Αυγουστίνος Καντιώτης



Archive for the ‘εορτολογιο’ Category

ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ ΝΤΥΜΕΝΗ Η ΠΑΝΑΓΙΑ

author Posted by: episkopos on date Σεπ 5th, 2010 | filed Filed under: εορτολογιο

ΟΜΙΛΙΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΟΥ

Γενέσιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου
8 Σεπτεμβρίου

ΣΤΑ ΜΑΥΡΑ ΝΤΥΜΕΝΗ Η ΠΑΝΑΓΙΑ

ΠαναγΣΗΜΕΡΑ, ἀγαπητοί μου, εἶνε χαρμόσυνος θεομητορικὴ ἑορτή. Ἑορτάζουμε τὴ γέννησι τῆς ὑπερ­α­γίας Θεοτόκου. Ποῖο εἶνε τὸ περιεχόμενο τῆς ἑορτῆς καὶ τί συναισθήματα μᾶς δημιουργεῖ;

* * *

Ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔτσι καὶ ἡ Παναγία ἀπὸ κάποιους ἦρθε στὸν κόσμο. Ποιός γεννή­θηκε ἀπὸ βράχο; Καν­είς. Ἀπὸ μιὰ μάνα κ’ ἕνα πατέ­ρα γεννηθήκαμε ὅλοι. Καὶ ἡ Παναγία εἶ­χε γονεῖς· τὴ μητέρα της τὴν ἔλεγαν Ἄννα, τὸν πατέρα της Ἰωακείμ.

Ἦταν εὐλαβέστατοι ἄν­θρωποι, ἀλλὰ ἄτεκνοι. Καὶ τότε ἡ ἀτεκνία ἐ­θεωρεῖτο ὄνειδος. Ὅποιος εἶχε παι­­διά, αὐτὸς ἐθεωρεῖτο εὐτυ­χής. Ὅποιος εἶχε πολλὰ παιδιά (5, 6, 7, 8…), τὸν μακαρίζανε. Ἐκεῖ­νες ἦταν πα­τριαρχικὲς οἰκογένειες. Τώρα τὰ παιδιὰ τὰ θε­­­ωροῦν συμ­φορά. Γεννοῦν ἕνα, μετὰ βίας δύο, παραπάνω ὄχι, στόπ! Αὐτὸ εἶ­νε μιὰ κατά­ρα. Τὸ ἄ­τεκνο λοιπὸν ἐκεῖνο ἀνδρόγυνο παρα­κα­λοῦ­σε τὸ Θεὸ μέρα – νύ­χτα νὰ τοὺς δώσῃ παιδί, γιὰ νὰ τοῦ τὸ ἀφιε­ρώσουν.

Ποῦ σήμερα τέτοια μάνα! Δὲν ὑπάρχει πλέ­ον διάθεσι προσφορᾶς. Σὲ λίγο καιρὸ τρία ἐπαγγέλματα θὰ σβήσουν· ὁ ἀστυνομικός, ὁ νοσοκόμος, καὶ ὁ κληρικός. Γιατί νὰ φυλάῃ ὁ ἀστυνομικὸς τὴν τάξι καὶ νὰ κινδυνεύῃ; γιατί νὰ ξενυχτᾷ ἡ νοσοκόμος κον­­τὰ στὸν ἄρρωστο καὶ νὰ μὴν πάῃ νὰ τραγου­δή­σῃ στὸ κέντρο νὰ μαζέψῃ χρῆμα; Καὶ κορό­ϊδο εἶνε ὁ ἄλλος νὰ γίνῃ παπᾶς, γιὰ νὰ τοῦ κά­νουν στὸ δρόμο αἰσχρὲς χειρονομίες; Ὄχι. Θὰ ἐκλείψουν μερικὰ τέτοια ἀναγκαῖα ἐπαγγέλματα, καὶ αὐτὸ θὰ εἶνε σημάδι παρακμῆς.

Εἶχε λοιπὸν προχωρήσει πλέον ἡ ἡλικία τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας. Μπορῇ ἀπὸ ἕνα κού­τσουρο νὰ βγῇ λουλούδι κι ἀπὸ ἕνα ξερὸ βρά­χο νὰ βγῇ κρίνος; Ἄλλο τόσο μπορεῖ ἀπὸ μιὰ στεῖρα γυναῖκα νὰ βγῇ τὸ ἄνθος ποὺ λέγεται παιδί. Ὅ,τι εἶνε τὸ ἄνθος στὴ φύσι κι ὅ,τι εἶνε ἕνα ἀστέρι στὸν οὐρανό, αὐτὸ εἶνε τὸ παιδὶ μέσα στὴν οἰκογένεια· δίνει παρηγοριά, χαρὰ καὶ ἀγαλλίασι.

Παρακαλοῦσαν τὸ Θεὸ νὰ τοὺς δώσῃ παι­δί, γιὰ νὰ τοῦ τὸ ἀφιερώσουν. Ποιά μάνα, ὅ­ταν γεννάῃ ἀγοράκι, λέει «Θεέ μου, ἀξίωσέ με νὰ τὸ ἀφιερώσω, νὰ γίνῃ ἕνας παπᾶς, νὰ γίνῃ ἕνας καλόγερος»; Μηχανικός, γιατρός, δικηγόρος νὰ γίνῃ, αὐτὰ θεωροῦνται μεγάλα. Παπᾶς;… Πῆγα κάποτε σὲ χωριὰ πέρα ἀπ’ τὸν Ἁλιάκμονα, στὰ Χάσια, ἐκεῖ ποὺ ὑπῆρχαν κλέ­φτες στὰ βουνά. Ἐκεῖ ὅταν γεννιόταν ἀγορά­κι, οἱ γει­τόνισσες εὔχονταν· «Κυρὰ Μαρία, νὰ σοῦ ζή­σῃ, νὰ γίνῃ καπετάνιος!…». Ἂν τὸ παι­δάκι ἀρρώσταινε καὶ κινδύνευε νὰ πεθάνῃ, τότε ἔ­λεγαν· «Ἂς ζήσῃ, κι ἂς γίνῃ καὶ παπᾶς». Κατα­λάβατε; τὸ πρῶτο ἦταν νὰ γίνῃ καπετά­νιος, τὸ τελευταῖο ἦταν νὰ γίνῃ παπᾶς. Καὶ σήμερα ποιός πατέρας ἢ μάνα θεωροῦν κα­μάρι ν’ ἀφιερωθῇ τὸ παιδί τους στὸ Θεό;

Ὁ Ἰωακεὶμ καὶ ἡ Ἄννα ὅμως ἦταν εὐσεβεῖς καὶ εὐγενεῖς. Γι’ αὐτὸ ὅταν ὁ Θεὸς τοὺς χάρισε ἕ­να χαριτωμένο κοριτσάκι, τὸ ὠνόμασαν Μαρία καὶ τὸ ἀφιέρωσαν στὸ Θεό. Τί σημαίνει τὸ ὄ­νομα Μαρία; Πολλὲς γυναῖκες ἔ­χουν τὸ ὄνομα αὐτό, ἀλλὰ δὲν ξέρουν τί σημαίνει. Μαρία εἶνε ἑβραϊκὴ λέξι καὶ σημαίνει «δέσποινα», «κυρία». Ὄχι κυρία νομάρχου, κυ­ρία εἰσαγγε­λέως, κυρία προέδρου, κυρία φρουράρ­χου· τίποτε ἀπ’ αὐτά. Ἀλλὰ Δέσποινα τοῦ κό­σμου, Δέσποινα τῶν ἀγγέλων, ὄν­τως Κυρία. Αὐτὸ εἶνε ἡ Παρθένος Μαρία.

* * *

Σήμερα λοιπὸν εἶνε παγκόσμιος χαρὰ ἐπὶ τῇ γεννήσει τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου. Ποιοί χαίρουν μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Παναγίας μας; Χαί­ρει ἡ ἁγία Τριάς, Πατὴρ Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦ­μα, διότι βρέθηκε ἡ μόνη ἀξία γιὰ νὰ βαστάσῃ στὰ σπλάχνα της τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ, βρέθηκε τὸ δοχεῖον τὸ καθαρόν, ἡ ὑπερευλογημέ­νη Θεοτόκος. Χαίρουν καὶ θαυμάζουν οἱ ἄγγελοι, γιατὶ βλέπουν ἕνα πλάσμα τῆς γῆς νὰ ὑ­ψώνεται πάνω ἀπὸ τὶς νεφέλες καὶ τὰ ἄ­στρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ νὰ γίνεται «τιμιωτέρα τῶν χε­ρουβὶμ καὶ ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν σε­ρα­φίμ»· χαίρει ἰδίως ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ποὺ εὐηγγελίσθη σ᾿ αὐτὴν τὸ «χαῖρε» (Λουκ. 1,28). Χαίρουν οἱ προφῆται, ἀπὸ τὸν Ἠσαΐα ποὺ τὴν ἀνήγγειλε πρὸ 800 ἐτῶν μέχρι τὸν τίμιο Πρό­δρομο ποὺ τὴν καλωσώρισε μὲ σκιρτήματα ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του. Ἀγάλλονται οἱ δίκαιοι τῆς παλαιᾶς διαθήκης, ποὺ τὴν περί­μεναν ἐπὶ αἰῶνες. Χαίρει ὁ κόσμος ὅλος, ἀ­ναθαρροῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ βλέπουν ὅτι ἦρθε ἡ λύτρωσί τους.

Ὅλοι χαίρουν. Ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ Παναγία; Ἡ ἰδια ἡ Παναγία δὲν χαίρει. Εἶνε θλιμμένη. Ἂν μπορούσαμε νὰ τὴ δοῦμε, θὰ τὴ βλέπαμε ντυ­μέ­νη στὰ μαῦρα νὰ κλαίῃ, καὶ τὰ δάκρυά της νὰ πέφτουν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ κάτω στὴν ἁμαρτω­λὴ γῆ. Γιατί δὲν χαίρει ἡ Παναγία;

⃝ Πῶς νὰ χαίρῃ; Λυπᾶται πρῶτα-πρῶτα, διότι ὑπάρχουν στό­μα­τα ἀκάθαρτα καὶ ἀπαίσια, γεν­νήματα ἐχι­δνῶν, ποὺ βλαστημᾶνε τὸ ὄνομά της μέρα – νύ­­χτα. Καμμιά γυναίκα, ὁσοδήποτε ἁμαρτωλὴ καὶ νά ᾿νε, δὲν ὑβρίζεται ὅσο ὑβρί­ζε­ται ἡ Παναγία μας ἀπὸ τὰ στόματα τῶν Ἑλ­λήνων! Νὰ σᾶς πῶ ἕνα φοβερὸ πρᾶγμα; Ὁ Θε­ὸς νὰ μᾶς ἐλεήσῃ! Πέρα ἀπὸ τὸν Ἕβρο χιλιάδες Τουρκαλᾶδες εἶνε ἕτοιμοι νὰ μᾶς κό­ψουν μὲ τὰ σπαθιά, χιλιάδες Τοῦρκοι στρατι­ῶτες λυσσοῦν νὰ μᾶς σκοτώσουν μὲ τὰ ὅπλα. Ἀπ᾿ ὅλους αὐτοὺς οὔτε ἕνας, οὔτε ἕνας, δὲ βλαστημάει τὸν Ἀλλάχ! Νὰ προχωρήσω; Ἔρ­χονται στὸ γραφεῖο μου στρατιῶτες ἀπὸ τὴν Ἀλεξανδρούπολι, τὴν Κοζάνη καὶ ἀλλοῦ, κα­λὰ παιδιά, ποὺ πιστεύουν στὸ Θεό. Καὶ φρίττουν καὶ κλαῖνε καὶ μοῦ λένε· «Θὰ μᾶς τιμωρήσῃ ὁ Θεός. Ἀπ᾿ τὸ πρωῒ μέχρι τὸ βράδυ μικροὶ καὶ μεγάλοι βλαστημᾶνε». Πῶς νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὁ Θεός; Ὁ Τοῦρκος δὲ βλαστημάει τὸν Ἀλλάχ, κι ὁ Ἕλληνας στρατιώτης νὰ βλαστημάῃ τὰ θεῖα, καὶ κανείς νὰ μὴ διαμαρτύρεται! Τολμά­ει κανεὶς νὰ ὑβρίσῃ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἑκάστο­τε ἄρχοντες; Ποιός; Ἄ, εἶνε μεγάλοι ὅλοι αὐ­τοί, καὶ μικρὸς ὁ Χριστός! Γι’ αὐτὸ εἶνε ντυ­μέ­νη στὰ μαῦρα ἡ Παναγιά. Θρηνεῖ γιὰ τὶς βλαστήμιες. Καὶ ὄχι μόνο τῶν ἀνδρῶν ἀλλὰ τελευταίως καὶ τῶν γυναικῶν. Ὣς τώρα ξέρα­με, ὅτι οἱ γυναῖκες τοὐλάχιστον δὲ βλαστη­μοῦν· τώρα μαθαίνω καὶ φρίττω, ὅτι καὶ οἱ γυναῖκες χυδαιολογοῦν καὶ βλαστη­μοῦν. Αὐ­τὸ δὲν τὸ πε­ρίμενα. Ἔτσι καταντήσαμε τὸ πιὸ βλά­στημο ἔθνος στὰ Βαλκάνια καὶ στὸν κόσμο ὅλο.

Ἡ Παναγία κλαίει ἀκόμη γιὰ τὴ φθορὰ τοῦ γυναικείου γένους. Ἕνας ἄλλος τύπος γυναι­κὸς ἐ­πικρατεῖ, ξένος πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῆς ὀρ­θο­δόξου Ἑλληνίδος. Εἶνε ἡ γυναίκα μὲ τὸ παν­­τε­λόνι, ἡ γυμνή, μὲ τὸ τσιγάρο, μὲ τὰ βαμμέ­να νύ­χια καὶ τὰ κομμένα μαλλιά, ποὺ ἄφησε τὸ σπίτι καὶ τὰ παιδιά της καὶ συχνάζει ἀ­διάν­τροπη στὰ κέν­τρα. Θρηνεῖ ἡ Παναγιά μας γιὰ τὴν ἐγκατάλειψι καὶ διάλυσι τῆς οἰκογενείας, γιὰ τὶς πορνεῖες, τὶς μοιχεῖες, τὰ διαζύγια, γιὰ ὅλα τὰ κα­κὰ ποὺ ἔχουν ἐξαπλωθῆ γύρω μας.

Ντυμένη λοιπὸν στὰ μαῦρα ἡ Παναγιὰ γιὰ τὶς βλαστήμιες τῶν ἀντρῶν, γιὰ τὴ διαφθορὰ τῶν γυναικῶν, καὶ ἀκόμη γιὰ τὸ μεγάλο ἔγ­κλη­μα τῶν ἐκτρώσεων. Ἂν ἤμουν εἰσαγγελεὺς καὶ ἀστυνομία, θὰ ἔκανα ἔρευνα στὶς γυναικο­λογικὲς κλινικὲς καὶ θά ᾿βρισκα – τί θά ᾿βρισκα· τὰ κομματιασμένα ἔμβρυα ποὺ πετοῦν στοὺς ὀχετούς! Πόσα παιδάκια; 400.000 τὸ ἔ­τος! Ἀκοῦτε; 400.000! Γι’ αὐτὸ σβήνουμε ὡς ἔ­θνος. Στὴν Τουρκιὰ νά παιδιά, στὴν Ἀλμπάνια νά παιδιά… ᾿Εμεῖς μὲ τὶς ἐκτρώσεις ἔχουμε τὰ λιγώτερα παιδιά. Πλουτίσανε οἱ ἀθεόφοβοι γυναικολόγοι· παιδὶ καὶ λίρα, ἔκτρωσι καὶ λίρα. Μολύ­ναμε τὴ γῆ μας μὲ ἀθῷο αἷμα! Κλαίει ἡ Παναγιὰ γιὰ τὴν ἀθλιότητά μας.

Ντυμένη τέλος στὰ μαῦρα ἡ Παναγιὰ – για­τί; Γιατὶ πολλὲς ἐκκλησίες της, πέρα στὶς ἀλύτρωτες πατρίδες, ὅπως λ.χ. στὴν Κύπρο, δὲν λειτουργοῦν σήμερα. Πλῆθος ἐκκλησιὲς παν­τοῦ, μέσα σὲ χωριά, πάνω σὲ ὑψώματα, δί­πλα σὲ ἀκρογιάλια, ὄμορφες ἐκκλησιές, μνημεῖα τέχνης αἰώνων, ἀφιερωμένες στὸ ὄνομα τῆς Παναγίας (ἄλλη στὸ Γενέσιο, ἄλλη στὴν Κοί­μη­σι, ἄλλη στὸν Εὐαγγελισμὸ κ.λπ.), μένουν σήμερα κλειστές, ἢ εἶνε γκρεμισμένες καὶ βεβηλωμένες· μὲ τσακισμένους τοὺς σταυρούς, μὲ κλεμμένα ἢ πεταμένα τὰ ἅγια δισκοπότηρα, μὲ ἀναποδογυρισμένες τὶς κολυμ­βῆθρες, μὲ σπασμένες ἢ μουτζουρωμένες τὶς εἰκόνες, μὲ τοὺς τάφους ἀτιμασμένους… Ντυμέ­νη στὰ μαῦρα ἡ Παναγιὰ κλαίει. Κλαίει γιὰ μᾶς, κλαίει γιὰ τὴν Κύπρο, κλαίει ἡ γλυκειά μας Μάνα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.

* * *

Ἂς προσευχηθοῦμε, ἀγαπητοί μου, σήμερα. Ἂς κρατήσουμε τὴν πί­στι μας. Ἂς κλειστοῦμε στὰ σπίτια μας καὶ ἂς κλάψουμε κ᾿ ἐ­μεῖς μαζὶ μὲ τὴν Παναγία. Σὰν ἁμαρτωλοὶ ἐ­μεῖς ἂς θρηνήσουμε γιὰ τὰ ἁμαρτήματά μας. Κι ἂς πάρουμε μιὰ ἀπόφασι· νὰ ζήσουμε σύμ­φωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ της τοῦ ἠγαπη­μένου, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία καὶ ὡς ἄτομα καὶ ὡς οἰκογένειες καὶ ὡς ἔθνος· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον Ιερό ναὸ του Αγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 7-9-1974 ἡμέρα Σάββατο βράδυ)

Μεταμορφωσις του Σωτηρος/Schimbarea la Faţă a Mântuitorului

author Posted by: episkopos on date Αυγ 2nd, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), εορτολογιο

Μεταμόρφωσις τοῦ Σωτῆρος

6 Αὐγούστου

Υπακοη στο θελημα του Θεου

«Καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπη­τός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. 17,5)

METAMOΡΦΩΣΕΩΣ ΣΩΤΗΡΟΣΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΜΑΣ, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ μόνη ἀληθινὴ στὸν κόσμο. Ὅσο διαφέρει τὸ διαμάντι ἀπὸ τὰ χαλίκια, τόσο διαφέρει ἡ δική μας θρησκεία ἀπ᾽ ὅλες τὶς θρησκεῖες τοῦ κόσμου. Καὶ εἶνε ἡ μόνη ἀληθινή, διότι αὐτὸς ποὺ ἵδρυσε τὴν ἁγία μας Ἐκκλησία δὲν εἶνε ἕ­νας ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι ἐμεῖς, ἀλλὰ εἶνε Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, Θεάνθρωπος. Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς εἶνε Θεός. Τὸ φωνάζουν οἱ ἄγγελοι καὶ ἀρχάγγελοι, οἱ προφῆται, μυριάδες ἄνθρωποι· τὸ φωνάζουν καὶ τὰ ἀμέτρητα θαύματα ποὺ ἔκανε, κάνει καὶ θὰ κάνῃ μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων. Ἕνα δὲ ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα θαύματά του εἶνε αὐτὸ ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα· ἡ Μεταμόρφωσις.
Ἂς δοῦμε μὲ λίγα λόγια τὸ θαῦμα αὐτὸ καὶ τί μᾶς διδάσκει.

* * *

Ὅταν ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παν­α­γία, φαινόταν στὸν κόσμο σὰν ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος, σὰν ὁ πιὸ φτωχὸς ἄνθρωπος. Ὅ­λοι ἐμεῖς κάποιο σπιτάκι ἔχουμε, κανείς δὲν εἶνε ἄστεγος· ἐκεῖνος δὲν εἶχε ποῦ νὰ μείνῃ. Ὅταν κάποιος θέλησε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε· «Τὰ πουλιὰ κ’ οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν φωλιές, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔ­χει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ», δὲν ἔχει ποῦ νὰ γείρῃ τὸ κεφάλι του (Ματθ. 8,20· Λουκ. 9,58). Ροῦχα πολυτελῆ δὲ φοροῦσε, λεπτὰ στὴν τσέπη δὲν εἶχε, μὲ τὰ πόδια βάδιζε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ γιὰ νὰ κηρύξῃ τὸ εὐαγγέλιο. Βλέπον­τάς τον λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι ἔτσι, δὲν μποροῦσαν νὰ φανταστοῦν ὅτι κάτω ἀπὸ τὴν ταπεινὴ αὐτὴ ἐμφάνισι κρύβεται τὸ θεῖο μεγαλεῖο, κρύβεται ἡ θεότης.
Ξέρετε τί ἔκανε ὁ Χριστός; Κάτι σὰν ἐκεῖνο ποὺ ἔκανε κάποτε ἕνας βασιλιᾶς τῆς ῾Ρωσίας πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια, τὸν καιρὸ τῶν τσάρων. Αὐτὸς μέσα στὸ παλάτι φοροῦσε κορώνα στὸ κεφάλι, ἦταν ντυμένος τὴ στολὴ μὲ τὰ σπαθιὰ καὶ τὰ διάσημα, κι ὅταν ἔβγαινε ἔξω ὅλοι τὸν προσκυνοῦσαν. Καταλάβαινε ὅμως, ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶνε τυπικὰ καὶ κρύβουν ὑποκρισία. Γι᾽ αὐτὸ τί ἔκανε· μιὰ νύχτα ἔβγαλε τὴν κορώ­να, τὰ σπαθιὰ καὶ τὰ μεταξωτὰ ροῦ­χα, ντύθηκε τὰ ροῦχα ἑνὸς ζητιάνου, πῆρε ἕ­να ῥαβδὶ καὶ ξυπόλητος ἄρχισε νὰ περιοδεύῃ ἀνάμεσα στοὺς ὑπηκόους του. Ὅλοι τὸν ἔ­διω­χναν, ἔβαζαν καὶ τὰ σκυλιὰ νὰ τὸν κυνηγοῦν· κανείς δὲ φανταζόταν, ὅτι κάτω ἀπ᾽ τὰ κουρέλια κρύβεται ὁ αὐτοκράτωρ πασῶν τῶν ῾Ρωσιῶν· μόνο μιὰ καλύβα ἔξω ἀπ’ τὴ Μόσχα ἄνοιξε καὶ τὸν δέχτηκε… Κάτι παρόμοιο λοι­πὸν ἔκανε καὶ ὁ Χριστός μας. Δὲν παρουσιάστηκε πάνω στὴ γῆ ὡς βασιλεὺς τῶν ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων, μὲ τὸ ἐκθαμβωτικὸ μεγαλεῖο τῆς θεότητός του. Παρουσιάστηκε ὡς ἕνας φτωχὸς κοινὸς ἄνθρωπος, καὶ γι᾽ αὐτὸ λίγοι τὸν πίστεψαν.
Ἀλλὰ σήμερα, τὴν ἁγία αὐτὴ ἡμέρα, ὁ Χριστὸς ἔδειξε ὅτι εἶνε Θεός. Πῶς τὸ ἔδειξε; Μὲ τὸ θαῦμα ποὺ ἔκανε. Ἡ Μεταμόρφωσις εἶνε ἕνα θαῦμα διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα. Ἔκανε θαύματα ὁ Χριστὸς στὴ φύσι· στὴ θάλασσα, στὴν ξηρά, στὰ δέντρα, σὲ πολλὰ κτίσματά του· ἀλλὰ τὸ θαῦμα αὐτὸ τὸ ἔκανε πάνω στὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Δηλαδή;
Πῆρε τοὺς τρεῖς μαθητάς, τὸν Πέτρο τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, κι ἀνέβηκαν σ᾽ ἕνα ψη­λὸ βουνό, ποὺ μέχρι σήμερα ὑπάρχει καὶ αὐ­τὴ τὴν ἅγια ἡμέρα ἀνεβαίνει ἐκεῖ ὁ πατρι­άρχης τῶν ῾Ρωμαίων – τῶν Ἑλλήνων καὶ γίνεται πάντοτε θεία λειτουργία εἰς τιμὴν καὶ μνή­μην τοῦ γεγονότος. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἦ­ταν στὸ Θαβὼρ μὲ τοὺς τρεῖς μαθητάς, ξαφνι­κὰ τί ἔγινε· τὸ ταπεινό του πρόσωπο, ποὺ δὲν διέφερε ἀπὸ τὸ πρόσωπο κάθε ἀνθρώπου, ἄ­στραψε σὰν τὸν ἥλιο, λὲς καὶ κατέβηκε ὁ ἥ­λιος κάτω στὴ γῆ, καὶ τὰ φτωχά του ροῦχα, ποὺ ὕφανε στὸν ἀργαλειὸ ἡ Παναγία, ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς. Ἦταν μία θεία μεγαλοπρέ­πεια! Δίπλα του, δεξιὰ καὶ ἀριστερά, παρουσι­άστηκαν δυὸ γνωστὲς φυσιογνωμίες καὶ συν­ωμιλοῦσαν μαζί του· ὁ ἕνας ἦταν ὁ Μω­υσῆς, πού ᾽χε πεθάνει πρὶν δυὸ χιλιάδες χρόνια, καὶ ὁ ἄλλος ὁ Ἠλίας, ποὺ τὸν πῆρε στὸν οὐ­ρανὸ ὁ Θεὸς ὅπως γνωρίζουμε. Ὁ Πέτρος ἔκ­θαμβος λέει· Ἐδῶ νὰ μείνουμε, Κύριε, νὰ μὴν κατεβοῦ­με πλέον κάτω (μπροστὰ σ’ ἐκεῖνο τὸ θέ­αμα λησμόνησε γυναῖκα, παιδιά, συγγενεῖς)· ἂν θέλῃς, νὰ φτειάξουμε τρεῖς σκηνές· μία γιὰ σέ­να, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ, καὶ μία γιὰ τὸν Ἠ­λία (γιὰ τὸν ἑαυτό του δὲν ἤθελε τίποτε· τοῦ ἔ­φτανε ποὺ ἔβλεπε τὸ Χριστό). Κ’ ἐνῷ ἔ­λεγε αὐ­τά, μιὰ νεφέλη, ἕνα σύννεφο φωτεινό, τοὺς σκέπασε, κι ἀπὸ τὴ νεφέλη ἀκούστηκε φωνὴ νὰ λέῃ· «Οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπη­τός, ἐν ᾧ εὐ­δόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. 17,5). Μόλις οἱ τρεῖς μαθηταὶ ἄκουσαν τὰ λόγια αὐ­τά, ἔπεσαν ἔντρομοι μὲ τὸ πρόσωπο στὴ γῆ. Ὁ Χριστὸς πλησιάζει, τοὺς ἀγγίζει καὶ λέει· «Σηκω­θῆτε καὶ μὴ φοβεῖσθε». Ὅταν σήκωσαν τὰ μάτια εἶδαν μόνο τὸν Ἰησοῦ. Καὶ καθὼς κατέβαι­ναν ἀπὸ τὸ Θαβὼρ τοὺς ἔδωσε ἐντολή· «Μὴν πῆτε σὲ κανένα αὐτὸ ποὺ εἴ­δατε, μέχρις ὅτου ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀ­ναστηθῇ ἐκ νεκρῶν».

* * *

Αὐτὸ εἶνε τὸ σημερινὸ θαῦμα. Δὲν τὸ πιστεύουν οἱ ἄπιστοι; δικαίωμά τους. Ἐμεῖς τὸ πιστεύουμε. Σήμερα ὁ Χριστὸς μὲ τὴ μεταμόρ­­φωσι τοῦ προσώπου του ἔδειξε ὅτι εἶ­νε Θεός.
Ὅλα ὅσα ἀκούσαμε εἶνε διδακτικά· τὸ Θαβώρ, ἡ νεφέλη, ὁ Μωυσῆς, ὁ Ἠλίας, ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος, ὁ Ἰωάννης, ὅλα διδάσκουν. Ἀλλὰ ἐγὼ ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ θέλω νὰ προσέξετε ἕνα μόνο· τὴ φωνὴ ποὺ ἔλεγε «αὐτοῦ ἀκούετε».
Ἔδωσε ἐντολὴ ὁ οὐρανὸς ν᾽ ἀκοῦμε τὸ Χρι­­στό. Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀρχηγός μας κ’ ἐμεῖς πρέπει νὰ πειθαρχοῦμε σ’ Αὐτόν, ὅ,τι λέει νὰ τὸ ἐκτελοῦμε. Αὐτὴ εἶνε ἡ ὑποχρέωσι κάθε Χριστιανοῦ· εἴτε παπᾶς εἴτε πατριάρχης εἴτε λα­ϊ­κὸς εἶνε, ὅ,τι νά ᾽νε, ἀπὸ τὴν ὥρα ποὺ βαπτίστηκε στὴν κολυμβήθρα καὶ δὲν εἶνε πλέον εἰ­δωλολάτρης ἄπιστος καὶ ἄθεος ἀλλὰ ἔγινε Χριστιανός ―πῆρε τὸ ὄνομα τὸ ἀνώτερο ἀπ᾽ ὅλα―, ἀπὸ τὴν ὥρα αὐτὴ ἀνήκει πλέον στὸ Χρι­στό. Καὶ ὅπως ὁ μαθητὴς ὑπακούει στὸ δά­σκα­λο, ὁ στρατιώτης στὸν ἀξιωματικό, ὁ ἀσθε­νὴς στὸ γιατρό, ὁ ναύτης στὸν πλοίαρχο, ἔτσι ἐ­μεῖς πρέπει νὰ ὑπακούουμε στὸ Χριστό.
Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· ὑπακούουμε ἐμεῖς στὸ Χριστό; Ἂς βάλῃ ὁ καθένας τὸ χέρι στὴν καρδιὰ καὶ ἂς ἐξετάσῃ. Τί ζητάει ὁ Χριστός;
Ἂς πάρουμε μία ἐντολή. Μᾶς λέει, ὅτι πρέπει ἕξι μέρες νὰ δουλεύουμε, ἀλλὰ τὴν Κυρι­ακὴ ὅλοι στὴν ἐκκλησία (βλ. Ἔξ. 20,8-10· Δευτ. 5,12-15). Τὸ κάνουμε; Δὲν τὸ κάνουμε. Ἐλάχιστες οἱ ἐξαιρέσεις. Στὴν Πρέσπα εἶνε ἕνα μικρὸ χω­ριό, ἡ Ὀξυά, κοντὰ στὴ λίμνη. Πῆγα, χτύπησα τὴν καμπάνα. Δεκαοχτώ κάτοικοι; δεκαοχτὼ παρόντες, οὔτε ἕνας δὲν ἔλειπε! Κατὰ κανόνα ὅμως ὁ κόσμος δὲν ἐκκλησιάζεται.
Ἄλλη ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ εἶνε νὰ ἐξομολο­γούμεθα. Ἂν σᾶς ρωτήσω ἕναν – ἕνα, κι ἀ­πὸ σᾶς ὡρισμένοι δὲν ἔχουν ἐξομολογηθῆ ἀφ’ ὅτου γεννήθηκαν. Ἐλάχιστοι ἐξομολογοῦν­ται, πολὺ λίγοι· οἱ περισσότεροι εἶνε ἀνεξομολόγητοι.
Μᾶς λέει ὁ Χριστὸς νὰ μελετοῦμε τὴν ἁγία Γραφή. Τὸ κάνουμε; Εἶμαι σίγουρος ὅτι ῥαδι­όφωνο ἀκοῦτε, τηλεόρασι βλέπετε, ἐφημερίδες διαβάζετε, ἀλλὰ Εὐαγγέλιο; τίποτα!

-Μας λέει ὁ Χριστός, ὅτι οἱ σύζυγοι πρέπει νὰ εἶνε ἀγαπημένοι. Οὔτε αὐτὴ ἡ ἐντολὴ ἐκ­τελεῖται. Καὶ ἐνῷ στὰ παλιὰ τὰ εὐλογημένα χρόνια καὶ ἡ λέξις διαζύγιο ἦταν ἄγνωστος, τώρα ἄνοιξε φάμπρικα τοῦ διαβόλου καὶ τὰ ζευγάρια διαλύονται. Ξένες γυναῖκες, διεφθαρ­μένες, μᾶς ἦρθαν· γιατὶ ἔπεσε χρῆμα· κι ὅ­που πέσῃ χρῆμα, ἐκεῖ ἔρχεται διαφθορά.

* * *

«Αὐτοῦ ἀκούετε», εἶνε ἡ ἐντολὴ τοῦ οὐρανοῦ. Ἐμεῖς ὅμως φράξαμε τ᾽ αὐτιά μας μὲ βουλοκέρι καὶ δὲν θέλουμε ν᾽ ἀκούσουμε. Ἀλλοῦ τεντώνουμε τὸ αὐτὶ ν’ ἀκούσουμε τὰ ψέματα· τὴ φωνὴ τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς λέει τὰ σωστά, δὲν θέλουμε νὰ τὴν ἀκούσουμε.
Τί θὰ γίνῃ; Ἐμένα ῥωτᾶτε; Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς ὁ Χριστός· ἐμεῖς τὸν ἔχουμε ἀνάγκη. Ἀνοῖξτε τὶς προφητεῖες· τί λέει ὁ Ἠσαΐας; «Ἐ­ὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε». Ἂν μ’ ἀκούσετε, θὰ ἔχετε ὅλα τ’ ἀγαθὰ τῆς γῆς· ἐὰν δὲ μ’ ἀκούσετε, «μά­χαι­ρα ὑμᾶς κατέδεται», θὰ περάσετε ἀπ᾽ τὸ μαχαίρι, θὰ σᾶς φάῃ τὸ μαχαίρι (Ἠσ. 1,19-20).
Καὶ ἔρχεται, ἔρχεται τιμωρία μεγάλη· ἀστρο­πελέκια, σεισμοί, πόλεμοι, «Ἁρμαγεδών» (Ἀπ. 16,16). Σὲ μία νύχτα θ᾽ ἀδειάσουν οἱ πόλεις κι ὅσοι προλάβουν θὰ πιάσουν τὰ βουνά. Διότι ὅλοι μας, παπᾶδες – δεσποτάδες, μικροὶ – μεγάλοι, φύγαμε ἀπ’ τὸ Θεό, δὲν τὸν ἀκοῦμε.
Μακάριος ὅποιος ὑπακούει στὸ Χριστό.
Ταῦτα, ἀγαπητοί, καὶ εἴθε ὁ Θεὸς διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου νὰ ἐλεήσῃ καὶ νὰ σώσῃ ἡμᾶς· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ της Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου Ἀρδάσσης – Ἑορδαίας 6-8-1976 ἡμέρα Παρασκευή)

___________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

______________________

Predica Mitropolitului Augustin de Florina
la Schimbarea la Faţă a Mântuitorului


- 6 august -

ASCULTARE FAŢĂ DE VOIA LUI DUMNEZEU
„Şi iată glas din nori zicând: Acesta este Fiul Meu cel iubit, întru Care am binevoit. Pe Acesta să-L ascultaţi!” (Matei 17, 5).

Religia noastră, iubiţii mei, este singura adevărată în lume. Pe cât se deosebeşte diamantul de pietriş, atât se deosebeşte religia noastră de toate religiile din lume. Şi este singura adevărată, pentru că Cel care a întemeiat Sfânta noastră Biserică nu este un om, ca noi toţi, ci este Dumnezeu şi om, Dumnezeu-Om. Domnul nostru Iisus Hristos este Dumnezeu. O strigă îngerii şi arhanghelii, proorocii, miriade de oameni. O strigă şi nenumăratele minuni pe care le-a făcut, le face şi le va face până la sfârşitul veacurilor. Iar una din cele mai mari minuni ale Sale este aceasta pe care o sărbătorim astăzi: Schimbarea la Faţă. Să vedem în câteva cuvinte această minune şi ce anume ne învaţă.

***
Când Hristos s-a născut din Preasfânta, s-a arătat în lume ca un om comun, ca cel mai sărac om. Noi toţi avem o căsuţă; nimeni nu este fără acoperiş. El nu a avut unde să locuiască. Când cineva a vrut să-L urmeze, Hristos i-a spus: „Păsările şi vulpile au cuiburi, dar Fiul Omului nu are unde să-Şi plece capul” (Matei 8, 20; Luca 9, 58). Haine scumpe n-a purtat. Bani în buzunar nu a avut, pe jos mergea din sat în sat ca să propovăduiască Evanghelia. Aşadar, văzându-L oamenii aşa, nu au putut să-şi imagineze că sub această înfăţişare smerită se ascunde dumnezeiasca măreţie, se ascunde Dumnezeirea.
Ştiţi ce a făcut Hristos? Ceva asemănător cu ce a făcut odată un împărat din Rusia, înainte cu mulţi ani, în vremea ţarilor. Acesta, în palat, purta coroană pe cap, era îmbrăcat în veşmânt, cu sabie şi însemnele regale, iar când ieşea afară toţi i se închinau. A înţeles însă că toate acestea sunt formale şi ascund o ipocrizie. De aceea, ce a făcut? Într-o noapte şi-a scos coroana, sabia şi hainele de mătase, s-a îmbrăcat în hainele unui cerşetor, a luat un toiag şi a început să se plimbe desculţ printre supuşii săi. Toţi îl alungau. Puneau şi câinii să-l alunge. Şi nimeni nu-şi închipuia că sub zdrenţe se ascunde ţarul tuturor ruşilor. Doar o colibă din afara Moscovei s-a deschis şi l-a primit… Aşadar, ceva asemănător a făcut şi Hristosul nostru. Nu S-a arătat pe pământ ca un împărat al îngerilor şi arhanghelilor, cu măreţia orbitoare a Dumnezeirii Sale. S-a arătat ca un om comun şi sărac, şi, de aceea, puţini au crezut în El.
Dar astăzi, în această sfântă zi, Hristos a arătat că este Dumnezeu. Cum a arătat-o? Prin minunea pe care a făcut-o. Schimbarea la Faţă este o minune diferită de celelalte. Hristos a făcut minuni în natură: pe mare, pe uscat, în copaci, în multe făpturi ale Sale; dar această minune a făcut-o asupra propriei Sale Persoane. Adică?
I-a luat pe cei trei ucenici – Petru, Iacov şi Ioan, şi s-au suit pe un munte înalt, care există până astăzi, iar în această sfântă zi urcă acolo patriarhul romeilor–elini şi are loc întotdeauna Dumnezeiasca Liturghie în cinstea şi pomenirea evenimentului. Prin urmare, în timp ce Hristos era pe Tabor cu cei trei ucenici, deodată ce s-a întâmplat? Smerita Lui Faţă, care nu se deosebea de faţa oricărui om, a strălucit ca soarele – parcă se coborâse soarele pe pământ – şi hainele lui sărace, pe care le-a ţesut în război(ul de ţesut) Preasfânta, s-au făcut albe ca lumina. Ce măreţie dumnezeiască! Lângă El, de-a dreapta şi de-a stânga, s-au arătat două fizionomii cunoscute şi vorbeau împreună cu El. Unul era Moise, care murise înainte cu 2000 de ani, iar celălalt Ilie, pe care l-a luat Dumnezeu la cer – precum ştim. Petru uluit, zice: Să rămânem aici, Doamne; să nu mai coborâm de aici (în faţa acelei privelişti uitase de femeie, copii, rude); dacă vrei, să facem trei colibe: una pentru Tine, una pentru Moise şi una pentru Ilie (pentru el însuşi nu voia nimic; îi era de-ajuns că-L vedea pe Hristos). Şi în timp ce zicea acestea, un nor luminos i-a acoperit şi din nor s-a auzit un glas zicând: „Acesta este Fiul Meu Cel iubit, întru care bine am voit. Pe Acesta să-L ascultaţi” (Matei 17, 5). Doar cei trei ucenici au auzit aceste cuvinte şi au căzut speriaţi cu faţa la pământ. Hristos se apropie, îi atinge şi le zice: „Sculaţi-vă şi nu vă temeţi”. Când şi-au ridicat ochii, L-au văzut doar pe Iisus. Şi în timp ce coborau de pe Tabor le-a poruncit: „Să nu spuneţi nimănui ceea ce aţi văzut, până când Fiul Omului nu va învia din morţi”.

***

Aceasta este minunea de astăzi. Nu cred în ea necredincioşii? Alegerea lor. Noi credem în ea. Astăzi Hristos prin transfigurarea feţei Sale a arătat că este Dumnezeu.
Toate câte le-am auzit sunt spre învăţătură: Taborul, norul, Moise, Ilie, Petru, Iacov, Ioan, toate învaţă. Dar eu din toate acestea vreau să luaţi aminte doar la un lucru: La glasul care a zis „Pe Acesta să-L ascultaţi!”.
Cerul a dat o poruncă să-L ascultăm pe Hristos. Acesta este Conducătorul nostru şi noi Acestuia trebuie să ne supunem, ca orice zice să îndeplinim. Aceasta este datoria fiecărui creştin; fie preot, fie patriarh, fie laic, orice ar fi, din clipa în care s-a botezat în cristelniţă şi nu mai este un idolatru necredincios şi un ateu, ci s-a făcut creştin – a primit numele cel mai înalt din toate –, din ceasul acela, de acum aparţine lui Hristos. Şi aşa cum un elev ascultă de învăţător, soldatul de ofiţer, bolnavul de medic, marinarul de căpitan, aşa şi noi trebuie să ascultăm de Hristos.
Se naşte întrebarea: Ascultăm noi de Hristos? Să-şi pună fiecare mâna pe inimă şi să examineze. Ce cere Hristos?
Să luăm o poruncă. Ne spune că trebuie ca şase zile să lucrăm, dar duminica toţi la biserică (veţi Ieşire 20, 8-10; Deuteronom 5, 12-15). Facem asta? Nu o facem. Cu foarte mici excepţii. În Prespe este un sătuc, Oxia, în apropierea unui lac. Am fost acolo şi am tras clopotul. 18 locuitori? 18 prezenţi. Niciunul nu lipsea! Însă în mod regulat lumea nu merge la biserică.
Altă poruncă a lui Hristos este să ne spovedim. Dacă vă întreb pe rând, unul câte unul, şi unii dintre voi nu s-au spovedit de când s-au născut. Foarte puţini se spovedesc, foarte puţini; cei mai mulţi sunt nemărturisiţi.
Ne zice Hristos să studiem Sfânta Scriptură. O facem? Sunt sigur că ascultaţi radioul, vă uitaţi la televizor, ziarele le citiţi, dar Evanghelia? Nimic!
Ne zice Hristos că soţii trebuie să se iubească. Nici această poruncă nu se ţine. Dacă în binecuvântaţii ani de demult cuvântul „divorţ” era necunoscut, acum s-a deschis fabrica diavolului şi cuplurile se destramă. Femeile străine şi stricate au ajuns şi la noi, pentru că căzut banul; şi unde cade banul, acolo vine stricăciunea (căderea morală).

***

„Pe Acesta să-L ascultaţi!” este porunca cerului. Noi însă ne-am astupat urechile cu dopuri de ceară şi nu vrem să auzim. În altă parte ciulim urechea, ca să auzim minciunile; dar glasul lui Hristos, care ne spune cele bune şi drepte nu vrem să-l ascultăm.
Ce se va întâmpla? Pe mine mă întrebaţi? Nu are nevoie de noi Hristos. Noi avem nevoie de El. Deschideţi profeţiile! Ce zice Isaia? „Dacă veţi vrea şi Mă veţi asculta, bunătăţile pământului veţi mânca”. Iar de nu Mă veţi asculta, „sabia vă va mânca”, veţi trece prin sabie (Isaia 1, 19 – 20).
Şi vine, vine pedeapsa cea mare: trăsnete, cutremure, războaie, „Armaghedonul” (Apocalipsa 16, 16). Într-o noapte se vor goli oraşele şi toţi care vor avea timp vor fugi în munţi, ca să nu fie prinşi. Pentru că noi toţi, preoţi – episcopi, mici – mari, L-am părăsit pe Dumnezeu. Nu-L ascultăm.
Fericit este cel care-L ascultă pe Hristos.
Acestea, iubiţilor, şi fie ca Dumnezeu prin mijlocirile Preasfintei Născătoare de Dumnezeu să ne miluiască şi ne mântuiască pe noi. Amin.

† Episcopul Augustin

(Omilia Mitropolitului de Florina, părintele Augustin Kandiotis în Sfânta Biserică a Schimbării la Faţă a Domnului, Ardassis-Eordeea, 06.08.1976, într-o zi de vineri)

(trad. Frăţia Ortodoxă Misionară “Sfinţii Trei Noi Ierarhi”,
după http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=14061)

ΠΟΙΑ Η ΑΙΤΙΑ ΤΟΥ ΔΙΩΓΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ;

author Posted by: episkopos on date Ιουλ 27th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), εορτολογιο

Τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος
27 Ἰουλίου

Εδιωχθη απο φθονο

«Ηδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν» (Ματθ. 27,18)

Ag. Pantel.ΚΑΙ ΠΑΛΙ, ἀγαπητοί μου, τιμοῦμε τὴν ἱερὰ μνήμη τοῦ μεγαλομάρτυρος Παντελεή­μο­­νος. Τὸ θέμα μας θὰ εἶνε τὸ ἐρώτημα· Ποιά ἡ αἰτία τοῦ διωγμοῦ τοῦ ἁγίου Παντελεήμονος; Σ᾿ αὐτὸ θὰ δώσουμε μία σύντομη ἀπάντησι.

* * *

Ὁ ἅγιος Παντελεήμων ἔζησε καὶ ἤθλησε στὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν, ὅταν στὴ ῾Ρώμη αὐ­τοκράτωρ ἦταν ὁ Διοκλητιανός. Γεν­νήθηκε στὴ Νικομήδεια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ὁ πατέρας του ἦταν εἰδωλο­λά­τρης, ἀλλὰ ἡ μητέρα του ἦταν ἀπὸ τὶς γυναῖ­κες ποὺ φύτευαν βαθειὰ στὴν καρδιὰ τῶν παιδιῶν τους τὴν πίστι στὸ Χριστό. Διδά­χθηκε λοιπὸν ὁ ἅγιος Παντελεήμων ἀ­πὸ τὴ μη­τέρα του τὶς ἀλήθειες τῆς πίστεως.
Ἦταν εὐφυής. Εἶχε κλίσι στὰ γράμματα. Σπούδασε τὴν ἰατρικὴ κοντὰ σὲ δι­α­κεκριμέ­νους ἐπιστήμονες. Ἀ­νεδεί­χθη κορυφαῖος ἰατρός. Πολλοὶ ἰατροὶ ὑ­πῆρ­χαν τότε, ὅπως ὑπάρ­χουν καὶ σήμερα. Εἶ­­νε ὅ­μως σπάνιο νὰ βρεθῇ γιατρὸς Χριστιανός. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἶνε ἄπιστοι, ὑλισταί. Καὶ νά ᾿ταν καμμιὰ ἀξία; ὁ Θε­ὸς νὰ σᾶς φυ­λάῃ, μὴν πέσετε στὰ χέρια τους.
Ὁ ἅγιος Παντελεήμων διέφερε. Κατὰ τί διέφερε; Διέφερε σὲ τρία σημεῖα.
⃝ Πρῶ­τον ὡς πρὸς τὸ χρῆμα· ἐκεῖνοι ἦταν φι­λάργυροι· ἐκμεταλλεύοντο τοὺς ἀσθενεῖς καὶ θησαύριζαν· ὁ ἅγιος Παντελεήμων ἦταν ἀν­ιδιοτελής, ἰδεολόγος. Ἀσκοῦ­σε τὴν ἐπιστήμη ὡς ἱεραποστολή. Τὸν ἔβλεπαν νὰ ἐπισκέπτεται τὴ νύχτα σὰν ἄγγελος τὶς καλύ­βες. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι πήγαιναν μόνο στὰ σπίτια τῶν μεγά­λων, αὐτὸς πήγαινε στὶς φτωχο­συνοικίες καὶ ὑπηρετοῦσε τοὺς ἀσθενεῖς.
⃝ Τὸ δεύτερο στὸ ὁποῖο δι­­έφερε ἀπὸ τοὺς ἄλ­­λους. Ὅπως εἶπε διάσημος Ἕλλην καθηγητὴς τοῦ πανεπιστημίου, οἱ ἰατροὶ συχνὰ ἀ­σκοῦν τὴν ἰατρικὴ ὡς κτηνιατρική· εἶνε κτη­νί­ατροι μᾶλλον παρὰ ἰατροί. Δὲ βλέπουν τί­ποτε ἄλλο παρὰ μόνο φλέβες, κόκκαλα, σάρ­κες, ἱστούς, καρδιές, πνευμό­νια. Ὁ ἄνθρωπος εἶνε καὶ αὐτὰ ἀσφαλῶς· ἀλ­λὰ πίσω ἀπὸ αὐτὰ ὑπάρχει κάτι τὸ ἀόρατο· ὑ­πάρχει ἕνα «μοτεράκι», ποὺ κινεῖ τὴν βιολογι­κὴ – σωματι­κὴ ὕπαρξι τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ὁ γιατρός, ὅ­ταν δὲ «βλέπῃ» τὸ «μοτεράκι» αὐ­τό, εἶνε τυφλός, δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔργο του. Τὸ «μοτεράκι» αὐτὸ εἶνε ὁ ψυχικὸς πα­ρά­γων, ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Πλῆθος πειρά­ματα καὶ παρατηρήσεις ἀπέδειξαν, ὅτι ἡ ψυ­χὴ μὲ τὰ πάθη, τὴν ἐνοχή, τὸ ἄγχος της ἐπιδρᾷ πολὺ στὸ σῶμα. Ὑπάρχει ἀλληλεπί­δρα­σι μεταξὺ σώματος καὶ ψυχῆς. Αὐτὸ ποὺ ψάλ­λει ἡ Ἐκκλησία μας τὸ Δεκαπενταύγουστο εἶ­νε καὶ ἐπιστημονικῶς ἀληθές· «Ἀπὸ τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν ἀσθενεῖ τὸ σῶμα, ἀσθε­νεῖ μου καὶ ἡ ψυχή» (Μικρ. Παρακλ. κανών). Καὶ τὰ δύο ἀσθενοῦν· ἀλλὰ ἡ πηγὴ – ἡ ῥίζα τοῦ κακοῦ εἶνε ἡ ἁμαρτία. Ἔκανε λοιπὸν ὁ ἅγιος Παντε­λεήμων τὴν ὀρ­θὴ διάγνωσι· ἔβλεπε ὅτι, ὅταν ἡ ψυχὴ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὴν ἐνοχή, τὸ σῶμα ζω­ογονεῖται, ὁ ἄνθρωπος ἀναπνέει. Πολλὲς ἀσθέ­νειες (ἀποπληξίες, ἐμφράγματα, καρκίνοι) ἔ­χουν τὴν αἰτία τους στὸν ψυχικὸ κόσμο· κά­ποια πίκρα ἀπὸ τύψεις ἢ ἀπὸ συκοφαντία ἢ διαβολὴ ἢ ἀδι­κία ἢ παραγκωνισμὸ ποτίζουν μὲ φαρμάκι τὸ σῶμα.
⃝ Διέφερε λοιπὸν πρῶτον διότι δὲν ἀπέβλεπε στὸ χρῆμα, δεύτερον διότι ἔβλεπε τὸν ἄν­θρωπο ὡς ψυχοσωματικὴ ὁλότητα, καὶ τρίτον διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων φαρμάκων ποὺ εἶχαν καὶ οἱ ἄλλοι ἰατροί, ὁ ἅγιος Παντελεήμων διέθετε ἕνα σπάνιο – μοναδικὸ φάρμακο, καὶ αὐ­τὸ ἦταν ἡ πίστις. Πίστευε βαθειά. Γι᾿ αὐτό, μα­ζὶ μὲ τὰ φάρμακα ἀπὸ βότανα τῆς γῆς ποὺ χορη­γοῦσε, γονάτιζε δίπλα στὸ προσκέφαλο τοῦ ἀ­σθενοῦς, προσευχόταν καὶ ―ἂς μὴν πιστεύ­ουν οἱ ἄπιστοι, ἐμεῖς πιστεύουμε― ὁ ἀ­σθε­νὴς ἐ­θεραπεύετο. Καὶ μέχρι σήμερα βλέπουμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σὲ κλινικές, νοσοκομεῖα καὶ θεραπευτήρια. Εἶνε πράγματι τεραστία ἡ δύναμις τῆς πίστεως, φάρμακο θεραπείας ψυχικῶν καὶ σωματικῶν νοσημάτων.
Αὐτὸς ἦταν ὁ ἅγιος Παντελεήμων. Καὶ γι’ αὐ­τὸ στὸ ἰατρεῖο του σχημάτιζαν κάθε μέρα οὐ­ρὰ οἱ ἀσθενεῖς, ἐνῷ στοὺς ἄλλους γιατροὺς τῆς Νικομηδείας δὲν πήγαιναν πλέον. Αὐτὴ ὅμως ἡ προτίμησις ἄναψε στὶς καρδιὲς τῶν συναδέλφων του τὴν κίτρινη λαμπάδα τοῦ φθό­νου. Τὸν φθόνησαν, τὸν μίσησαν. Ἔβλεπαν ὅ­τι, ὅσο ἦταν αὐτὸς γιατρὸς στὴ Νικομήδεια, αὐτοὶ ἔπρεπε ν᾿ ἀλλάξουν ἐπάγγελμα· ὅλοι ἔτρεχαν στὸν ἅγιο Παντελεήμονα. Καὶ ἀσθενεῖς, ποὺ ἐκεῖνοι τοὺς ἀπήλπιζαν, εὕρισκαν τὴ θεραπεία τους κοντά του. Ἰδού λοιπὸν ἡ αἰτία τοῦ φθόνου. Γι’ αὐτὸ τὸν κατεδίωξαν. Τὸν μή­νυσαν στὶς ἀρχές. Μὲ ποιά κατηγορία, ὡς τί; ὡς φιλάργυρο; ὡς πλεονέκτη; ὡς μοιχό; ὡς πόρνο; ὡς κίναιδο; ὡς ἐγκληματία; Τίποτε ἀ­πὸ αὐτά. Ἐὰν τὸν κατηγοροῦσαν γι᾿ αὐτά, μέ­σα στὸ παρηκμασμένο τότε καθεστώς, θὰ ἀ­πηλλάσ­σετο. Τὸν κατηγόρησαν μὲ μιὰ κατηγορία ποὺ ἔπιανε. Ἔτσι εἶνε, ἀλλάζουν οἱ κατηγορίες γιὰ τοὺς πιστοὺς κατὰ ἐποχή· χρησιμοποι­εῖται ἄλλοτε ἡ ἄλφα, ἄλλοτε ἡ βῆτα, ἄλλοτε ἡ γάμμα κατηγορία. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπ’ αὐ­τοῦ, νὰ σᾶς παρουσιάσω πῶς, ἀπ’ τὸν καιρὸ ποὺ φτειάσαμε βασίλειο, μὲ διάφορες ψευτο­κατηγορίες, μὲ ταμπέλλες ποὺ κολλοῦν φθονεροὶ στὶς πλάτες ἀξίων ἀνθρώπων, τοὺς ἐξ­οντώνουν ―ἐνῷ κατὰ βάθος δὲν πιστεύ­ουν τὶς κατηγορίες― καὶ πῶς κρίνουν πλέον τοὺς ἀνθρώπους μὲ κριτήρια ὄχι σταθερά (ἠθικά), ἀλλὰ μεταβλητά (πολιτικὰ κ.λπ.).
Τὸν κατηγόρησαν λοιπὸν μὲ τὴν φοβερὰ τότε κατηγορία ὅτι εἶνε Χριστιανός. Καὶ ἔ­φτανε ἡ κατηγορία αὐτὴ νὰ ὁδηγήσῃ τὸν ἄν­θρωπο στὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσπασμα. Συνε­λή­φθη, ὡδηγήθη ἐνώπιον τῶν ἀρχῶν, ὡμο­λόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστι του, ὑπεβλήθη σὲ παντοειδῆ μαρτύρια, καὶ ἔτσι ἡ ἁγία του ψυχὴ σὰν ὁλόλευκο περιστέρι πέταξε στὰ οὐ­ράνια σκηνώματα, γιὰ νὰ συναγάλλεται μὲ ἁ­γίους ἀγγέλους καὶ ἀρχαγγέλους.

* * *

Ἰδού, ἀγαπητοί μου ἡ αἰτία τῆς καταδιώξεως καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου Παντελεή­μονος· ὁ φθόνος.
῎Ω ὁ φθόνος, μεγάλο – ἀ­βυσσαλέο πάθος! Εἶνε σκουλήκι καὶ ἔχιδνα ποὺ κατατρώει τὰ σπλάχνα τοῦ φθονεροῦ, ἀλλὰ εἶνε καὶ ὁ τά­φος μεγάλων ἀνδρῶν. Τρο­μερὰ τ᾿ ἀποτελέ­σματά του. Ἂν ἀνοίξουμε τὴν ἱερὰ ἱστορία, θὰ δοῦμε, ὅτι αὐτὸς ὑπῆρξε ἀρχὴ τῆς καταστροφῆς τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. «Φθόνῳ δι­αβόλου», λέει ὁ Σολομῶν, «θάνατος εἰσῆλ­θεν εἰς τὸν κόσμον» (Σ. Σολ. 2,24). Φθόνησε ὁ σατανᾶς τὸ μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου, καὶ τὸ φθο­νεῖ. Γιὰ τὸ πρῶτο αἷμα ποὺ χύθηκε πάνω στὴ γῆ αἰτία ἦταν ὁ φθόνος· ὁ Κάϊν φθόνησε τὸν ἀδελφό του Ἄβελ καὶ τὸν ἐφόνευσε «εἰς τὸ πεδίον» (Γέν. 3,8). Ἀπὸ φθόνο ὁ Ἠσαῦ κατεδίωξε τὸν Ἰακώβ (βλ. ἔ.ἀ. 27,41), τὰ ἕντεκα παιδιὰ τοῦ Ἰακὼβ κατεδίωξαν τὸν Ἰωσὴφ τὸν πάγκαλο (βλ. ἔ.ἀ. κεφ. 37ο), ὁ βασιλεὺς Σαοὺλ κατεδίωξε τὸν Δαυΐδ (βλ. Α΄ Βασ. 19,10), καὶ μακρὰ σειρὰ ἁγίων ἀνθρώπων ἐξωντώθηκαν.
Παραδείγματα ἔχουμε καὶ στὴ δική μας ἐ­θνικὴ ἱστορία. Μεγάλοι ἄνδρες ἐξωντώθηκαν, ὅπως ὁ δίκαιος Ἀριστείδης στὴν ἀρχαιότητα, ὁ Σωκράτης ποὺ ἤπιε τὸ κώνειο, στὰ νεώτερα χρόνια ὁ Χαρίλαος Τρικούπης, κ.ἄ..
Ἀλλὰ τί χρειάζονται τὰ ἄλλα παραδείγματα; ῾Ρῖξτε ἕνα βλέμμα στὸ πραιτώριο καὶ στὸ Γολγοθᾶ. «Ποιόν ἀπὸ τοὺς δύο θέλετε ν᾿ ἀ­πο­λύσω», ἐρωτᾷ ὁ Πιλᾶτος, «τὸν Βαραββᾶ ἢ τὸν Ἰησοῦν;». Ὅλοι φωνάζουν· «τὸν Βαραββᾶ». Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ψυχολογικώτατα σημειώνει· «ᾜδει γάρ», ἐγνώριζε δηλαδὴ ὁ Πι­λᾶ­τος, «ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν» (Ματθ. 27,18). Ὁ φθόνος τῶν γραμματέων καὶ φα­ρισαίων, ποὺ σὰν πυγολαμπῖδες ἔσβηναν πλέ­ον ἐμπρὸς στὸν ἥλιο-Χριστό, ὡδήγησε τὸν Κύριό μας στὸ Γολγοθᾶ.
Ἔκτοτε, ἀδελφοί μου, εἶνε γενικὸς κανών·  ἂν παρουσιασθῇ κάποιο ἀνάστημα, κάποια φυ­σιογνωμία ἱκανή, ποὺ θὰ πράξῃ τὸ καθῆκον, προκαλεῖ φθόνο καὶ ἐπισύρει διωγμό. Οἱ ἀσή­μαντοι δὲν ἐνοχλοῦν· καταδιώκον­ται ἐκεῖνοι ποὺ προσφέρουν ὠφέλεια καὶ δίνουν ζωὴ γύρω τους. Τὸ εἶπε καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος· «Πάν­τες οἱ θέλον­τες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται» (Β´ Τιμ. 3,12)· θὰ διωχθοῦν ὅσοι πιστεύουν στὸ Χριστὸ καὶ ζητοῦν νὰ ζή­σουν μὲ τὶς ἐντολές του. Εἶνε ὁ κλῆρος τους.
Ὅσοι εἶνε ζωντανοί, εἴτε διὰ τοῦ λόγου εἴ­τε διὰ τοῦ παραδείγματος προκαλοῦν σεισμό. Ὁ σεισμὸς ὅμως αὐτὸς εἶνε σωτήριος. Μακά­ριες οἱ κοινωνίες ποὺ ἔχουν τέ­τοιους ἄνδρες, εἴτε στὴν ἐπιστήμη εἴτε στὸ στρατὸ εἴτε στὴν πολιτικὴ εἴτε στὸν ἱερὸ κλῆρο· διότι αὐτοὶ ἀ­ποτελοῦν τοὺς παράγοντας ὀρθῆς ἀγωγῆς.
Προσευχηθῆτε, ἀδελφοί, τὸ νόσημα τοῦ φθό­νου νὰ ἰαθῇ, νὰ ἐκλείψῃ. Καὶ εἴθε ὁ Κύριος διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Παν­τελεήμονος ν᾿ ἀ­παλ­λά­ξῃ τὶς καρδιὲς ὅλων μας ἀπὸ αὐτὸ καὶ νὰ πορευ­ώμε­θα ἐν ἀρετῇ καὶ ἀγάπῃ πρὸς δόξαν Θεοῦ· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Oμιλία του μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ του Ἁγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης 27-7-1976)

____________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

_______________________

Sfântul Mare Mucenic Pantelimon – 27 Iulie

Predica Mitropolitului Augustin de Florina la pomenirea
Sfântului Mare Mucenic Pantelimon
- 27 iulie -

A FOST PRIGONIT DIN INVIDIE


„Căci ştia că din invidie L-au predate lui” (Matei 27,18)

Şi iarăşi, iubiţii mei, cinstim sfânta pomenire a Marelui Mucenic Pantelimon. Tema noastră va fi întrebarea: Care este pricina prigoanei Sfântului Pantelimon? La aceasta vom da un scurt răspuns.

***

Sfântul Pantelimon a trăit şi s-a nevoit în epoca prigoanelor, când la Roma era împărat Diocleţian. S-a născut în Nicomidia, din Asia Mică. Tatăl său era idolatru, iar mama lui era dintre femeile care sădeau adânc în inima copiilor lor credinţa în Hristos. Aşadar, Sfântul Pantelimon a fost învăţat adevărurile credinţei de mama lui.
Era inteligent, binecrescut. Avea înclinaţie spre studiu. A studiat medicina lângă distinşi oameni de ştiinţă. S-a dovedit un medic excepţional. Mulţi medici existau atunci, după cum există şi astăzi. Însă rar se întâmplă să găseşti un medic creştin. Majoritatea sunt necredincioşi, materialişti. Şi măcar de-ar fi valoroşi?… Dumnezeu să vă păzească să nu ajungeţi pe mâinile lor. Sfântul Pantelimon era diferit. Prin ce era diferit? Era diferit în trei puncte.
Mai întâi, în ceea ce priveşte banul. Ceilalţi erau iubitori de arginţi. Profitau de pe urma bolnavilor şi adunau comori. Sfântul Pantelimon era dezinteresat, ideolog. El îşi exercita ştiinţa ca pe o misiune. Îl vedeau noaptea, vizitând colibele ca un înger. Dacă ceilalţi mergeau doar la casele celor mari, el mergea în cartierele sărace şi îi slujea pe cei bolnavi.
Al doilea lucru prin care se deosebea de ceilalţi: Precum a spus un renumit professor universitar elen, medicii, adeseori, exercită medicina ca pe o medicină veterinară; sunt mai degrabă medici veterinari, decât medici. Nu văd nimic altceva decât vene, oase, carne, ţesuturi, inimi, plămâni. Omul este şi asta, cu siguranţă. Dar, în spatele acestora, există ceva nevăzut. Există un “motoraş”, care mişcă existenţa biologico-somatică a omului. Şi doctorul, când nu “vede” acest “motoraş”, este orb, nu este în stare să-şi exercite lucrarea. Acest “motoraş” este un factor sufletesc, sufletul omului. O mulţime de experienţe şi observaţii au demonstrat că sufletul cu patimile, vinovăţia şi anxietatea lui acţionează mult asupra trupului. Există o influenţă reciprocă între trup şi suflet. Ceea ce cântă Biserica noastră în Postul Adormirii este un adevăr şi din punct de vedere ştiinţific: “Pentru păcatele mele cele multe mi se îmbolnăveşte trupul şi slăbeşte sufletul meu”  (Paraclisul Mic). Ambele sunt bolnave. Dar izvorul-rădăcină a răului este păcatul. Aşadar,  Sfântul Pantelimon avea o diagnoză corectă. A înţeles că atunci când sufletul se izbăveşte de vinovăţie, trupul se revigorează, omul respiră. Multe boli (apoplexii, obstrucţii, canceruri) îşi au cauza în lumea psihică, sufletească; vreo amărăciune din remuşcări sau din calomnie, învrăjbire, nedreptate sau înlăturare adapă trupul cu otravă.
Aşadar, s-a deosebit mai întâi pentru că nu se uita la bani. În al doilea rând, pentru că vedea omul ca pe un tot psiho-somatic, iar în al treilea rând, pentru că, în afara celorlalte medicamente, pe care le aveau şi ceilalţi medici, Sfântul Pantelimon dispunea de un medicament rar şi unic, iar acesta era credinţa. Credea profund. De aceea, împreună cu medicamentele din plantele pământului, pe care le dăruia, îngenunchea lângă căpătâiul bolnavului, se ruga şi – să nu creadă necredincioşii, noi credem! – bolnavul se vindeca. Şi astăzi vedem semnul crucii în clinici, bolniţe şi spitale. Şi, într-adevăr, e uriaşă puterea credinţei, un medicament de vindecare pentru bolile trupeşti şi sufleteşti.
Acesta a fost Sfântul Pantelimon. La spitalul său, bolnavii formau în fiecare zi o coadă, în vreme ce la ceilalţi medici din Nicomidia nu se mai ducea nimeni. Însă această preferinţă a aprins în inimile confraţilor săi flacăra galbenă a invidiei. Îl invidiau, îl urau. Îşi dădeau seama că atât cât va fi el medic în Nicomidia, ei ar trebui să-şi schimbe meseria; toţi alergau la Sfântul Pantelimon. Şi bolnavi, pe care ei îi aruncaseră în deznădejde, îşi aflau vindecarea lângă el. Iată, deci, pricina invidiei. De aceea, l-au prigonit. L-au denunţat autorităţilor. Cu ce acuzaţie, ca ce? Ca iubitor de arginţi? Ca lacom de bani? Ca desfrânat? Ca adulter? Ca puşchiu? Ca şi criminal? Nimic din toate acestea. Dacă l-ar fi acuzat de aceste lucruri, în sistemul decăzut de atunci, l-ar fi scăpat. L-au învinuit cu acuzaţii care prindeau. Aşa este, pentru cei credincioşi acuzaţiile se schimbă, după epocă; se foloseşte, uneori, “x”, alteori, “y”, alteori, “z” acuzaţii. Nu mă voi extinde de aici, ca să vă prezint cum, din vremea în care am creat un regat, prin diferite acuzaţii false, prin cozile pe care le lipesc cei invidioşi pe spatele oamenilor vrednici, îi nimicesc – deşi în esenţă ei nu cred acuzaţiile – şi cum îi judecă pe oameni prin criterii neîntemeiate (moral), ci variabile (politic).
Aşadar, l-au denunţat cu acuzaţia, gravă atunci, că este creştin. Şi această acuzaţie era suficientă să-l conducă pe om spre plutonul de execuţie. A fost arestat. A fost dus înaintea autorităţilor, şi-a mărturisit cu îndrăzneală credinţa, a fost supus la tot feluri de chinuri şi, astfel, sfântul lui suflet, ca un porumbel cu totul alb, a zburat în corturile cele cereşti, ca să se bucure împreună cu sfinţii îngeri şi arhangheli.

***

Iată, iubiţii mei, pricina prigonirii şi a muceniciei Sfântului Pantelimon: invidia.
O, invidia, mare, abisală patimă! Este viermele şi vipera care mănâncă cele dinlăuntru ale invidiosului, dar este şi mormântul marilor bărbaţi. Urmările ei sunt groaznice. Dacă vom deschide sfânta istorie, vom vedea că aceasta a fost începutul distrugerii neamului omenesc. “Prin invidia diavolului”, zice Solomon, “moartea a intrat în lume” (Înţelepciunea lui Solomon 2, 24). A invidiat satana măreţia omului şi o invidiază. Pentru primul sânge care a fost vărsat pe pământ, pricină a fost invidia. Cain l-a invidiat pe fratele său, Abel, şi l-a ucis “în câmpie” (Facere 3, 8). Din invidie, Esau l-a prigonit pe Iacov (Facere 27, 41), cei unsprezece copii ai lui Iacov l-au prigonit pe Iosif cel preafrumos (Facere 37), regele Saul l-a prigonit pe David (I Împăraţi 19, 10) şi un lung şir de oameni sfinţi au fost nimiciţi.
Exemple avem şi în istoria noastră naţională. Mari bărbaţi au fost nimiciţi, precum dreptul Aristidis în antichitate, Socrate, care a băut cucută, iar în vremurile mai recente, Harilaos Trikupis şi alţii.
Ce ne trebuie alte exemple? Aruncaţi o privire spre Pretoriu şi Golgota. “Pe care din cei doi vreţi să vi-l eliberez?” – întreabă Pillat – “pe Baraba sau pe Iisus?”. Toţi strigă: “Pe Baraba!”. Şi evanghelistul consemnează profund psihologic: Pilat ştia că, “din invidie L-au dat lui” (Matei 27, 18). Invidia cărturarilor şi fariseilor – care ca nişte licurici s-au stins înaintea soarelui-Hristos – a condus pe Domnul nostru spre Golgota.
De atunci, fraţii mei, este o regulă generală. Dacă va apare vreo statură, vreo persoană capabilă, care îşi face datoria, provoacă invidie şi atrage prigoană. Cei neimportanţi nu deranjează; sunt prigoniţi cei care aduc vreun folos şi dau viaţă în jurul lor. A spus-o şi apostolul Pavel: “Toţi cei ce voiesc să trăiască cucernic întru Hristos Iisus vor fi prigoniţi”(II Timotei 3,12). Vor fi izgoniţi toţi cei care cred în Hristos şi care caută să trăiască potrivit poruncilor Lui. Este soarta lor.
Toţi câţi sunt creştini, fie prin cuvânt, fie prin pildă, provoacă un cutremur. Însă acest cutremur este mântuitor. Fericite societăţile care au astfel de bărbaţi, fie în ştiinţă, fie în armată, fie în politică, fie în sfântul cler, pentru că aceştia constituie factorii educaţiei corecte.
Rugaţi-vă, fraţilor, ca boala invidiei să fie vindecată, să dispară. Şi fie ca Domnul, cu mijlocirile Sfântului Pantelimon, să izbăvească de această boală inimile noastre, ale tuturor, ca să petrecem în virtute şi în dragoste spre slava lui Dumnezeu. Amin.
† Episcopul Augustin
(Sfânta Biserică a Sfântului Pantelimon din Florina,
27-7-1976)
sxed. 3

ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑΣ “ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ”,

ΣΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΟ ΚΗΡΥΓΜΑ
ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΦΛΩΡΙΝΗΣ π. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ

Διάβαζα σήμερα τον βίο του εορταζομένου αγίου μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος και έκαμα καποιες συνειρμικές σκέψεις και σύνδεσι παραστάσεων.

Είδα ότι ο βίος των αγίων, και πρώτα-πρώτα ο βίος του Παναγίου Κυρίου μας αλλά και όλων των αγίων Του έχουν κάποια ομοιότητα. Λέει σήμερα ο βίος του αγίου Παντελεήμονος ότι ήταν τελείως διαφορετική η ζωή του, από την ζωή των άλλων ιατρών της εποχής του. Ολοι οι άνθρωποι τον ακολουθούσαν αφού τους ενεπνεε η ζωή του και ο λόγος του, και έτσι ανάγκασε τους άλλους επαγγελματίες γιατρούς ή να αυτοκαταργηθούν ή να αλλάξουν πόλι ή επάγγελμα διότι θα χρεωκοπούσαν, αφού δεν πήγαινε κανείς εις αυτούς, δεν τους επισκέπτονταν κανένας. Και μετά από αυτήν την ροή των γεγονότων μπήκε μέσα τους το φοβερό σαράκι του ΦΘΟΝΟΥ και τους κατέτρωγε και τους σαρακότρωγε.Και αυτό το πάθος γιγάντωσε μέσα τους και τους καταπίεζε να τον καταγγείλουν και να ζητήσουν μέχρι και την καταδίκη του σε θάνατο. Ολοι αυτοί οι εχθροί του αγίου, που βρίσκονται σήμερα; Σε ποιά κατάστασι αηδούς μνήμης των επιγενομένων γενεών; Αυτή θά είναι η αέναος κατάστασι και όλων των παρομοίων με αυτούς ΦΘΟΝΕΡΩΝ ανθρώπων της γης. Ο Θεός να μας φυλάξη από το φοβερό, σατανικό αυτό πάθος, το πάθος του Φθόνου.

Ο επίσκοπος Αρτέμιος είχε μία διαφορετικήν ζωήν από τους άλλους «παραδελφούς του» που έφερον…ακαδημαϊκούς τίτλους. Του Γιέφτιτς, του Μπούλοβιτς και του Ράντοβιτς. Και οι άνθρωποι προσέτρεχον πίσω από τον «κοντορεβηθούλη» Αρτέμιο, όπως ο κοντορεβηθούλης Ζακχαίος προσέτρεχε σαν διψασμένο ελάφι να ακούση τον Κύριο Ιησού επάνω στην συκομορέα της Ιεριχούς. Και ο επίσκοπος Αρτέμιος αροτρίωνε την γήν την αγαθήν του ποιμνίου του και το προσείλκυε με τον αγνόν και καθαρόν και ορθόδοξον και αυθεντικόν Ιουστίνιον λόγον του και το μετέφερε εις νομάς σωτηρίους.

Και έγινε το φλάμπουρο και η σημαία του λαού του Κοσσόβου και ταύτισαν τον ποιμένα με την τόπο τον άγιο και ιερό. Και από τούδε και στο εξής όταν ακούμε γιά το Κόσσοβο και τα Μετόχια συνειρμικά έρχεται στην σκέψι μας ο αυθεντικός ηγέτης του Κοσσόβου και των Μετοχίων ο καλός επίσκοπος Αρτέμιος.

Και ενώ οι άλλοι με τους αρχιερατικούς και τους …ακαδημαϊκούς τους τίτλους περιήρχοντο την γήν και την οικουμένην και συγκέντρωναν τον θαυμασμό και τα …χειροκροτήματα με τις …κορώνες που πετούσαν, ο σεμνός και αθόρυβος Αρτέμιος καλλιεργούσε βαθειά το χωράφι του. Και η συγκομιδή του ήταν πολλαπλάσια της συνήθους συγκομιδής, δεκαπλάσια, ογδονταπλάσια, εκατοτανταπλάσια και γέμισε το Κόσσοβο και τα Μετόχια με μοναστήρια, με μοναχούς και μοναχές, χάρμα οφθαλμών και δόξα και τιμή και εγκαύχησις της Εκκλησίας της Σερβίας. Και οι άλλοι; Οι άλλοι; Οι λεγόμενοι «παραδελφοί» του; ΕΦΘΟΝΗΣΑΝ ΠΟΛΥ. Και άρχισαν να σχεδιάζουν και να μεθοδεύουν και να βυσσοδομούν εναντίον του αδελφού τους. Διότι αναντίρρητα ΕΦΘΟΝΗΣΑΝ ΠΟΛΥ.

Και κατάφεραν να πάρουν μαζί τους τις αρχές και τις εξουσίες εκκλησιαστικές και πολιτικές εξουσίες και χρησιμοποίησαν «τα όπλα και τα ρόπαλα» γιά να ικανοποιήσουν τον ΦΘΟΝΟΝ ΤΟΥΣ, τον απύθμενον ΦΘΟΝΟΝ ΤΟΥΣ. Και μεθοδευμένα και παράνομα τον «δίκασαν», τον καταδίκασαν και τον εξεδίωξαν και τον εξόρισαν. Αλλά ο κοντορεβηθούλης επίσκοπος, όπου και να πάη, όπου και να σταθή, ο λαός τον αρπάζη και τον σηκώνει ψηλά στα χέρια του και τον θαυμάζει και τον αποθαυμάζει και τον υπεραγαπάει.

Και οι αηδείς κακοί και φθονεροί εχθροί του, η Αντι-ιστουστίνεια Ζηζιουλική τρόϊκα, έχασε τον ύπνο της και συνέχεια τρομοκρατεί και απειλεί και αφρίζει και τους οδόντας τρίζει.

«Το αίμα αυτού εφ’ ημάς και επί τα τέκνα ημών,» εκραύγαζον οι χριστοκτόνοι πρός τον Πιλάτον.

«Επί την κεφαλήν ημών η του Ιωάννου καθαίρεσις», έβεβαίωνον τον αυτοκράτορα Αρκάδιο και την εμπαθεστάτη Ευδοξία η ΦΘΟΝΕΡΗ κάστα των κακουργούντων αρχιερέων της εποχής του.

Η θλιβερά ιστορία επαναλαμβάνεται.

Το ίδιο ζητούν και οι τρείς ΦΘΟΝΕΡΟΙ οργανωτές και διοργανωτές και δημιουργοι και βυσσοδόμοι του επισκόπου Αρτεμίου. Επιθυμία τους μεγάλη, πελωρία και τρανή είναι να εξαφανισθή ο Αρτέμιος από το πρόσωπο της γής, να μετατραπή σε πεταλούδα ο Αρτέμιος, να χαθή και να αφανισθή στον ορίζοντα ο Αρτέμιος, για να μην τον βλέπουν τελείως και να μην τον ακούν. Το σαράκι της εμπαθείας και του ΦΘΟΝΟΥ , τους κατατρώει τα σωθικά όπως ο γυπαετός τον Προμηθέα Δεσμώτη. Ο Φθόνος τους ξεπέρασε τα σύνορα και έφθασε και μέχρις ημών και κατακυρίευσε τα πέρατα της γής και της οικουμένης.

Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

author Posted by: episkopos on date Ιουλ 25th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), εορτολογιο

Τῆς ἁγίας Παρασκευῆς
26 Ἰουλίου

Σεμνη ιεραποστολος με οπλο την Αγια Γραφη

Ag. ParaskΕΟΡΤΗ. Ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοί μου, τὴν ἑορτὴ τῆς μεγαλομάρτυρος ἁγί­ας Παρασκευῆς. Ἀλλὰ πῶς ἑορτάζουμε; Αὐτὸ εἶνε τὸ μεγάλο θέμα. Διότι λέει κάπου στὴ Γραφὴ ὁ Θεός· «Μισῶ τὶς ἑορτὲς καὶ πανηγύ­ρεις σας» (βλ. Ἀμ. 5,21· Ἠσ. 1,14). Γιατί; Διότι ὑπάρχουν δύο τρόποι ἑορτασμοῦ· ὁ εὔκολος καὶ ὁ δύσκολος. Ὁ εὔκολος εἶνε, νὰ ’ρθοῦμε ν’ ἀ­νά­ψουμε τὸ κερί μας καὶ νὰ προσ­κυνήσουμε τὴν εἰκόνα. Κανείς δὲν τὰ κατηγορεῖ αὐτά· δὲν εἴμεθα προτεστάνται καὶ χιλιασταί. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ περιοριστοῦμε σ’ αὐτὸ τὸν εὔκολο ἑορτασμό. Ὁ ἄλλος, ὁ δύσκολος ἑορτασμός, ποιός εἶνε; Γιατί ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει τοὺς ἁγίους; Τοὺς παρουσιάζει ἐνώπιόν μας ὡς πρότυπα, ὡς μοντέλα. Διότι οἱ ἅγιοι ἀπέδειξαν, ὅτι αὐτὰ ποὺ διδάσκει ὁ Χριστός, δὲν εἶνε θεωρία, δὲν εἶνε οὐτοπία, δὲν εἶνε ἀπραγματοποίητα. «Καὶ ποιός τὰ κάνει!…», ἀκοῦμε συνήθως. Οἱ ἅγιοι διαψεύδουν αὐτὸ τὸν ἰσχυρισμό· διότι ἀπέδειξαν μὲ τὴ ζωή τους, μὲ τὸ κήρυγμά τους καὶ μὲ τὸ αἷ­μα τους, ὅτι αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐκτελεσθοῦν. Ἀπέδειξαν, ὅτι ὁ Χριστὸς ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς αἰῶνας αἰώνων στὸ πρόσωπο τῶν ἁγίων καὶ τῶν μαρτύρων.

Καὶ ὄχι μόνο στὴν παλαιὰ ἐποχή. Καὶ σήμε­ρα ὑπάρχουν ἅγιοι, στὸν αἰῶνα αὐτόν, ὅπως λ.χ. ὁ ἅγιος Νεκτάριος ποὺ ἔζησε στὶς ἡμέρες μας καὶ οἱ ἅγιοι τῶν χωρῶν ὅπου ὑπάρχει ἀθεΐα. Δὲν ὑπάρχει ἐποχὴ χωρὶς νὰ ἔχῃ τοὺς ἁγίους καὶ μάρτυράς της.

Δὲν εἶνε ἕνας καὶ δύο· εἶνε ἀναρίθμητοι, ἕνας ἀστερισμός, ἕ­νας γαλαξίας. Ἕνα ἀστέρι ἀπὸ τὸν γαλαξία αὐτόν, ἀ­στέρι πρώτου μεγέθους, εἶνε καὶ ἡ ἁγία Παρασκευή.

Δὲν θὰ διηγηθῶ τὸν βίο της. Θὰ σᾶς δώσω μὲ λίγες γραμμὲς μία εἰκόνα της.

* * *

Ἡ ἁγία Παρασκευὴ γεννήθηκε τὸν 2ο αἰῶ­να στὴν πρωτεύουσα τοῦ κόσμου, στὴν κοσμοκράτειρα ῾Ρώμη, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Γεννήθηκε ἡμέρα Παρασκευή, καὶ γι᾽ αὐτὸ τὴν ὠνόμασαν Παρασκευή. Διακρινόταν γιὰ τὸ κάλλος της. Σὰν κόρη πλουσίας οἰκογενείας μποροῦσε νὰ συνάψῃ γάμο μὲ τὸ λαμ­πρότερο πατρίκιο. Ἐν τούτοις σκέφθηκε κάτι ἀνώτερο. Μὴ παρεξηγηθοῦν αὐτὰ ποὺ λέμε. Δὲν περιφρονοῦμε τὸ γάμο. Κ’ ἐμεῖς δὲν γεννηθήκαμε ἀπὸ βράχο· ἀπὸ μάνα γεννηθήκαμε. Ἡ Ἐκκλησία δὲν περιφρονεῖ τὸ γάμο· τιμᾷ ὅμως παραπάνω τὴν παρθενία.

Ἡ ἁ­γία Παρασκευὴ ἐξέλεξε ὡς ὕψιστο σκο­πὸ τὴν παρθενία. Ἀφωσιώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου, σῶμα καὶ ψυχή, στὸ Νυμφίο μὲ νῦ κεφαλαῖο· Νυμφίος. Ὁ δὲ Νυμφίος, «ὁ ὡραῖ­ος κάλλει παρὰ πάντας βροτούς» (ὄρθρ. Μ. Σαββ., ἐγκ.), ―δὲν εἶνε λόγια αὐτά, εἶνε μιὰ πρα­γματικότης― εἶνε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χρι­στός, τὸν ὁποῖον ὑ­μνοῦν οἱ στρατιὲς τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Ὡς νύμφη Χριστοῦ λοιπὸν ἡ ἁ­γία Παρασκευὴ εἶνε ὑπόδειγμα γιὰ τὶς γυναῖ­κες ἐκεῖνες ποὺ ἐκλέγουν τὸν ἄγαμο βίο, τὴν παρθενικὴ ζωή.

Εἶνε ἀκόμη ὑπόδειγμα ἱεραποστολικῆς δρά­­σεως. Γεμάτη ἔνθεο ζῆλο, ἐργάσθηκε ὡς ἱερα­πόστολος. Πέταξε ἀπὸ χώρα σὲ χώρα, μὲ φλο­γερὴ καρδιὰ διέδωσε τὰ ῥήματα τοῦ Ναζωραίου, καὶ σὰν μαγνήτης εἵλκυσε στὴν ἁγία μας πίστι πλήθη ἀνθρώπων. Ἡ ἐργασία της εἶνε πρότυπο γιὰ τὶς ἱεραποστολικὲς κινήσεις ποὺ ἐργάζονται γιὰ τὴν διάδοσι τοῦ εὐαγγελίου.

Εἶνε ἐπίσης γιὰ τὶς γυναῖκες ὑπόδειγμα σεμνότητος. Ντυνόταν σύμφωνα μὲ τὴν παραγγελία τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ ὁρίζει οἱ γυ­ναῖκες νὰ στολίζωνται μὲ τὴ ντροπή (βλ. Α΄ Τιμ. 2,9). Ἡ σεμνότης εἶνε στολίδι τῆς γυναίκας. Μπορεῖ μιὰ γυναίκα νὰ μὴν εἶνε ὡραία στὴν ὄψι, νὰ εἶνε ἄσχημη, ἀλλὰ νὰ εἶνε ὡραία στὴν ψυχή. Ἔχουμε παραδείγματα ἀνδρῶν ποὺ πῆ­ραν ὡραῖες γυναῖκες ἀλλὰ μὲ κακία καὶ μοχθη­ρία στὴν ψυχή, καὶ κατέληξαν σὲ διαζύγιο. Ἐνῷ ἄλλοι, ποὺ πῆραν ἄσχημες γυναῖκες ἀλ­λὰ μὲ ὡραία ψυχή, ἔζησαν εὐτυχισμένοι. Τὸ κάλλος, ὅταν δὲν συνοδεύεται ἀπὸ ἀρετὴ καὶ σεμνότητα, γίνεται παγίδα καὶ ὄλεθρος. Δὲν τὸ λέω ἐγώ, τὸ λέει ὁ σοφὸς Σολομῶν, ποὺ ἐ­γνώριζε καλὰ τὴν γυναικεία φύσι. Αὐτὸς στὶς Παροιμίες του γράφει· «Ὥσπερ ἐνώτιον ἐν ῥινὶ ὑός, οὕ­τως γυναικὶ κακόφρονι κάλλος» σὰν σκουλαρίκι στὴ μύτη γουρούνας, ἔτσι μοιάζει ἡ ὀ­μορ­φιὰ σὲ γυναῖκα κακόφρονα (Παρ. 11,22)· δὲν τῆς ταιριάζει δηλαδή. Ἀλλὰ σήμερα ἡ μόδα κα­τώρθωσε νὰ διαστρέψῃ καὶ τὴν αἴσθησι τοῦ κάλλους· κατήντησε, ὡραῖο νὰ θεωρῆται τὸ ἄ­σχημο. Γιὰ νὰ τὸ καταλάβετε αὐτό, φαν­ταστῆ­τε ὅτι παραγγέλλετε σὲ κάποιον νὰ κατα­σκευ­άσῃ μιὰ εἰκόνα τῆς ἁγίας Παρασκευῆς, καὶ ἐνῷ περιμένετε νὰ τὴν κατασκευάσῃ ὅπως τὴ γνω­ρίζουμε, αὐτὸς τὴν ζωγραφίζει χωρὶς σκέπασμα – μαντήλα στὸ κεφάλι, μὲ κομμένα τὰ μαλ­λιά, μὲ τὰ μάτια βαμμένα, μὲ τὰ νύχια κόκκινα, μὲ τὰ στήθη προτεταμένα, μὲ τὰ χέρια ξεμπρά­τσωτα, μὲ τὰ πόδια γυμνά. Ἐσὺ θὰ τὴν πάρῃς ποτὲ τὴν εἰκόνα αὐτή; Ποιός θὰ τολμήσῃ μιὰ τέτοια εἰκόνα, καρικατούρα τῆς ἁγίας φυσιογνωμίας της, νὰ τὴ βάλῃ στὸ εἰκο­νοστάσι; Αὐτὸ τί σημαίνει; ὅτι δὲν εἶνε ἔτσι τὸ ἀληθινὸ κάλλος. Γι’ αὐτὸ ἡ κάθε γυναίκα δὲν ἀξίζει νὰ ἔχῃ τέτοια πρότυπα. Χριστιανὲς γυναῖκες, ἂν θέλετε νὰ εἶστε ὀρθόδοξες καὶ νὰ διατηρήσετε τὴν τιμὴ ποὺ σᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, νὰ ἔχετε ὡς πρότυπο τὴν ἁγία Παρασκευή.

Καὶ δόξα τῷ Θεῷ, παρ’ ὅλο τὸν ἐκφυλισμό, ὑπάρχουν ἀκόμα μερικὲς γυναῖκες ποὺ μοιάζουν στὴν ἐμφάνισι μὲ τὴν ἁγία Παρασκευή. Τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Ἀχιλλίου ἤμουν στὴν Πρέσπα, στὸ ἱστορικὸ νησάκι. Βγαίνοντας ἀ­πὸ τὴν ἐκκλησία εἶδα μιὰ γερόντισσα ντυμένη σὰν τὴν Παναγία. Θαύμασα. Δίπλα της ἦ­ταν ἕνα δεσποινάριο μὲ παντελόνι, μὲ τὰ μαλ­­λιὰ κομμένα, μὲ τὰ μάτια καὶ τὰ νύχια βαμ­μένα, μὲ τὰ πόδια γυμνά. Λέω στὴ γριά· ―Νὰ σὲ ντύσουμε ὅπως εἶν’ αὐτὸ τὸ κορίτσι; ―Ὄχι, λέει· ἐγὼ ἀπὸ τὴ γιαγιά μου εἶμαι ντυμένη ἔ­τσι. ―Νὰ σοῦ δώσουμε μιὰ λίρα, ἀλλάζεις; ―Ὄ­χι. ―Ἂν σοῦ δώσουμε ἑκατὸ λίρες; ―Μω­ρὲ ὅλο τὸν κόσμο νὰ μοῦ δώσῃς, ἐγὼ δὲν ἀλ­λάζω!… Πρὸ καιροῦ πάλι βρέθηκα σὲ μιὰ κορυφὴ τοῦ Βιτσίου ὕψους 1.500 περίπου μέτρων, στὸ χωριὸ Τριανταφυλλιά. Τοὺς μάζεψα ἐκεῖ καὶ τοὺς μίλησα μὲ ἁπλοϊκὴ γλῶσ­σα. Βλέπω μέσα στὴν ἐκκλησία, οἱ περισσότερες γυναῖκες ἦταν ντυμένες σὰν τὴν Παναγιὰ καὶ τὴν ἁγία Παρασκευή. Μὲ συγκίνησε τὸ φαινόμενο. Καὶ σκεφθῆτε· πρὸ ἐτῶν κάποιος νομάρχης πῆγε ἐκεῖ καὶ τοὺς εἶπε· «Ντροπή σας! Νὰ ἀλλάξετε, νὰ φορέσετε καινούργιες ἐνδυμασίες!». Αὐτὸς εἶνε ὁ κόσμος… Ὑπάρχουν λοιπὸν καὶ σήμερα γυναῖκες ποὺ μιμοῦν­ται τὴν ἁγία Παρασκευή.

Θέλω νὰ τελειώσω μὲ μιὰ τελευταία πινελλιὰ στὴν εἰκόνα τῆς ἁγίας Παρασκευῆς. Θὰ μοῦ πῆτε· Ἐγὼ δὲ γίνομαι καλόγερος, ἐγὼ δὲ θὰ μείνω ἄγαμος, ἐγὼ δὲ γίνομαι ἱεραπόστολος… Πολὺ καλά. Θὰ σοῦ ζητήσω λοιπὸν κάτι εὔκολο. Δὲ σοῦ λέω νὰ σηκώσῃς τὸ Βίτσι ἢ τὰ Ἱμαλάια ἢ τὶς Ἄλπεις, ὅ­πως οἱ ἅγιοι· ἐσὺ σή­κωσε ἕνα «πετραδάκι». Ἂν ὅμως δὲν τὸ ση­κώ­σῃς, θὰ ὀργιστῶ πολύ. Ποιό εἶνε τὸ πετρα­δά­κι· εἶνε, νὰ τηρήσῃς κάτι ποὺ σήμερα τόσο περιφρονεῖται. Ποιό εἶν’ αὐτό; Ὅτι στὸ τέλος τῆς ζωῆς της ἡ ἁγία Παρασκευή, γιὰ τὴν ἱεραποστολικὴ δρᾶ­σι της, προκάλεσε τὸ θυμὸ τῶν εἰ­δωλολατρῶν. Τὴ συνέλαβαν, τὴν ὡδήγησαν ἐ­νώπιον τοῦ κριτηρίου, καὶ ὁ τύραννος τὴ ρώτησε· ―Εἶ­σαι Χριστιανή; ―Εἶμαι Χριστι­α­νή, ἀ­πήν­τησε. ―Θὰ σὲ ῥίξουμε στὴ φωτιά· ἂν θέ’ς νὰ ζήσῃς, προσκύνησε τὰ εἴδωλα. Τότε ἐ­κείνη ἀπήντησε μ᾽ ἕνα ῥητό ―αὐτὸ εἶνε τὸ σπουδαῖο ποὺ θέλω νὰ προσέξετε. Τί ἀπήντη­σε· μ’ ἕνα ῥητὸ τοῦ προφήτου Ἰερεμίου· ―«Θεοί, οἳ τὸν οὐ­ρανὸν καὶ τὴν γῆν οὐκ ἐποίησαν, ἀπολέσθω­σαν» (Ἰερ. 10,11)· θεοί, λέει, ποὺ δὲν δη­μιούργησαν τὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ, «ἀπολέ­σθωσαν», νὰ χαθοῦν, νὰ γίνουν στάχτη τὰ εἴ­δωλά σας!… Ἦταν δηλαδὴ ὡπλισμένη μὲ τὴν ἁγία Γραφή. Τέλος χέρια βαρβάρων τὴν ἔῤῥιξαν σὲ «πολυ­ώδυνα βάσανα» κ’ ἔτσι ἐτελειώθη.

* * *

Αὐτό, ἀγαπητοί μου, συνιστῶ καὶ γιὰ ὅλους ἐμᾶς. Ὁ Χριστιανὸς χωρὶς ἁγία Γραφὴ εἶνε ἄοπλος. Σᾶς ἐρωτῶ μὲ ὅλη τὴν ἀγάπη· διαβά­ζετε ἁγία Γραφή, ποὺ εἶνε προνόμιο γιὰ μᾶς ὅτι γράφτη­κε στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα; Γιὰ τὴν τηλε­όρασι διαθέτουμε πολλὲς ὧρες· Γραφὴ ποιός διαβάζει; Πολὺ λίγοι. Ἄλλοι λαοὶ διαβάζουν, οἱ Ἕλληνες ὄχι. Δῶστε μου, δῶστε μου μιὰ κοι­νωνία, ἕνα ἔθνος, μιὰ πόλι, μιὰ οἰκογένεια, ὅπου μικροὶ – μεγάλοι νὰ διαβάζουν τὴν ἁγία Γραφή, κ᾽ ἐγὼ ὑπογράφω συμβόλαιο· αὐτὴ θὰ γίνῃ ἡ εὐτυχεστέρα χώρα τοῦ κόσμου. Σᾶς βάζω κανόνα, νὰ πάρετε στὰ χέρια τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ τὸ διαβάζετε ἡμέρα καὶ νύχτα.

Εἴθε ὁ Θεός, διὰ πρεσβειῶν τῆς ἁγίας Παρα­­σκευῆς, νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀπόφασι νὰ μελετοῦ­με Γραφή· μπορεῖ νὰ περάσῃ ἡμέρα χωρὶς φαγη­τό, χωρὶς τηλεόρασι, χωρὶς ῥαδιόφωνο ἢ χω­ρὶς ἀέρα καὶ χωρὶς ἥλιο· χωρὶς Εὐαγγέλιο ὄχι!

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(Oμιλία Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναὸ της Ἁγίας Παρασκευῆς πόλεως Φλωρίνης 25-7-1988)

_________________________

ΣΤΑ ΡΟΥΜΑΝΙΚΑ

__________________________

Predica Mitropolitului Augustin de Florina
la pomenirea Sfintei Muceniţe Paraschevi

- 26 iulie -

CINSTITĂ MISIONARĂ AVÂND CA ARMĂ SFÂNTA SCRIPTURĂ

Sărbătoare. Sărbătorim astăzi, iubiţii mei, sărbătoarea marii muceniţe Sfânta Paraschevi. Dar cum sărbătorim? Aici e marea problemă. Pentru că spune undeva în Scriptură Dumnezeu: „Urăsc sărbătorile şi prăznuirile voastre” (vezi Amos 5, 21; Isaia 1, 14). De ce? Pentru că există două moduri de sărbătorire: cel uşor şi cel greu. Cel uşor este să venim şi să ne aprindem lumânarea şi să ne închinăm la icoană. Nimeni nu le condamnă pe acestea; nu suntem protestanţi şi iehovişti. Nu trebuie însă să ne limităm la această sărbătorire uşoară. Cealaltă, sărbătorirea grea, care e? De ce Sfânta noastră Biserică îi sărbătoreşte pe sfinţi? Îi prezintă înaintea noastră ca modele, ca prototipuri. Pentru că sfinţii au demonstrat că cele pe care le învaţă Hristos nu sunt teorie, nu sunt utopie, nu sunt de neîndeplinit. „Şi cine le face?!…”, auzim de obicei. Sfinţii contrazic această poziţie; pentru că au dovedit prin viaţa lor, prin predica lor şi prin sângele lor că acestea pot să fie împlinite. Au demonstrat că Hristos viază şi împărăţeşte în vecii vecilor în persoana sfinţilor şi a martirilor.
Şi nu doar în timpurile de demult. Şi astăzi există sfinţi, în veacul acesta, ca de pildă Sfântul Nectarie, care a trăit în zilele noastre, şi sfinţii din ţările unde există ateism. Nu există epocă care să nu-i aibă pe sfinţii şi martirii ei.
Nu sunt unul şi doi. Sunt nenumăraţi, un constelaţie. O stea în această constelaţie, o stea de primă mărime este şi Sfânta Paraschevi.
Nu voi istorisi viaţa ei. Vă voi oferi în linii scurte o icoană a ei.

***

Sfânta Paraschevi s-a născut în veacul al II – lea în capitala lumii, în imperialista Romă, din părinţi evlavioşi. S-a născut în ziua de vineri şi de aceea au numit-o Paraschevi (Vineri). Se deosebea prin frumuseţea ei. Ca fiică a unei familii bogate, putea să încheie nuntă cu cel mai strălucit patrician. Cu toate acestea s-a gândit la ceva mai înalt. Să nu fie răstălmăcite acestea pe care le zicem. Nu dispreţuim nunta. Nici noi nu ne-am născut din stâncă. Dintr-o mamă ne-am născut. Biserica nu dispreţuieşte nunta, dar cinsteşte mai mult fecioria.
Sfânta Paraschevi şi-a ales ca scop suprem fecioria. I s-a dedicat în întregime, trup şi suflet, Mirelui cu „m” mare: Mirele. Iar Mirele „cel cu frumuseţea mai frumos decât toţi oamenii” (Utrenia Sâmbetei Mari, Prohodul), – acestea nu sunt cuvinte, sunt o realitate – este Domnul nostru Iisus Hristos, pe care Îl laudă oştile sfinţilor îngeri şi arhangheli. Aşadar, ca o mireasă a lui Hristos, Sfânta Paraschevi este un model pentru femeile acelea care aleg viaţa necăsătorită, viaţa feciorelnică.
Mai este un model pentru activitatea misionară. Plină de o râvnă dumnezeiască a lucrat ca misionar. Zbura din ţară în ţară, cu o inimă înflăcărată răspândea cuvintele Nazarineanului şi ca un magnet atrăgea la sfânta noastră credinţă mulţimi de oameni. Lucrarea ei este un model pentru mişcările misionare care se depun pentru răspândirea Evangheliei.
Este pentru femei şi un model de bună cuviinţă, de decenţă. Se îmbrăca potrivit îndemnului Apostolului Pavel care hotărăşte ca femeile să se împodobească cu sfială (vezi I Timotei 2, 9). Buna cuviinţă este bijuteria femeii. Se poate ca o femeie să nu fie frumoasă la chip, să fie urâtă, dar să fie frumoasă la suflet. Avem exemple de bărbaţi care au luat femei frumoase, dar cu răutate şi viclenie în suflet şi au ajuns la divorţ. Pe când alţii, care au luat femei urâte, dar cu suflet frumos, au trăit fericiţi. Frumuseţea, când nu este însoţită de virtute şi bunăcuviinţă devine cursă şi dezastru. Nu o zic eu, o zice înţeleptul Solomon, care a cunoscut bine firea femeiască. Acesta în Proverbele sale scrie: „Precum inelul de aur în râtul porcului, aşa este femeia frumoasă şi fără de minte”; precum cerceluşul în râtul porcului, aşa este frumuseţea la femeia nebună (Pilde 11, 22); adică nu i se potriveşte, dar astăzi moda a reuşit să pervertească simţământul frumuseţii; a reuşit ca frumosul să fie considerat urât. Ca să înţelegeţi aceasta, închipuiţi-vă că daţi comandă la cineva să vă facă o icoană a Sfintei Paraschevi, şi în timp ce vă aşteptaţi să v-o facă aşa cum o ştiţi, acesta o pictează fără basma pe cap, cu părul tăiat, cu ochii vopsiţi, cu unghiile roşii, cu pieptul scos în afară, cu braţele goale, cu picioarele goale. Tu vei lua vreodată această icoană? Cine va îndrăzni o astfel de icoană – caricatură a sfintei ei fizionomii, s-o pună pe iconostas? Ce înseamnă asta? Că nu este aşa adevărata frumuseţe. De aceea fiecare femeie nu trebuie să aibă astfel de modele. Femei creştine, dacă vreţi să fiţi ortodoxe şi să vă păstraţi cinstea pe care v-a dat-o Dumnezeu, să aveţi ca model pe Sfânta Paraschevi.
Dar slavă lui Dumnezeu!, cu tot degenerarea, mai există câteva femei care seamănă la înfăţişare cu Sfânta Paraschevi. La ziua Sfântului Ahilie, am fost în Prespe, în istorica insuliţă. Ieşind din biserică am văzut o bătrână îmbrăcată ca Maica Domnului. M-am minunat. Lângă ea era o domnişorică cu pantaloni, cu părul tăiat, cu ochii şi unghiile vopsite, cu picioarele goale. Îi spun bătrânei: – Să te îmbrăcăm ca pe această fată? – Nu, zice; eu de la bunica mea sunt îmbrăcată aşa. – Să-ţi dăm o liră, te schimbi? – Nu. – Dacă-ţi vom da 100 de lire? –Măi, toată lumea să-mi dai, eu nu mă schimb!… Înainte vreme am fost iarăşi pe un vârf din Vitsiou la înălţimea de aproximativ 1500 de metri, în satul Triandafilia. Ne-am adunat acolo şi le-am vorbit într-un limbaj simplu. Privesc în biserică, cele mai multe femei erau îmbrăcate ca Maica Domnului şi ca Sfânta Paraschevi. M-a emoţionat acest lucru. Şi gândiţi-vă: Cu câţiva ani în urmă un primar s-a dus acolo şi le-a spus: „Să vă fie ruşine! Să vă schimbaţi, să purtaţi haine noi!”. Asta-i lumea… Există deci astăzi femei care o imită pe Sfânta Paraschevi.
Vreau să termin cu un ultim penel pe icoana Sfintei Paraschevi. Îmi veţi spune: Eu nu mă fac călugăr, eu nu voi rămâne necăsătorit, eu nu mă fac misionar… Foarte bine. Îţi voi cere deci ceva uşor. Nu să ridici Vitsi sau Himalaya sau Alpii ca sfinţii. Tu ridică o „pietricică”. Dacă însă nu o ridici, mă voi mânia foarte. Care este pietricica? Este să păzeşti ceva care azi este atât de mult dispreţuit. Ce este acest lucru? Că la sfârşitul vieţii ei Sfânta Paraschevi, pentru activitatea ei misionară, a provocat mânia închinătorilor la idoli. Au arestat-o, au dus-o înaintea judecăţii şi tiranul a întrebat-o: – Eşti creştină? – Sunt creştină, a răspuns. – Te vom arunca în foc. Dacă vrei să trăieşti, închină-te la idoli. Atunci ea a răspuns cu o vorbă înţeleaptă – aceasta este ceva foarte important la care vreau să luaţi aminte. Ce a răspuns? Cu un cuvânt din Proorocul Ieremia: – „Zeii, care nu au făcut cerul şi pământul, să piară” (Ieremia 10, 11). Zeii, zice, care nu au creat cerul şi pământul, „să piară”, să se piardă, să dispară, să devină cenuşă idolii voştri!… Adică a fost înarmată cu Sfânta Scriptură. La sfârşit mâinile barbarilor au aruncat-o la „chinuri foarte dureroase” şi în felul acesta s-a săvârşit.



Asta, iubiţii mei, vă recomand şi pentru noi toţi. Creştinul fără Sfânta Scriptură este neînarmat. Vă întreb cu toată dragostea: citiţi Sfânta Scriptură, care este un privilegiu pentru noi că a fost scrisă în limba elină? Pentru televizor dispunem de multe ore. Scriptura cine o citeşte? Foarte puţini. Alte popoare citesc, elinii nu. Daţi-mi, daţi-mi o societate, un popor, un oraş, o familie unde mici – mari să citească Sfânta Scriptură, şi eu semnez un contract: aceasta va deveni cea mai fericită ţară din lume. Vă dau canon să luaţi în mâini Evanghelia şi s-o citiţi zi şi noapte.
Fie ca Dumnezeu, prin mijlocirile Sfintei Paraschevi, să ne dăruiască hotărârea de a studia Scriptura. Poate să treacă o zi fără mâncare, fără televizor, fără radio, fără aer şi fără soare. Fără Evanghelie nu!

† Episcopul Augustin

(Sfânta Biserică a Sfintei Paraschevi din Florina,
25-7-1988)

(traducere: M.L., sursa: http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=14055)

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ο ζηλωτης

author Posted by: episkopos on date Ιουλ 19th, 2010 | filed Filed under: Român (ROYMANIKA), ΟΜΙΛΙΕΣ (απομαγν.), εορτολογιο

Τοῦ προφήτου Ἠλιοὺ
20 Ἰουλίου

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ

«Ζηλῶν ἐζήλωκα Κυρίῳ παντοκράτορι» (Γ΄ Βασ. 19,10)

Προφ. ΗΛΙΑΣΕΟΡΤΑΖΕΙ σήμερα, ἀγαπητοί μου, ἕνας ἥ­ρωας τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς, ἕνας ἀ­πὸ τοὺς μεγαλυτέρους ἄνδρες τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τῆς ἐποχῆς τῆς παλαιᾶς διαθήκης, ὁ ἅγιος προφήτης Ἠλίας ὁ Θεσβίτης.

Ὅπως ἄστρο ἀπὸ ἄστρο διαφέρει στὴ λάμψι καὶ λουλούδι ἀπὸ λουλούδι διαφέρει στὴν ὄψι καὶ τὸ ἄρωμα, ἔτσι καὶ κάθε ἅγιος ἔχει κάτι ἰδιαίτερο ποὺ τὸν διακρίνει ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους. Γι᾽ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία δίπλα στὸ ὄνομα κάθε ἁγίου θέτει κ᾽ ἕνα ἐπίθετο· Παν­τε­λε­­ή­μων ὁ ἰαματικός, Δημήτριος ὁ μυροβλήτης, Σπυρίδων ὁ θαυματουργός, Κοσμᾶς καὶ Δαμι­ανὸς οἱ ἀνάργυροι. Καὶ τὸν σημερινὸ προ­φήτη τὸν ὀνομάζει ζηλωτήν· Ἠλίας ὁ ζηλωτής. Ὁ προφήτης Ἠλίας εἶχε ζῆλο.

Τί θὰ πῇ ζῆλος; Ἡ καρδιὰ νὰ μὴν εἶνε ψυχρή, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ φωτιά, δυνατὴ ἐπιθυμία. Καὶ τί ἐπιθυμία εἶχε ὁ Ἠλίας; Ἤθελε ὅλοι νὰ γνωρίσουν τὸν ἀληθινὸ Θεό, παντοῦ νὰ λατρεύεται ὁ ἅγιος Θεός. Καὶ τὴν ἐπιθυμία αὐτὴ δὲν τὴν ἄφηνε κρυμμένη μέσα του, δὲν τὴν ἄ­φηνε νὰ μένῃ θε­ωρητική, ἀλλὰ τὴν ἐξεδήλωνε.

* * *

«Ζηλῶν ἐζήλωκα Κυρίῳ παντοκράτορι» (Γ΄ Βασ. 19,10). Ὁ προφήτης Ἠ­λίας φανέρωσε τὴν ἀ­γάπη καὶ τὸ ζῆλο του γιὰ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ σὲ ὅλες τὶς περιπτώσεις, σὲ ὅλα τὰ μέτωπα.
⃝ Πρῶτον. Στὴν ἐποχή του ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός, ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ, ἐκτροχιάστηκε, ἔ­­φυγε ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Κυρίου. Ἔφτασαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ φτειάξουν ἄγαλμα – εἴ­δωλο, τὸν θεὸ Βάαλ, καὶ νὰ προσφέρουν σ᾽ αὐ­­τὸ ἀνθρωποθυσίες τὰ βρέφη τους! Πῶς ἔ­γινε αὐτό; Μιὰ παροιμία λέει «Τὸ ψάρι βρωμάει ἀπ᾽ τὸ κεφάλι»· καὶ τὴν εἰδωλολατρία τὴν ἔφεραν στὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ οἱ βασιλεῖς, ὁ Ἀχα­ὰβ καὶ ἡ Ἰεζάβελ. Ποιός ὅμως τολμοῦσε νὰ ἐ­λέγξῃ τὸ βασιλιᾶ; Ὅλοι σιωποῦσαν. Ἕ­νας μόνο τόλμησε. Ποιός; Αὐτὸς ποὺ δὲν εἶ­χε τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ μηλωτή, μιὰ κάππα, ἀλλ᾽ ὅ­σο ἄξιζε ἡ κάππα αὐτὴ δὲν ἄξιζαν τὰ πλούτη ὅ­λων τῶν ἄλλων. Αὐτὸς ὁ ἀκτήμων ἀ­νέβηκε στὰ ἀνάκτορα καὶ ἤλεγξε τὸν Ἀχαάβ. Ἐ­σύ, τοῦ εἶπε, διαστρέφεις τὸ λαό! (βλ. Γ΄ Βασ. 18,18).
⃝ «Ζηλῶν ἐζήλωκα Κυρίῳ παντοκράτορι». Ἀλ­λὰ καὶ ἐναντίον τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας ἔδειξε τὴν εὐαισθησία του. Προστάτευε χῆρες, ὀρ­φανά, φτωχοὺς καὶ ἀδυνάτους. Ἕνας φτω­χὸς ἄνθρωπος, ὁ Ναβουθαί, εἶχε ἕνα ἀμπέλι. Ἀλ­λὰ τὸ ἀμπέλι αὐτὸ ἦταν κοντὰ σὲ βασιλικὸ κτῆμα. Καὶ ἐνῷ ἦταν τόσο μεγάλη ἡ βασιλικὴ περιουσία, ὁ Ἀχαὰβ ἤθελε νὰ πάρῃ καὶ τὸ ἀμ­πέλι τοῦ Ναβουθαί. Δὲν τὸ δίνω, λέει ὁ Ναβου­θαί, εἶνε πατρικὴ κληρονομιά μου. Τότε ἡ Ἰεζάβελ σκηνοθέτησε δίκη, ἔβαλε νὰ δικάσουν τὸ Ναβουθαί. Πράγματι, μὲ δύο ψευδομάρτυ­ρες, ποὺ τὸν κατηγόρησαν συκοφαντικῶς ὅτι ὕβρισε τὸ Θεὸ καὶ τὸ βασιλιᾶ, ὁ Ναβουθαὶ καταδικάστηκε καὶ ἐκτελέστηκε διὰ λιθοβολισμοῦ. Καὶ ὁ νόμος ἔλεγε, ὅτι ἡ περιουσία τοῦ καταδικασμένου σὲ θάνατο περιέρχεται στὸ βασιλιᾶ. Ὅλοι ἔβλεπαν τὴν ἀδικία, ἀλλ᾽ ἐπικρατοῦσε τρόμος καὶ φόβος. Ποιός νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἀδικία καὶ τὸ ἔγκλημα; Ποιός ἄλλος; ἡ «κάππα» – ὁ Ἠλίας! Κατ᾽ ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ πηγαίνει καὶ βρίσκει τὸν Ἀχαὰβ καὶ τοῦ λέει· Κον­τὰ στὰ ἄλλα κακὰ κάνατε κι αὐτό, φονεύσατε τὸ Ναβουθαί· ἀλλ᾽ αὐτὰ λέει ὁ Κύριος· Ἐ­πειδὴ ἐφόνευσες καὶ κληρονόμησες, γι᾽ αὐ­τό, ὅπου ἔσταξε τὸ αἷμα τοῦ Ναβουθαί, ἐκεῖ θὰ γλείψουν τὰ σκυλιὰ τὸ δικό σου αἷμα (Γ΄ Βασ. 20). Ὕστερα ἀπ᾽ αὐτὰ ἡ Ἰεζάβελ θύμωσε, καὶ ὁ προφήτης Ἠλίας ἔφυγε καὶ κρύφτηκε.
⃝ «Ζηλῶν ἐζήλωκα Κυρίῳ παντοκράτορι». Ὁ ἅγιος αὐτὸς προφήτης ἐστράφη ἀκόμη ἐναν­τίον τοῦ ἱερατείου. Τί ἔκαναν οἱ «παπᾶδες» ἐ­κεῖνοι· ἀντὶ νὰ ὁδηγοῦν τὸ λαὸ στὴν ἀληθι­νὴ πίστι, αὐτοὶ ἄφησαν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ λάτρευαν τὸ Βάαλ, ποὺ ἔφεραν οἱ βασιλεῖς. Ἦσαν 450 ἱερεῖς, εὐνοούμενοι τῶν ἀνακτόρων καὶ ἔτρωγαν στὴν τράπεζα τῆς Ἰεζάβελ. Κατ᾽ αὐτῶν ἔρριξε τοὺς κεραυνούς του ὁ Ἠ­λί­­ας. Γιατί ἀφήσατε, τοὺς λέει, τὸν ἀληθινὸ Θεό; Κάλεσε λοιπὸν ὅλο τὸ λαὸ ἐπάνω στὸ ὄρος Κάρμηλος καὶ εἶπε στοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ· Ἐλᾶτε νὰ δοκιμάσουμε ποιός ἔχει τὸν ἀ­ληθινὸ Θεό. Πάρτε λιθάρια, φτειάξτε θυσιαστήριο, σφάξτε μοσχάρι, καὶ παρακαλέστε τὸ θεό σας νὰ ῥίξῃ φωτιὰ νὰ καῇ. Τὸ ἔκαναν, ἀλλ᾽ εἰς μάτην φώναζαν ἐπικαλούμενοι τὸν ψεύτικο θεό. Ὁ Ἠλίας τοὺς εἰρωνεύθηκε· Γιά φωνάξτε πιὸ δυνατά, μήπως ὁ θεός σας κοι­μᾶ­ται καὶ δὲν ἀκούει… Ὅταν πλέον ἄρχισε νὰ βραδιάζῃ, τοὺς λέει· Παραμερίστε τώρα ἐσεῖς. Καλεῖ τὸ λαὸ νὰ πλησιάσῃ. Στήνει δικό του θυσι­αστήριο, στοιβάζει ξύλα, σφάζει ζῷο, τὸ βάζει ἐπάνω, καὶ εἶπε νὰ καταβρέξουν τρεῖς φορὲς κι αὐ­τὸ καὶ ὅλα τὰ γύρω μὲ ἄφθονο νερό, ὥσ­τε νὰ μὴ μείνῃ ὑποψία ὅτι μπορεῖ νὰ ὑ­πῆρχε πουθενὰ ἐκεῖ φωτιά. Μετὰ σηκώνει τὰ μάτια του στὸν οὐρανὸ καὶ προσεύχεται. Καὶ ―τί δύ­­ναμι ἔχει ἡ προσευχή!― μέσα σ᾽ ἕνα δευτερόλε­πτο ἄνοιξαν τὰ οὐράνια καὶ ἦρθε φωτιὰ ποὺ τὰ κατέκαυσε ὅλα. Τότε πίστεψαν ὅ­λοι, ἔπεσαν κάτω καὶ προσκύνησαν τὸν ἀληθι­νὸ Θεό. Ἀμέσως λοιπὸν διατάζει· Πιάστε τώρα ὅλους τοὺς ἱερεῖς τοῦ Βάαλ, μὴ διαφύγῃ κανένας. Ἐν συνεχείᾳ τοὺς κατέβασε στὸ ποτάμι, στὸ χείμαρρο Κισσῶν, κ᾽ ἐκεῖ τοὺς ἔσφα­ξε ὅλους, καὶ τοὺς 450 (Γ΄ Βασ. 18,17-40). Δὲν τὸ ἔ­κανε ἀπὸ κακία· ἐκτελοῦσε ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ.
⃝ «Ζηλῶν ἐζήλωκα Κυρίῳ παντοκράτορι». Ἐ­στράφη τέλος καὶ ἐναντίον τοῦ ὄ­χλου. Εἶχε εὐθύνη καὶ ὁ λαός· διότι κι αὐτὸς δὲν ἀκολού­θησε τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ τὸ ψεῦ­δος. Ἕως πότε, τοὺς λέει, θὰ ἀμφιταλαντεύεσθε; (Γ΄ Βασ. 18,21).
Κανένα δὲν κολάκευσε ὁ προφήτης Ἠλίας· ἦταν ζηλωτὴς τοῦ Κυρίου.

* * *

Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ ἑορτή του. Γιατί ἑορτάζουμε; γιὰ νὰ ποικίλλουμε τὴν ἀ­νία μας; γιὰ νὰ διασκεδάζουμε; Ἑορτὴ ἴσον μίμησις τοῦ ἁγίου. Πῶς μποροῦμε νὰ μιμηθοῦ­με ἐμεῖς τὸν προφήτη; Μποροῦμε νὰ κάνουμε ὅ,τι ἔκανε ὁ Ἠλίας; Ποιός λ.χ. μπορεῖ νὰ περάσῃ τὸν Ἰορδάνη μὲ τὴν κάππα του; Αὐ­τὸ εἶ­νε ἕνα θαῦμα. Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε δὲ μποροῦμε ἐμεῖς νὰ τὰ ἐπαναλάβουμε· μποροῦμε ὅμως νὰ μιμηθοῦμε τὶς ἀρετές του, μποροῦ­με νὰ μιμηθοῦμε τὸν ζῆλο του.
Σήμερα κινδυνεύουμε. Ἐγὼ φοβοῦμαι τὴν ἀδιαφορία. Εἴμεθα ἀδιάφοροι. Μόνο τὰ ὑλικὰ μᾶς ἐνδιαφέρουν, μόνο ψωμὶ καὶ φαῒ φροντίζουμε νὰ δίνουμε στὰ παιδιά μας. Ἀλλὰ τὸ παιδὶ δὲν θέλει μόνο νὰ τὸ τρέφῃς· θέλει καὶ διδασκαλία καὶ φρονηματισμὸ καὶ ἀγωγή. Καὶ γι᾽ αὐτὰ ἀδιαφοροῦμε δυστυχῶς. Ἐνῷ τὰ παιδιὰ τοῦ διαβόλου ἐργάζονται, οἱ ἄλλοι, οἱ λεγόμενοι συντηρητικοί, σοῦ λένε «Ἐγὼ θὰ δι­ορθώσω τὸ ρωμαίικο;». Ἔτσι ἡ φθορὰ προχω­ρεῖ. Οἱ χιλιασταὶ πρὸ 40 ἐτῶν ἦταν 3 καὶ τώρα ἔγιναν περισσότεροι ἀπὸ 50 χιλιάδες. Καὶ οἱ ἄθεοι ὑλισταὶ πρὸ τοῦ 1917 ἦταν 3, τώρα εἶνε χιλιάδες. Δὲν θὰ αὐξάνονταν αὐτοί, ἂν ἐ­μεῖς εἴχαμε μέσα μας λίγη ἀπὸ τὴ φωτιὰ ποὺ εἶχε ὁ Ἠλίας. Εἶσαι πατέρας, εἶσαι μάνα, εἶσαι δάσκαλος, εἶσαι ἀστυνομικός, εἶσαι πα­πᾶς; Μὴν ἀμελεῖς, μὴν εἶσαι ἀδιάφορος· δεῖξε ἐπιμέλεια, νὰ ἔχῃς μεράκι γιὰ τὴ δουλειά σου.
Εἴμαστε στὴν Ἑλλάδα; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Κα­ταντήσαμε ἀσεβεῖς. Στὴ χώρα αὐτὴ παλαιότερα δὲν ἄκουγες νὰ βλαστημάῃ κανείς· τώρα δὲν περνάει δευτερόλεπτο ποὺ νὰ μὴν ἀ­κούγεται βλασφημία. Θὰ ἔρθῃ πάλι ὁ Ἠλίας, εἶνε βέβαιο. Φαντασθῆτε ὅταν ἔρθῃ ν᾽ ἀκού­σῃ νὰ βλαστημᾶνε… Αὐτός, ποὺ ἅρπαξε 450 ἱερεῖς τῆς αἰσχύνης καὶ τοὺς ἔσφαξε, θὰ ἅρπαζε καὶ καθένα ποὺ βλαστημάει, καὶ θὰ τὸν τιμωροῦ­σε. Ἂν ἐρχόταν αὐτός, ὁ «δεύτερος Πρόδρομος» (ἀπολυτ.), θὰ τοὺς κατέβαζε στὴ θάλασ­σα, θὰ τοὺς θανάτωνε καὶ θὰ κοκκίνιζαν τὰ νερά.
Δὲν ἐννοῶ ἀσφαλῶς νὰ κάνουμε ἔτσι ἐ­μεῖς· ἡ ἐξουσία τοῦ Ἠλία ἦταν μία ἐξαιρετικὴ ἐξουσία. Ἀλλ᾽ ἀναστενάζω καὶ κλαίω διότι ἐ­σὺ δείχνεις ἀδιαφορία. Θὰ πῇς· Τί νὰ κάνω; Ἂν εἶσαι γυναίκα κι ὁ ἄντρας σου βλαστήμη­σε, πές του· Φάε σύ, ἄντρα, ἐγὼ δὲν τρώω. Ἤ­ξερα στὸ Μεσολόγγι μιὰ γυναῖκα ποὺ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν ἔκανε τὸν ἄντρα της νὰ σταματήσῃ τὴ βλαστήμια. Μὴν ἐπιτρέπεις ἐμπρός σου νὰ βλαστημήσουν τὸ Θεό. Ἂν σοῦ σπάσουν ἕνα τζάμι, τρέχεις στὴν ἀστυνομία· γιὰ τὴ βλασφημία γιατί δὲν πᾷς; Δὲν θέλῃς ν᾽ ἀ­κούσῃς ἐμένα, ἄκουσε τὸν ἱ. Χρυσόστομο, ποὺ λέει· Ἀκοῦς κάποιον νὰ βλαστημάῃ; μίλησέ του, συμβούλεψέ τον μιά, δυό, τρεῖς. Δὲν ἀκούει; τότε, ἔχεις χέρι; χτύπησέ τον. Ὅποιος χτυπή­σῃ βλάστημο, θ᾽ ἁγιάσῃ τὸ χέρι του.
Νὰ διαφωτίζετε. Σᾶς ὁρκίζω σήμερα στὸ ὄ­νομα τοῦ προφήτου. Ἡ καλύτερη γιορτὴ καὶ τι­μὴ γιὰ τὸν ἅγιο εἶνε, νὰ ξερριζώσουμε τὸ ἀγ­κάθι αὐτὸ ποὺ εἶνε μέσα στὸ περιβόλι μας, νὰ φράξουμε τὰ στόματα τῶν βλαστήμων. Φρον­τί­στε ὅλοι νὰ σβήσῃ ἡ βλασφημία, κι ὅλα τὰ στόμα­τα νὰ γίνουν κιθάρα καὶ νὰ λένε ἕναν ὕμνο· «Αἰνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε αὐτὸν εἰς τοὺς αἰ­ῶνας».

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

20-7-1960 Ομιλια Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου στον Ιερό Ναό του Προφήτου Ἠλιού Τζιτζιφιῶν – Ἀθῆναι

______________________________

STA ROYMANIKA

________________________________

PREDICA MITROPOLITULUI AUGUSTIN DE FLORINA
LA SĂRBĂTOAREA

SFÂNTULUI PROOROC ILIE TESVITEANUL


PROOROCUL ILIE RÂVNITORUL

-20 IULIE-

’’Cu râvnă am râvnit pentru Domnul Atotţiitorul’’(III Regi 19,10 )

Iubiţii mei, astăzi este sărbătorit un erou al credinţei şi al virtuţii, unul din cei mai mari bărbaţi ai lumii antice, ai epocii Vechiului Testament, Sfântul Proroc Ilie Tesviteanul.
Precum stea de stea se deosebeşte în strălucire şi floare de floare se deosebeşte în înfăţişare şi parfum, aşa şi fiecare sfânt are ceva deosebit, care-l distinge de toţi ceilalţi. De aceea, Biserica alături de numele fiecărui Sfânt pune câte un epitet: Pantelimon – Tămăduitorul, Dimitrie – Izvorâtorul de Mir, Spiridon – Făcătorul de Minuni, Cosma şi Damian – Cei-fără-de-arginţi; iar pe Proorocul de astăzi îl numeşte Râvnitor: Ilie Râvnitorul. Proorocul Ilie a avut râvnă.
Ce înseamnă râvnă? Inima să nu fie rece, ci să aibă un foc, o dorinţă puternică. Şi ce dorinţă a avut Ilie? A vrut ca toţi să-L cunoască pe adevăratul Dumnezeu, pretutindeni să fie închinat Dumnezeul cel Sfânt. Şi această dorinţă n-a ţinut-o ascunsă înlăuntrul său, n-a lăsat-o să rămână teorie, ci a manifestat-o, şi-a declarat-o.

***

„Cu râvnă am râvnit pentru Domnul Atotţiitorul!” (III Regi 19,10 ).
Proorocul Ilie şi-a arătat dragostea şi râvna lui pentru adevăratul Dumnezeu în toate împrejurările, pe toate fronturile.
În primul rând, în epoca sa, poporul iudeu, poporul ales al lui Dumnezeu, s-a abătut, a părăsit calea Domnului. Au ajuns până în punctul în care şi-au făcut o statuie-idol, pe zeul Baal şi-i aduceau acestuia drept jertfe umane pe pruncii lor! Cum s-a întâmplat asta? Un proverb zice: “Peştele de la cap se strică”. Aşa şi cu idolatria. Au adus-o în poporul lui Dumnezeu regii Ahab şi Isabela.  Dar cine a îndrăznit să-l mustre pe rege? Toţi tăceau. Doar unul a îndrăznit. Cine? Cel care nu avea nimic altceva decât o malotea (blană), un cojoc; dar cât valora cojocul acesta nu valorează bogăţiile tuturor celorlalţi. Acest sărman s-a suit la palatele împărăteşti şi l-a mustrat pe Ahab: Tu – i-a spus, tu rătăceşti poporul! (vezi III Regi 18,18 ).
“Cu râvnă am râvnit pentru Domnul Atotţiitorul!”.
Dar şi împotriva nedreptăţii sociale şi-a arătat sensibilitatea. A ocrotit pe văduve, pe orfani, pe săraci, pe neputincioşi. Un om sărac, Nabot, avea o vie. Această vie era aproape de domeniul regal. Deşi  era atât de mare averea regală, Ahab a vrut să ia şi via lui Nabot. Nu o dau, zice Nabot, este moştenirea mea părintească! Atunci Izabela a înscenat un proces şi a dispus ca Nabot să fie judecat. Într-adevăr, cu doi martori mincinoşi, care-l acuzau calomniator că L-a  hulit pe Dumnezeu şi pe rege, Nabot a fost condamnat şi a fost  executat prin ucidere cu pietre. Şi legea spune că averea celui condamnat la moarte revine regelui. Toţi văzuseră nedreptatea, dar stăpânea groaza şi frica. Cine să mustre nedreptatea şi crima? Cine altul? “Cojocul” – Ilie! La porunca lui Dumnezeu merge de-l găseşte pe Ahab şi-i zice: La celelalte răutăţi aţi adăugat şi asta: l-aţi ucis pe Nabot; dar acestea zice Domnul: Deoarece ai ucis şi ai moştenit, de aceea,  unde a picurat sângele lui  Nabot, acolo vor linge câinii şi sângele tău (III Regi 20). După acestea, Izabela s-a mâniat, iar Proorocul Ilie a fugit şi s-a ascuns.
„Cu râvnă am râvnit pentru Domnul Atotţiitorul!”
Acest Sfânt Profet s-a întors chiar şi împotriva clerului. Ce făceau acei „popi”? În loc să conducă poporul spre adevărata credinţă, aceştia  l-au părăsit pe adevăratul Dumnezeu şi s-au închinat lui Baal, pe care l-au adus regii. Erau 450 de preoţi. Şi mâncau la masa Izabelei. Împotriva lor şi-a aruncat Ilie fulgerele. De ce l-aţi părăsit, le zice, pe adevăratul Dumnezeu? A chemat deci întreg poporul pe muntele Carmel şi a spus preoţilor lui Baal: Veniţi să dovedim cine are pe Dumnezeul cel adevărat. Luaţi pietre, zidiţi un jertfelnic, junghiaţi un  viţel, şi rugaţi-vă dumnezeului vostru să trimită foc care să mistuie. Au făcut asta, dar în zadar strigau, invocând pe falsul lor dumnezeu. Ilie îi ironiza: Strigaţi mai tare, poate că Dumnezeul vostru doarme şi nu aude… Când deja începuse să se însereze, Ilie zice: Daţi-vă la o parte. Cheamă poporul să se apropie. Îşi ridică propriul jertfelnic, strânge lemne, junghie un animal, îl pune deasupra şi dispune să se toarne de trei ori apă din belşug peste el şi peste toate cele din jur, aşa încât să nu se creadă că ar putea exista pe undeva vreo sursă de foc. Îşi ridică apoi ochii la cer şi se roagă. Şi – ce putere are rugăciunea! – într-o secundă cerurile s-au deschis şi s-a coborât un foc care a mistuit toate. Atunci  au crezut toţi, au căzut la pământ şi s-au închinat adevăratului Dumnezeu. Aşadar, porunceşte imediat: Acum, toţi ai  lui Baal, în temniţă! Să nu scape nimeni, niciunul! Apoi i-a coborât  acolo jos şi i-a junghiat pe toţi cei 450 (III Regi 18, 17-40). N-a făcut-o din răutate. Împlinea porunca lui Dumnezeu.
„Cu râvnă am râvnit pentru Domnul Atotţiitorul!”
S-a întors în cele din urmă şi împotriva mulţimii. Era răspunzător şi poporul. Pentru că acesta nu urmase adevărul, ci minciuna. Până când, le zice, veţi şchiopăta de amândouă picioarele? (III Regi 18, 21).
Profetul Ilie nu a linguşit pe nimeni. A fost un râvnitor al Domnului.

***

Astăzi, iubiţii mei, este sărbătoarea lui. De ce sărbătorim?  Ca să ne diversificăm plictiseala? Ca să ne distrăm? Sărbătoarea înseamnă imitarea sau urmarea sfântului. Cum putem să-i imităm noi pe prooroci? Putem noi să facem tot ce a făcut Ilie? Cine de pildă poate să treacă Iordanul cu cojocul? Asta este o minune. Minunile pe care le-a făcut el noi nu putem să le repetăm.  Putem însă să-i imităm virtuţile, putem să-i imităm râvna.
Astăzi suntem în pericol. Eu mă tem de indiferenţă. Suntem indiferenţi. Numai cele materiale ne interesează. Doar de pâine şi de mâncare ne îngrijim să dăm copiilor noştri. Dar copilului nu-i trebuie doar hrană; îi trebuie şi învăţătură şi înţelepciune şi educaţie. Dar faţă de acestea, din nefericire, noi suntem indiferenţi. În timp ce fiii diavolului lucrează, ceilalţi din urmă, aşa numiţii conservatori îţi zic: „Păi, eu voi corecta dreptul?” În felul acesta stricăciunea merge mai departe. Hiliaştii (martorii lui Iehova) în urmă cu patruzeci de ani erau trei şi acum au devenit mai mult de 50.000. Şi ateii materialişti de dinainte de 1917 erau trei, acum sunt mii. Nu s-ar fi înmulţit aceştia, dacă noi am fi avut în noi puţin din focul pe care l-a avut Ilie. Eşti tată, eşti mamă, eşti învăţător, eşti poliţist, eşti preot? Nu fi nepăsător, nu fi indiferent! Arată grijă, să ai pasiune pentru slujba ta.
Suntem în Elada? Eu mă-ndoiesc. Am ajuns nişte necredincioşi. În această ţară mai demult n-ai fi  auzit pe cineva înjurând. Acum nu trece o secundă fără să se audă o înjurătură. Va veni  iarăşi Ilie. E sigur. Închipuiţi-vă că atunci când va veni va auzi înjurături. Acesta,  care a apucat 450 de preoţi ai ruşinii şi i-a junghiat, îi va apuca şi pe toţi cei care înjură şi-i va pedepsi. Dacă ar veni acesta, “al doilea Înaintemergător” (Tropar), i-ar duce la mare, i-ar da morţii şi-ar înroşi apele cu ei.
Desigur, nu înţeleg că trebuie să facem şi noi aşa; autoritatea lui Ilie a fost o autoritate excepţională. Eu suspin şi plâng pentru că tu arăţi indiferenţă. Vei spune: Ce să fac? Dacă eşti femeie, iar bărbatul tău înjură, spune-i: Mănâncă tu, bărbate, că eu nu mănânc. Am cunoscut în Mesolonghi o femeie care în felul acesta l-a făcut pe bărbatul ei să înceteze cu înjurăturile. Nu îngădui înaintea ta ca Dumnezeu să fie hulit. Dacă sparg un geam, alergi la Poliţie.  Pentru o înjurătură de ce nu mergi? Nu vrei să asculţi de mine?! Ascultă-l pe Sfântul Gură-de-Aur care zice: Când auzi pe cineva că înjură, vorbeşte-i, sfătuieşte-l o dată, de două ori, de trei ori. Dacă nu ascultă, atunci, ai mână? Loveşte-l. Cel ce loveşte pe cel ce înjură îşi sfinţeşte mâna.
Să vă luminaţi. Vă jur astăzi pe numele proorocului. Cel mai bun praznic şi cea mai bună cinste pentru un sfânt este să dezrădăcinăm acest spin care este în grădina noastră. Să închidem gurile hulitorilor. Îngrijiţi-vă toţi să dispară înjurătura şi toate gurile să devină o chitară interpretând un imn: “Lăudaţi-L şi-L preaînălţaţi întru toţi vecii”. Amin.

†  Episcopul Augustin

(20.07.1960, Omilie a Mitropolitului de Florina,
părintele Augustin Kandiotis, în Sfânta Biserică a Proorocului Ilie)

(trad. M.L., sursa: http://www.augoustinos-kantiotis.gr/?p=14046)