Αυγουστίνος Καντιώτης



Κυριακη Ἁγιων Παντων (Α΄ Ματθαιου) – Ἐκεινοι ζωη σαν το κρυσταλλο, ἐμεις;

date Ιούν 7th, 2026 | filed Filed under: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Περίοδος Δ΄ – Ἔτος ΜΓ΄
Φλώρινα – ἀριθμ. φύλλου 2735
7 Ἰουνίου 2026
Τοῦ Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνουα 

Κυριακη Ἁγιων Παντων (Α΄ Ματθαιου)

Ἐκεινοι ζωη σαν το κρυσταλλο, ἐμεις;

ΑΓΙΟΙ ΠΑΝΤΕΣΣήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἑορτὴ καὶ πανη­γύρις. Κλείνει τὸ Πεντηκοστάριο. Ἀπὸ αὔ­ριο ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν ἁ­γίων Ἀποστόλων.
Σήμερα δὲν ἑορτάζει ἕνας καὶ δύο ἅγιοι· ἑ­ορτάζουν οἱ ἅγιοι Πάν­τες ποὺ εἶνε ἀμέτρητοι. «Νέφος μαρτύρων», λέει σήμερα ὁ ἀπόστολος (Ἑβρ. 12,1). Γι᾽ αὐ­τοὺς πρέπει νὰ μιλήσουμε.

* * *

Ὅταν ἀκοῦτε «ἅγιοι», μὴ νομίσετε ὅτι εἶνε μόνο κληρικοὶ καὶ καλόγεροι· εἶνε καὶ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν μέσα στὴν κοινωνία. Ἅγιοι εἶ­νε ἄντρες ἡλικιωμένοι, γέροι μὲ ἄσπρα μαλλιά, ἀλλὰ καὶ νέοι, καὶ μικρὰ παιδιά, ἀκόμα καὶ βρέφη. Ἅγιοι εἶνε ἄντρες, ἀλ­λὰ καὶ γυναῖκες καὶ πολὺ περισσότερο γυναῖκες.
Ἅγιοι εἶνε ἀπ᾽ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα· γεωργοί, βοσκοί, ψαρᾶδες, τεχνῖτες, μαραγκοί…. Ἦ­ταν ἀκόμη στρατιῶτες, ἀξιωματικοί, ἀλλὰ καὶ βασιλιᾶδες. Ἅγιοι εἶνε ἀπὸ κάθε ἔθνος, ὄ­χι μόνο Ἕλ­λη­νες. Ἡ Ἑλλάδα ἔδωσε βέβαια τὸ περισσότερο αἷμα, τοὺς περισσότερους μάρτυρες· ἀλλὰ ἅγιοι εἶνε καὶ Σέρβοι, καὶ ῾Ρουμᾶνοι, καὶ Βούλγαροι, καὶ ῾Ρῶσοι. Παντοῦ εὐδοκιμεῖ ἡ ἁγιότης· καὶ στὸ Βόρειο Πόλο, καὶ στὶς πηγὲς τοῦ Νείλου, καὶ στὴν Αὐστραλία, καὶ στὴν Ἀμερική· καὶ στὶς ἐρήμους, καὶ στὰ βουνά, καὶ στὶς πόλεις, καὶ στὰ ἀσκητήρια, καὶ στὰ ἐργαστήρια…· παντοῦ.

Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· Ἦταν αὐτοὶ ἅγιοι ἐξ ἀρχῆς, γεννήθηκαν ἅγιοι; Ὄχι· κανείς δὲν γεννιέται ἅγιος. Ἦταν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί· μερικοὶ μάλιστα πολὺ ἁ­μαρτω­λοί, ὅπως π.χ. ὁ Δαυΐδ, φονιᾶς καὶ μοιχός· ὁ ἀπόστολος Πέτρος, ποὺ ἀρνήθηκε τρεῖς φορὲς τὸ Χριστό· ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ βλάστημος καὶ διώκτης· πολὺ ἁμαρτωλὴ ἦταν καὶ ἡ γυναίκα ἐ­κείνη ποὺ ῥάντισε τὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ μὲ μύρα καὶ τὰ σκούπισε μὲ τὰ μαλλιά της. Ἄρα, λοιπόν, ὅσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἂν εἶσαι, ἐὰν θέ­λῃς, μπορεῖς κ᾽ ἐσὺ νὰ γίνῃς ἅγιος.
–Καὶ πῶς ἔγιναν ἅγιοι; θὰ μὲ ῥωτήσετε.
Ἐδῶ σκοντάφτουμε ὅλοι. Πῶς ἔγιναν ἅγιοι; Ἔγιναν πρῶτα – πρῶτα γιατὶ πίστευσαν. Ποῦ πίστευσαν; Πίστευσαν στὰ λόγια τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ὅτι ὑπάρχει Θεός, ὅτι ὑπάρχει ζωὴ πέραν τοῦ τάφου, ὅτι ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις· πίστευσαν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἀληθινὸς Θεός. Αὐτὰ τά ᾽βαλαν μέσα τους, τὰ φύτευσαν· κανείς δὲν μποροῦ­σε νὰ τὰ ξερριζώσῃ.
Καὶ ὄχι μόνο πίστευσαν, ἀλλὰ καὶ ὡμολόγησαν τὴν πίστι τους. Δὲν τὴν ἔκρυψαν μέσα τους, δὲν ἔ­παιξαν κρυφτούλι. Τὴν κήρυ­ξαν· παντοῦ ὅπου βρέθη­καν καὶ στάθηκαν ὡ­μολογοῦσαν τὸ Χριστό. Διακιν­δύνευσαν, ἔπαιξαν «κορώνα-γράμματα» τὴ ζωή τους. Εἶμαι Χριστι­ανός! εἶπαν. Ξέρεις τί θὰ πῇ, παιδί μου, νά ᾽νε στὴ λεγεῶνα ἐν­νιακόσοι ἐνενήντα ἐν­νιὰ στρατιῶτες εἰδωλολάτρες, καὶ ἕνας νὰ εἶνε Χριστιανός; Σκέψου το αὐτό· νὰ σηκώνεσαι ὄρθιος καὶ μπροστὰ σὲ ὅλους νὰ κάνῃς τὸ σταυρό σου! Δὲν ἔχει τόσο ἀξία νὰ πιστεύῃς ὅταν πιστεύουν καὶ οἱ ἄλλοι· ἀξία ἔχει ὅταν χίλιοι δὲν πιστεύουν καὶ ἕνας βγαίνῃ καὶ ὁμολογῇ· Πιστεύω!
Ἔγιναν λοιπὸν ἅγιοι γιατὶ πίστευαν στὸ Χριστό, ὡμολόγησαν μὲ παρρησία τὸ γλυκύτατο ὄνομά του, ἀλλὰ καὶ δι­ότι ζοῦσαν αὐτὰ ποὺ πίστευαν, ἔζησαν σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέ­λιο. Λέει π.χ. τὸ Εὐαγγέλιο· Πούλησε τὰ ὑ­πάρχοντά σου «καὶ δὸς πτωχοῖς» (Ματθ. 19,21)· καὶ τὰ πούλησαν ὅλα, καὶ σπίτια καὶ καλύβες καὶ ἀνάκτορα, τὰ πάντα· μερικοὶ πούλησαν καὶ τὸν ἑαυτό τους, ἔγιναν δοῦλοι γιὰ τὸ Χριστό. Λέει τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι πρέπει νὰ συγχωρᾶμε (βλ. ἔ.ἀ. 6,14-15)· καὶ οἱ μάρτυ­ρες, ὅταν τοὺς λιθοβολοῦσαν καὶ τοὺς κάρφωναν καὶ τοὺς ἔκοβαν τὰ κεφάλια, αὐτοὶ προσεύχονταν γιὰ τοὺς δη­μίους των. Ὅ,τι εἶπε ὁ Χριστός, τὸ ἐφάρμο­σαν. Παραπάνω κι ἀπὸ πατέρα κι ἀπὸ μάνα κι ἀπὸ πατρίδα –γιατὶ παραπάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα εἶνε ὁ Θεός–, παραπάνω ἀπ᾽ ὅλα ἀγάπησαν τὸ Θεό. Τά ᾽δωσαν ὅλα, θυσιάστηκαν γιὰ τὸ Χριστό.
Νά λοιπὸν πῶς ἁγίασαν οἱ σημερινοὶ ἅγιοι.

* * *

Γεννᾶται τώρα, ἀγαπητοί μου, τὸ ἐρώτημα· Ἐμεῖς τί σχέσι ἔ­χουμε μὲ τοὺς ἁγίους Πάν­τες; Ἐδῶ πρέπει νὰ σταματήσω. Ὅση σχέσι ἔχει ἡ νύχτα μὲ τὴν ἡμέρα, ὅση σχέσι ἔχει τὸ χαλίκι μὲ τὸ διαμάντι, ὅση σχέσι ἔχει ὁ σατα­νᾶς μὲ τὸν ἄγγελο, τέτοια σχέσι ἔχουμε. Ἀλ­λὰ τὸ παι­δὶ πρέπει νὰ μοιάζῃ μὲ τὸν πατέρα.

Ἐκεῖνοι πίστευαν, ἐμεῖς πιστεύουμε σήμερα; Δὲν πᾷς στὰ καφφενεῖα; Ἐκεῖ θ᾽ ἀ­κούσῃς ἕναν πού, ἐνῷ μὲ τὸ ζόρι ἔβγαλε ἔνα σχο­λειό, τώρα ῥητο­ρεύει στοὺς ἄλλους ὅτι, Δὲν ὑ­πάρχει Θεός, δὲν ὑπάρχει κόλασι, πα­ράδεισος, τί­ποτα· τώρα, ποὺ πετᾶνε στὸ δι­άστημα, κάθε­σαι καὶ πιστεύεις Χριστοὺς καὶ Παναγίες;…
Ποιός τὰ λέει αὐτὰ καὶ κανένας δὲν βρίσκεται νὰ τὸν ἀποστομώσῃ; Οἱ ἅγιοι Πάντες ὡμολογοῦσαν τὴν πίστι στὸ Χριστό. Ἐδῶ ῥητορεύει ὁ ἀστοιχείωτος, ποὺ σα­πίζει πάνω στὴν καρέκλα τῆς ταβέρνας κ᾽ οἱ ἄλλοι τὸν ἀκοῦ­νε ἀπαθῶς. Ὅσοι ὅ­­μως διάβασαν τὸν Χριστιανισμό, μελέτη­σαν τὸ Εὐαγγέλιο, ξέρουν φιλο­σοφία, δὲν μι­λᾶνε ἔτσι· ἐκεῖνοι πιστεύουν στὸ Χριστό. Ξέ­ρετε, ὅ­­τι κ᾽ ἐκεῖνοι οἱ τρεῖς ποὺ πέταξαν στὸ διάστη­­μα, ἐνῷ οἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά τους προσεύχονταν γι᾽ αὐ­τούς, ἐκεῖνοι μέσα στὸ διαστημόπλοιο εἶχαν Εὐαγγέλιο καὶ διά­βαζαν τὴν Ἐπὶ τοῦ Ὄ­ρους ὁμιλία; Μάλιστα. Ὅσο καὶ ἂν προοδεύσῃ ἡ ἐπιστήμη καὶ ὁ τεχνικὸς πολιτι­σμός, ἡ πίστι μας δὲν γκρεμίζεται. Ποιός εἶ­­σαι σὺ λοιπόν, ἀνάξιο παιδὶ τῆς πατρί­δος καὶ τῆς χριστιανοσύνης, ποὺ πᾷς νὰ ξερριζώ­σῃς τὴν πίστι ἀπὸ τὴ μάνα καὶ τὸν πατέρα σου, ἀπὸ τὸ χωριάτη καὶ τὸ βοσκό;
Οὔτε πίστι οὔτε ὁμολογία ἔχουμε σήμερα· τί νὰ ποῦμε τώρα γιὰ τὴ ζωή μας; Οἱ ἅγιοι Πάν­τες ἔζησαν μιὰ ζωὴ καθαρὴ σὰν τὸ κρύσταλ­λο, σὰν τὸ νερὸ στὶς πηγὲς τοῦ Ἁλιάκμο­νος, ζωὴ ἁγία. Ἐμεῖς τί ζωὴ ζοῦ­με, σᾶς παρακαλῶ; Ὡς πρὸς τὴν πίστι δὲν τοὺς μοιά­ζουμε, στὴν ὁ­μο­λογία δὲν τοὺς μοιάζουμε· ὡς πρὸς δὲ τὴν ἠθικὴ ζωὴ τί νὰ πῶ; Θὰ γελάσουν κάποιοι μ᾽ αὐτὰ ποὺ θὰ πῶ. Μὴ γελοῦν· νὰ κλάψουν. Χαρὰ σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ θὰ γελάσῃ τελευταῖος.
• Λέει τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι, ὅταν θὰ πλησιάζῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, οἱ ἄνθρωποι θὰ πέσουν στὰ γλέν­τια, στὶς διασκεδάσεις, στὴ μέθη. Θὰ εἶνε «ὅπως οἱ ἡμέρες τοῦ Νῶε» (Ματθ. 24,37). Στὶς «ἔ­σχατες ἡμέρες» (Β΄ Τιμ. 3,1. Ἰακ. 5,3), λέει, οἱ ἄνθρωποι θὰ πέσουν στὴν κραιπάλη, στὴ μέθη καὶ στὶς βιοτικὲς μέριμνες (Λουκ. 21,34-35).
• Λέει ἀκόμη τὸ Εὐαγγέλιο, ὅτι ἡ γυναίκα πρέπει νὰ ντύνεται εὐπρεπῶς, ὄχι νὰ ἐκθέτῃ τὶς σάρκες της σὰν τὰ κρέατα ποὺ κρεμᾶνε στὰ τσιγγέλια πρὸς πώλησιν· νὰ εἶνε ντυμένη σὰν τὴν Παναγία. Σήμερα οἱ γυναῖκες γδύθηκαν. Καὶ ὑ­πάρχει μιὰ προφητεία τοῦ Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ ποὺ λέει· Ὅταν δῆτε τὶς γυναῖ­κες νὰ περ­πατοῦν στοὺς δρόμους γυμνές, τό­τε θὰ πλησιάζῃ τὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ἔννοια σου, πατέρα, ποὺ τὸ ἐπιτρέπεις στὸ κορίτσι σου· κ᾽ ἐσύ, σύζυγε, ποὺ ξεγύμνωσες τὴ γυναῖκα σου κι ἀφήνεις νὰ τὴν «τρώῃ» μὲ τὰ μάτια ὁ ἕνας κι ὁ ἄλλος· κ᾽ ἐσεῖς, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ποὺ καγχάζετε ὅταν σᾶς λέμε τὴν ἀλήθεια. Θὰ κλάψετε πικρά.
• Σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἐκκλησία ἔχει 8.000 ναούς, ἐνῷ οἱ «ναοὶ» τοῦ διαβόλου, τὰ νυχτε­ρινὰ κέν­τρα διασκεδάσεως, εἶνε 25.000. Ἐκεῖ ὁ διάβολος μαζεύει τὸν κόσμο ὅλη νύχτα σὲ ἀ­γρυπνία διαβολική. Ἂν κάνουμε στὴν ἐκ­κλη­σιά μας ἀγρυπνία καὶ χτυπή­σω τὴν καμπά­να, θὰ ἔλθετε ἢ θὰ μείνω μόνος; Στὴν Ἀθήνα γέμισε τὸ λεκανοπέδιο ἀπὸ ταβέρνες. Δὲν τρῶνε στὸ σπίτι, πᾶνε στὴν ταβέρνα. Ἐκεῖ ὁ ἄλ­λος πάει ἀπὸ τὶς δέκα ἡ ὥρα καὶ φεύγει στὶς τέσσερις. Ἐκεῖ ῥίχνει τὰ λεφτά του, ξοδεύεται καὶ μεθάει. Μπαίνει μέσα μὲ τὰ δυὸ πόδια καὶ βγαίνει μὲ τὰ τέσσερα, μπαίνει ἄνθρωπος καὶ βγαί­νει τετράποδο. Ἂν ζητήσῃ ἡ Ἐκκλησία βοήθεια γιὰ ἀνάγκες φτω­χῶν, δίνουν ψίχουλα. Τὸ ἴδιο βράδυ στὴν ταβέρνα τοῦ χωριοῦ ἀδειάζουν τὰ πορτοφόλια τους. Μπράβο, ὡ-ραῖα! Ὅλα γιὰ τὸν διάβολο, τίποτα γιὰ τὴν ἐκ­κλησία. Τί λαὸς εἴμαστ᾽ ἐμεῖς;
Δὲν φταίει ὁ λαὸς ὅμως. Ποιοί φταῖνε; Τὰ λέω σ᾽ ἐσᾶς τοὺς μικρούς, ἀλλὰ τὰ εἶπα καὶ στοὺς μεγάλους. Ἔχω ὑποβάλει ὑπομνήματα καὶ περιγράφω τὴν ἀθλία κατάστασι· κήρυξα, ἔβγαλα φυλλάδια, ἀ­γωνίζομαι, μάχομαι. Προσπαθῶ νὰ πείσω αὐτοὺς ποὺ μᾶς κυβερνοῦν νὰ βγάλουν μιὰ καλὴ διαταγή, νὰ κλείσουν τὰ νυχτερινὰ κέντρα. Θὰ ζημιωθοῦν πέν­τε – δέκα, ἀλλὰ θὰ κερδίσουν οἱ οἰκογένειες, τὰ παιδιά, ἡ ἀγροτιά, ἡ πατρίδα, ἡ πίστι μας. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κράτος, δὲν ἔχω κανόνια· μόνο ὅ­πλο ἔχω τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Μὲ σκοτώνεις, ἀλλὰ θὰ σοῦ πῶ τὴν ἀλήθεια· πέραν αὐτοῦ δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο.

* * *

Τελειώνω. Σᾶς ὁμιλῶ μὲ πόνο, μὲ ἀγάπη, μὲ ἐνδι­α­φέρον γιὰ τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς σας, γιὰ τὴν πρόοδό σας.
Ἕνας ξένος ζωγράφος παρέστησε τ᾽ ἀποτελέσμα­τα τῆς μέθης καὶ τῆς διαφθορᾶς. Ζωγρά­φισε μιὰ ταβέρνα ποὺ ἔμπαιναν μέσα «πατεῖς με – πατῶ σε» μικροὶ – μεγάλοι. Δίπλα ζωγράφισε φυλακές. Καταλαβαίνετε· ἀπὸ τὴν ταβέρνα θὰ κάνῃς ἔγ­κλημα καὶ θὰ πᾷς φυλακή. Κοντὰ στὶς φυλακὲς ζωγράφισε ἕνα νοσοκομεῖο, γιατὶ ἀπὸ τὸ μεθύσι γεννιοῦνται πολλὲς ἀσθένειες, τὸ ἀλκοὸλ χτυπάει ὅλα τὰ ὄργανα. Κοντὰ στὸ νοσοκομεῖο ζωγράφισε τὸ τρελλοκομεῖο, γιατὶ πολλοὶ ἀπὸ τὸ μεθύσι κλείνονται στὸ τρελλοκομεῖο ἢ καὶ χειρότερα, γιατὶ «ὁ τρελλὸς εἶδε τὸ μεθυσμένο κ᾽ ἔφυγε», τὸν φοβήθηκε. Τέλος δίπλα στὴν ταβέρ­να ζωγρά­φισε μιὰ γυναίκα ἀτημέλητη νὰ τραβάῃ τὰ μαλλιά της, παιδιὰ πεινασμένα νὰ κλαῖνε, καὶ τὸν πατέρα τους πεσμένο καταγῆς. Ποιός θὰ παρηγορήσῃ τὴ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ ποὺ κλαῖνε; Ποιός φταίει γιὰ τὸ κακὸ αὐτό; Ποιός φταίει; Ἂν θέλετε ἔτσι, φταίω ἐγὼ περισσότερο, πού ᾽μαι ἐπίσκοπος. Καὶ εἶ­νε μέσα στὴν ἀποστολή μου νὰ πάρω τὰ Εὐαγγέλια καὶ τ᾽ ἄλλα ἱερὰ βιβλία καὶ νὰ τὰ διαβάσω στὸ ποίμνιό μου. Ἂν ὅμως κάποιος συνεχίσῃ ἀμετανόητος ν᾽ ἁμαρτάνῃ, θὰ εἶνε ἔξω ἀπὸ τὴν ἀ­ποστολή μου ἂν γι᾽ αὐτὸν διαβάσω ἀφορισμό;
Εἶμαι ἐπίσκοπος καὶ προτρέπω καὶ σᾶς λέω τὴν ἀ­λήθεια· Κανείς στὰ κέντρα αὐτά! Μείνετε ἁ­γνοί, καθαροὶ ἀπὸ τὴ διαφθορά. Δὲν μ᾽ ἀ­κοῦτε; κλείνετε τ᾽ αὐ­τιά σας; Ἔ, τότε φέρτε μιὰ λεκάνη μὲ νερό, νὰ πλύ­νω τὰ χέρια μου καὶ νὰ πῶ· «Καθαρὸς ἐγώ» (Πράξ. 18,6), «Ἀ­θῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος… τούτου» (πρβλ. Ματθ. 27,24). Ὅ,τι συμβῇ, σεῖς θὰ εἶστε ὑπεύθυνοι. Μὴ νομίζετε φυσι­κὸ τὸ ὅτι ἔπεσε χαλάζι σὰν καρύδι καὶ κατέστρεψε τὴν γεωργία. Κλαῖτε καὶ πο­νᾶτε, κλαίω μαζί σας κ᾽ ἐγώ.
Ἀδέρφια μου, σᾶς πονῶ. Σᾶς φωνάζω ὅπως ἡ κλῶσ­σα τὰ πουλάκια της· Μικροὶ – μεγάλοι, ὅλοι κοντὰ στὸ Θεό! Μετανοῆστε, ἐπιστρέψτε, ἂν θέλετε νὰ σωθοῦ­με. Ὁ Θεὸς ἂς φωτίζῃ ὅλους μας στὸ καλό· ἀμήν.

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου Ξινοῦ Νεροῦ – Ἀμυνταίου τὴν 8-6-1969 πρωί, μὲ νέο τώρα τίτλο. Καταγραφὴ καὶ σύντμησις 3-5-2026.

     Add A Comment

You must be logged in to post a comment.