-a dat lumina.
Merită să fim atenţi la atitudinea pe care au avut-o oamenii aceia faţă de cel orb. Mare este păcatul lor! Nu doar că nu i-au fost alături şi nu l-au ajutat în nevoia lui, dar au încercat să-i împiedice şi comunicarea cu Domnul. Comportamentul lor ne dă prilejul să spunem câteva cuvinte despre acest păcat care se întâmplă adesea. Pentru că şi astăzi există astfel de oameni, oameni care se împotrivesc binelui şi vor să curme buna dispoziţie şi încercările plăcute lui Dumnezeu ale altora. Sunt cei care aruncă gheaţă în râvna caldă a creştinului curat şi neprihănit, cei care aruncă apă, ca să stingă sfânta flacără a iubirii lui Dumnezeu. Vreţi exemple din societatea de astăzi? Să menţionăm câteva.

***

O categorie de oameni, care împiedică binele, sunt cei care influenţaţi de duhul inovator, de ultimă modă, dispreţuiesc buna cuviinţă, decenţa, înfrânarea, se îmbracă necuviincios, se exprimă obscen, desfiinţează fără ruşine postul… Şi dacă văd pe altcineva trăind cu decenţă, cu bună cuviinţă, mergând la biserică, postind, rugându-se, mărturisindu-se, încearcă să-l facă să înceteze viaţa duhovnicească; îl batjocoresc, îl ironizează, îl acuză, îl jignesc, îl iau peste picior, încearcă să-i răcească râvna, să-i potolească entuziasmul şi să-l atragă în deprinderile lor. Mare este răutatea lor!
Iată şi o familie, s-a cununat canonic şi s-a unit cu binecuvântările Bisericii. Peste puţin, femeia se pregăteşte să aducă un om pe lume. Ce este mai normal şi mai plăcut lui Dumnezeu? Aici apare o neînţelegere. Soţul, influenţat de mentalitatea lumii, potrivnică voii lui Dumnezeu şi simţământului uman normal, imediat ce află de sarcina soţiei, îşi arată nemulţumirea. Şi doar asta? Cu ifose de fiară pretinde şi impune să meargă amândoi la doctor şi să întrerupă sarcina, adică să facă avort. Dar copilul, din momentul în care se zămisleşte în pântecele mamei – aşa cum ştim – este om desăvârşit, cu trup şi suflet. Avortul este uciderea violentă a unui om, adică este omor. Cine face avort încalcă porunca expresă a lui Dumnezeu: „Să nu ucizi!” (Ieşire 20, 15), vine în contradicţie cu Dumnezeu. Şi acest soţ, care nu doar el însuşi încalcă voia lui Dumnezeu, ci impune şi soţiei lui să facă acelaşi lucru şi să oprească binecuvântata şi plăcuta-lui-Dumnezeu naştere de copiii, se aseamănă cu oamenii din pericopa evanghelică de astăzi. Împiedică binele şi impune răul.
Un alt exemplu. O creştină tânără iubeşte Biserica, studiază Sfânta Scriptură, ascultă lecţii ortodoxe în şcolile catehetice, citeşte cărţi patristice şi vieţi de sfinţi. Din toată cultura ei, când deja se maturizează, ajunge să preţuiască idealul vieţii feciorelnice. În sfârşit, hotărăşte să se consacre în întregime Domnului, fie ca monahie în vreo sihăstrie, fie ca persoană misionară într-o frăţie comunitară. Însă imediat ce comunică hotărârea ei, părinţii şi alte rude se răscoală. Încearcă în mii de feluri şi cu forţa nu doar să zădărnicească scopul ei plăcut-lui-Dumnezeu, ci s-o şi târască la viaţa lumească obişnuită.
Un alt exemplu. Pe linia de frontieră, dincolo de munţi, există aproape două sute de sate, care nu au preoţi. Toţi văd nevoia şi cer preot. Însă imediat ce vreun tânăr îşi exprimă dispoziţia să studieze şi la vreme să devină preot, vezi că toţi se aruncă asupra lui, încercând să-i răcească râvna, să-i tempereze entuziasmul. În felul acesta lipsa de preoţi evlavioşi chinuieşte multe Sfinte Mitropolii. Am ajuns în acele zile rele, despre care Sfântul Cosma Etolianul a spunea: „Va veni vremea în care creştinii vor călători kilometri întregi ca să afle un adevărat preot”. Şi cauza sunt cei care răcesc sfânta râvnă a tinerilor.
Observaţi ce se întâmplă şi în tribunale. Creştini conştiincioşi, care sunt chemaţi ca martori în diferite cazuri judecătoreşti, având în vedere porunca lui Hristos: „Să nu te juri nicidecum!” (Matei 5, 34), refuză să se jure şi să pună mâna pe Evanghelie. Îi auzi atunci pe mulţi, avocaţi sau alţii, spunându-le: Asta nu e nimic. Teama dumneavoastră este medievală şi trebuie să o depăşiţi… Apoi, şi judecătorii pretind de la ei să depună mărturie sub jurământ şi în plus îi ameninţă că, dacă nu se jură, se va pronunţa o acuzaţie împotriva lor şi din martori vor deveni acuzaţi. Mare este răspunderea cu care se încarcă toţi aceştia; nu numai că nu respectă buna conştiinţă a creştinului, dar îl şi împing prin violenţă la încălcarea legii lui Hristos.
Cercetând detaliile vieţii private şi publice a creştinilor, vedem de multe ori că pe de o parte binele, aşa cum Îl recomandă Domnul, este neglijat; iar pe de altă parte mulţi se comportă ca şi aceşti oameni, care îl împiedicau pe orb să se apropie de Domnul. Există mame care îşi împing fetele la desfrâu. Există taţi care îi învaţă pe fiii lor să înjure. Există dascăli şi profesori care învaţă ateismul şi materialismul. Există şi clerici care, pentru că ei înşişi au dispreţuit poruncile lui Dumnezeu, arată şi turmei lor un drum greşit. Există arhierei care nu-i lasă pe predicatorii clerici sau teologi să vorbească cu îndrăzneală, ci afurisesc lucrători ai Ortodoxiei, interzic predica şi pun căluş gurilor care grăiesc adevărul evanghelic.

***

Nikiforos Theotokis ţine pe această temă o mare omilie cu exemple din Sfânta Scriptură. Unul din acestea este şi următorul: Când Apostolii Pavel şi Barnaba au străbătut Ciprul şi au ajuns în Pafos, acolo, antipatul Sergius Paulus s-a arătat dispus să audă cuvântul lui Dumnezeu. Însă un iudeu, fals prooroc, vrăjitorul Elimas, stătea împotriva apostolilor, încercând să îl abată pe antipat de la credinţă. Atunci Pavel, cu sfânta indignare, privind ţintă la Elimas, i-a spus: „O, tu cel plin de toată viclenia şi de toată înşelăciunea, fiule al diavolului, vrăjmaşule a toată dreptatea, nu vei înceta de a strâmba căile Domnului cele drepte?” (Fapte 13, 10). Grava caracterizare „fiule al diavolului”, pe care apostolul a fost nevoit să o spună, arată ce păcat grav este a împiedica pe un om să creadă şi să se apropie de Dumnezeu. Această tactică este o lucrare diavolească.
Dar cei care împiedică binele sunt abili, dibaci, şi uneltesc mii de feluri, ca să stingă dumnezeiasca râvnă a celuilalt: de la simpla recomandare şi simplul sfat până la ironie şi batjocorire, şi de la critică şi calomnie până la ameninţare, persecuţie şi mucenicie. Încep mai uşor spunând: „Tu vei corecta textele scrise sucit? Cu un cuc nu se face primăvară. Gândeşte-te mai bine. Lumea va râde de tine. Te sfătuim spre binele tău…”. Şi ajung până la căluşul în gură, reducerea la tăcere, strangularea libertăţi, crimă.
Dându-ne seama şi noi că nu se cuvine să se continue acest rău, ne adresăm către cei care rămân indiferenţi la încercările pentru o mai exactă împlinire a voii lui Dumnezeu. Fie sunt lideri politici, fie militari, fie bisericeşti, fie părinţi, fie educatori, fie alţi ofiţeri, le spunem: Deşi voi, ca creştini, s-ar cuveni să vă interesaţi de propăşirea credinţei creştine, cu toate acestea nu vă vom cere altceva decât doar acest lucru: Cel puţin nu împiedicaţi, nu scandalizaţi, nu descurajaţi, nu aruncaţi gheaţă peste râvna evlavioasă.
Iarăşi, către aceia care îl văd pe fratele lor, creştinul credincios, nevoindu-se singur şi neajutorat şi se emoţionează de măreţia lui, spunem: Astăzi, când o mie de mâini îl împing la rău; astăzi când răul e lăudat şi aclamat şi încoronat; astăzi este nevoie de o altă mână, care să impulsioneze la bine, de o altă gură, care să încurajeze pe nevoitor să se apropie de Hristos, de un alt om, care să fie alături şi să ajute la împlinirea voii lui Dumnezeu. Binecuvântată fie această mână, binecuvântată fie această gură, binecuvântat fie omul acesta.
În sfârşit, chiar creştinului credincios, care are râvnă şi se nevoieşte, de multe ori singur şi neajutorat, pentru păzirea legii lui Hristos, îi spunem: Chiar dacă ai rămâne şi singur pe pământ, şi chiar dacă toţi demonii te împiedică de la bine şi te încurajează la rău, pe faţă sau în ascuns, tu, iubitule, urmează-l pe orbul din Evanghelia de astăzi. Continuă să-L strigi pe Hristos. Şi chiar dacă în încercarea ta eşti în pericol, nu-ţi pierde curajul; mărturiseşte cu toată puterea ta „pe Hristos, Puterea lui Dumnezeu şi Înţelepciunea lui Dumnezeu” (I Corinteni 1, 24). Strigă. Glasul tău să se audă până la înălţimi. Adevărul cere curaj şi îndrăzneală. Adevărul este cel mai de trebuinţă din toate şi trebuie să fie mărturisit.
Creştine, care auzi glasul lui Dumnezeu chemându-te la voia Lui şi te lupţi să o păzeşti, dă-l la o parte pe cel care vrea să te împiedice. Repetă şi tu acel cuvânt al Domnului: „Mergi înapoia Mea, satano” (Matei 4, 10). Nu asculta de îndemnurile împotriva lui Dumnezeu. Oricine ar fi omul acela, în acel moment să-l consideri duşman al lui Dumnezeu. Nu uita că vin clipe, în care -după cuvântul lui Hristos – „duşmani ai omului” vor deveni şi „casnicii lui” (Matei 10, 36). Rămâi credincios şi curajos până la sfârşit, şi Dumnezeu va fi cu tine.

(traducere: Frăţia Ortodoxă Misionară „Sfinţii Trei Noi Ierarhi”, sursa: „Stagones apo to ydor to zon”)

H λεπρα εικονα της αμαρτιας (Губа као праслика греха)

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 11th, 2011 | filed Filed under: Cрпски језик, Român (ROYMANIKA), ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ ΙΒ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 17,12-19)

H λεπρα εικονα της αμαρτιας

«᾿Ηπήντησαν αὐτῷ (=τῷ Χριστῷ) δέκα λεπροὶ ἄνδρες» (Λουκ. 17,12)

209856781ΗΤΑΝ κάποτε ἐποχή, ἀγαπητοί μου, ποὺ δὲν ὑ­πῆρχε ἀσθένεια. Καὶ δὲν ὑπῆρχε, δι­ότι δὲν ὑπῆρχε μικρόβιο.
Τὸ μικρόβιο, ὅπως ξέρουμε, εἶνε ἀόρατο· μὲ γυμνὸ μάτι δὲν τὸ βλέπεις. Τὸ σῶμα μας, τὸ χῶμα, τὸ νερό, ὁ ἀέρας, τὰ πάντα, εἶνε γε­μᾶτα ἀπὸ ἄπειρα μικρό­βια. Ὅταν πρὶν διακόσα χρόνια ἕνας ἐπιστή­μων τὰ ἀνεκάλυψε καὶ εἶδε μὲ τὸ μικροσκόπιο σ’ ἕνα ποτήρι νε­ρὸ νὰ κολυμποῦν ἑκατομμύρια ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς μικροοργανισμούς, φώναξε τὴν κόρη του. ―Γιά κοίταξε, τῆς λέει· ὑπάρχει κάτι μέσα στὸ νερό; ―Δὲ βλέπω τίποτα. ―Γιά κοίταξε τώρα μὲ τὸ μικρο­σκόπιο. Ὅταν ἐκείνη εἶδε, κατεπλάγη. ―Τί εἶνε τοῦτο ’δῶ, πατέρα!… Ἀμέτρητα ζῳύφια εἶδε νὰ πλέουν μέσα στὸ νερό.
Φορεὺς λοιπὸν τῆς ἀσθενείας εἶνε ἕνα μικρόβιο. Καὶ τὸ ἀδιόρατο αὐτὸ πλάσμα κάνει θραῦσι. Οὔτε τὰ λιοντάρια τῆς Ἀφρικῆς δὲν θανατώνουν τόσους ὅσους ἕ­να μικρόβιο. Τρομερὸ πρᾶγμα· γιὰ νὰ φαίνεται ἔτσι ἡ ἀδυναμία μας…
Στὴν ἀρχή, ὅπως εἴπαμε, δὲν ὑπῆρχαν μικρόβια. Ὁ ἀέρας ἦταν πεντακάθαρος, δὲν ὑ­πῆρχε νέφος καυσαερίων. Τὰ νερὰ πεν­τακά­θαρα, διαυγῆ, κρυστάλλινα. Τὰ δάση παρθέ­να, ὅπου εἶχαν τὶς φωλιές τους τὰ πουλιά. Τὸ περιβάλλον θαυμάσιο, κῆπος Ἐδέμ. Δὲν ὑπῆρ­χε ἀκόμη ἀσθένεια καμμία μέσα στὸν ἄνθρωπο. Ἀλλ’ αἴφνης τὸ σκηνικὸ μετεβλήθη. Τὸ πῶς μετεβλήθη δὲν θὰ τὸ ἀναπτύξω τώρα. Ἕνα μό­νο θὰ πῶ· ὅτι, κατὰ τὴ Γραφή, αἰτία εἶνε ὁ ἴ­διος ὁ ἄνθρωπος, ὄχι ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς ἔφτειαξε θαυμάσιο περιβάλλον, τὰ ἔπλασε ὅλα «κα­λὰ λίαν» (Γέν. 1,31). Αἰτία τοῦ κακοῦ εἶνε ὁ ἄν­θρωπος ποὺ ἁμάρτησε. Δὲν ὑπήκουσε στὸ Θεό, καὶ κατόπιν ἐνέσκηψαν ὅλα τὰ κακά. Τὰ νερὰ μολύνθηκαν, ὁ ἀέρας μολύνθηκε, τὰ δέντρα ξεράθηκαν, ἡ γῆ ἄρχισε νὰ σείεται… Ἡ ἁρμο­νία, ποὺ ὑπῆρχε (μὲ τὸ Θεό, μὲ τὸν πλησίον, μὲ τὴ φύσι), διεταράχθη. Τὰ πάντα ἀναστα­τώθηκαν. Καὶ κοντὰ σ’ αὐτὰ οἱ ἁμαρτίες κλόνισαν τὴν ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου.
Νὰ μετρήσουμε τὶς ἀσθένειες; Εἶνε ἀμέτρητες. Καὶ ὅσο προχωρεῖ ἡ ἐπιστήμη, ὅλο καὶ νέ­ες πα­ρουσιάζονται. Τελευταίως μάλιστα ἐμφα­νί­­στη­­κε καὶ μιὰ ἀσθένεια ποὺ θὰ σαρώσῃ τὴν ἀν­­θρω­πότητα ὡς τιμωρία τῆς σαρκικῆς ἀκολασίας. Τὸ βλέπετε. Φραγμὸς δὲν ὑπῆρ­χε. Κο­ρόιδευ­αν τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ. Καὶ στὴν πατρίδα μας ἔβγαλαν νόμο, ποὺ ἀποποινικοποιεῖ καὶ ἀμνηστεύει τὴ μοιχεία· ἐκεῖ φτάσαμε. Ἔτσι τὸ ἔιτζ ἔρχεται νὰ βάλῃ κάποιο φραγμό.

* * *

Μία ἀπὸ τὶς ἀρχαῖες ἀσθένειες ἦταν καὶ ἡ λέπρα, ποὺ εἴδαμε σήμερα στὸ εὐαγγέλιο. Ἐπὶ αἰῶνες ἦταν φόβος – τρόμος, καὶ μόνο πε­ρὶ τὸ 1940 ἔδωσε ὁ Θεὸς καὶ ἀνακα­λύ­φθηκε τὸ φάρμακο γι’ αὐτήν.
⃝ Τί εἶνε ἡ λέπρα; Εἶνε μιὰ βασανιστικὴ ἀ­σθέ­νεια, ἀλλοιώνει τὸ αἷμα, κάνει τὸ δέρμα νὰ κοκ­κινίζῃ καὶ νὰ γεμίζῃ λέπια. Δημιουργεῖ κνισμό, φαγούρα, ἀνησυχία. Τὸ νήπιο κοιμᾶται στὴν κούνια, ὁ ἐργά­της κοιμᾶται μετὰ τὸν κόπο τῆς ἡμέρας, ὅλοι ἡ­συχάζουν· ὁ ταλαίπωρος ὁ λεπρὸς ὅμως δὲ μποροῦσε νὰ κλείσῃ μάτι. Ξυνόταν συνεχῶς μὲ τὰ νύχια ἢ μ’ ἕνα κεραμίδι. Βασανιστικὴ ἀσθένεια.
⃝ Καὶ ὄχι μόνο βασανιστικὴ γιὰ τὸν ἴδιο, ἀλλὰ καὶ ἀποκρουστικὴ γιὰ τοὺς γύρω. Ἄλλαζε καὶ παρεμόρφωνε τὸ πρόσωπο. Ἡ πιὸ ὡραία γυναίκα γινόταν ἡ πιὸ ἄσχημη, καὶ ὁ πιὸ ὡραῖος ἄντρας γινόνταν ὁ πιὸ ἄσχημος. Ἔπεφταν μύ­τες, αὐτιά, σάρκες, σάπιζε ὁ ἄνθρωπος.
⃝ Τὸ δὲ χειρότερο; ἦταν μεταδοτική, τρομε­ρὰ μεταδοτική. Ἕνας λεπρὸς μποροῦσε νὰ μετα­δώσῃ τὴ λέπρα σὲ ὁλόκληρη πόλι. Γι’ αὐ­τό, μό­λις κάποιος παρουσίαζε ἐξανθήματα λέ­πρας, ἀμέσως ἡ πολιτεία ἐλάμβανε μέτρα· τὸν ἔβγαζε ἔξω ἀπὸ τὴν κατοικημένη περιοχή, τὸν ἔ­στελνε νὰ ζήσῃ μακριά, μέσ’ στὰ δάση, στὰ ἄ­γρια βουνὰ καὶ τὶς σπηλιές. Τοῦ κρεμοῦσαν ἀ­κόμα κουδούνι, ὅπως στὰ γίδια, γιὰ νὰ εἰδοποιῇ· Μὴ μὲ πλησιά­σετε, εἶ­μαι λεπρός!… Πρόλαβα κ’ ἐγὼ τοὺς λε­προύς. Ἐπισκέφθηκα τὸ λεπρο­κομεῖο ποὺ ἦταν στὴν Ἀθήνα. Κάθισα μία – δύο ὧρες μαζί τους, εἶδα τὸν πόνο καὶ τὸ κλάμα τους. «Δὲν κοιμούμεθα τὴ νύχτα», μοῦ ἔλεγαν. Τὰ χαρακτηριστικά τους ἀλλοιωμένα τρομε­ρά. Φρί­κη… Βορείως τῆς Κρήτης εἶνε ἕνα νησάκι, ἡ Σπιναλόγγα, ὅ­που παλαιὰ ὑπῆρχε λεπροκομεῖο. Δύο – τρεῖς χιλιάδες ἦταν οἱ λεπροὶ στὴν Σπιναλόγγα. Τώρα ἔφυγαν ὅλοι, θεραπεύθηκαν.

* * *

Σήμερα, δόξα τῷ Θεῷ, δὲν ὑπάρχουν πολλοὶ λεπροί. Μὲ τὰ φάρμακα ποὺ βρέθηκαν, ἡ λέπρα θεραπεύεται. Ὑπάρχουν ὅμως κάποιοι ἄλλοι λεπροί, λεπροὶ ὄχι στὸ σῶμα ἀλλὰ στὴν ψυχή. Ὅπως τὸ σῶμα ἀσθενεῖ, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή. Εἶνε δὲ ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς πιὸ σοβαρὴ ἀ­πὸ τοῦ σώματος. Ἡ ἀσθένεια τῆς ψυχῆς στὴ γλῶσ­σα τῆς ἁγίας Γραφῆς ὀνομάζεται ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία εἶνε χειρότερη κι ἀπὸ τὸν καρκί­νο. Δὲν τῆς δίνουμε δυστυχῶς τὴν πρέπουσα σημα­σία. Θὰ μπορούσαμε νὰ τὴν παρομοιάσουμε μὲ τὴ λέπρα. Καὶ πάνω σ’ αὐτό, ὅτι ἡ λέπρα εἶνε σύμβολο τῆς ἁμαρτίας, θὰ κά­νω δυὸ – τρεῖς παρομοιώσεις καὶ θὰ τελειώσω.
⃝ Ὅπως ἡ λέπρα ἔτσι καὶ ἡ ἁ­μαρτία εἶνε βασανιστικὴ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν ἁμαρτωλό. Ὁ ἀθῷ­ος ἄν­θρωπος ἔχει ἡσυχία, κοιμᾶται ἤρεμος κάτω ἀ­πὸ τὰ ἄστρα καὶ λέει· «Ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω» (Ψαλμ. 4,8). Ὁ ἁμαρτωλὸς ὅμως, λ.χ. ὁ φιλάρ­γυρος; Δὲν κοιμᾶ­ται. Κάθε­ται τὰ μεσάνυχτα καὶ μετράει τὶς λί­ρες ―γεγονὸς αὐτό―, ἢ σκέπτεται πῶς τὸ ἕ­να ἑκατομμύριο θὰ τὸ κά­νῃ δύο, τρία…. Λέει σὰν τὸν ἄφρονα πλούσιο· «Τί ποιήσω;» (Λουκ. 12,17), τί νὰ κάνω; Τὸν τρώει τὸ μικρόβιο τοῦ μαμωνᾶ, τῆς πλεονεξίας.
⃝ Ἡ ἁμαρτία εἶνε ἀκόμη ἀποκρουστικὴ γιὰ τοὺς ἄλλους σὰν τὴ λέπρα. Ἡ ὑπερηφάνεια λ.χ., ἡ σκληροκαρδία, ἡ ζήλεια, ἡ μνησικακία δηλητηριάζουν τὴν ἀνθρώπινη κοινωνία, κάνουν ἀνεπιθύμητον ὅποιον τὶς ἔχει, τὸν ἀπομακρύνουν ἀπὸ ὅλους. Ποιός δὲν ἀ­ποστρέφεται καὶ δὲν ἀηδιάζει ἕναν ἀλαζόνα, ἕνα φθονερό, ἕναν ἐκδικητικό, ἕνα συκοφάντη;
⃝ Ἀλλὰ τὸ χειρότερο εἶνε, ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶνε μεταδοτική. Ἡ λέπρα ἔπαυσε σήμερα νὰ μετα­δίδεται ὅπως παλαιότερα, ἡ ἁμαρτία ὅμως ἐξ­ακολουθεῖ νὰ εἶνε πολὺ μεταδοτική. Ἂν δὲν λη­φθοῦν ἐγκαίρως μέτρα, ἀλλοίμονο. Θέ­λετε παραδείγματα; Στὴν Κύπρο μας δὲ βλαστημοῦ­σε οὔτε ἕνας. Τώρα βλαστημοῦν. Ἀπὸ ποῦ τὸ ἔμαθαν; Ἀπὸ τοὺς δικούς μας· ἀνάξιοι ἀξιωμα­τικοὶ καὶ στρατιῶτες, αὐτοὶ τοὺς δίδαξαν τὴ βλασφημία. Ἀντέδρασαν πρὸς στι­γμὴν οἱ Κύ­πριοι, ἀλλὰ μετὰ ἡ λέπρα τῆς βλασφημίας δι­αδόθηκε. Ἄλλο παράδειγμα· στὴν πατρίδα μας ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία ἦταν σπάνιες. Ἡ γυναί­κα δὲν ἔδινε τὸ κορμί της σὲ ξένον ἄντρα. Τώ­ρα; Μὲ τὴν ἐπίδρασι τῆς ξενομανίας αὐτὰ ἔ­γιναν μόδα. Οὔτε ὁ νόμος πλέον τὰ τιμωρεῖ. Ἔτσι, ἀντιστάσεως μὴ ὑπαρχού­σης, ἡ ἁμαρτία κυκλοφόρησε καὶ ἔγινε πλέον παιχνίδι.

* * *

Ἀδελφοί μου! Ἐξ ἐπόψεως ἠθικῆς εἴμεθα λεπροί. Δὲν ὑπάρχουν ἆραγε φάρμακα; Ὑπάρ­χουν. Ἰατρεῖο καὶ φαρμακεῖο εἶνε ἡ Ἐκκλη­σία. Ἰατρὸς ψυχῶν καὶ σωμάτων ―δὲν εἶνε ψέ­μα, εἶνε ἀλήθεια― εἶνε ὁ Χριστός. Καὶ ἔχει πολλὰ φάρμακα, φάρμακα γενικὰ καὶ εἰδικά.
Φάρμακο γενικῆς χρήσεως εἶνε – μία λέξις· ἡ πίστις. Νὰ ζητήσουμε ἀπ’ τὸ Θεό· Δῶσε μας πίστι σὰν τὴν πίστι τῶν προγόνων μας. Οἱ δέκα λεπροί, ἀπογοητευμέ­νοι ἀ­π’ τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐγκόσμια, μόλις εἶ­δαν τὸ Χριστό, φώναξαν· «Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐ­λέ­ησον ἡμᾶς» (Λουκ. 17,13). Πίστευαν ἀκραδάν­τως, ἔτσι θεραπεύθηκαν.
Ὑπάρχουν ὅμως καὶ ἄλλα φάρμακα, εἰδι­κῆς χρήσεως. Ποιά εἶν’ αὐτά; Εἰδικὸ φάρμακο λ.χ. γιὰ τὴ φιλαργυρία, ποὺ «εἶνε ῥίζα ὅλων τῶν κα­κῶν» (Α΄ Τιμ. 6,10) ―δύο παγκόσμιοι πόλεμοι ἐξ αἰτίας της ἔγιναν― ποιό εἶνε; εἶνε ἡ ἐλεημο­σύνη. Τὸ εἰδικὸ φάρμακο τῆς ὑπερηφανείας εἶνε ἡ ταπείνωσι, τῆς μνησικακίας εἶ­νε τὸ «συγχωρῶ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς». Τὸ εἰ­δι­κὸ φάρμακο τῆς ἀνηθικότητος καὶ φαυλό­τητος εἶνε ἡ ἐγκράτεια κ.τ.λ..
Σήμερα ἡ κοινωνία μας εἶνε βαρύτατα ἀσθε­νής. Ἡ ἀσθένειά της δὲν θεραπεύεται μὲ ἀ­σπιρίνες· χρειάζονται φάρμακα ῥιζικά. Καὶ τέτοια φάρμακα εἶνε, νὰ ἐπιστρέψουμε στὴν πί­στι τῶν πατέρων μας. Τότε καὶ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀπιστία καὶ ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ μνησικακία καὶ ἡ πορνεία καὶ ἡ μοιχεία καὶ ὅλα αὐτὰ θεραπεύονται. Μόνο ἐμεῖς νὰ μιμηθοῦμε τοὺς λεπροὺς καὶ νὰ φωνάξουμε· «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν μας». Νὰ τὸ ποῦμε ὅλοι, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας, καὶ τὸ θαῦμα θὰ γίνῃ. Μέσα στὸ ἔθνος μας δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἡ λέπρα τῆς βλασφημίας, τῆς κα­κίας, τῆς μνησικακί­ας, τῆς μοχθηρίας, τοῦ μίσους…, ἀλλὰ θὰ ὑ­πάρχῃ ἀγάπη, θὰ ὑπάρχῃ ὁ Χριστός· ὅν, παῖ­δες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ της  Ἁγίας Τριάδος Πτολεμαΐδος 21-1-1990)

____________________

ΣΕΡΒΙΚΑ

_____________________

Недеља 28. по Духовима  (Лука. 17,12-19)

Губа као праслика греха

«Сретоше га десет губавих људи» (Лука. 17,12)

Драги моји  постојало је  некада време када није било болести. А није је било јер није постојао микроб. Микроб, као што знамо је невидљив, са голим оком га не видиш. Наше тело, земља, ваздух, све је пуно небројним микробима. Када је пре двеста година један научник открио микроб и видео  под микроскопом да у једној чаши воде плива хиљаде микроорганизама, позвао је своју кћерку:  – Ево, погледај, рече јој, има нешто у води? –  Не видим ништа. – Погледај сада са микроскопом. Када је она то видела, пренеразила се. – Шта је ово овде оче!… Видела је да у води пливају безбројне животињице. Носилац болести је микроб. А тај невидљиви створ напада. Ни лавови у Африци нису толико људи усмртили колико  један микроб. Страшна ствар, да се тако види наша слабост… У почетку, као што смо рекли, није постојао микроб. Ваздух је био пречист, није било ни једног црног облачка . Вода је била чиста, провидна,кристална. Шуме су биле недирнуте, тамо су птице имале своја гнезда. Природа је била  предивна, као врт Едемски. Није било никакве болести код човека. Међутим, изненада се сцена променила. Како се променила сада нећемо о томе говорити. Само ћу једно рећи, да, по Писму,  разлог  те промене  је човек, а не Бог.  Бог је створио предивну природу, све је створио „веома добро“ (1.Мојс. 1,31). Разлог зла је човек, који је сагрешио. Није послушао Бога, и затим су дошла сва зла. Воде су се загадиле, ваздух се онечистио, дрвеће се посушило, земља је почела да се тресе… Хармонија која је постојала (са Богом, са ближњим, са природом) је нарушена. Све се побунило. А уз то и грехови су угрозили човеково здравље. Да пребројимо болести? Безбројне су. А колико напредује наука, нове се појављују. Задња се појавила једна болест која је уништила човечанство као казна за телесне грехове. Видите ли то. Нема баријера. Исмејавају заповест Божију. И у нашој домовини су изгласали закон, који ослобађа и даје помиловање за прељуб, дотле смо стигли. Тако и сида долази да постави неке баријере.

* * *

Једна од старих болести је била и губа, о којој смо данас читали у Еванђељу. Вековима је била страх и трепет, и негде око 1940 године, дао је Бог и откривен је лек за њу. Шта је губа? То је једна мучна болест, мења крв, кожа црвени и пуни се приштевима. Ствара снажан свраб, немир и чешање. Мало дете спава у колевци, радник спава после напорног дана, сви се одмарају, а намучени губавац не може да затвори очи. Непрестално се чеше са ноктима, или са једним црепом. Исцрпљујућа болест. И не само исцрпљујућа за губавца, али и одбојна за ближње. Мења и преобликује лице.  Најлепша жена постаје најружнија, а  најлепши мушкарац постаје најружнији. Отпадали су носеви, уши,делови тела, трулио је човек. Најгоре од свега била је то преносива, страшно преносива болест. Један губавац је могао да пренесе губу целом граду. Зато, чим је неко добијао знаке губе, друштво је узимало мере опреза, одаљавало га је из насељеног места, слали су га да живи далеко, у шумама, у дивљим планинама и спиљама. Чак су му качили и звоно, као овци, да упозорава остале: „Немојте ми се приближавати, губав сам“.

И  ја сам стигао да се упознам са губавцима. Посетио сам болницу за губавце која је била у Атини. Сео сам једном – два сата са њима, видео сам њихов бол и њихове сузе. „ Не спавамо ноћу“, рекли су ми. Њихови ликови су били страшно измењени. Страшно… Северно од Крита је био један мали оточић, Спиналог, тамо је у старо време била болница за губу. Две – три хиљаде губаваца онда је живело на Спиналогу. Сада су сви отишли, излечени су.

* * *

Данас, слава Богу, не постоје многи губавци. Са лековима који су пронађени, губа се лечи. Постоје неки  али друге врсте губавци, губави не по телу, већ по души. Као што се тело разболи, тако је исто и са душом. Болест душе је пуно озбиљнија него болест тела. Болест душе на језику  Светог писма се назива грех. Грех је гори  и од рака. На жалост не придајемо му одговарајућу важност. Могли бисмо га упоредити са губом. И више од тога, да је губа симбол греха, навешћу два – три примера и завршићу. Као и губа тако и грех је мучан за грешника. Недужан човек има мир, спава мирно под звездама и каже: „У миру ћу заспати и пробудити се“ (Псал. 4,8). Грешник, на пример, среброљубац,  не спава. Седи ноћима и броји своје лире – то је доказано- размишља како од једног милиона да створи два, три…. каже као безумни богаташ „Шта да чиним…?“ (Лук. 12,17). Једе га микроб мамонин, похлепа.

⃝ Грех је одбојан за друге  људе као губа. Гордост, нпр. тврдо срце, завист, подмуклост, трују човечанско друштво, чине непожељним онога ко их има у себи, удаљавају га од осталих људи. Ко се не окреће и не гнуша једног гордељивца, једног зависника, једног осветника, једног сплеткароша? Најгоре је што је грех преносан. Губа је данас престала да се преноси као у старо време, али грех и даље остаје  веома преносан. Ако се на време не предузму мере, тешко нама. Желите ли примере? На нашем Кипру нико није псовао, а сада псују. Где су то научили? Од наших, недостојних официра и војсковођа, они  су их  научили хулити. Побунили су се на час Кипрани, али после се ипак губа хуле пренела. Други пример, у нашој домовини прељуб и конкубинат су били веома ретки. Жена није давала своје тело страном човеку. А сада? Са доласком ксеноманије(манија за страним обичајима),  то је постала мода. Више то ни закон не забрањује. Тако, немајући баријере, грех је похарао и постао  као игра.

* * *

Браћо моја! Са материјалне стране смо губави. Има  ли нам лека? Има лека. Лечилиште  и апотека је Црква. Лекар душа и тела – није лаж, то је истина – је Христос. Има пуно лекова, лекова општих и посебних. Лек опште употребе је – само једна реч – вера. Да тражимо од Бога: „ Дај нам вере као што су је имали наши преци“. Десет губаваца, разочарани у свет и светско, чим су угледали Христа повикали су: „ Исусе, верујемо, помилуј нас“ (Лука 17,13) Поверовали су неклонуло, тако су излечени. Постоје и други лекови, посебне употребе. Који су то лекови:“Посебан лек је нпр. за среброљубље „које је извор свих зала“ (А. Тим. 6,10) – два светска рата су била због њега – који је то лек- то је милостиња. Посебан лек за гордост је скрушеност, за злопамћење је „опраштам из дубине мога срца“. Посебан лек за некултуру и неумереност је уздржање итд. Данас је наше друштво тешко болесно. Болест његова се не лечи са аспиринима, потребни су одређени лекови. А такви лекови су:  да се вратимо вери наших отаца. Онда ће и атеизам и неверје и среброљубље и злопамћење и нечистоћа и прељуб и све остало се излечити. Само ми да опонашамо губавце и да повичемо:“ Господе Исусе Христе, помилуј нас“. Да то кажемо сви, из дубине нашег срца, и чудо ће се догодити. У нашем народу неће бити губа хуле, злоће, злопамћења, зависти, мржње…, него ће бити љубави, биће Христа кога деца Грка хвалите и славите у све векове. Амин.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Говор Митрополита Флорине о. Августина Кандиота у светом храму Свете Тројице у Птолемаиди  21-1-1990)

__________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

_______________________

FRAGMENT DIN PREDICA LA
DUMINICA A XXIX-A DUPĂ RUSALII A MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA
(Luca 17, 12-19)

RECUNOSCĂTORI

„Nu s-a găsit să se întoarcă să dea slavă lui Dumnezeu decât acesta de alt neam?” (Luca 17, 18)

“…Omul este cea mai desăvârşită făptură pe care a creat-o Dumnezeu pe pământ. Este coroana creaţiei lui Dumnezeu. Din acest motiv toată dragostea şi grija lui Dumnezeu se îndreaptă spre el. Pronia lui Dumnezeu asigură omului toate cele necesare vieţii: aerul, pe care-l respiră, apa, pe care o bea, lumina, care-l luminează, copacii şi plantele, care-l hrănesc, păsările, care-i cântă, marea, care-l răcoreşte, uscatul, unde trăieşte şi propăşeşte. Închipuiţi-vă ce s-ar întâmpla (să presupunem!), dacă ar lipsi aceste bunuri zilnice, pe care Dumnezeu le oferă gratuit şi celui mai sărac om. Dacă, de pildă, s-ar fi stins soarele, cum s-a stins în ziua răstignirii lui Hristos; atunci, întreaga D.E.I. să funcţioneze, n-ar putea înlocui nici pentru puţin timp lumina naturală. Gândiţi-vă iarăşi: Ce s-ar întâmpla, dacă râurile şi izvoarele ar seca? Omul ar suferi după un pahar de apă. Spun unii că astronautul american, care a ajuns şi a călcat primul pe lună, a însetat şi, pentru că acolo nu există nici măcar o picătură de apă, astronautul a spus: „Ah, Dumnezeul meu, când mă voi întoarce pe pământ să deschid robinetul casei mele să beau!… Putem să spunem că înotăm la propriu în marea nesfârşitelor binefaceri ale lui Dumnezeu.
Dar cea mai mare binefacere a lui Dumnezeu nu sunt acestea. Cea mai mare binefacere este că L-a trimis pe Fiul Său Cel Unul Născut şi S-a făcut Om în peştera din Bethleem, iar mai apoi, pe Golgota, a oferit înfricoşătoarea jertfă a Crucii, ca să ne elibereze de păcat, de stricăciune şi de moarte. Un oarecare misionar, vrând să facă mai lesne de înţeles celor ce-l ascultau marea binefacere, pe care ne-a dăruit-o Hristos, a făcut următoarele: S-a aplecat la pământ, a desenat un cerc şi l-a îngrădit de jur împrejur cu lemne mici. După aceea a dat foc lemnelor, iar când s-au aprins bine şi s-a alcătuit o coroană de foc, a luat un vierme şi l-a aruncat în mijlocul cercului. Viermele a simţit focul dimprejurul lui şi a început să se mişte în dreapta şi-n stânga. Nu putea însă să găsească o ieşire pe nicăieri, pentru că de pretutindeni îl înconjura focul. Aşadar, era condamnat să ardă. Atunci, întinzându-şi mâna, misionarul a scos viermele din cuşca de foc şi ţinându-l în palmă a spus oamenilor, care urmăreau cu interes scena: Aţi înţeles ce înseamnă lucrul acesta? Foc este păcatul, care ne ameninţă de pretutindeni, vierme suntem noi, care suntem condamnaţi să ardem în iad, iar Cel care S-a aplecat este Hristos; ne-a apucat şi ne-a mântuit. Unui astfel de Binefăcător ce fel de recunoştinţă ar trebui să-I arătăm!

***

În faţa atâtor binefaceri mici şi mari să nu ne arătăm nerecunoscători ca cei nouă leproşi. Nerecunoscătorul este mai prejos şi decât animalele, care de mute ori îşi manifestă recunoştinţa faţă de binefăcătorul lor. Arunci, de pildă, câinelui un os şi, pentru că nu are gură să-ţi spună „mulţumesc”, dă din coadă. Şi nu doar câinele, ci şi alte animale îşi manifestă recunoştinţa. Se spune despre un leu, care fusese rănit de un spin în care călcase, că s-a apropiat de un om cu răgete tânguitoare de durere şi i-a întins piciorul. Omul, cu toată teama lui, a scos cu atenţie spinul care intrase în piciorul fiarei şi aceea s-a liniştit. De atunci animalul nu a uitat binefacerea. Când după o vreme omul acela s-a aflat în primejdie, leul l-a salvat!
Să fim deci recunoscători tuturor şi desigur mai întâi lui Dumnezeu. Dar poate veţi întreba: Şi cum poate să-şi arate cineva recunoştinţa sa Domnului? Sfântul Ioan Gură-de-Aur indică mai multe moduri. Iată câteva din acestea. Întâi şi întâi să nu uităm, ci continuu să purtăm în mintea noastră darurile pe care ni le-a făcut. Apoi, să propovăduim şi să mărturisim pretutindeni binefacerea pe care am primit-o. Să avem, apoi, dispoziţia de a întoarce pe cât putem binele pe care l-am primit şi să dorim să oferim tot ce avem Binefăcătorului nostru; şi după ce Îi vom fi dat toate, să simţim că nu I-am dat nimic însemnat; apoi, să ne supunem voii Lui. Desigur, să-I rămânem credincioşi, chiar dacă vreodată va îngădui să ne găsească şi încercările. Mai mult, să-I mulţumim noi înşine, dar să-i sfătuim şi pe alţii să facă acelaşi lucru cu noi (vezi Ieromonahul Benedict Aghioritul, „Hrisostomikon Tameion”, Tesalonic 1994, Cuvântul „recunoştinţă” – în elină). Nu putem să facem nimic din acestea? Cel puţin să ne hotărâm să mergem regulat la biserică, să mergem la biserică în duminici şi în marile sărbători. 168 de ore are săptămâna. Ce cere de la noi Dumnezeu? O oră durează Dumnezeiască Liturghie. Să mergem atunci şi să-I spunem lui Dumnezeu un „Mulţumesc!”.
Recunoscători lui Dumnezeu, dar recunoscători şi oamenilor care ne-au făcut bine. Copiii – recunoscători faţă de părinţi; să le arate toată afecţiunea şi îngrijirea la bătrâneţile lor. Recunoscători – elevii faţă de învăţătorii şi profesorii, care i-au învăţat carte. Recunoscători – credincioşii faţă de părinţii lor duhovniceşti, preoţii şi arhiereii, care ostenesc la zidirea sufletelor. Recunoscători – toţi elinii faţă de binefăcătorii naţionali; cei care şi-au jertfit întreaga lor avere pentru binele patriei. Recunoscători să fim toţi oricărui binefăcător, tutore şi protector.

***

Astăzi, iubiţii mei, când cei mulţi au uitat verbul „a mulţumi” şi rar îl mai aude cineva cu sinceritate, să cultivăm virtutea elementară a recunoştinţei. Şi, aşa cum atunci când facem vreun bine unui om, vrem să auzim din gura lui „Mulţumesc!”, aşa şi-atunci când primim o binefacere de la altcineva, să nu uităm să-i spunem din inima noastră „Mulţumesc!”.
„Mulţumesc!” este un cuvânt mic, dar recunoştinţa, pe care o exprimă, aduce un mare bine. Împacă inima, face societatea umană. Puteţi să şi observaţi acest lucru de multe ori în viaţa cotidiană. Remarc – şi aţi remarcat şi voi – ce se întâmplă de pildă în comportamentul conducătorilor auto. Dorinţa de a ajunge mai repede la serviciul lor îi face adesea să se enerveze şi să aibă accese de furie. Când însă cineva se află în dificultate, ceilalţi îl facilitează, oprind şi oferindu-i cu politeţe prioritate. Primul îşi arată recunoştinţa printr-un simplu semn cu mâna. Atunci nervii sunt daţi la o parte, iar în sufletul tuturor se instalează o dispoziţie plăcută. Aceasta este o imagine şi un exemplu. Aşa cum suntem pe drumul rutier, aşa şi pe celălalt mare drum, drumul vieţii, să fim recunoscători şi gata să spunem „Mulţumesc!” binefăcătorului nostru.
Aşadar, recunoscători faţă de toţi. Dar mai ales recunoscători Domnului nostru Iisus Hristos, Care este cel mai mare Binefăcător al nostru al tuturor.

TRAD.: Frăţia Ortodoxă Misionară “Sfinţii Trei Noi Ierarhi”

«Γαλιλαια των εθνων»

author Posted by: Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης on date Ιαν 8th, 2011 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Κυριακὴ μετὰ τὰ  Φῶτα (Ματθ. 4,12-17)

«Γαλιλαια των εθνων»

«Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν» (Ματθ. 4,15)

π. Aυγ-Tι σωσ.mikrΔυὸ λέξεις εἶν᾽ αὐτές, ἀγαπητοί μου, ἀλλὰ τί σημασία ἔ­χουν; Αὐτὸ θὰ προσπαθήσου­με νὰ ἐξηγήσουμε μὲ ἁπλᾶ λόγια.

Πρὶν λίγες μέρες μᾶς ἐλέησε ὁ Θεὸς νὰ ἑ­ορτάσουμε τὴν ἑ­ορτὴ τῶν Φώτων. Σήμερα εἶ­νε Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα. Ὕμνοι καὶ ἀναγνώ­σματα εἶνε σχετικοὶ μὲ τὴν ἡμέρα τῶν Φώτων.

* * *

Τί βλέπου­με στὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε; Δὲν βλέπουμε σήμερα τὸ Χριστὸ οὔτε βρέφος στὴν ἀγκάλη τῆς Παναγίας, οὔτε ὀκτὼ ἡ­με­ρῶν νὰ περιτέμνεται, οὔτε νήπιο σαράν­τα ἡ­μερῶν νὰ προσάγεται στὸ ναό, οὔτε παι­δὶ δώδεκα χρονῶν νὰ πηγαίνῃ μὲ τὴν παρθένο Μαρία πάσχα στὰ Ἰεροσόλυμα γιὰ νὰ προσ­κυ­νήσῃ στὸ ναό. Μεγάλωσε πλέον, ἔγινε τέλειος ἄνδρας· εἶ­νε τριάντα ἐ­τῶν. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, πῆγε στὸν Ἰορδάνη καὶ βαπτίσθηκε ἀπὸ τὸν Ἰωάννη. Μετὰ πῆγε στὴν ἔρημο, κ᾽ ἐκεῖ σαράντα μέρες πάλεψε μὲ τὸ διάβολο καὶ τὸν νίκησε. Καὶ μετά; Μετὰ ἦρθε πάλι στὸν κόσμο, καὶ ἄρχισε νὰ κηρύττῃ. Ποῦ κήρυξε γιὰ πρώτη φορά; σὲ καμμιὰ μεγάλη πόλι; Ὄχι. Τὰ πρῶτα λόγια του ὁ Χριστὸς τὰ εἶπε σὲ μιὰ ταπεινὴ περιφρονημένη περιοχὴ τοῦ Ἰσραήλ, στὸ βόρειο μέρος τῆς Παλαιστίνης, ἐκεῖ ποὺ κατοικοῦσαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ζαβουλὼν καὶ τοῦ Νεφθαλείμ. Καὶ τὸ γεγο­νὸς αὐτό, ὅτι θὰ πήγαινε ὁ Χριστὸς ἐκεῖ, εἶχε προφητευθῆ ἀπὸ τὸν Ἠσαΐα πρὶν 800 χρόνια. Καὶ πῶς ὀνομάζει ὁ Ἠσαΐας τὰ μέρη αὐτά· «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν» (Ἡσ. 9,1· Ματθ. 4,15). Ἐκεῖ, λέει, ὁ λαὸς εἶδε φῶς, ἀνέτειλε φῶς σ᾽ αὐ­τοὺς ποὺ κατοικοῦσαν στὸ σκοτάδι. Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἐννοεῖ τὸ «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17), ποὺ ἀκούστηκε ἐκεῖ γιὰ πρώτη φορά.
Γιατί ἆραγε τὸ μέρος αὐτὸ τῆς ἁγίας γῆς ὀ­νομάζεται «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν»; Ἔχει σημα­σία. Ὀνομάζεται ἔτσι, διότι αὐτοὶ ποὺ κατοικοῦ­σαν ἐκεῖ στὰ σύνορα δὲν ἦταν ἀμιγεῖς Ἰσ­ρα­ηλῖτες. Εἶχαν ἀνακατευθῆ μὲ ἔθνη εἰ­δωλολατρικά, ποὺ δὲν γνώριζαν τὸν ἀληθινὸ Θεό, καὶ εἶχαν ἐπηρεασθῆ ἀπὸ τὸν τρόπο ζωῆς καὶ τὴ λατρεία τους. Δὲν ἦταν πλέον οἱ γνήσιοι Ἰσ­ραηλῖτες· εἶχαν ὑποστῆ ἐπίδρασι ἀπὸ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τῶν εἰδωλολατρῶν γειτόνων. Εἶχαν γίνει λαὸς ἀνάμικτος, ἀνακατεμένος, παρδαλός.
Αὐτὸ σημαίνει «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν». Ἀλ­λὰ ἡ φράσι αὐτή, σήμε­ρα, ταιριάζει καὶ σ᾽ ἐμᾶς. Ἐμεῖς πρέπει νὰ ὀνομαστοῦμε ἔτσι. Γράψτε σ᾽ ἕνα πίνακα· Ἑλλὰς = «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».

* * *

Ἦταν κάποτε ἡ Ἑλλὰς ἕνα καθαρὸ ἔθνος, μία ἀμιγὴς χώρα, μία καθαρὴ φυλή, λαὸς χριστιανικός. Εἶνε τὸ πρῶτο ἔθνος ποὺ πίστε­ψε στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Στὴ μικρὴ αὐτὴ εὐλογημένη γωνιὰ ἱδρύθηκαν οἱ πρῶ­τες ἐκκλησίες, καὶ ὅλοι ζοῦσαν σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀληθινὴ εὐγένεια, ἀπηλλα­γμένοι πιὰ ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρία.
Ἀλλὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τί ἔπαθε ἡ πατρί­­δα μας, ἡ ὀρθόδοξος χριστιανικὴ Ἑλλάς; Ἀ­να­κατευτήκαμε. Βγήκαμε ἔξω, ταξιδέψαμε, πή­γαμε σὲ ξένα κράτη, ἐπικοινωνήσαμε μὲ Εὐ­ρωπαίους καὶ ἄλλους λαούς. Πέντε ἑκατομμύρια εἶνε οἱ Ἕλληνες ποὺ βρίσκονται σκορπισμένοι στὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζον­τος. Ἄνοιξαν ἔπειτα οἱ πόρτες τῆς Ἑλλάδος, ἦρ­θαν ξένοι σ᾽ ἐμᾶς. Ἑκατομμύρια του­ρῖ­στες δε­χόμαστε κάθε χρόνο ἀπ᾽ ὅλο τὸν κό­­σμο. Μὲ ῥα­διόφωνα τηλεοράσεις καὶ ἔντυπα μᾶς μεταδί­δονται κακὲς συνήθειες καὶ ξένα ἔθιμα. Καὶ τί πάθαμε· ἀλλοιώσαμε τὸ χαρακτῆρα μας, νοθεύ­σαμε τὰ ἤθη μας, χάσαμε τὴν παράδοσί μας. Γίναμε αὐτὸ ποὺ λέει τὸ εὐαγγέλιο, «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν»! Ὅλοι ἔχουμε ἐπηρεασθῆ.
Μήπως ὑπερβάλλω; Ὅπως ντύνονται ―μᾶλ­­λον γδύνονται― οἱ ξένοι, ἔτσι κ᾽ ἐ­μεῖς. Κολυμ­­ποῦν ἐκεῖνοι ἀνακατεμένοι, ἀρσενικοὶ καὶ θηλυκοὶ μαζὶ στὰ μπαὶν – μίξτ; τὸ ἴδιο κ᾽ ἐ­μεῖς. Χο­ρεύουν ἐκεῖνοι ἀνήθικους χορούς; τοὺς ἀκολουθοῦμε. Τραγουδοῦν ἐ­κεῖνοι ἔκφυλα τραγούδια; τὰ ἴδια κ᾽ ἐ­μεῖς. Ποῦ εἶνε τὰ τραγούδια ποὺ ἔλεγαν οἱ πρόγονοί μας; ποῦ εἶνε τὸ σεμνὸ ντύσιμο τῶν Ἑλ­ληνίδων; Ὅλα πλέον ἄλλαξαν. Καὶ ἡ γλῶσσα μας ἀκόμα κοντεύει νὰ χαθῇ. Ἕνας πολιτι­κὸς καυχήθηκε, ὅτι θὰ κάνῃ τὴν Ἑλλάδα Εὐ­ρώπη. Καὶ κάποια κυρία εἶπε ὅτι θὰ κάνῃ τὶς Ἑλληνίδες νὰ σκέπτων­ται καὶ νὰ ζοῦν σὰν Ἀμερικᾶνες. Καὶ τί θὰ μεί­νῃ πλέον ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγ­­κάδια; Ὅλα τ᾽ ἀλλάξαμε. Τί ἔμεινε; Τὸ τομάρι μας μόνο. Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».
Ἂν ὅμως ἔχῃ ἀξία ἡ Ἑλλάς, ἡ ἀξία της εἶνε ὅτι ἔ­χει μία δική της φυσιογνωμία, ἕναν ἰδιαίτερο πολιτισμό· καὶ ὁ πολιτισμός της εἶνε ἡ Ὀρθοδοξία. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ ψυχὴ τῆς Ἑλ­λάδος· ἂν χάσουμε τὴν Ὀρθοδοξία, χάσαμε τὴν Ἑλλάδα. Θέλετε τώρα μερικὰ παραδεί­γμα­τα, γιὰ νὰ δῆτε ὅτι χάνουμε αὐτὸ τὸν ὡραῖο πολιτισμὸ ποὺ εἴχαμε, τὴν Ὀρθοδοξία μας;
⃝ Ἄλλοτε, χω­ρὶς νὰ χτυποῦν καμπάνες ―ὁ Τοῦρκος δὲν ἐ­πέτρεπε―, τὴν Κυριακὴ ὅλη ἡ οἰκογένεια, μάνα πατέρας παιδιά, ἦταν στὴν ἐκκλησία. Δεῖξτε μου σήμερα, πόσες οἰ­κογένειες ἐκκλησιάζονται; Γέμισε ἡ πατρίδα μας κέν­τρα διασκε­δάσεως κατὰ τὰ δυτικὰ πρότυπα· ἐκεῖ ξενυχτοῦν οἱ Ἕλληνες, καὶ ἡ κυβέρνησις παρατείνει τὴ λειτουργία τους μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες. Ποιός νὰ ἐκκλησιασθῇ; Κοιμοῦνται. Πάει ὁ ἐκκλησιασμός. Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν». Δὲν μιμούμεθα τὰ καλὰ τῶν ξένων, μιμούμεθα μόνο τὰ κακά.
⃝ Ἄλλο παράδειγμα. Ἄντρες καὶ γυναῖκες ἑ­ωρτάζαμε ἄλλοτε τὴν ἡ­μέρα τῆς μνήμης τοῦ ἁ­γίου μας· ὁ Νίκος τοῦ ἁγίου Νικολάου, ὁ Σπύ­ρος τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ Βασίλης τοῦ ἁ­γίου Βασιλείου, ὁ Μιχάλης τῶν Ταξιαρχῶν, κ.τ.λ.. Ὡραῖο ἔθιμο. Πάει πλέον κι αὐτό. Τώρα ἑορτάζουν τὰ γενέθλια, ποὺ δὲν εἶνε ὀρθόδοξο ἔθιμο, εἶνε φράγκικο. «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».
⃝ Χτυποῦσε ἄλλοτε ἡ καμ­πάνα τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα τῶν Χριστουγέννων, καὶ ὅλοι πλυμέ­νοι, καθαροί, ἐξωμολογημένοι, πήγαιναν μὲ τὰ φανάρια στὴν ἐκκλησία ν᾽ ἀκούσουν τὸ «Χριστὸς γεννᾶται…». Τώρα τὰ Χριστούγεννα ξενυχτοῦν στὰ ξενόφερτα ρεβεγιόν. Χάσαμε ἐκεῖνο τὸ ὀρ­θόδοξο ὕφος, ξεπουλήσαμε τὰ πάντα. Ἐπιτρέψτε μου νὰ μεταχειρισθῶ σκληρὴ λέξι γιὰ νὰ μὲ καταλάβετε· μπασταρδέψαμε. Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».
⃝ Προχωρῶ σὲ κάτι ἄλλο. Στὴν Ἑλλάδα ἄλλοτε δὲν ἔβγαινε διαζύγιο. Τώρα; Φάμπρικα! Ἀπὸ τὰ διαζύγια ζοῦν οἱ δικηγόροι. Διώχνουν τὶς γυ­ναῖκες τους οἱ ξένοι; τὶς διώχνουν καὶ οἱ Ἕλ­λη­νες, ἀφοῦ οἱ νέοι νόμοι διευκολύνουν. «Γα­λιλαία τῶν ἐθνῶν» καταντήσαμε, ξεφύγαμε.

-Καὶ κάτι ἐκφυλιστικό. Ἄλλοτε, ἂν ἀκουγόταν ὅτι κάποιος εἶνε ὁμοφυλόφιλος, ὅτι δηλα­δή, ἐνῷ εἶνε ἄντρας, δὲ σμίγει μὲ γυναῖκα ἀλ­λὰ σμίγει μὲ ἄντρα, αὐτὸ ἐθεωρεῖτο βδέλυ­γμα. Τὸ ἔκαναν οἱ Ἄγγλοι στὸ Λονδῖ­νο· εἶνε νό­σημα τῶν λόρδων. Τώρα ἀπὸ ᾽κεῖ ἦρθε κ᾽ ἐδῶ. Οἱ ὁ­μοφυλόφιλοι ἔκαναν καὶ σωματεῖο! Οἱ φτωχοὶ πρόγονοί μας κατοικοῦσαν σὲ καλύβες, ἀλλὰ ζοῦσαν σὰν ἄγγελοι. Τώρα σὲ πολυκατοικίες μὲ ὅλα τὰ κομφὸρ ζοῦν δαίμονες, κτήνη, καὶ χειρότερα. Καὶ ἡ τιμωρία εἶνε, ὅτι ἀπὸ τὴν ὁ­μοφυλοφιλία καὶ τὴ σαρκολατρία ἐν γένει προ­ῆλθε τὸ ἔιτζ, φοβερὴ ἀσθένεια. Καὶ ἔχουμε ἤδη χιλιάδες κρούσματα· διότι μεταδίδεται ἡ ἀσθένεια αὐτή. Ξεπάστρεμα τῆς ἐκφύλου γενεᾶς μας, ποὺ ἔγινε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν».

* * *

Τί μᾶς μένει, ἀγαπητοί μου; Ν᾽ ἀκούσουμε καὶ νὰ ἐφαρμόσουμε ἐκείνη τὴν πρώτη λέξι ποὺ εἶπε ὁ Χριστός. Ὅλες οἱ λέξεις τοῦ Χριστοῦ μας ἔ­χουν ἀξία, ἀλ­λὰ ἰδιαιτέρως ἡ πρώτη καὶ ἡ τελευταία ποὺ εἶπε. Ἡ πρώτη λέξι ποὺ βγῆκε ἀ­πὸ τὰ πανάχραντα χείλη τοῦ Χριστοῦ μας εἶ­νε τὸ «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17), καὶ ἡ τελευ­ταία λέξι ποὺ εἶπε ἐπάνω στὸ σταυρὸ εἶνε τὸ «Τετέλεσται» (Ἰωάν. 19,30).
«Μετανοεῖτε», εἶπε ὁ Χριστός. «Μετανοεῖ­τε» ἄντρες καὶ γυναῖκες, κλῆρος καὶ λαός, μικροὶ καὶ μεγάλοι. Ὁ δρόμος ποὺ πήραμε εἶ­νε λάθος. Σωστὸς δρόμος εἶνε μόνο ἡ ὁδὸς ὅπου μᾶς καλεῖ ὁ Χριστός. Ξεφύγαμε, ἀπομακρυνθήκαμε, βρεθήκαμε μακριὰ ἀπὸ τὶς ῥίζες μας. Γίναμε Εὐρωπαῖοι, λαὸς ἔκφυλος, γεμᾶτος ἐ­λαττώματα. Ποῦ εἶνε οἱ προγονικὲς ἀρετές; ποῦ εἶνε ἡ εὐγένεια, ἡ σεμνότης, ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, ἡ ἐρ­γατικότης, ἡ τιμιότης, ἡ φιλαλήθεια, ἡ συνέπεια, ἡ ἀκρίβεια;… Γίναμε «Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν», λαὸς μπάσταρδος, φύγαμε μακριὰ ἀπὸ τὸ Θεό. Ἕνα μᾶς ὑπολείπεται· νὰ μετανοήσουμε, μετάνοια καὶ ἐξομολόγησις.

Εἴθε ὁ Θεὸς νὰ μᾶς δώσῃ ἕνα δάκρυ, δάκρυ ἀπὸ ᾽κεῖνα ποὺ ἔχυναν οἱ ἅγιοι, κι αὐτὸ νὰ γί­νῃ Ἰορδάνης, μέσα στὸν ὁποῖο θὰ πλύνουμε τὰ ἁ­μαρτήματά μας. Διαφορετικά, μᾶς περιμένει τσεκούρι καὶ φωτιά. Τὸ εἶπε ὁ Πρόδρομος· Δέν­τρο, ποὺ δὲν κάνει καρπό, «ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται» (Ματθ. 3,10)· τὸ ἄκαρπο δέντρο τὸ κόβουν καὶ τὸ καῖνε. Γι᾽ αὐτὸ «Μετανοεῖτε».
Εἴθε, ἀγαπητοί μου, τὰ ἁπλᾶ καὶ φτωχὰ αὐ­τὰ λόγια, ποὺ σᾶς εἶπα, νὰ τὰ ἐφαρμόσετε.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 11-1-1987)